Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Σαν υποτακτικοί στον ”αφέντη” εξ Ανατολών και τη μοίρα μας…

Δημοσιεύτηκε στις

Κρινιώ Καλογερίδου

Βασικοί κανόνες καλής γειτονίας μεταξύ δύο κρατών είναι να σέβεται το καθένα την εδαφική ακεραιότητα του άλλου, τα σύμβολά του, τη θρησκεία και την ιστορία του. Και στα τρία αυτά προαπαιτούμενα οι Τούρκοι μας απέδειξαν φέτος – για πολλοστή φορά – ότι όχι μόνο δεν είναι φίλοι μας, αλλά διατηρούν άσβεστο το προαιώνιο μίσος των προγόνων τους κατά των Ελλήνων, όπως τότε που άλωσαν την ελληνόψυχη ”Βασιλίδα των πόλεων”, την ”Πόλη των πόλεων”, την Κωνσταντινούπολη, πριν από 567 χρόνια.

Οι προκλήσεις τους άνευ ορίων και πολυποίκιλες εξέπεμπαν ασφαλώς όχι μόνο την μισαλλοδοξία τους, αλλά και την υποκουλτούρα που χαρακτηρίζει το νεο-οθωμανικό πρόσωπο της σημερινής Τουρκίας, το οποίο όχι μόνο δεν προσιδιάζει με ευρωπαϊκό (για όσους υποστηρίζουν την ευρωπαίκή προοπτική της), αλλά παραπέμπει κατευθείαν στο βάρβαρο, απολίτιστο, αδηφάγο και κατακτητικό του μακρινού παρελθόντος.

Ενδεικτικά παραδείγματα της εχθρότητας και διαιώνισης του εθνοφυλετικού μίσους σε βάρος μας ήταν η γιορτή για το ”Κύπελλο Άλωσης” του ιδρύματος Τοξοβόλων (το οποίο διοικεί ο Μπιλάλ Ερντογάν, γιος του Τούρκου Προέδρου), η διοργάνωση απ’ το τουρκικό υπουργείο Κουλτούρας και Τουρισμού της ανάγνωσης στην Αγία Σοφία (συμβόλου του Ορθόδοξου Χριστιανισμού) του εδαφίου του Κορανίου περί κατάκτησης (με συνακόλουθες προσευχές) και η εμπαθής δήλωση του Ταγίπ Ερντογάν, που βάλει ευθέως στην εθνική μας συνείδηση και το θυμικό μας:

-… Θα προσπαθήσουμε όλοι, με την εκδήλωση αυτή, να βιώσουμε την χαρά της άλωσης μαζί με το έθνος μας. Με αυτή την αφορμή τιμώ, με πρώτο τον σουλτάνο Μωάμεθ τον Πορθητή, όλους τους βετεράνους, τους μάρτυρες και τους ήρωες, που κατέστησαν πατρίδα για εμάς αυτή τη γη.

Ήταν ξεκάθαρα διαυγής η κατακτητική έφεση του Τούρκου απέναντι, σε βαθμό που, ως φαίνεται, ενθουσίασε τους θαυμαστές του στη χώρα του και όχι μόνο. Γιατί τον ίδιο ενθουσιασμό με εκείνους επέδειξαν και κάποιοι δικοί μας της μουσουλμανικής μειονότητας Θράκης (συμπεριλαμβανομένων και των Μέσων της).

Έλληνες πολίτες μεν, τουρκόφρονες δε, οι οποίοι είτε επικύρωσαν με πολλά likes τον εθνικιστικό παραλήρημα του ”σουλτάνου” τους (όπως έκανε ο ιμάμης του Σέλερου Ξάνθης Ρεμζί Αμπντουλάχογλου και άλλοι εθνικιστές ”Γκρίζοι Λύκοι”) είτε προέβησαν σε ”αλυτρωτικές’ αναρτήσεις.

Αναρτήσεις σαν εκείνην της εφημερίδας της Θράκης ”Birlik”, που δημοσίευσε ανήμερα της επετείου της Άλωσης ένα υμνητικό άρθρο για τον Μωάμεθ τον Πορθητή, συνοδευόμενο από εθνικιστικό ποίημα για τους νέους ”Πορθητές”…

Ωστόσο όλα αυτά είναι… μικρολεπτομέρειες, όπως φαίνεται, για την κ. ΠτΔ Κατερίνα Σακελλαροπούλου, που σαν να μην προηγήθηκαν τα όσα προηγήθηκαν με τους Τούρκους σε Αιγαίο και Έβρο (για να μη θυμηθώ την αμφισβήτηση διαρκείας της ΑΟΖ της Κύπρου και της ίδιας της Δημοκρατίας της…) μίλησε – κατά την επίσκεψή της στη (γενέτειρα) Θράκη επ’ ευκαιρία της επετείου απελευθέρωσής της (14 Μαΐου 1920) – για… πράσινα άλογα και μεταξωτές κορδέλες, που παραπέμπουν σε ”παραμύθια”.

Σε ”παραμύθια” εμποτισμένα στο πνεύμα των τουρκόφιλων Φίληδων, Ρεπούσηδων και Δραγώνων, στο πνεύμα των απαρνητών της Γενοκτονίας των Ποντίων και των διαστρεβλωτών της μικρασιατικής ιστορίας που θέλει τους κυνηγημένους απ’ το μαχαίρι του Τούρκου Έλληνες να ”συνωστίζονται” ξαφνικά στο λιμάνι του ”Και”της Σμύρνης (1922), περιμένοντας το πλοίο της γραμμής, για να κάνουν ταξίδι αναψυχής στα νησιά του Αιγαίου…

Είναι σκληρό αυτό που θα πω, αλλά είναι δυστυχώς η ωμή αλήθεια. Οι Έλληνες δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα και κανέναν παρά μόνο τον κακό εαυτό μας. Τον πολύ κακό εαυτό μας, για την ακρίβεια. Αυτόν που γεννά τουρκόφιλους απογόνους, οι οποίοι αγνοούν επιδεικτικά τα θεριά που πολεμούν να μας φάνε ένα γύρο και – αντί να τονώσουν το φρόνημα του λαού, για να σταθεί παλικαρίσια μπροστά στις δοκιμασίες που έρχονται – ωραιοποιούν τις επικίνδυνες καταστάσεις, για να τον αποκοιμίσουν υποκρινόμενοι…

Γιατί τον αποκοιμίζουν, τον εξαπατούν όταν τροφοδοτούν αμέριμνοι το ψευτοϊδεολόγημα περί ”ελληνοτουρκικής φιλίας”. Όταν του μιλούν για ”συμβιωτικό παράδειγμα” στη Θράκη (κι ας κοχλάζουν από φανατισμό οι τουρκόφρονες ”Γκρίζοι Λύκοι” της μουσουλμανικής μειονότητας, που στολίζουν και τα τζαμιά τους ακόμα με τις πράσινες σημαίες της ”Αυτόνομης Δυτικής Θράκης”)…

Όταν του μιλούν για ”υβριδικές ιστορικές και πολιτισμικές εμπειρίες” (ενώ είχαμε υβριδικές πολεμικές επιχειρήσεις στον Έβρο) και για σύνορα ”ζώνες διάβασης προς τους άλλους, περάσματα από την όχθη της μισαλλοδοξίας σε αυτήν της δημιουργικής σύνθεσης”(ενώ είχαμε κατάληψη ελληνικού εδάφους στο ”Μελισσοκομείο” Φερών από 35 Τούρκους Στρατοχωροφύλακες που το διεκδικούσαν)…

Ή λένε το αμίμητο ”Η Θράκη διέσχισε τα ταραγμένα νερά της ιστορίας της με νηφαλιότητα”, όταν αυτή βράζει με τα όσα εκκολάπτονται στο τουρκόψυχο κομμάτι της μουσουλμανικής μειονότητας, το οποίο λειτουργεί ως παράρτημα των ”Γκρίζων Λύκων” της Τουρκίας και προπαγανδίζει κρυφά και φανερά υπέρ της αυτονομίας της Δυτικής Θράκης…

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι πολιτική και πολιτειακή ηγεσία θέλουν να ”παίξουν” μαζί μας το παιχνίδι της συλλογικής λήθης. Με βάση αυτό – πέραν των σχετικών με τη σύλληψη απ’ την τουρκική Στρατοφυλακή των δυο Ελλήνων στρατιωτικών Μητρετώδη και Κούκλατζη στον Έβρο (Μάρτιο του ’18) – επιθυμούν να ξεχάσουμε και τα γεγονότα του τρέχοντος Μαρτίου και Μαΐου.

Επιθυμούν να ξεχάσουμε τις κλιμακούμενες προκλήσεις των Τούρκων απέναντί μας, πότε επ’ ευκαιρία της επετείου της Άλωσης (δήλωση του εθνικιστή ηγέτη του MHP Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο οποίος συγκυβερνά με το AKP του Ερντογάν υπό την ομπρέλα της ”Λαϊκής Συμμαχίας” (”Τα παιδιά των Τούρκων μουσουλμάνων θα κάνουν κομματάκια τα παιδιά του Βυζαντίου σε όλα τα μέτωπα και όλα τα επίπεδα…”)

Και πότε τις προκλητικές εξαγγελίες Ερντογάν περί ”απελευθέρωσης” μεταναστευτικών ροών στα χερσαία και θαλάσσια σύνορά μας, καθώς και αποστολής τον Ιούλιο στην περιοχή της Κρήτης του ”Φατίχ” (για σεισμικές έρευνες), με προφανή σκοπό να καταγράψει τα αντανακλαστικά μας.

Ωστόσο, όλα αυτά δεν είναι ευκολοχώνευτα απ’ τον λαό που αρχίζει να παίρνει ανάποδες και με τους νυν κυβερνώντες, κι ας μην έχει αποτυπωθεί αυτό ακόμα δημοσκοπικά. Να παίρνει ανάποδες γιατί στα εθνικά θέματα δείχνουν έτοιμοι να ”συμφιλιωθούν”, συμβιβασμένοι και υποτακτικοί στον ”αφέντη” εξ Ανατολών και τη μοίρα μας (η συνηγορία της Ντόρας στον Τούρκο που τον κατηγορήσαμε… άδικα για ”γκριζάρισμα” του Έβρου είναι ενδεικτική, όπως και η εμμονή της – κολλητική για τον αδελφό της -να πάμε στη Χάγη με πιθανές τις απώλειες που ανέφερε).

Αυτή νεο-ραγιαδίστικη πολιτική, που είναι ευτελές εξάρτημα της νεο-οθωμανικής, είναι η πολιτική της καρκινοβατούσας Ελλάδας που βγάζει προς τα έξω – στην πρώτη ανηφοριά – τους κομφορμιστές της διανόησης, για να μας πείσουν πως και η Τουρκία έχει δικαιώματα στο Αιγαίο (Κατρούγκαλος, Καιρίδης) και πως οι Τούρκοι δεν εκδήλωσαν ποτέ προθέσεις ”γκριζοποίησης” (άρα διεκδίκησης) στη Θράκη (Ντόρα Μπακογιάννη).

Άλλωστε γιατί να τις εκδηλώσουν με προβοκάτσιες, αφού δεν τους χαλάει χατίρι ούτε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε… ελάσσονος σημασίας θέματα για μας, αλλά μέγιστης για εκείνους, όπως το θέμα της εκπαίδευσης των μουσουλμάνων της μειονότητας στη Θράκη;

Ένα θέμα που ήταν στα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ και υποσχέθηκε ο τότε αρχηγός της Αξιωματικής αντιπολίτευσης προεκλογικά ότι θα το υλοποιήσει εξαγγέλλοντας επί της ουσίας στην Ξάνθη (15/03/’19) την πρόθεσή του να εγκαινιάσει τα δίγλωσσα σχολεία, να βάλει ως πρωθυπουργός δηλαδή την τουρκική γλώσσα στα ελληνικά σχολεία (Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο) για τα παιδιά της μουσουλμανικής μειονότητας Θράκης.

Στο δρόμο των εθνικών υποχωρήσεων γίνονται ένα οι πρώην και οι νυν κυβερνώντες, αφού ό,τι αντεθνικό πέρασαν οι παλιοί (”Συμφωνία Πρεσπών”, Τροπολογία ΥΠΕΠΘ για υποχρεωτική σύνταξη στους νόμιμους μουφτήδες της Θράκης, ώστε να αλλάξει ο τρόπος της εκλογής τους όπως επιθυμούσε η Άγκυρα, 3/08/’18) το επικύρωσαν υιοθετώντας το οι καινούριοι.

Τα λόγια του Μακρυγιάννη ”όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε” δε λογαριάζονται πλέον απ’ τους Έλληνες της εποχής μας. Δεν λογαριάζονται τουλάχιστον έτσι απ’ τους Έλληνες που κυβερνούσαν και κυβερνούν αυτήν την πατρίδα. Τους Έλληνες που δε βλέπουν θεριά ένα γύρο μας. Βλέπουν μόνο φίλους, ποτέ εχθρούς.

Με το σκεπτικό αυτό παραδώσαμε φιλικά στους Σκοπιανούς το ’18 (και επικυρώσαμε το ’19) την προίκα της Μακεδονίας μας (όνομα, γλώσσα, εθνότητα). Με τον ίδιο φιλικό τρόπο θα υπογράψουμε αύριο τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου στη Χάγη (παραχώρηση ΑΟΖ Καστελορίζου και μικρών νησιών ή βραχονησίδων, ”για να σώσουμε τα μεγάλα”, όπως είπε – ως λαγός της κυβέρνησης – η Ντόρα τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους).

Έτσι φιλικά θα βαφτίζουμε ”νευρικότητα” από τώρα και στο εξής τον υποκινούμενο απ’ τους Τούρκους ”υβριδικό πόλεμο” των λαθρομεταναστών-εισβολέων στον Έβρο και θα στέλνουμε αεροπλάνα μεθαύριο στην Αλβανία για να πανηγυρίζουν μαζί τους (όπως κάναμε για τα Σκόπια που μπήκαν στο ΝΑΤΟ) την είσοδό τους στην ΕΕ…

Θα καταπιούμε και το κινίνο της απώλειας των δικαιωμάτων μας στο Ιόνιο (περιορισμό της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας μας), για να μη στεναχωρήσουμε τον εξ Ανατολών προστάτη της μεγαλοϊδεατικής Αλβανίας…

Έτσι κι αλλιώς συνηθίσαμε να τον υπηρετούμε από χρόνια και δεν γίνεται να ξεσυνηθίσουμε…Γι’ αυτό όσα και να μας κάνει, θα τα βαφτίζουμε ”υβριδικές εμπειρίες” και θα κρύβουμε πάντα τους φόβους μας κάτω απ’ το μαξιλάρι μας. Θα κρύβουμε το δουλικό πνεύμα και την προδοτική αφροσύνη μας, που καλλιεργεί ο νεοραγιαδισμός μας…

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Άμυνα

Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC

Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν η ναυτική συνεργασία, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η ναυπηγική βιομηχανία. Οι συνομιλίες στο Νέο Δελχί αναδεικνύουν τη διεύρυνση των ελληνοϊνδικών σχέσεων σε τομείς στρατηγικής σημασίας, την ώρα που Αθήνα και Νέο Δελχί εξετάζουν τις προοπτικές συνεργασίας τους στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα ακόμη βήμα στην ανάπτυξη των στρατηγικών σχέσεων Ελλάδας και Ινδίας πραγματοποιήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026, με τη συνάντηση του γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh και του υφυπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Στέφανου Γκίκα στο Νέο Δελχί.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ινδικού υπουργείου Άμυνας, οι δύο πλευρές εξέτασαν τις δυνατότητες ενίσχυσης της αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη θαλάσσια ασφάλεια, στην προστασία των ακτών και στη ναυπηγική βιομηχανία.

Η ινδική πλευρά υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Ινδία, ως δύο χώρες με ισχυρή ναυτική παράδοση και σημαντικά συμφέροντα στις θαλάσσιες μεταφορές, έχουν κοινό ενδιαφέρον για την ασφάλεια των ναυτικών και τη διατήρηση ασφαλών θαλάσσιων διαδρομών.

Η ναυτική διάσταση της στρατηγικής συνεργασίας

Το ενδιαφέρον της συνάντησης δεν περιορίζεται στη ναυτιλία. Η συμμετοχή του ανώτατου υπηρεσιακού αξιωματούχου του ινδικού υπουργείου Άμυνας καταδεικνύει ότι η συνεργασία εξετάζεται και μέσα από το πρίσμα της περιφερειακής ασφάλειας.

Για την Ινδία, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και η προστασία των θαλάσσιων εμπορικών διαδρόμων αποτελούν ζωτικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική εμπορική ναυτιλία, υποδομές λιμένων και ναυπηγικές εγκαταστάσεις, στοιχεία που μπορούν να δημιουργήσουν περιθώρια συνεργασίας με το Νέο Δελχί.

Στο επίπεδο της αμυντικής βιομηχανίας, η αναφορά στα ναυπηγεία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για διερεύνηση κοινών τεχνικών προγραμμάτων, συνεργασίας σε επισκευές πλοίων, θαλάσσια επιτήρηση και τεχνολογίες ναυτικής ασφάλειας.

Προς το παρόν, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη σύμβαση ή συμφωνία συμπαραγωγής.

Στο βάθος ο οικονομικός διάδρομος IMEC

Η επίσκεψη του Στέφανου Γκίκα στην Ινδία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του διεθνούς φόρουμ «Sagarmanthan: The Great Oceans Dialogue 2026».

Στις επαφές του τέθηκαν επίσης οι προοπτικές ελληνικής συμμετοχής στον οικονομικό διάδρομο IMEC, ο οποίος σχεδιάζεται να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής.

Για την Αθήνα, η συμμετοχή σε αυτή τη γεωοικονομική πρωτοβουλία θα μπορούσε να αναβαθμίσει τον ρόλο ελληνικών λιμένων ως κόμβων διακίνησης αγαθών και να ενισχύσει τη θέση της χώρας στις εμπορικές συνδέσεις Ασίας και Ευρώπης.

Ωστόσο, η υλοποίηση του IMEC εξαρτάται από επενδύσεις, διακρατικές συμφωνίες και τις συνθήκες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.

Η γεωπολιτική παράμετρος

Η αναβάθμιση των ελληνοϊνδικών σχέσεων αποκτά πρόσθετη σημασία στο περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και του Ινδικού Ωκεανού.

Η Ελλάδα αναζητεί δυνατότητες διεύρυνσης των στρατηγικών της συνεργασιών πέρα από το παραδοσιακό ευρωατλαντικό πλαίσιο, ενώ η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη παρουσία στις εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές προς την Ευρώπη.

Σε αυτή την εξίσωση πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι στενές αμυντικές σχέσεις Τουρκίας–Πακιστάν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ελληνοϊνδική προσέγγιση αποτελεί επίσημα αντίβαρο σε αυτές.

Το ουσιαστικό ζητούμενο για την Αθήνα είναι να μετατραπεί η πολιτική σύγκλιση σε συγκεκριμένα προγράμματα οικονομικής, τεχνολογικής και αμυντικής συνεργασίας.

Η συνάντηση στο Νέο Δελχί δείχνει ότι υπάρχουν πεδία κοινού ενδιαφέροντος. Το επόμενο βήμα θα είναι η διαμόρφωση συμφωνιών με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για τη στάση της Ουάσιγκτον στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και αναδεικνύει τα προβλήματα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Σαφείς αποστάσεις από τις θριαμβολογίες που συνόδευσαν την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα κράτησε ο αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής Λάμπρος Τζούμης. Στην παρέμβασή του στον Θήτα FM, στη συζήτηση με τη Βασιλική Πολίτου, υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει την ασφάλειά της στην ισχύ και την αποφασιστικότητά της, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει τις τουρκικές διεκδικήσεις με τον τρόπο που επιθυμεί η Αθήνα.

«Αν περιμέναμε ότι θα πάρουμε εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, νομίζω θα ήταν μια ψευδαίσθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναγνώρισε τη σημασία της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και χαρακτήρισε εξαιρετική την ομιλία του στην Πνύκα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η επίσκεψη «δεν προσφέρεται για χειροκροτήματα και για θριαμβολογίες».

Το καλώδιο και τα περιθώρια που βλέπει να αφήνονται στην Τουρκία

Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για την αμερικανική στάση στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Σχολιάζοντας την απάντηση Ρούμπιο, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, επισήμανε ότι δεν υπήρξε ρητή δημόσια δέσμευση πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτρέψουν τουρκική παρεμπόδιση του έργου.

Κατά την εκτίμησή του, η αναφορά σε λεπτές ισορροπίες και διπλωματικές συνεννοήσεις αφήνει χώρο στην Άγκυρα να συνεχίσει τις πιέσεις της.

«Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν να πάρουν μια στάση υπέρ της Αθήνας, θα μπορούσε να πει ότι δεν θα επιτρέψουμε στην Τουρκία να δημιουργήσει πρόβλημα στην ηλεκτρική διασύνδεση. Δεν είπε κάτι τέτοιο», σημείωσε.

Ο κ. Τζούμης διατύπωσε την πρόβλεψη ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προστατεύσει τις ενεργειακές έρευνες νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, λόγω των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων, χωρίς να επιδείξει αντίστοιχη στάση ανατολικότερα.

Εστιάζοντας στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και στο σύμπλεγμα της Μεγίστης, εξέφρασε την ανησυχία ότι θα παραμείνουν περιθώρια για τουρκικές προκλήσεις. Με αυτή την εκτίμηση εξήγησε γιατί δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία για την αμερικανική στάση στο καλώδιο.

Η Ουάσιγκτον χρειάζεται και την Τουρκία

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν Ελλάδα και Τουρκία ως δύο γεωπολιτικούς πόλους που χρειάζονται ταυτόχρονα.

Όπως υποστήριξε, η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και η στρατιωτική της χρησιμότητα καθιστούν μη ρεαλιστική την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα την εγκαταλείψει, ακόμη και όταν η Άγκυρα απομακρύνεται από δυτικές επιλογές.

Στο ίδιο πλαίσιο, σχολίασε ότι η αμερικανική επιθυμία να αποφευχθεί μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιους όρους θα επιτευχθεί η αποκλιμάκωση και τι θα σημαίνει για τα ελληνικά συμφέροντα.

Επικαλέστηκε την κρίση των Ιμίων το 1996, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική παρέμβαση, μολονότι συνέβαλε στη λήξη της κρίσης, δεν ικανοποίησε την ελληνική πλευρά και ευνόησε, κατά την ανάγνωσή του, την τουρκική αμφισβήτηση. Με αυτή την ιστορική αναφορά αιτιολόγησε την επιφύλαξή του απέναντι στις προσδοκίες μιας παρέμβασης αποκλειστικά υπέρ της Αθήνας.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει»

Ο αντιστράτηγος ε.α. τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι «η ελευθερία πληρώνεται ακριβά». Υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη αποφυγής σπατάλης, καθώς οι αμυντικές δαπάνες προέρχονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού.

Για τα F-35, ανέφερε ότι η εξασφάλιση των κατάλληλων όπλων αέρος–εδάφους θα έπρεπε να έχει προηγηθεί νέων οικονομικών δεσμεύσεων. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν γνώριζε εάν αυτά περιλαμβάνονταν στο πρόσθετο εξοπλιστικό πακέτο που τέθηκε στη συζήτηση.

Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό, αναφερόμενος σε παραιτήσεις, μειωμένη προσέλευση υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές και χαμηλή στελέχωση μονάδων.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει», τόνισε, ζητώντας να δοθεί βάρος στον ανθρώπινο παράγοντα.

Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι οι αγορές οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους αποτροπή. Απαιτείται να πείθεται η άλλη πλευρά ότι υπάρχει πρόθεση αξιοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων για την υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Κάσος και το μήνυμα προς την Άγκυρα

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Κάσο και τη δραστηριότητα του Oruç Reis κοντά στο Καστελλόριζο, ο κ. Τζούμης υποστήριξε ότι οι ελληνικές αντιδράσεις έστειλαν μήνυμα περιορισμένης βούλησης χρήσης της στρατιωτικής ισχύος.

Επισήμανε ότι η απαίτηση για αποφασιστικότητα δεν ισοδυναμεί με επιδίωξη πολέμου.

«Κανένας δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς δεν θέλει τη σύγκρουση», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αξιόπιστη ετοιμότητα αποτελεί στοιχείο της αποτροπής. Κατά την ανάλυσή του, όταν η Τουρκία διαπιστώνει απροθυμία αντίδρασης, αποκτά περιθώρια να αυξάνει την πίεση και να επιδιώκει διαπραγμάτευση επί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το μάθημα του 1987

Ως παραδείγματα αποτελεσματικής ελληνικής αντίδρασης παρουσίασε την αντιμετώπιση της τουρκικής NOTAM το 1974 και την κρίση του 1987.

Για τη δεύτερη περίπτωση, στάθηκε στον συνδυασμό διπλωματικών κινήσεων και στρατιωτικής προετοιμασίας. Μετέφερε, μάλιστα, την προσωπική του εμπειρία από τη Ρόδο, όπου υπηρετούσε τότε, περιγράφοντας την άφιξη επιστράτων και την ανάπτυξη ναρκοπεδίων ως ενδείξεις πραγματικής ετοιμότητας.

Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία αναδιπλώθηκε όταν αντιμετώπισε αποφασιστική αντίδραση και συγκεκριμένο κόστος. Αναφέρθηκε, ωστόσο, και στις μεταγενέστερες εξελίξεις στο Νταβός, αναδεικνύοντας ότι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών δεν εξαντλείται στη στιγμή μιας κρίσης.

Κλείνοντας, απέδωσε το πρόβλημα σε μια διαχρονική πολιτική φοβικότητας, υποχωρητικότητας και κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Διευκρίνισε ότι η κριτική του αφορά περισσότερες από μία κυβερνήσεις. Το μήνυμά του προς την Αθήνα ήταν σαφές: ενίσχυση της άμυνας, μέριμνα για το προσωπικό και αποφασιστικότητα που να φαίνεται στην πράξη.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή

Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.

Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :

α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και

β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.

Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.

Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.

Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].

Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.

Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].

Σημειώσεις και παραπομπές

[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.

[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.

[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.

[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα6 λεπτά πριν

Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC

Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν...

GEOPOLITICO36 λεπτά πριν

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για...

Απόψεις2 ώρες πριν

Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Η Ινδία χτίζει το μέλλον χωρίς να εγκαταλείπει το παρελθόν της – Το αναπτυξιακό μοντέλο που συνδυάζει παράδοση, τεχνολογία και οικονομική ισχύ

Από το εμβληματικό Ταζ Μαχάλ και την ιστορική κληρονομιά της Άγκρα μέχρι το Χρηματιστήριο της Βομβάης και την ψηφιακή επανάσταση...

Δημοφιλή