Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Φινλανδία, Σουηδία αλλάζουν δόγμα ασφαλείας: Στο κατώφλι του ΝΑΤΟ αιτούνται ένταξη

Δημοσιεύτηκε στις

Μετά από δεκαετίες ουδετερότητας, Σουηδία και Φινλανδία ένα βήμα πριν από την ένταξη στο ΝΑΤΟ

Αλλάζουν το δόγμα ασφαλείας τους Φινλανδία – Σουηδία και μετά από δεκαετίες ουδετερότητας και μεσολαβήσεων για επιδίωξη ειρήνης σε πολλές κρίσεις στον κόσμο, συντάσσονται με τα κράτη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, έτοιμες να ενταχθούν. 

Αφορμή;
Η στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας στη γειτονική Ουκρανία πριν από 81 μέρες 
ανάγκασε τη Σουηδία και τη Φινλανδία να αλλάξουν άρδην τη στάση τους, να επιλέξουν πλευρά, αφού παρέμεναν εκτός του ΝΑΤΟ από την ίδρυση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας το 1949. Πλέον, βρίσκονται…

Ένα βήμα πριν από την ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Αυτές οι ιστορικές εξελίξεις έχουν μεταφραστεί σε ένα κύμα υποστήριξης προς στις δύο σκανδιναβικές χώρες για την ένταξη στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, καθώς η υποψηφιότητά τους βρίσκεται στα τελικά στάδια έγκρισης στα Κοινοβούλια των δύο χωρών.
Εν μέσω απειλών της Μόσχας ότι σε περίπτωση ένταξης αυτών των χωρών στο ΝΑΤΟ, η Ρωσία μπορεί να αναπτύξει πυρηνικά όπλα και υπερηχητικούς πυραύλους στον ευρωπαϊκό θύλακα του Καλίνινγκραντ, η Φινλανδία, η οποία μοιράζεται σύνορα 1.300 χιλιομέτρων με τη Ρωσία, και η Σουηδία προσμένουν να ενταχθούν στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, αλλά και οι δύο ανησυχούν ότι θα είναι ευάλωτες κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας των αιτήσεών τους, διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει έως και έναν χρόνο.
Οποιεσδήποτε αιτήσεις για ένταξη στην Βορειοατλαντική Συμμαχία θα προκαλέσουν μια τεταμένη αναμονή κατά τους μήνες που χρειάζονται για να επικυρωθούν από όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ, αν και η Συμμαχία και ο Λευκός Οίκος έχουν δηλώσει ότι είναι βέβαιοι ότι τυχόν ανησυχίες για την ασφάλεια θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Η άτυπη σύνοδος του ΝΑΤΟ και η στάση της Τουρκίας

Στην άτυπη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, που ξεκίνησε χθες Σάββατο και ολοκληρώνεται σήμερα Κυριακή, με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, ένα από τα κεντρικά θέμα ήταν η επικείμενη αίτηση ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Φινλανδίας Πέκα Χααβίστο δήλωσε χθες Σάββατο ότι η χώρα του προτίθεται να υποβάλει αίτημα ένταξης στο ΝΑΤΟ την επόμενη εβδομάδα, εφόσον το Κοινοβούλιο αποφασίσει σχετικά τη Δευτέρα. Σημείωσε ακόμη ότι ο φινλανδός πρόεδρος Σάουλι Νιινίστο μίλησε τηλεφωνικά με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για να τον ενημερώσει για την πρόθεση του Ελσίνκι, ενώ ο ίδιος μίλησε με τον τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, προκειμένου «να χαμηλώσει η ένταση», η οποία προκλήθηκε από τις επιφυλάξεις που εξέφρασε η τουρκική πλευρά για το ενδεχόμενο ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στη Συμμαχία.
Η Ελλάδα είναι «έτοιμη να καλοδεχθεί τη Σουηδία και τη Φινλανδία στη ΝΑΤΟϊκή οικογένεια» και πιστεύει ότι «έχουν πολλά να προσφέρουν», δήλωσε ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας προσερχόμενος στο δείπνο εργασίας της άτυπης συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών.
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται μεταξύ άλλων η θέση που θα λάβει στη συνάντηση ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου σε σχέση με το ενδεχόμενο ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, έπειτα από τις δηλώσεις την Παρασκευή του τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν που δήλωσε ότι η ένταξη των δύο σκανδιναβικών χωρών στο ΝΑΤΟ θα ήταν ένα «λάθος».
Ωστόσο, ο εκπρόσωπος του τούρκου προέδρου έσπευσε αργότερα να τονίσει πως η Άγκυρα δεν έχει κλείσει την πόρτα για την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, όμως θέλει διαπραγματεύσεις με αυτές τις δύο σκανδιναβικές χώρες, καθώς και την πάταξη δραστηριοτήτων τις οποίες χαρακτηρίζει «τρομοκρατικές», ιδιαίτερα στη Στοκχόλμη.

Η ένταξη ενός νέου μέλους στη Βορειοατλαντική Συμμαχία απαιτεί ομοφωνία από όλα τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας.

Λίγο πριν από το δείπνο εργασίας της άτυπης συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών της Συμμαχίας αργά το βράδυ του Σαββάτου, πολλά κράτη-μέλη εξέφρασαν τη στήριξή τους στην προοπτική ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ. Μεταξύ αυτών οι υπουργοί Εξωτερικών της Τσεχίας, της Νορβηγίας και της Σλοβακίας, ο Καναδάς και η Ολλανδία.
«Το ΝΑΤΟ θα βρει μια λογική λύση για να δεχτεί τη Φινλανδία και τη Σουηδία ως νέα μέλη στη Συμμαχία παρά τις τουρκικές ανησυχίες», δήλωσε χθες ο λετονός υπουργός Εξωτερικών Έντγκαρ Ρίνκεβιτς, πριν από το άτυπο υπουργικό συμβούλιο της Συμμαχίας, στο Βερολίνο.
Στις 15:30 (ώρα Ελλάδος) έχει προγραμματιστεί να δοθεί κοινή συνέντευξη Τύπου της «οικοδέσποινας» υπουργού Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ και του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ.

Πεπεισμένος ότι τελικά και τα 30 κράτη – μέλη του ΝΑΤΟ θα στηρίξουν την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ και «καμία χώρα δεν θα αναλάβει την ευθύνη να τις εμποδίσει», εμφανίστηκε ο υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου Ζαν Άσελμπορν.
Αναφερόμενος την εξέλιξη του ΝΑΤΟ, ο κ. Άσελμπορν είπε χαρακτηριστικά ότι «από εγκεφαλικά νεκρό το 2019, έφτασε σε μια αναγέννηση το 2022, χάρη στον Πούτιν». «Το ΝΑΤΟ θα μεγαλώσει, είμαι πεπεισμένος», δήλωσε και πρόσθεσε ότι η Συμμαχία θα παραμείνει αμυντική, όπως φάνηκε και από την ημέρα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Ένας εκπρόσωπος του Πέτερ Στάνο δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η απόφαση του Ελσίνκι και της Στοκχόλμης για ένταξη στο ΝΑΤΟ αποτελεί «κυρίαρχη απόφαση των δύο χωρών και η ένταξή τους στο ΝΑΤΟ είναι θέμα που πρέπει να αποφασίσουν η Φινλανδία, η Σουηδία και οι 30 Συμμάχοι του ΝΑΤΟ».

Γιατί η Σουηδία και η Φινλανδία δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ;

Και οι δύο χώρες παραμένουν αδέσμευτες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν μικρές στρατιωτικές δυνάμεις, σε σχέση με τη Ρωσία.
Η Φινλανδία κέρδισε την ανεξαρτησία της από τη Ρωσία το 1917 και βρέθηκε αντιμέτωπη μαζί της σε δύο πολέμους, κατά τη διάρκεια των οποίων έχασε μέρος των εδαφών της από τη Μόσχα. Η Φινλανδία υπέγραψε Συμφωνία Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας με τη Ρωσία το 1948, παγιώνοντας έναν βαθμό οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης και μένοντας απομονωμένη στρατιωτικά από τη δυτική Ευρώπη.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, που έφερε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, επέτρεψε στη Φινλανδία να βγει από τη σκιά της Ρωσίας, καθώς μειώθηκε η απειλή από τη Μόσχα.

Το Ελσίνκι βασίστηκε στη δική του στρατιωτική αποτροπή και σε φιλικές σχέσεις με τη Μόσχα για να διατηρήσει την ειρήνη. Όμως, με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την οποία η Μόσχα αποκαλεί «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δείχνει κάθε άλλο παρά φιλικός.

Η Σουηδία δεν έχει διεξάγει πόλεμο εδώ και 200 χρόνια και η μεταπολεμική εξωτερική πολιτική επικεντρώθηκε στη στήριξη της δημοκρατίας διεθνώς, στον πολυμερή διάλογο και στον πυρηνικό αφοπλισμό.

Η Στοκχόλμη μείωσε τον στρατό της μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ελπίζοντας ότι σε περίπτωση πολέμου θα μπορούσε να καθυστερήσει τη ρωσική προέλαση μέχρι να φτάσει βοήθεια. Η επίθεση του Πούτιν κατά της Ουκρανίας έχει κάνει την εγγύηση βοήθειας πολύ πιο ελκυστική.
Ωστόσο, πολλοί από την αριστερά στη Σουηδία παραμένουν καχύποπτοι για την ατζέντα ασφαλείας των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, το οποίο τελικά βασίζεται στην αποτροπή που παρέχεται από το πυρηνικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ.
Τόσο η Φινλανδία όσο και η Σουηδία μεταπήδησαν από την επίσημη ουδετερότητα στη στρατιωτική μη ευθυγράμμιση το 1995, όταν εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και οι δύο έχουν πλησιάσει όλο και περισσότερο στο ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και συμμετέχοντας σε ασκήσεις συμμαχίας, ως απάντηση σε μια ολοένα και πιο πολεμοχαρή Ρωσία.
Η ένταξη στη Συμμαχία θα φέρει τη Σουηδία και τη Φινλανδία κάτω από την ομπρέλα του Άρθρου 5, το οποίο εγγυάται ότι μια επίθεση σε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ είναι επίθεση εναντίον όλων.

Από χρόνια αρνητικής στάσης σε συντριπτική υποστήριξη μέσα σε λίγους μήνες

Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Φινλανδής πρωθυπουργού Σάνα Μάριν ανακοίνωσε το Σάββατο πως υποστηρίζει με πολύ μεγάλη πλειοψηφία την ένταξη της σκανδιναβικής χώρας στο ΝΑΤΟ, η υποψηφιότητα για την οποία πρόκειται να επισημοποιηθεί σήμερα Κυριακή.
«Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά στη κατάσταση που επικρατεί στη Σουηδία και στην Φινλανδία. Λόγω εγγύτητας των συνόρων, στα φινλανδικά μέσα ενημέρωσης επικρατεί μια υστερία και ένας φόβος της ρωσικής απειλής», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο φινλανδός καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ, Τίμο Κιβικάκι .

«Τον Ιανουάριο η στήριξη για ένταξη στο ΝΑΤΟ ήταν μόλις 19% και τώρα ξεπερνά το 70%», συμπληρώνει. Αντιθέτως, προσθέτει ο ίδιος, στη Σουηδία επικρατεί μια ισορροπημένη στάση στην κοινή γνώμη για τα υπέρ και τα κατά μιας ένταξης στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η υποστήριξη για ένταξη στη Φινλανδία είναι ακόμη πιο ισχυρή από ό,τι στη Σουηδία, με πολλούς Φινλανδούς να λαμβάνουν υπόψη τους τα μακρά χερσαία σύνορα που μοιράζεται η χώρα με τη Ρωσία, ενώ η υποστήριξη στο Κοινοβούλιο για μια αίτηση είναι επίσης ευρεία.
Εντούτοις, πολλοί είναι αυτοί, αιρετοί ή απλοί πολίτες, που διακρίνουν κάποια σπουδή.

«Αυτό που άλλαξε από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν Φινλανδία και Σουηδία επεδίωκαν μια προσέγγιση με τη Σοβιετική Ένωση σε περιόδους κρίσης, είναι ότι τώρα κάθε χώρα κινείται μόνη της και κινητοποιείται από αίσθημα για ασφάλεια, όχι αίσθημα για ειρήνη, όπως συνέβαινε στις σκανδιναβικές χώρες», συμπληρώνει, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι θα έχει μεγάλη σημασία ο τύπος της σχέσης που θα αναπτύξουν Ελσίνκι και Στοκχόλμη αν ενταχθούν στο ΝΑΤΟ. «Άλλο να επιτραπούν στρατιωτικές βάσεις και ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, και άλλο μια πιο αμυντική προσέγγιση όπως κάνει η Νορβηγία».
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η σημαντική πλειοψηφία των Σουηδών υποστηρίζει την ένταξη στο ΝΑΤΟ, μια υποστήριξη που ξεπερνά το 60% στην τελευταία δημοσκόπηση που διεξήχθη και υπάρχει πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο προς έγκριση μιας αίτησης ένταξης στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Οι Σοσιαλδημοκράτες της Σουηδίας – το μεγαλύτερο κόμμα και στην εξουσία για το μεγαλύτερο μέρος του περασμένου αιώνα – υποστήριζαν εδώ και καιρό τη στρατιωτική μη ευθυγράμμιση, αλλά επανεξετάζουν την Κυριακή τις αντιρρήσεις τους με μια απόφαση για το αν θα ενταχθούν τώρα. Αναμένεται ευρέως να υποστηρίξουν την ένταξη.

Την Παρασκευή, μια ημέρα αφότου η γειτονική Φινλανδία δεσμεύτηκε ότι θα ζητήσει να ενταχθεί στη 30μελή Συμμαχία, η σουηδή υπουργός Εξωτερικών Αν Λίντε δήλωσε πως η ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ θα έχει σταθεροποιητικό αποτέλεσμα και θα ωφελήσει τις χώρες που βρέχονται από τη Βαλτική.
Το Σουηδικό Αριστερό Κόμμα -πρώην κομμουνιστικό κόμμα- παραμένει κατά της ένταξης, όπως και το Κόμμα των Πρασίνων, αλλά εάν οι Σοσιαλδημοκράτες αλλάξουν στάση, αυτό θα δημιουργούσε μια συντριπτική πλειοψηφία στο κοινοβούλιο υπέρ της ένταξης.

Αγχώδης περίοδος αναμονής και ένταξη

Η Φινλανδία έχει μια «επιλογή» του ΝΑΤΟ, ένα είδος σχεδίου δράσης που επιβάλλει την εφαρμογή σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασης ασφαλείας, ενώ το σουηδικό κοινοβούλιο παρουσίασε την Παρασκευή μια νέα αναθεώρηση πολιτικής ασφαλείας, αν και η τελευταία δεν αναμένεται να περιέχει ρητή σύσταση σχετικά με ΝΑΤΟ.
Οι Σοσιαλδημοκράτες της Σουηδίας ζήτησαν για τη Δευτέρα κοινοβουλευτική συζήτηση αναφορικά με το ΝΑΤΟ. Αν το κόμμα στηρίξει όπως αναμένεται, η κυβέρνηση θα μπορούσε να ζητήσει ψηφοφορία στο σουηδικό Κοινοβούλιο σχετικά με την αποστολή μέσω αίτησης, αλλά δεν απαιτείται επίσημα.

Η Σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Σάνα Μάριν, η οποία ηγείται του πεντακομματικού κεντροαριστερού συνασπισμού της Φινλανδίας, και ο πρόεδρος Νιινίστο έχουν περιοδεύσει σε διάφορες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ τις τελευταίες εβδομάδες, εξασφαλίζοντας υποστήριξη για μια πιθανή αίτηση.
Η σουηδή πρωθυπουργός Μαγκνταλένα Άντερσον, επίσης σοσιαλδημοκράτης, είχε επίσης πολλές συναντήσεις με αρχηγούς κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένου του Βρετανού Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος έκανε περιοδεία τόσο στη Σουηδία όσο και αργότερα στη Φινλανδία σήμερα, υπογράφοντας νέες συμφωνίες μεταξύ Λονδίνου, Στοκχόλμης και Ελσίνκι για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας, δεσμευόμενος να στηρίξει τις ένοπλες δυνάμεις των δύο χωρών σε περίπτωση που δεχτούν επίθεση.

Σημεία τριβής και αγωνίας

Η Φινλανδία και η Σουηδία θα ήθελαν να έχουν κάποιες εγγυήσεις ότι τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα τις υπερασπιστούν όσο διεκπεραιώνεται η αίτησή τους και μέχρι να γίνουν πλήρη μέλη.
Η επικύρωση μπορεί να διαρκέσει έναν χρόνο, λένε διπλωμάτες του ΝΑΤΟ, καθώς τα κοινοβούλια και των 30 χωρών του ΝΑΤΟ πρέπει να εγκρίνουν νέα μέλη.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ τόνισε ότι οι χώρες θα μπορούσαν να ενταχθούν «γρήγορα» και δήλωσε βέβαιος ότι θα μπορούσαν να βρεθούν ρυθμίσεις για την ενδιάμεση περίοδο.
Ο φινλανδός υπουργός Εξωτερικών Πέκα Χααβίστο αναγνώρισε ότι η υποβολή αίτησης ένταξης από μόνη της δεν θα έφερνε τις δύο χώρες κάτω από την ομπρέλα του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, το οποίο εγγυάται ότι μια επίθεση σε έναν σύμμαχο είναι επίθεση εναντίον όλων.
«Αλλά την ίδια στιγμή οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ έχουν συμφέρον να μη σημειωθούν παραβιάσεις της ασφάλειας κατά τη διάρκεια της περιόδου υποβολής αιτήσεων», δήλωσε ο Χααβίστο. Η Φινλανδία θα μπορούσε, για παράδειγμα, να πραγματοποιήσει ενισχυμένα στρατιωτικά γυμνάσια με μέλη του ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Αντιδράσεις και απειλές της Ρωσίας

Η Μόσχα έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει για «σοβαρές συνέπειες» εάν η Φινλανδία και η Σουηδία ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, λέγοντας ότι θα ενισχύσει τις χερσαίες, ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις της στη Βαλτική Θάλασσα και εγείρει την πιθανότητα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων στην περιοχή.
Το Σάββατο ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε πως το τέλος της στρατιωτικής ουδετερότητας της Φινλανδίας θα ήταν ένα «λάθος», κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας του με τον φινλανδό ομόλογό του Σάουλι Νιινίστο, σύμφωνα με ανακοίνωση που εκδόθηκε από το Κρεμλίνο.
Την Τετάρτη, ο φινλανδός πρόεδρος, ερωτηθείς για τους κινδύνους από την ένταξη της χώρας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, είπε: «Η απάντησή μου στον Πούτιν θα ήταν ότι εσείς το προκαλέσατε αυτό και πρέπει να κοιταχτείτε στον καθρέφτη».

Σε μια ακόμη κίνηση ενδεικτικής της στάσης της Μόσχας, οι εξαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος από τη Ρωσία στη Φινλανδία σταμάτησαν κατά τη διάρκεια της περασμένης νύχτας, έπειτα από σχετική ανακοίνωση ρωσικού παρόχου, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ένας αξιωματούχος του φορέα διαχείρισης του φινλανδικού δικτύου ηλεκτροδότησης.
Την Πέμπτη ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ τόνισε πως η ένταξη της Φινλανδίας στο NATO θα συνιστούσε «σίγουρα» απειλή για τη Ρωσία,
Η χερσόνησος Κόλα, στη βορειοδυτική Ρωσία, στην Αρκτική, ανατολικά των συνόρων με τη Φινλανδία και τη Νορβηγία, είναι ένα «στρατηγικό προπύργιο» που η Μόσχα θεωρεί κλειδί για την εθνική της ασφάλεια και είναι επίσης η βάση του ρωσικού Βόρειου Στόλου.
Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ρωσίας, η Αγία Πετρούπολη, βρίσκεται περίπου 170 χλμ. από τα σύνορα με τη Φινλανδία.

www.bankingnews.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

Ο Τομ Μπάρακ θα γκρεμίσει την κληρονομιά του Τραμπ

Του Μάικλ Ρούμπιν, Washington Examiner Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αποδεκατίσει χωρίς να ζητήσει συγγνώμη το Υπουργείο Εξωτερικών υπέρ των...

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Ρούμπιο, καλώδιο και Τουρκία: Πού τελειώνουν τα λόγια και αρχίζει η αποτροπή

Τα όρια της αμερικανικής στήριξης, η ευρωπαϊκή ευθύνη για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και η ανάγκη αξιόπιστης αποτροπής βρέθηκαν στο...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Λυγερός: Η ελληνική ελίτ “προσκύνησε” τη Γκίλφοϊλ

Ο Σταύρος Λυγερός, στη συνέντευξή του στη Βασιλική Πολίτου στον Θήτα FM 107,1, εκτιμά ότι η Ελλάδα οδεύει προς κυβέρνηση...

Δημοφιλή