Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Θα γίνει ο Μπάιντεν game changer στο γεωπολιτικό παιχνίδι της Τουρκίας;

Δημοσιεύτηκε στις

Democratic U.S. presidential nominee and former Vice President Joe Biden discusses his plan to safely reopen schools amid the coronavirus disease (COVID-19) pandemic during a speech in Wilmington, Delaware, U.S., September 2, 2020. REUTERS/Kevin Lamarque

Γιώργος Σεφερτζής 

Οι εορτασμοί των διακοσίων ετών από την επανάσταση του 1821 κορυφώθηκαν. Οι εργασίες της τηλε-συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ολοκληρώθηκαν. Η πολυαναμενόμενη παρέμβαση του νέου Προέδρου των ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε. Η “γραμμή” που οι εταίροι περίμεναν να πάρουν για να καθορίσουν την στάση τους απέναντι στην Τουρκία δόθηκε.

Η Ελλάδα πήρε τις διορθώσεις που ήθελε στο κείμενο των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Το ίδιο και η Κύπρος, έστω και την τελευταία στιγμή. Η Τουρκία θα πρέπει τώρα να περιμένει μέχρι τον προσεχή Ιούνιο για να δει αν θα υπάρξει περαιτέρω πρόοδος στις σχέσεις της με τους 27.

Μέχρι τότε οι σχέσεις αυτές θα ισορροπούν μεταξύ “καρότου” και “μαστιγίου”. Η Άγκυρα θα είναι λογικά υποχρεωμένη να μετρά πολύ προσεχτικά τις κινήσεις της. Η συμπεριφορά της θα βρίσκεται υπό επιτήρηση. Τόσο σε ό,τι αφορά τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου όσο και σε ό,τι αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών. Το ίδιο και σε ό,τι αφορά στο μεταναστευτικό. Η Τουρκία καλείται να συνεργαστεί για την αποτροπή της παράνομης μετανάστευσης προς την Ευρώπη.

Ο ευρωπαϊκός κορσές παραμένει, λοιπόν, στενός για την Τουρκία. Οι κυρώσεις δεν έφυγαν από το τραπέζι. Οι όροι για την βελτίωση των σχέσεών της με την Ένωση έγιναν αυστηρότεροι αφού η Άγκυρα θα πρέπει να δώσει δείγματα όχι μόνον καλής διαγωγής αλλά και εκδημοκρατισμού. “Εάν η Τουρκία δεν προχωρήσει εποικοδομητικά, εάν επιστρέψει σε μονομερείς ενέργειες ή προκλήσεις ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο θα διακόψουμε τα μέτρα συνεργασίας» ήταν η ξεκάθαρη δήλωση της Προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν μετά το πέρας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Πλην των εγκωμίων που για μια ακόμα φορά άκουσε από την Καγκελάριο Μέρκελ, ο Ερντογάν δεν πήρε τελικά σε αυτό το σετ ούτε το αποτέλεσμα που θα του επέτρεπε να συνεχίσει ενισχυμένος την γεωπολιτική παρτίδα του, ούτε κάτι άλλο, πέραν της θετικής ατζέντας για το μέλλον των σχέσεων με την ΕΕ, ώστε να αντισταθμίσει τις πιέσεις που δέχεται εξ αιτίας της επιδείνωσης της τουρκικής οικονομικής κρίσης.

Το χειρότερο για αυτόν είναι ότι απέτυχε και στην προσπάθεια διαχωρισμού των ελληνοτουρκικών από τις ευρωτουρκικές σχέσεις και στην επιχείρηση μετατροπής των τελευταίων σε μοχλό σπασίματος του πάγου στον οποίο έχουν μπει οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Οι θερμοκρασίες των τελευταίων φαίνεται μάλιστα να πέφτουν ακόμα περισσότερο όχι μόνον λόγω της τηλεφωνικής επικοινωνίας Μπάιντεν-Μητσοτάκη και της πρόσκλησης του δεύτερου στον Λευκό Οίκο. Αλλά κυρίως εξ αιτίας του “σφιχτού” πλαισίου εντός του οποίου ο πρώτος φαίνεται να έχει αποφασίσει να κινηθεί.

Η “εξομολόγηση” στους ευρωπαίους ηγέτες των ανησυχιών του για “τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας” και τις σχέσεις της με την Ρωσία είναι χαρακτηριστική. Το ίδιο και τα δυο σαφή μηνύματα που έστειλε με την παρέμβασή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Το πρώτο είναι ότι η Αμερική επιστρέφει στην περιοχή καλύπτοντας το κενό που είχε αφήσει δίνοντας στην Τουρκία την δυνατότητα να το αξιοποιήσει αναβαθμίζοντας τον περιφερειακό της ρόλο.

Το δεύτερο είναι ότι η επιστροφή αυτή συνδέεται ευθέως με την απόφαση των ΗΠΑ όχι μόνον να αναθερμάνουν την ευρωατλαντική συμμαχία συμπεριλαμβάνοντας στην αποστολή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και να την ενεργοποιήσουν προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης της Δημοκρατίας, των αρχών και των αξιών της.

Το δεύτερο αυτό μήνυμα δεν αφορά προφανώς μόνον την Τουρκία. Αφορά και τους 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τους καλεί ουσιαστικά να επαναπροσδιορίσουν τις διεθνείς τους σχέσεις ανάλογα με την συμβατότητά τους προς τον στόχο της προώθησης του δημοκρατικού κράτους δικαίου.

Ήταν ίσως και ο λόγος που, όπως αποκάλυψε η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ, ήταν ο Πρόεδρος Μπάιντεν που επέμεινε να συζητηθούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο οι σχέσεις Ευρώπης -Τουρκίας.

Όπως ήταν φυσικό, η Τουρκία αντέδρασε ενοχλημένη, αν και συγκρατημένα, ευχόμενη με σημασία να μη χαθεί το momentum των ευρωτουρκικών σχέσεων στο διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι την επόμενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ.

Είναι αλήθεια είναι ότι με την ταχύτητα με την οποία τρέχουν οι εξελίξεις, πολλά μπορεί να αλλάξουν μέσα στο επόμενο τρίμηνο και μέσα σε ένα παγκόσμιο σύστημα που κινείται υπό τον αστερισμό των διαρκώς μεταβαλλόμενων πολυμερών ισορροπιών και σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας και ρευστότητας.

Το ερώτημα είναι ποιες μπορεί να είναι οι αλλαγές συγκυριών και συσχετισμών που θα δώσουν στην Τουρκία τις ευκαιρίες που χρειάζεται για να υλοποιήσει τα ηγεμονικά της σχέδια.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο μέτωπο με την Ευρωπαϊκή Ένωση τα περιθώρια των ελιγμών της έχουν στενέψει μετά την “γραμμή” που έδωσε ο Πρόεδρος Μπάιντεν. Όμως δεν είναι μόνο στο καλάθι της ΕΕ που η Τουρκία τοποθετεί όλα τα αυγά της.

Πολύ δε περισσότερο που μεταξύ των 27 εταίρων της ΕΕ άλλα ζητήματα θα βαραίνουν το κλίμα. Ο πόλεμος των εμβολίων μαίνεται και οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας πολλαπλασιάζονται δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γενικευμένης δυσθυμίας το μικρότερο κακό της οποίας είναι η εσωστρέφεια που προκαλεί ο εκνευρισμός που εκδηλώνεται τόσο στις σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών όσο και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Στα φορτία του ηλεκτρισμού της περιρρέουσας ατμόσφαιρας θα προστεθούν, βέβαια, τώρα και οι εντάσεις που μοιραία θα προκαλέσει το γεγονός ότι η ΕΕ καλείται πλέον να απαντήσει σε διλήμματα που θα προτιμούσε να αποφύγει, αλλά πλέον έχουν τεθεί επιτακτικά δυσκολεύοντας την θέση της και την διατήρηση της συνοχής της.

Όπως με την Τουρκία έτσι με την Ρωσία και την Κίνα οι 27 καλούνται να ξαναζυγίσουν τις συνεργασίες τους βάζοντας στην ζυγαριά τα οφέλη που αποκομίζουν για τα εθνικά τους συμφέροντα με το κόστος που μπορεί να επιφέρουν στις σχέσεις τους με την Ουάσιγκτον.

Υπολογισμός καθόλου εύκολος λαμβανομένου υπόψη ότι σε αυτή την ζυγαριά δεν βαραίνουν μόνον τα αντικρουόμενα σε πολλές περιπτώσεις οικονομικά συμφέροντα των επί μέρους κρατών-μελών της Ένωσης, αλλά και η κοινή ασφάλειά τους.

Αν η εξοικονόμηση του κόστους της τελευταίας επέτρεπε μέχρι τώρα στην ΕΕ να επικεντρώνεται στις αναπτυξιακές της προτεραιότητες και στην προσπάθεια ενοποίησης των οικονομιών της, εφεξής η διατήρηση αυτού του πλεονεκτήματος θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη συμμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής προς τις στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ.

Δύσκολη εξίσωση για όλους. Ακόμα δυσκολότερη για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Αλλά πολύ περισσότερο προβληματική για την Γερμανία που μέχρι σήμερα αύξανε το ειδικό βάρος της οικονομικής ισχύος της εξοικονομώντας τις δαπάνες που οι Αμερικανοί κατέβαλαν για την ασφάλειά της ενώ η ίδια φρόντιζε για την προώθηση των προνομιακών σχέσεών της με την Ρωσία, που της εξασφάλιζε την ικανοποίηση των ενεργειακών αναγκών της, με την Κίνα, που της άνοιγε τις αγορές της και με την Τουρκία στην οποία επένδυαν οι βιομηχανίες της και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί της.

Η ανοιχτή αποκήρυξη από τις ΗΠΑ του γερμανορωσικού αγωγού Nord Stream 2 είναι μια πρώτη ένδειξη των δυσκολιών που θα έχει εφεξής το Βερολίνο να συμβιβάσει τα συμφέροντά του με τα προτάγματα της ευρωατλαντικής συμμαχίας. Πράγμα που πιθανότατα επηρεάσει την στάση του μπλοκ των υπολοίπων και πολύ εκτεθειμένων στην τουρκική οικονομική κρίση χωρών-ακόλουθων της φιλοτουρκικής Γερμανίας.

Θα είναι, ωστόσο, η εξέλιξη των σχέσεων με το Πεκίνο που θα καθορίσει την ένταση των πιέσεων που θα ασκηθούν από τον Λευκό Οίκο στους 27 για επίσπευση των στρατηγικών επιλογών τους.

Και εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Όχι τόσο διότι οι σινο-ρωσικές σχέσεις κινούνται ήδη προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ενός ισχυρού ανταγωνιστικού μετώπου. Όσο διότι η Κίνα από μόνη της έχει αρχίσει να καταλαμβάνεται από μια κρίση ναρκισσιστικού μεγαλείου κάνοντας και άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων ίσως και η Τουρκία, να προεξοφλούν, την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της και την ικανότητά της να ηγηθεί νέων συμμαχιών- αντίβαρων της ευρωατλαντικής.

Φάνηκε πριν λίγες ημέρες στις επίσημες δηλώσεις που έκαναν οι κινέζοι αξιωματούχοι μετά την πρώτη συνάντησή τους με την νέα αμερικανική διοίκηση στην Αλάσκα στις 18 Μαρτίου: Δεν έχετε να μας κάνετε κανένα μάθημα ηθικής, μιλάμε ως ίσοι προς ίσους, το πολιτικό σας σύστημα δεν είναι πλέον για κανέναν στον κόσμο αξιοζήλευτο. Αυτό ήταν περίπου κατά λέξη το μήνυμα που έστειλαν μέσω των αμερικανών συνομιλητών τους στην Δύση.

Ανάλογο ήταν και το μήνυμα που έστειλαν με την απόφασή τους να επιβάλουν κυρώσεις στους ευρωπαίους κοινοβουλευτικούς και διανοούμενους που επικρίνουν τις κινεζικές πρακτικές των κυβερνοεπιθέσεων, της καταστολής της μουσουλμανικής μειονότητας των Ουιγούρων, των αντιδημοκρατικών μέτρων που επιβάλλονται στο Χονγκ-Κονγκ, των περιοριστικών σε βάρος της Ταϊβάν κλπ.

Είχε προηγηθεί η τοποθέτηση του προέδρου Xi Jinping στην Λαϊκή Εθνοσυνέλευση της χώρας στις 5 Μαρτίου: Η Κίνα μπορεί να ξανακοιτάξει τον κόσμο στα μάτια. Η Ανατολή βρίσκεται σε άνοδο. Η Δύση ακολουθεί καθοδική πορεία.

Τοποθέτηση που αντανακλά την αίσθηση υπεροχής που δίνουν στην χώρα των δράκων οι επιδόσεις της στο μέτωπο κατά της πανδημίας, οι ρυθμοί της οικονομικής της ανάπτυξης και η δυναμική των τεχνολογικών καινοτομιών της. Δεν εννοεί να αντιπαρατεθεί με τις αμυντικές συμμαχίες των ΗΠΑ, ούτε με τους προϋπολογισμούς του Πενταγώνου. Ακολουθεί, όμως, επιμελώς την στρατηγική της εξάρτησης όσων συνεργάζονται μαζί της από την οικονομική και τεχνολογική κηδεμονία της.

Στόχος της η διεύρυνση της πολιτικής της επιρροής μέσα από τα επιχειρηματικά δίκτυα που δημιουργεί και την αξιοποίηση των εταιριών υψηλής τεχνολογίας, που στηρίζει με πλούσιες κρατικές επιχορηγήσεις, όπως, άλλωστε, κάνει και με τις εταιρείες που αναπτύσσουν δραστηριότητες σε άλλους στρατηγικούς τομείς (μεταφορών, ενέργειας κλπ).

Η Αυστραλία, για παράδειγμα, που διέταξε έρευνα για την προέλευση του COVID 19, καταβάλει ήδη το τίμημα του μποϋκοτάζ στα προϊόντα που εξάγει στην Κίνα. Είναι ένα ακόμη προοίμιο της εποχής του νέου ψυχρού πολέμου που μοιάζει αναπόφευκτος. Με δυο κρίσιμες, ωστόσο, διαφορές από τον προηγούμενο: τις ασύμμετρες απειλές που εμπεριέχει ο οικονομικοτεχνολογικός διεθνής ανταγωνισμός και την αντιστροφή υπέρ της Ανατολής των όρων της οικονομικής κυριαρχίας που στον προηγούμενο ασκούσε η Δύση.

Από τις πρώτες αγοράστριες κινεζικών εμβολίων η Τουρκία βρίσκεται εν αναμονή των εξελίξεων που κυοφορούνται στον Περσικό κόλπο με το Ιράν να εξελίσσεται και πάλι σε χώρα-κλειδί αυξάνοντας τις εξαγωγές πετρελαίου στην Κίνα και βολιδοσκοπώντας στρατηγική συμμαχία μαζί της.

Υπό την απειλή δημιουργίας ενός άξονα με το Ιράν και την Κίνα η Τουρκία θα μπορούσε να αντιστρέψει υπέρ αυτής τα διλήμματα που θέτουν οι ΗΠΑ στην Ευρώπη υποχρεώνοντας τες να ξανασκεφθούν το ξεπάγωμα των σχέσεων μαζί της.

Όσο, βέβαια, δεν ικανοποιείται η απαίτηση της Ουάσιγκτον να αποσυρθούν οι S-400 από το οπλοστάσιο της Τουρκίας, θα είναι δύσκολο να βρεθεί ένα modus vivendi μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον παρά την δήλωση που ο Άντονυ Μπλίνκεν επανέλαβε στην προχθεσινή συνέντευξή του στο Euronews επιβεβαιώνοντας ότι η Τουρκία είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος με τον οποίο η συνεργασία πρέπει να συνεχισθεί.

Εκτός αν η Τουρκία, χωρίς να υπαναχωρήσει στο θέμα των S 400, διακινδυνεύσει τις σχέσεις της με την Ρωσία – παρά το στρατηγικό χαρακτήρα που δείχνουν να έχουν πάρει μετά την συμμετοχή των Ρώσων στην κατασκευή του πυρηνικού σταθμού στο Ακούγιου. Καλά πληροφορημένοι κύκλοι επιμένουν ότι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις είναι πιο εύθραυστες από όσο δείχνουν. Όχι τόσο εξαιτίας των μεταξύ τους ανοιχτών μετώπων στην Συρία και την Λιβύη, όσο εξ αιτίας των συζητήσεων που κάνει με την Ουκρανία για αμυντική συνεργασία ή έστω πώληση τουρκικών Drones και άλλου πολεμικού υλικού.

Πάντως μόνον τυχαίο δεν ήταν ότι ο Μπάιντεν μίλησε με τον Μητσοτάκη όχι μόνον για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και για την Μαύρη Θάλασσα.

liberal.gr

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή