Διεθνή
FinCEN Files: Η ροή του βρώμικου χρήματος… το “πλυντήριο”, η Τουρκία
Το 2019 διοχετεύονται στην αμερικανική πλατφόρμα BuzzFeed, που θεωρείται πλέον από τις μεγαλύτερες εταιρίες media στον κόσμο, ένας τεράστιος όγκος πληροφοριών για απόρρητες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Αμέσως η BuzzFeed ενημερώνει το ICIJ, ένα διεθνές δίκτυο ερευνητικών δημοσιογράφων. Τους τελευταίους 18 μήνες 400 δημοσιογράφοι από 88 χώρες αξιολογούν όλα τα στοιχεία που έχουν διαρρεύσει. Συνομιλούν με θύματα, αλλά και με ανακριτές, ερευνούν σε αρχεία, αποκτούν πρόσβαση σε υπηρεσιακά έγγραφα. Τα συμπεράσματά τους δημοσιεύονται τώρα, σε μία προσπάθεια να γίνουν κατανοητές στο ευρύ κοινό οι διαδρομές του χρήματος. Πρόκειται για ποσά συνολικού ύψους σχεδόν δύο τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Τα στοιχεία διέρρευσαν αρχικά από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και περιλαμβάνουν τα αποκαλούμενα Suspicious Activity Reports (SARs), δηλαδή αναφορές για «ύποπτες δραστηριότητες» που οι ίδιες οι τράπεζες συντάσσουν και είναι υποχρεωμένες να καταθέσουν στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και στην αρμόδια αρχή FinCEN (Financial Crimes Enforcement Network). Είναι τα πιο αναλυτικά έγγραφα που έχουν διαρρεύσει ποτέ από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και βρίθουν τεχνικών όρων. Αφορούν συναλλαγές μεγάλων τραπεζών, όπως η Deutsche Bank, HSBC, JPMorgan Chase και Barclays. Συνολικά η BuzzFeed, το δίκτυο ICIJ και οι συνεργάτες του αξιολόγησαν πάνω από 2.100 SARs. Στη διάρκεια της έρευνας το δίκτυο ICIJ, στο οποίο ανήκει και η Πελίν Ουνκέρ από την Deutsche Welle, απέκτησε πρόσβαση σε άλλους 17.600 φακέλους δεδομένων που αφορούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Ο ρόλος των τραπεζών
«Δεν είναι οι ίδιοι οι εγκληματίες, που ξεπλένουν χρήμα», λέει ο Γκρέιαμ Μπάροου, ειδικός ερευνητής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. «Οι τράπεζες διαδραματίζουν πιο σημαντικό ρόλο, καθώς έχουν εγκαθιδρύσει το σύστημα εκείνο, με το οποίο το χρήμα βγαίνει από τη χώρα με προορισμό έναν ασφαλή χρηματοοικονομικό παράδεισο». Ο ίδιος ο Μπάροου είχε εργαστεί παλαιότερα για την Deutsche Bank και την HSBC. «Σε τελική ανάλυση», λέει, «το τίμημα το πληρώνουμε όλοι, γιατί αυτό το χρήμα βγαίνει από φόρους και εισφορές που εμείς καταβάλλουμε».
Να σημειωθεί ότι τα SARs δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη απόδειξη για μία παράνομη συναλλαγή. Κατ’ αρχάς αντανακλούν τις αντιλήψεις και τα κριτήρια των compliance officers, τραπεζικών στελεχών που είναι υπεύθυνα για τον έλεγχο των συναλλαγών και ενημερώνουν τις αρχές για περατωθείσες συναλλαγές, όταν αυτές προκαλούν υποψίες για οικονομικά αδικήματα ή όταν εμπλέκονται σε αυτές πελάτες που προκαλούν υποψίες ή που ήδη έχουν απασχολήσει τις αρμόδιες αρχές. Σύμφωνα με την ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία η FinCEN απαιτεί σχετική ενημέρωση από όλες τις τράπεζες που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ, ενώ η παράλειψη υποβολής των SARs μπορεί να οδηγήσει σε επιβολή προστίμου και ποινική δίωξη. Μόνο το 2019 η FinCEN παρέλαβε περισσότερες από δύο εκατομμύρια αναφορές, ενώ στην περίοδο 2011-2017 ο αριθμός των SARs είχε ξεπεράσει τα δώδεκα εκατομμύρια.
Σύμφωνα με την έρευνα του δικτύου ICIJ τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ολοκλήρωσαν τις συναλλαγές, τις οποίες στη συνέχεια οι ίδιες δήλωσαν στις αρχές ως «ύποπτες». Με απλά λόγια: οι τράπεζες πρώτα εισέπραξαν την προμήθεια για τη συναλλαγή και στη συνέχεια την δήλωσαν ως «ύποπτη». Το 85% των αναφορών προέρχεται από συγκεκριμένες τράπεζες, δηλαδή την Deutsche Bank (982), την Bank of New York Mellon (325), την Standard Chartered Bank (232), την JPMorgan Chase (107), τη Barclays (104) και την HSBC (73).
Επικρίσεις από την αμερικανική κυβέρνηση
Η FinCEN δεν θέλησε να δώσει απάντηση σε συγκεκριμένα ερωτήματα για το περιεχόμενο των SARs, μάλιστα εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για τις διαρροές. Σε γραπτή δήλωσή του προς την πλατφόρμα BuzzFeed ο επικεφαλής της νομικής υπηρεσίας της FinCEN Τζίμυ Κίρμπι τονίζει ότι «η μη εγκεκριμένη δημοσιοποίηση των SARs μπορεί να δυσχεράνει τρέχουσες ή μελλοντικές έρευνες με αφορμή τις πληροφορίες που περιέχονται στις SARs». Και αυτό γιατί, όπως αναφέρει, «από τη στιγμή που οι εγκληματίες λαμβάνουν γνώση για την έρευνα ή για πιθανή μελλοντική έρευνα, θα επιδιώξουν να εξουδετερώσουν πολύτιμο αποδεικτικό υλικό».
Επιπλέον, τονίζει ο Τζίμυ Κίρμπυ, η «μη εγκεκριμένη δημοσιοποίηση αυτού του είδους» δρα ως «εκφοβισμός» προς τα πιστωτικά ιδρύματα που υποβάλλουν τις SARs. Oι τράπεζες, υποστηρίζει, θα δίσταζαν να ενημερώσουν τις αρχές για πληροφορίες που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, εάν φοβούνταν ότι οι πληροφορίες αυτές μπορούν να «διαρρεύσουν παρανόμως» στη δημοσιότητα. Από την πλευρά του ο Ματ Λόιντ, εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, δηλώνει στο δίκτυο ICIJ: «Αναλαμβάνουμε και στο μέλλον την υποχρέωση να παρεμβαίνουμε με αποφασιστικότητα για να ερευνούμε οικονομικά εγκλήματα, όπως το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, όπου και αν εκδηλώνονται».
Και επώνυμοι στα έγγραφα
Μία από τις πλέον επιφανείς προσωπικότητες που αναφέρεται στις επίμαχες διαρροές είναι ο Πωλ Μαναφόρτ, άλλοτε μάνατζερ στην προεκλογική καμπάνια του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος το 2019 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης επτά ετών για απάτη και φοροδιαφυγή. Η τράπεζα JPMorgan παραδέχθηκε ότι συνέχιζε να διεκπεραιώνει συναλλαγές του με εταιρείες-φαντάσματα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017, δηλαδή πολύ αργότερα από τη στιγμή που έγιναν γνωστές οι σχέσεις του Μαναφόρτ με φιλορώσους πολιτικούς στην Ουκρανία, πυροδοτώντας υποψίες για ξέπλυμα χρήματος.
Άλλες φορές είναι οι σύζυγοι ή τα παιδιά των πλούσιων και ισχυρών που εμπλέκονται σε ύποπτες συναλλαγές. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του Άτικου Αμπουμπακάρ, πρώην αντιπροέδρου της Νιγηρίας, τον οποίο επιτροπή της Γερουσίας στην πατρίδα του κατηγορούσε για ιδιοποίηση εσόδων, ύψους άνω των 100 εκ. δολαρίων, από κρατικό αναπτυξιακό ταμείο που αντλεί έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου. Μετά από χρόνια η σύζυγός του μετέφερε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μέσω της τράπεζας Habib Bank ποσό μεγαλύτερο του ενός εκατομμυρίου δολαρίων για αγορά ακινήτου στο Ντουμπάι. Ο Άτικου Αμπουμπακάρ δεν έχει καταδικασθεί, ενώ αρνείται τις κατηγορίες.
Στις αναφορές SARs δεν λείπουν και εκείνοι που σχετίζονται με κατηγορίες για παράβαση της νομοθεσίας περί κυρώσεων. Παράδειγμα: ο Ρεζά Ζαράμπ, Τουρκο-ιρανός επιχειρηματίας, ο οποίος το 2017 ομολόγησε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης την ενοχή του για ξέπλυμα χρήματος και παράκαμψη των αμερικανικών κυρώσεων που είχαν επιβληθεί στο Ιράν. Οι SARs αποδεικνύουν πώς ο ίδιος και το δίκτυό του μετέφεραν εκατομμύρια με τη βοήθεια αμερικανικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Τον Ιούνιο του 2016, τρεις μήνες αφότου συνελήφθη ο Ζαράμπ, η τράπεζα Standard Chartered Bank υπέβαλε μία σειρά από SARs για συναλλαγές που έγιναν σε χρονικό διάστημα δέκα ετών, ενώ τον περασμένο Οκτώβριο η Standard Chartered κατέθεσε νέα SAR για συναλλαγές ύψους 133 εκ. δολαρίων μέσω εταιριών ή προσώπων που φέρονται να έχουν σχέση με τον Ζαράμπ.
Δημοσιογράφοι ακολουθούν τη διαδρομή του χρήματος
Τα ρεπορτάζ που δημοσιεύει η Deutsche Welle, ήδη από τη Δευτέρα, καταγράφουν συναλλαγές αυτού του είδους και αναδεικνύουν τη σχέση ανάμεσα σε ύποπτα κεφάλαια, προερχόμενα από το εξωτερικό, και εταιρείες που μόνο στα χαρτιά υφίστανται. Τη ροή του χρήματος καθιστούν δυνατή τράπεζες με παγκόσμια εμβέλεια, οι οποίες μέχρι τώρα ελάχιστη πίεση αισθάνονταν για να απαγορεύσουν παρόμοιες συναλλαγές.
Στην ομάδα που ερευνά τα FinCEN Files ανήκουν η γαλλική εφημερίδα Le Monde, η ινδική The Indian Express, η ιταλική L’Espresso, η ιαπωνική Asahi Shimbun, η El Espectador/CONNECTAS από την Κολομβία, η Armando.info από τη Βενεζουέλα, η πακιστανική The News, η Premium Times από τη Νιγηρία και η Inkyfada από την Τυνησία. Στους τηλεοπτικούς σταθμούς που συνεργάζονται περιλαμβάνονται οι ABC (Αυστραλία), BBC (Μ.Βρετανία), CBC (Καναδάς), NBC (ΗΠΑ), NDR και WDR (Γερμανία), SVT (Σουηδία) και YLE (Φινλανδία). Από την Ευρώπη συμμετέχουν επίσης οι Süddeutsche Zeitung (Γερμανία), Irish Times (Ιρλανδία), Aftenposten (Νορβηγία), Gazeta Wyborcza (Πολωνία), Trouw (Ολλανδία), El Confidencial (Ισπανία), La Sexta (Ισπανία) και ο ελβετικός όμιλος Tamedia. Το παρών δίνουν επίσης La Nación, Perfil και Infobae από την Αργεντινή, Εpoca και Poder από τη Βραζιλία, καθώς και το ερευνητικό δίκτυο OCCRP που ασχολείται κυρίως με το οργανωμένο έγκλημα και τη διαφθορά. Η δημοσιογράφος της Deutsche Welle Πελίν Ουνκέρ είναι μέλος του ICIJ και συμμετέχει στην έρευνα που αφορά στην Τουρκία.
Καμία αναφορά στην πηγή
Η πλατφόρμα BuzzFeedNews δεν κάνει αναφορά στην πηγή της διαρροής. Σύμφωνα με την αμερικανική πλατφόρμα ορισμένα έγγραφα προέρχονται από έρευνα της Επιτροπής του Κογκρέσου, η οποία διερευνούσε πιθανή ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016. Άλλες πληροφορίες προέρχονται από απαντήσεις τις FinCEN σε ποικίλα ερωτήματα διωκτικών αρχών. Τον Ιανουάριο η Νάταλι Μακ Φλάουερ Σόουρς Έντουαρντς, υπάλληλος της FinCEN, ομολόγησε ενοχή για μη εγκεκριμένη διαρροή πληροφοριών. Σύμφωνα με τον εισαγγελέα το υλικό που διέρρευσε εμφανίστηκε σε τουλάχιστον δώδεκα διαφορετικά δημοσιεύματα. Οι αρμόδιοι δεν αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης. Πάντως τα εν λόγω στοιχεία και οι τίτλοι συμπίπτουν με τα αντίστοιχα στα άρθα της BuzzFeed.
Όταν η Έντουαρντς ομολόγησε, δικηγόρος της ήταν ο Μαρκ Ανίφιλο, ο οποίος τονίζει ότι η δημοσιοποίηση έγινε με τις καλύτερες προθέσεις: «Η άποψή της ήταν ότι οι αρμόδιες κυβερνητικές αρχές δεν αντιμετωπίζουν την κατάσταση με τον σωστό τρόπο. Απευθύνθηκε στα ΜΜΕ, σκεπτόμενη ότι αφού δεν έχει εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, μπορεί τουλάχιστον να έχει εμπιστοσύνη στα μέσα ενημέρωσης, ότι θα ενημερώσουν την αμερικανική κοινή γνώμη». Ο Ανίφιλο δεν είναι πλέον δικηγόρος της Έντουαρντς, αλλά συνεχίζει να παρακολουθεί την υπόθεση. Η απόφαση στη δίκη της ‘Εντουαρντς αναμένεται το νωρίτερο τον Οκτώβριο.
www.defence-point.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
