Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σε διπλωματικό κλοιό η Τουρκία για γεωτρήσεις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και Αγία Σοφία

Δημοσιεύτηκε στις

Σε κλοιό διεθνών διπλωματικών πιέσεων βρίσκεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα η κυβέρνηση Ερντογάν τόσο εξαιτίας της επιθετικής πολιτικής που ακολουθεί στο ζήτημα των παράνομων γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, όσο και για την διαφαινόμενη απόφασή της να μετατρέψει την Αγιά Σοφιά σε τζαμί.

Διπλό μέτωπο διεθνών διπλωματικών πιέσεων αντιμετωπίζει τα τελευταία εικοσιτετράωρα η κυβέρνηση Ερντογάν, τόσο εξαιτίας της επιθετικής πολιτικής που ακολουθεί στο ζήτημα των παράνομων γεωτρήσεων που έχει εξαγγείλει νότια της Κρήτης, εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, όσο και για την διαφαινόμενη απόφασή της να μετατρέψει την Αγιά Σοφιά σε τζαμί.

«Πυρά» από Γαλλία και ΗΠΑ για την Αγιά Σοφιά

Μετά την ετυμηγορία του τουρκικού Ανωτάτου Δικαστηρίου να παραπέμψει τη λήψη απόφασης για το ζήτημα της Αγιά Σοφιάς στον ίδιο τον Ερντογάν, οι διπλωματικές πιέσεις προς τον τούρκο πρόεδρο κλιμακώνονται διαρκώς.

Μόλις λίγες ώρες μετά την απόφαση του τουρκικού ΣτΕ, η γαλλία φρόντισε να στείλει σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα.

«Η Αγιά Σοφιά αποτελεί «σύμβολο ανεξιθρησκίας και πολυπολιτισμικότητας. Ο χώρος αυτός πρέπει να παραμείνει ανοιχτός για όλους» ζήτησε με παρέμβασή του το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών. 

Της γαλλικής παρέμβασης είχε προηγηθεί εκείνη του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, ο οποίος προέτρεψε «την κυβέρνηση της Τουρκίας να διατηρήσει το καθεστώς της Αγιά Σοφιάς ως μουσείου, ως υπόδειγμα της δέσμευσής της για τον σεβασμό των θρησκευτικών παραδόσεων και της ποικιλόμορφης ιστορίας που συντέλεσαν στη Δημοκρατία της Τουρκίας και να διασφαλίσει ότι θα παραμείνει προσβάσιμη σε όλους».

Ο κ. Πομπέο χαρακτήρισε τις προθέσεις της Άγκυρας «υποβάθμιση της κληρονομιάς ενός εμβληματικού μνημείου», γεγονός που προκάλεσε την άμεση απάντηση του τουρκικού ΥΠΕΞ το οποίο έκανε λόγο για «εσωτερικό ζήτημα».

Ακόμα εντονότερη ήταν η αντίδραση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ο οποίος εξαπέλυσε επίθεση προς πάσα κατεύθυνση. Κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Λεβεντ τζαμί της Κωνσταντινούπολης είπε χαρακτηριστικά: «Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στους χώρους προσευχής της χώρας μας, όπως δεν παρεμβαίνουμε εμείς σε άλλες χώρες. Οι κατηγορίες σε βάρος μας για την Αγιά Σοφία αποτελούν επίθεση στα κυριαρχικά μας δικαιώματα».

 

Έντονες διπλωματικές πιέσεις δέχεται η Άγκυρα και σχετικά με την πρόθεσή της να πραγματοποιήσει γεωτρήσεις εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, νοτίως της Κρήτης, αλλά και για την άκρως επεκτατική στάση της στη Λιβύη.

Ρωσία: Όχι σε μονομερείς ενέργειες

Οι μεθοδεύσεις της Αγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και το ενδεχόμενο μιας νέας εστίας έντασης με αιχμή τα ελληνοτουρκικά έχουν μπει στο μικροσκόπιο και της Μόσχας.

Μιλώντας στα «ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ» η διευθύντρια Ενημέρωσης και Τύπου του ρωσικού ΥΠΕΞ, Μαρία Ζαχάροβα, σχολίασε τις δηλώσεις της Άγκυρας περί γεωτρήσεων σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, στο πλαίσιο του τουρκολιβυκού μνημονίου καλώντας την κυβέρνηση Ερντογάν να αποφύγει τις μονομερείς ενέργειες:

«Τασσόμαστε υπέρ της διευθέτησης όλων των αντιθέσεων αποκλειστικά μέσω διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου. Καλούμε τα εμπλεκόμενα κράτη να δείξουν πολιτική βούληση με στόχο την αποκλιμάκωση της έντασης και την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών λύσεων, προς όφελος της εξασφάλισης της σταθερότητας και της ασφάλειας».

Πρώην διοικητής ΝΑΤΟ στη Σμύρνη: «Το NATO αποτρέπει μια σύγκρουση Ελλάδας-Τουρκίας»

Την άποψη ότι οι ΗΠΑ πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με την Τουρκία στη βάση μακροπρόθεσμης στρατηγικής, που ξεπερνά τα όρια της σημερινής ηγεσίας στην Άγκυρα, εξέφρασε μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο Μπεν Χάτζες, ανώτατος ειδικός στρατηγικών μελετών στο κέντρο ανάλυσης ευρωπαϊκής πολιτικής (CEPA) με έδρα την Ουάσιγκτον, ο οποίος έχει στο παρελθόν υπηρετήσει ως διοικητής των χερσαίων δυνάμεων του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη.

Ο Χάτζες, θεωρεί ότι «η συνεργασία εντός του ΝΑΤΟ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτρέπει υπό μία έννοια τα χειρότερα σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή εμποδίζει να γίνουν οι τριβές, συγκρούσεις».

Ταυτόχρονα, τονίζει  την ανάγκη οι ΗΠΑ να επανεξετάσουν τη σχέση του με την Τουρκία, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει «ξεπερασμένη» και σχέση «της εποχής του Ψυχρού Πολέμου».

Δένδιας: «Ναι στον διάλογο, όχι υπό καθεστώς εκβιασμών»

Επιθυμούμε τον διάλογο με την Τουρκία, αλλά όχι υπό καθεστώς εκβιασμών και προκλήσεων, ξεκαθαρίζει ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».

Όπως επισημαίνει ο κ. Δένδιας, η πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία, μεταξύ του πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου, καταδεικνύει ότι η Ελλάδα επιθυμεί οι δίαυλοι επικοινωνίας με τη γειτονική χώρα να παραμένουν ανοιχτοί, «για να προχωρήσουμε όμως περαιτέρω, απαιτείται έμπρακτη αποκλιμάκωση από την πλευρά της Τουρκίας. Ο ουσιαστικός διάλογος απαιτεί πρώτα από όλα σεβασμό στην αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας».

Ο υπουργός Εξωτερικών εκτιμά ότι το ενδεχόμενο προσφυγής στη Χάγη είναι μακρινό και ξεκαθαρίζει με σαφήνεια ότι τόσο το Καστελλόριζο όσο και οι νήσοι Ρω και Στρογγύλη έχουν και υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ενώ ως προς το ζήτημα της προσφυγής στο Δικαστήριο της Χάγης, ο κ. Δένδιας τονίζει πως «η Ελλάδα δεν φοβάται τη διεθνή Δικαιοσύνη, γιατί δεν φοβάται την εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας. Αυτό είναι πυξίδα στην εξωτερική μας πολιτική».

Αναφερόμενος στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Λιβύη και τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του λιβυκού Κοινοβουλίου, ο κ. Δένδιας σημεώνει ότι «η Ελλάδα επιδιώκει να υπάρξει πολιτική λύση στη Λιβύη, μετέχοντας ενεργά στις εξελίξεις και προσπαθώντας να καλύψει το κενό της απουσίας μας από τις εξελίξεις σε αυτήν τα προηγούμενα χρόνια». «Η Ελλάδα είναι, επιτέλους, παρούσα στη Μεσόγειο, με συμμαχίες, στρατηγική και ενεργή εξωτερική πολιτική», υπογραμμίζει.

Ο υπουργός Εξωτερικών τονίζει πως οι διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο είναι σε εξέλιξη, ενώ το προσεχές διάστημα αναμένεται να πραγματοποιηθεί και νέα συνάντηση των τεχνικών ομάδων των δύο πλευρών. «Είναι, πάντως, δεδομένο ότι οι διαπραγματεύσεις αυτές είναι πιο πολύπλοκες σε σχέση με την Ιταλία, όπου προϋπήρχε οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας», ξεκαθαρίζει. 

«Ανοίγει τον ασκό του Αιόλου η Άγκυρα»

Η σοβαρότητα της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί στην Ανατολική Μεσόγειο φάνηκε από τις σκληρές εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο κ. Δένδιας κατά τη συνάντησή του με τον με τον Κύπριο ομόλογό του Νίκο Χριστοδουλίδη ενόψει της συνόδου των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στις 13 Ιουλίου, όπου πρόκειται -όπως είναι ήδη γνωστό- να συζητηθεί το πρόβλημα της Τουρκίας.

Σχολιάζοντας την εξαγγελία της Τουρκίας να προχωρήσει στις εξαγγελθείσες έρευνες νότια της Κρήτης, ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών έκανε λόγο για «προσβολή κυριαρχίας της Ελλάδας και της Κύπρου» και για «πραγματική προοπτική κανονιοφόρων» που «ανοίγει τον ασκό του Αιόλου».

Στο μέτωπο αυτό η Ελλάδα έχει βρει έναν πολύτιμο σύμμαχο, τη Γαλλία, η οποία μάλιστα μετέφερε και στους κόλπους του ΝΑΤΟ τις ιδιαίτερα τεταμένες σχέσεις που διατηρεί με την Άγκυρα, ιδιαίτερα μετά το σοβαρό περιστατικό με τις φρεγάτες.

Ωστόσο, εν όψει της Συνόδου των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ αποτελεί ερώτημα η στάση της Γερμανίας έναντι της Τουρκίας, καθώς φαίνεται πως όλα είναι ρευστά.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών κατά τη συνάντησή του με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου δείχνουν προς μια γερμανική υπόδειξη προς Αθήνα και Άγκυρα του τύπου «βρείτε τα και κλείστε τα ζητήματα» και η οποία υπόδειξη εκ των πραγμάτων λειτουργεί περισσότερο πιεστικά προς την Ελλάδα, αντίθετα, με τα σημερινά δεδομένα, βολεύει την Τουρκία.

Μάλιστα το κοινό μήνυμα που εξέπεμψαν ο Έλληνας και ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών ενόψει των Συνόδων του Ιουλίου είναι πως η πολιτική του κατευνασμού θα οδηγήσει σε κλιμάκωση της τουρκικής παραβατικότητας. Ουσιαστικά ζητούν από την ΕΕ πολύ πιο δυναμικές απαντήσεις και ανάλογη στάση έναντι της Τουρκίας.

Και όλα αυτά έρχονται στον απόηχο της επικοινωνίας Μητσοτάκη και Ερντογάν, για το οποίο χωρίς να καλλιεργεί προσδοκίες το Μαξίμου ταυτόχρονα δημοσίως το αντιμετωπίζει ως αποκατάσταση των διαύλων επικοινωνίας Αθήνας και Άγκυρας και δημοσίως εκφράζει την επιθυμία να αποτελέσει εφαλτήριο εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Νησί εντός τουρκικής λίμνης

Από την άλλη μεριά είναι σαφές ότι η Ελλάδα δέχεται πιέσεις για διάλογο με την Τουρκία την ώρα που η τελευταία δεν δείχνει διάθεση έμπρακτης αποκλιμάκωσης της επιθετικότητάς της, κάτι που η Ελληνική πλευρά θέτει ως κόκκινη γραμμή και ως προϋπόθεση οποιουδήποτε διαλόγου με την Τουρκία.

Αυτό που προκύπτει «πίσω από τις γραμμές» των δηλώσεων του κ. Δένδια είναι ότι το πλαίσιο του διαλόγου που επιδιώκει η Τουρκία για τις θαλάσσιες ζώνες με την Ελλάδα μετατρέπει το Αιγαίο σε «τουρκική λίμνη». «Εάν η Τουρκία, έστω και καθ’ υπόθεσιν, θέλει να μετατρέψει την Ελλάδα σε νησί εντός τουρκικής λίμνης ή θάλασσας, να το ξεχάσει», επεσήμανε με νόημα ο κ. Δένδιας.

Ελληνολιβυκό σύμφωνο

Αυτό που μένει να φανεί είναι αν θα καρποφορήσουν οι προσπάθειες για ελληνολιβυκό σύμφωνο που συζήτησε ο Ν. Δένδιας με τον πρόεδρο του λιβυκού κοινοβουλίου σε απάντηση του τουρκολιβυκού συμφώνου που έχει υπογράψει η κυβέρνηση Σάραζ της Τρίπολης.

Το βέβαιο είναι ότι οι εξελίξεις για το λιβυκό ζήτημα είναι καταιγιστικές. Μετά την έκτακτη επίσκεψη Δένδια ακολούθησε αιφνιδιαστική επίσκεψη στη Λιβύη του Τούρκου υπουργού Άμυνας Χ. Ακάρ μαζί με τον αρχηγό των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Και όλα αυτά την ώρα που ο πρόεδρος της βουλής της Λιβύης Ακίλα Σάλεχ επισκέπτεται τη Μόσχα για συνομιλίες με τη ρωσική κυβέρνηση. Μάλιστα ο Σαλέχ θεωρείται, «συμβιβαστική λύση» για την επόμενη ημέρα, ενώ ο Σ. Λαβρόφ στήριξε την πρωτοβουλία της Αιγύπτου για το λιβυκό ζήτημα και έδειξε προς την κατεύθυνση μιας νέας κυβέρνησης για τη Λιβύη. Μάλιστα ο κ. Σάλεχ προανήγγειλε τη δημιουργία επιτροπής ειδικών για τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας και Λιβύης.

Η εξέλιξης του λιβυκού ζητήματος όπως είναι αυτονόητο θα επηρεάσει και τις συμφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες, τόσο με την Τουρκία όσο και με την Ελλάδα και το θέμα αυτό θα καθορίσει εν πολλοίς και το αν θα ανοίξει ο Ασκός του Αιόλου όπως είπε ο Νίκος Δένδιας.

in.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 λεπτό πριν

Το ρωσικό ντίζελ και ο αγωγός Nord Stream – Πως η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν προκαλεί αμηχανία στην Ε.Ε

Η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και διεθνή αγορά δεν αποτελεί απλώς μια ενεργειακή...

GEOPOLITICO32 λεπτά πριν

Η Ελλάδα στο επίκεντρο της γεωπολιτικής αναμέτρησης – Το καλώδιο, η «Γαλάζια Πατρίδα» και ο νέος ρόλος της Κύπρου

Στην εκπομπή «Geopolitics» της τηλεόρασης της «Ναυτεμπορικής», ο Σάββας Καλεντερίδης αναλύει την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας

Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Η γεωπολιτική της οθόνης: Πώς η Τουρκία κατακτά κοινά και αγορές

Η Κατερίνα Αρμενοπούλου αναλύει πώς η τέχνη και ο πολιτισμός μετατρέπονται σε ισχυρά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία αξιοποιεί τις...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Λυγερός: Η Ελλάδα έδωσε πολλά στις ΗΠΑ – Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι πήρε

Σοβαρά ερωτήματα για τα ανταλλάγματα που εξασφάλισε η Αθήνα από την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έθεσε ο...

Δημοφιλή