Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο νέος κύκλος “Ελληνικού κινδύνου” για τη θάλασσα και οι εσωτερικές πολιτικες εξελίξεις

Δημοσιεύτηκε στις

Πρόκειται για άρθρο στον αλβανικό τύπο , 01 και 03 Σεπτεμβρίου για το νέο κύμα ανθελληνισμού στην Αλβανία
TemA kai Liberale
Του Παναγιώτη Μπάρκα
Ήταν αναμενόμενο ώστε η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης για τη διεύρυνση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στο Ιόνιο από 6 σε 12 ΝΜ, να προκαλούσε το ενδιαφέρον στην αλβανική κοινή γνώμη. Δεν ήταν όμως ποτέ αναμενόμενο η ανακύκλωση στα άκρα των προσπαθειών χειραγώγησής της, μόνο μέσω της κούφιας ρητορικής, παραπληροφόρησης και κατάχρησης.
Μόνο μέσω και στην υπηρεσία του ανθελληνικού κλίματος το οποίο γνωστοί «ακαδημαϊκό-πολιτικοί» κύκλοι στη χώρα, προσπαθούν να επιβάλουν στο αλβανικό κοινό, εξ ονόματος του εθνικισμού, της εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και σε όφελος τρίτων.
Το περιβάλλον του νέου κύκλου αντιδράσεων, καλύτερα από κάθε άλλη φορά, έφερε στο προσκήνιο την καταγωγή της δομής αυτών των κύκλων, καθώς και την ακραία ανευθυνότητα όσον αφορά τις σχέσεις της χώρας με τους γείτονες….(Στην περίπτωση του «ελληνικού κινδύνου» προβάλλεται ως εγγυητής της εθνικής κυριαρχίας, ο λαός και όχι το κράτος και οι δομές του…!!!)

Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ

Πρώτο, η διεύρυνση των χωρικών υδάτων από μέρος της Ελλάδας αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμά της, όπως κάθε άλλου κυρίαρχου κράτους, που απορρέει από το διεθνές δίκαιο, UNCLOS-82. Η Αλβανία διεύρυνε τα χωρικά της ύδατα, από 6-12 μίλια, πριν από το 1990, χωρίς μάλιστα να ενημερώσει καν τους γείτονές της (Ελλάδα, Ιταλία, πρώην Γιουγκοσλαβία) (!!!)
Δεύτερο, σκόπιμα συγχέεται η αντίληψη και η πραχτική των χωρικών υδάτων (στην προκειμένη περίπτωση της Ελλάδας), με την ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Γεωγραφικά, τα ελληνικά χωρικά ύδατα αφορούν τη θαλάσσια περιοχή δυτικά της Κέρκυρας. Λοιπόν, δεν υπάρχει καμιά σχέση με κανένα θαλάσσιο τμήμα της Αλβανίας. Ενώ η δεύτερη πραγματικότητα αφορά την θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στις ιόνιες ακτές της Ελλάδας και Αλβανίας, στα στενά της Κέρκυρας, (ανατολική πλευρά της Κέρκυρας για την Ελλάδα και οι ακτές Ιονίου του αλβανικού κράτους).
Εννοείται, ότι μόνο στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται διμερή συμφωνία. Μεταξύ των δύο χωρών, ανεξαρτήτως από τις περιπέτειες, οι διαπραγματεύσεις είναι σε ισχύ και αναμένεται να συνεχιστούν βάση του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο κανείς δε δικαιούται, ούτε να εκδηλώνει προκαταλήψεις, ούτε να τις αμφισβητήσει, ούτε να τις χειραγωγήσει σε όφελος τρίτων.
Τρίτο, το κίνητρο των «αντιδράσεων» στηρίζεται στην ίδια βάση: – στον ισχυρισμό «του ελληνικού κινδύνου», ως εκδήλωση της κυριαρχίας του αλβανικού εθνικισμού, ανεξαρτήτως πόσο παράλογος, αβάσιμος και εικονικός είναι ο κίνδυνος αυτός και τι στην ουσία θέλουν να κρύψουν οι καλλιεργητές του.
Στην προκειμένη περίπτωση διαφαίνονται τα συμφέροντα τρίτου παράγοντα, για τα οποία έχουν κληθεί στο προσκήνιο οι αλβανικοί δημοσιογραφικοί και πολιτικοί κύκλοι. Δεν αποσκοπούν απλώς ώστε στις συνθήκες εντάσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας να κρατηθεί μακριά κάθε δυνατότητα προσέγγισης και συνεργασίας ανάμεσα στην Αθήνα και τα Τίρανα. (Η ανοδική αγριότητα στην εντελώς αβάσιμη παρούσα αντίδραση στην Αλβανία με «αιτία» την απολύτως νόμιμη δήλωση της ελληνικής κυβέρνησης, φαίνεται ότι θα δυσκολέψει τις επικοινωνιακές πρωτοβουλίες συνεργασίας με τα Τίρανα που ανέλαβε και αυτή τη φορά, όπως ιστορικά η Αθήνα!)
Αλλά, διαβάζονται εύκολα συγκεκριμένοι στόχοι. Να δημιουργηθούν στα κοινά συμφέροντα Ελλάδας-Αλβανίας παρόμοια προηγούμενα, μ΄ αυτά που ισχυρίζεται η Τουρκία σε σχέση με την Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο. (!!)
Βεβαιώθηκε με άμεσες ομολογίες περηφάνειας ότι πίσω από «τις ανακαλύψεις» Αλβανών παραγόντων του 2010 για «πώληση εθνικών συμφερόντων» στη συμφωνία για την ΑΟΖ του 2009 με την Ελλάδα και πίσω από το υλικό της αγωγής του Σ. Κόμματος για το Συνταγματικό Δικαστήριο για την απόρριψή της, βρίσκονταν ο νους Τούρκων στρατιωτικών.
Βεβαιώθηκε και ο σκοπός: Ζητούνταν ώστε τα μικρά ελληνικά νησιά κοντά στην Κέρκυρα να μην είχαν παρόμοια επήρεια με τις ακτές της στερεάς. (Το ίδιο πράγμα που ισχυρίζεται και η Τουρκία σε βάρος της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο)
Τώρα οι σημαιοφόροι του 2010 (αναδεικνυόμενοι από τα μίντια σε βάθρο ήρωα), μας αποκαλύπτουν ότι η ελληνική κρατική κυριότητα των μικρών νήσων βορειοδυτικά της Κέρκυρας, πρέπει να αμφισβητηθεί, να γκριζαριστούν, διότι, ισχυρίζονται εκείνοι, περισσότερο ανήκουν στην Αλβανία, παρά στην Ελλάδα! (Επιδιώκεται λοιπόν, η δημιουργία ενός παρόμοιου προηγούμενου όπως η Τουρκία με το ελληνικό νησί του Καστελόριζου στην άκρη του Αιγαίου!) Εντωμεταξύ, επικαλούμενοι το καθεστώς του δημοσιογραφικού ήρωα, απαιτούν να υπαγορεύσουν στην Ελλάδα καθεστώς υποτέλειας προς την Αλβανία και όσον αφορά τα ανεξάρτητα από την Αλβανία ελληνικά χωρικά ύδατα.
Γνωρίζουν ότι έχουν εντελώς άδικο, όμως γνωρίζουν ταυτοχρόνως, ότι η αλβανική κοινή γνώμη θα καταναλώσει τις ανεπιβεβαίωτες «αλήθειες» τους, αρκεί να σχετίζονται «με τον ελληνικό κίνδυνο»
Θα ήταν λάθος, ιδιαίτερα σήμερα, να αναλάβει κανείς, έστω και ως άποψη, τον προσανατολισμό των σχέσεων της Αλβανίας με την Τουρκία. Όμως πιστεύω ότι τίθεται απαραίτητο να επισημανθεί ότι θα είναι τραγικό λάθος ώστε τα Τίρανα για λογαριασμό των τουρκικών συμφερόντων με την Ελλάδα να θυσιάσουν τα συμφέροντά τους με την Ελλάδα. Θα ήταν λάθος με υψηλό κόστος για τα διεθνή αλβανικά συμφέροντα. (!!) Για να κατανοηθεί αυτό πιστεύω ότι αρκεί να ληφθεί υπόψη η θέση της Ε.Ε-ης, των ΗΠΑ και του άλλου σημαντικού διεθνή και γειτονικού παράγοντα της Αλβανίας στην ένταση Ελλάδας-Τουρκίας στην Α. Μεσόγειο.

Ο ΠΛΑΣΤΟΣ ΜΎΘΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΚΙΝΔΥΝΟΥ.

Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να μη προστεθεί και η ανησυχία που παράγει ο πλαστός μύθος του ανθελληνισμού ως αποδοτική δυνατότητα στην αναζωογόνηση του αλβανικού εθνικισμού, κυρίως ως εσωτερική κατανάλωση. Αυτό δεν είναι επικίνδυνο μόνο γιατί σε οδηγεί σε νοοτροπίες του τέλους του ΧΙΧ αιώνα, αλλά διότι οι νοοτροπίες αυτές εκδηλώνονται ως ανεκπλήρωτες εθνικές προσδοκίες, οι οποίες έχουν ως βάση πραγματικότητες που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο των καταχτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή και διαβάζονται ως μέρος των νέων δογμάτων που η Τουρκία απαιτεί να δημιουργήσει στη σημερινή πραγματικότητα στη Βαλκανική και τη Μεσόγειο.
Η Αλβανία είναι γείτονα χώρα με την Ελλάδα, από την οποία δανείστηκε, πολιτισμό, γλώσσα, μυθολογία, λαογραφία, παράδοση, τα οποία αποτελούν και σήμερα ενεργείς δυτικές, πολιτιστικές, τουριστικές αξίες. Σχετικά με την πραγματικότητα αυτή έπρεπε να εκδηλώνονταν η αρετή της ευγνωμοσύνης, της περηφάνειας και της μεγάλης τύχης για τη γειτονία αυτή. Όπως πράττει η Ιταλία με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, ή άλλες δυτικές χώρες προς τον ελληνικό πολιτισμό.
Είναι δύσκολο να διανοηθεί και ερμηνευτεί η ενέργεια που καταναλώνει ο αλβανικός παράγοντας για να κάνει το πιο απίθανο, να ξεριζώσει από μέσα του τον Ελληνισμό, ή να αρνηθεί την κληρονομιά στον ελληνικό λαό, ως δυνατότητα ιδιοποίησης του ελληνικού πολιτισμού από τον αλβανικό παράγοντα, ή να τοποθετήσει τον εαυτό του σε προηγηθείσα θέση σε σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό. Και η διαδικασία αυτή, στηριζόμενη συχνά και από εξειδικευμένες κρατικές δομές, αναφλέγει τον ανθελληνισμό, ο οποίος επικαιροποιείται στην πολιτική καθημερινότητα και συμβάλλει στη διαμόρφωση της εθνικής πλατφόρμας. Ο μηχανισμός λειτουργεί με βάση την δηλητηρίαση του αλβανικού παράγοντα, χωρίς να λάβει υπόψη την υποβάθμιση στο δυτικό παράγοντα του αλβανικού ακαδημαϊκού και επιστημονικού κύρους όσον αφορά την προσέγγιση της αλβανικής ιστορίας

Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΩΦΕΛΗ

Όμως, η νέα αυτή ένταση έλαβε κατά περίεργο τρόπο μια αιχμηρή διάσταση στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.
Διαφορετικά από άλλες περιπτώσεις, όταν ο πρωθυπουργός Ράμα, άρπαζε αυτός τη σημαία του ανθελληνισμού, αυτή τη φορά εξοικειώθηκε με την ουδετερότητα που εξασφαλίζει το διεθνές νομικό δικαίωμα της Ελλάδας για την διεύρυνση των χωρικών της υδάτων. Ίσως τη στάση αυτή να του επέβαλε η βαρύνουσα πολιτική ευθύνη, που απαιτεί από την Αλβανία να μη αναμειχτεί ανοιχτά στο πλευρά της μίας πλευράς (Τουρκίας) στην ένταση στην Α. Μεσόγειο.
Δεν αποκλείεται ωστόσο και η πιθανότητα ώστε ο Ράμα, όπως οι προκάτοχοί του, να έχει διανοηθεί το ρόλο της Ελλάδας σε ότι αφορά τον νικητή στις αλβανικές εκλογές και να δέχτηκε συμμαχία μαζί του.
Αυτό ίσως προκάλεσε την οργή των πολιτικών του αντιπάλων, οι οποίοι εκδηλώνονται περισσότερο ανθέλληνες από τον Ράμα άλλων εποχών και λησμονούν, στο δήθεν όνομα της «εθνικής κυριαρχίας», τις παρόμοιες με το σημερινό Ράμα πράξεις τους στο παρελθόν.
Ωστόσο όμως, ο Ράμα με τις πράξεις του καταφέρνει να ρίχνει λάδι στην ίδια φωτιά, (τη «λαϊκή» αντίδραση) την οποία θα αξιοποιήσει στο μέλλον για να επιδιώξει το ρόλο εκείνου που θα αποφασίζει τους όρους του παιχνιδιού στις συνομιλίες με την Ελλάδα για την ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Για το σκοπό αυτό με βεβαιότητα θα επικαλεστεί το επιχείρημα ότι «αδυνατεί να ξεπεράσει την εθνικιστική ανθελληνική αντίδραση» της κοινής γνώμης και του πολιτικού παράγοντα. Ταυτοχρόνως, επικαλούμενος ένα τεχνικό πρόβλημα (την ανάγκη συμπλήρωσης των κενών στην αλβανική ομάδα διαπραγματευτών που εξαρτάται από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον οποίο είναι στα μαχαίρια και έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι εμπόδισε το έργο της κυβέρνησης για να σιγοντάρει την Ελλάδα), έχει ήδη μηνύσει προκαταρκτικά στην Αθήνα μια αρνητική απάντηση για την έναρξη των συνομιλιών για την ΑΟΖ.!!
Ο Ράμα λοιπόν, σε ότι αφορά τις συνομιλίες για την ΑΟΖ με την Ελλάδα, καλεί ως σύμμαχο το χρόνο, ως τον καλύτερο τρόπο για να εξυπηρετήσει τον πιο στενό του σύμμαχο τον Ερντογάν. Από την άλλη πλευρά, με τη στάση του και με σύμμαχο το χρόνο, επιδιώκει και τα καταφέρνει, να παρασύρει σε αδιέξοδο και σε προεκλογική πολιτική κατανάλωση, την αντιπολίτευση και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.
(Αυτό θα ισχύει μέχρι ωσότου εκείνοι θα γνωρίζουν ότι η διεύρυνση των χωρικών υδάτων σε 12 ΝΜ από μέρους της Ελλάδας αποτελεί αποκλειστικό της δικαίωμα και δεν έχει καμιά σχέση με την Αλβανία και τα θαλάσσια συμφέροντά της, αλλά θα κατηγορούν τον Ράμα για εθνική προδοσία και «έλλειψη διαφάνειας»)
01. 09.2020
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αθλητικά4 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ

Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές...

Διεθνή10 ώρες πριν

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον...

Δημοφιλή