Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ερντογάν οδηγείται όλο και βαθύτερα στο Ρωσικό ναρκοπέδιο

Δημοσιεύτηκε στις

Toυ Dr. Andrey KORTUNOV

Αναλυτές, δημοσιογράφοι και μπλόγκερ λατρεύουν την σύγκριση Ρώσων και Τούρκων ηγετών. Και για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχουν μια σειρά από προφανείς παραλληλισμούς μεταξύ των δύο. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όπως και ο Βλαντιμίρ Πούτιν, δεν είναι ακριβώς ερωτευμένος με τις δυτικές φιλελεύθερες αρχές και έχει απογοητευτεί από την εμπειρία της χώρας του όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρώπη. Και οι δύο κηρύττουν «παραδοσιακές αξίες», βασίζονται στους λεγόμενους «Βαθιούς Ανθρώπους» και ζητούν μια «θρησκευτική αναβίωση». Και οι δύο υπερασπίζονται σθεναρά τις θέσεις τους στη διεθνή σκηνή και δεν διστάζουν να αμφισβητήσουν τους πολλούς εξωτερικούς επικριτές τους και, όπου είναι απαραίτητο, να πάνε ενάντια στις κυρίαρχες παγκόσμιες στάσεις και τάσεις.

Το γεγονός ότι οι δύο έχουν σχεδόν πανομοιότυπες ιδεολογίες, φέρουν τον εαυτό τους με παρόμοιο τρόπο και προφανώς συμμερίζονται την ίδια άποψη για τον σύγχρονο κόσμο και όπου κατευθύνεται θα πρέπει από μόνο του να συμβάλει στην προσέγγιση μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας. Επιπλέον, η Ρωσία και η Τουρκία έχουν αντικειμενικά πολλά κοινά ή συγκλίνοντα συμφέροντα. Οι δύο χώρες μοιράζονται πολλά κοινά συμφέροντα σε διάφορα πλαίσια συνεργασίας-από την ενέργεια και τον τουρισμό, μέχρι τα logistics και την ανταλλαγή στρατιωτικής τεχνογνωσίας.

Παρ’αυτά, οι διμερείς σχέσεις παραμένουν εύθραυστες και ασυνεπείς. Η Ρωσία και η Τουρκία είναι ταυτόχρονα σύντροφοι και ανταγωνιστές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι ακόμη και άμεσοι αντίπαλοι. Ο Πούτιν και ο Ερντογάν δεν εμπιστεύονται ακριβώς ο ένας τον άλλον, αν και, γενικά, δεν έχουν την τάση να εμπιστεύονται κανέναν από τους ξένους εταίρους τους. Οι περιοδικές τριβές, οι διαφωνίες και οι παρανοήσεις μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας αποτελούν αντικείμενο ενεργού εκμετάλλευσης από τρίτες χώρες, πολλές από τις οποίες δεν ενδιαφέρονται για την on-off αλληλεπίδραση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας που μετατρέπεται σε στρατηγική εταιρική σχέση.

Η ευθραυστότητα αυτής της αλληλεπίδρασης αποκαλύφθηκε για όλους πριν από πέντε χρόνια μετά την κατάρριψη του ρωσικού Su-24 στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας. Για μια στιγμή, φαινόταν ότι η Ρωσία και η Τουρκία επρόκειτο να πάνε σε πόλεμο, και ήταν περίπου έξι μήνες πριν οι πλευρές ήταν λίγο πολύ στην ίδια σελίδα και πάλι. Παρόμοια κατάσταση προέκυψε και στη Συρία στις αρχές του έτους, όταν η Άγκυρα κατηγόρησε τη Μόσχα ότι εμπλέκεται άμεσα στους θανάτους δεκάδων Τούρκων στρατιωτών στην περιοχή του Idlib.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι πλευρές βρήκαν την πολιτική βούληση να σταματήσουν πριν περάσουν την κόκκινη γραμμή, εμποδίζοντας την κατάσταση να ξεφύγει από τον έλεγχο και φέρνοντας κάθε είδους ανεπιθύμητες συνέπειες. Δυστυχώς, οι σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας θα μπορούσαν εύκολα να μην αλλάξουν ανά πάσα στιγμή. Η λογική και η δυναμική της τρέχουσας εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας εξακολουθούν να τοποθετούν τον Ερντογάν στη μέση ενός ναρκοπεδίου, όπου οποιοδήποτε βήμα θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για τις σχέσεις του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Και οι νάρκες στο συγκεκριμένο πεδίο ποικίλλουν σημαντικά — όσον αφορά το σχεδιασμό τους, την επιβάρυνση τους και τον τρόπο με τον οποίο έχουν καμουφλαριστεί — αλλά οποιαδήποτε από αυτές θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακούσια κλιμάκωση και να βλάψει μόνιμα τις σχέσεις μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας. Ας εξετάσουμε ορισμένα από τα μέτρα εξωτερικής πολιτικής που θα μπορούσε να λάβει η τουρκική ηγεσία, τα οποία πιθανότατα θα άνοιγαν ένα γιγαντιαίο ρήγμα στις σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα.

Παρέμβαση στη σύγκρουση του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Άγκυρα υποστήριξε σθεναρά και κατηγορηματικά το Μπακού καθ’ όλη τη διάρκεια των τριών δεκαετιών της αντιπαράθεσης Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν. Αλλά είναι άλλο πράγμα να προσφέρουμε πολιτική και διπλωματική υποστήριξη σε έναν σύμμαχο σε μια παγωμένη σύγκρουση, και άλλο πράγμα εντελώς να παρέχουμε στρατιωτική βοήθεια μεγάλης κλίμακας στο αποκορύφωμα των ένοπλων εχθροπραξιών. Αυτού του είδους η βοήθεια μετατοπίζει δραματικά την ισορροπία δυνάμεων των αντιμαχόμενων μερών, δίνει στο Αζερμπαϊτζάν ψεύτικες ελπίδες ότι το Ναγκόρνο-Καραμπάχ μπορεί να επιλυθεί γρήγορα με στρατιωτικά μέσα και, ως εκ τούτου, καθιστά πολύ δυσκολότερη την υπογραφή οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας.

Κλιμάκωση στη Λιβύη. Η Τουρκία υπήρξε από την αρχή ένας από τους κύριους ξένους παράγοντες στον Εμφύλιο Πόλεμο της Λιβύης. Ήταν η τουρκική επέμβαση που εμπόδισε τον στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ να καταλάβει την Τρίπολη. Ωστόσο, εάν η Άγκυρα συνεχίσει να διεθνοποιεί τη σύγκρουση στη Λιβύη, ενισχύοντας τη δική της στρατιωτική παρουσία στη χώρα, βοηθώντας τις δυνάμεις του Φαγέζ αλ Σαρράτζ να επιτύχουν μια αποφασιστική νίκη έναντι των πολλών αντιπάλων του στις ανατολικές και νότιες περιοχές, τότε θα αντιμετωπίσει ολοένα και σοβαρότερα προβλήματα. Και όχι μόνο με τη Ρωσία, αλλά και με ορισμένες άλλες χώρες που εμπλέκονται στην κρίση της Λιβύης με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από την Αίγυπτο έως τη Γαλλία.

Τρομοκρατικές ενέργειες στην Ιντλίμπ. Οι υποχρεώσεις της Τουρκίας στο πλαίσιο των συμφωνιών του Σότσι για την Ιντλίμπ ήταν να εξασφαλίσει την απόσυρση τρομοκρατικών ομάδων και βαρέων όπλων από τη νεκρή ζώνη. Δύο χρόνια αργότερα, και η Άγκυρα δεν κατάφερε να τηρήσει το τέλος της συμφωνίας. Οποιεσδήποτε ελπίδες ότι η Τουρκία θα είναι σε θέση με κάποιο τρόπο να “αποκαταστήσει” ή τουλάχιστον να “περιορίσει” τους ισλαμιστές φονταμενταλιστές στην Ιντλίμπ σύντομα διαλύθηκε. Εάν οι τρομοκράτες, που υποστηρίζονται από την τουρκική παρουσία στην Ιντλίμπ, χρησιμοποιήσουν αυτό το έδαφος ως βάση για την έναρξη ενεργών επιχειρήσεων εναντίον των δυνάμεων του Μπασάρ Άσαντ και του Ρωσικού στρατού, τότε είναι σχεδόν βέβαιο πως θα πάμε σε μία μεγάλου επιπέδου διένεξη μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας.

Επιδείνωση της αντιπαράθεσης με την Ελλάδα. Οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας είναι κάπως προβληματικές επί του παρόντος. Παρόλα αυτά, είναι εξαιρετικά απίθανο η Μόσχα να πάρει το μέρος της Άγκυρας στην τρέχουσα εδαφική διαφωνία της Τουρκίας με την Ελλάδα. Πολύ περισσότερο που, στην παρούσα κατάσταση όσον αφορά την οριοθέτηση των οικονομικών ζωνών στη Μεσόγειο, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με την Ελλάδα αλλά και με όλους σχεδόν τους εταίρους και φίλους της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Το “ελληνικό ζήτημα”, που επιδεινώνεται από τη δραστηριότητα της Τουρκίας στη Λιβύη (γεγονός που καθιστά τη Μόσχα ανήσυχη), θα μπορούσε να προκαλέσει νέα κρίση στις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας.

Επέκταση της στρατιωτικής-τεχνικής συνεργασίας με την Ουκρανία. Η Ρωσία και η Τουρκία είχαν πάντα ριζικά διαφορετικές απόψεις για την Ουκρανία και την Κριμαία, ιδίως μετά το ξέσπασμα της ουκρανικής κρίσης το 2014. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η Μόσχα έπρεπε να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι η Άγκυρα δεν αναγνωρίζει την Κριμαία ως μέρος της Ρωσίας και δεν θα διεκδικήσει τον ρόλο του ”προστάτη” των Τατάρων.  Ωστόσο, η συνεχιζόμενη επέκταση της στρατιωτικής και πολιτικής συνεργασίας μεταξύ της Άγκυρας και του Κιέβου – ιδίως η προμήθεια προηγμένων τουρκικών αεροσκαφών που μπορεί να χρησιμοποιήσει το Κίεβο στα ανατολικά της χώρας – θα μπορούσε να είναι αγκάθι στην πλευρά της Μόσχας. Οι προσπάθειες της Τουρκίας να ασκήσει πιέσεις στα ουκρανικά συμφέροντα στο ΝΑΤΟ θα είναι εξίσου επώδυνη.

Η επιθετική προώθηση του Παντουρκισμού στη Ρωσία. Οι φόβοι για την πιθανότητα «διείσδυσης» του τουρκισμού στις κυρίως μουσουλμανικές και τουρκικές ομιλούσες περιοχές του Βόρειου Καυκάσου και της περιοχής του Βόλγα δεν εξαφανίστηκαν εντελώς μεταξύ της ρωσικής ηγεσίας. Ωστόσο, αυτοί οι φόβοι έχουν επιδεινωθεί από την αξιοσημείωτη αύξηση του ρόλου του Ισλάμ στις εσωτερικές πολιτικές του Ερντογάν (ένα παράδειγμα αυτού είναι η πρόσφατη αλλαγή του καθεστώτος του μεγάλου τζαμιού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη). Πολλοί στη Ρωσία πιστεύουν ότι η Τουρκία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις αρχές ενός κοσμικού κράτους του Κεμάλ Ατατούρκ, πράγμα που σημαίνει ότι η προώθηση του Παντουρκισμού της Άγκυρας θα συνδέεται όλο και περισσότερο με την προώθηση του πολιτικού Ισλάμ. Αυτό θα αποτελέσει άμεση πρόκληση για την εθνική ασφάλεια της Ρωσίας, ακόμη και για την εδαφική της ενότητα. 

Tα προαναφερθέντα σημεία δεν δηλώνουν ότι ο Ρετζέπ Ερντογάν είναι ο μόνος που πατάει ναρκοπέδιο. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν στέκεται ο ίδιος στη μέση ενός ναρκοπέδιο εξωτερικής πολιτικής όσον αφορά την Τουρκία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οποιοσδήποτε Τούρκος πολιτικός ή εμπειρογνώμονας διεθνών σχέσεων θα μπορούσε να απαντήσει στον κατάλογο παραπόνων της Μόσχας εναντίον της Άγκυρας με έναν ακόμη μεγαλύτερο κατάλογο Τουρκικών παραπόνων κατά της Ρωσίας. Και αυτοί είναι ισχυρισμοί δεν μπορούν απλώς να κρυφτούν κάτω από το χαλί.

Η Ρωσία, δεν προσεγγίζει πάντα τα βασικά συμφέροντα της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή με τη δέουσα κατανόηση και φιλειρηνική τακτική. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν αντι-ρωσικές δυνάμεις στις τουρκικές ελίτ που προτίθενται να στρέψουν την κοινή γνώμη εναντίον της Μόσχας. Ωστόσο, ταυτόχρονα, δεν υπάρχει έλλειψη ομάδων στη Ρωσία που δεν θέλουν να δουν μια προσέγγιση με την Άγκυρα και έτσι προσπαθούν να ξεγελάσουν τις φλόγες των παραδοσιακών αντιτουρκικών συναισθημάτων και προκαταλήψεων, οι οποίες δεν έχουν εξαφανιστεί.

Οι υπερβολικά απλουστευμένες και αρνητικές αντιλήψεις από την άλλη πλευρά ως η ενσωμάτωση της κοινωνικής αναρχίας, ο αποτυχημένος οικονομικός εκσυγχρονισμός και η πολιτική παλινδρόμηση κυριαρχούν σε φιλελεύθερους κύκλους στη Ρωσία και την Τουρκία. Υπάρχει πάντα κάτι να τονιστεί από τους διπλωμάτες, τους στρατιωτικούς ηγέτες, τους ανεξάρτητους αναλυτές και τους πολιτικούς ακτιβιστές. Όποια και αν είναι η περίπτωση, τα στοιχήματα στο παιχνίδι Ρωσίας – Τουρκίας είναι εξαιρετικά υψηλά – όχι μόνο για τη Ρωσία και την Τουρκία, αλλά και για ορισμένες γειτονικές περιοχές όπου η Μόσχα και η Άγκυρα προωθούν τα συχνά αντιτιθέμενα συμφέροντά τους, ιδίως την Κεντρική Ασία και τη Βόρεια Αφρική .

Μετάφραση Χωριανόπουλος Άγγελος

πηγή: moderndiplomacy

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή