Αναλύσεις
Στέφανος Καραβίδας: Το Iron Dome επισκιάζει τα Rafale!
Τι θα σημάνει η απόκτηση του ισραηλινού συστήματος IRON DOME από την Εθνική Φρουρά της Κύπρου
Γράφει ο Στέφανος Καραβίδας
Η πιθανή απόκτηση του ισραηλινού συστήματος ΙRON DOME της εταιρείας RAFAEL, από την Κυπριακή Δημοκρατία (Κ.Δ), εάν τελεσφορήσει, ενδεχομένως να επισκιάσει ακόμη και την απόκτηση των αεροσκαφών RAFALE από την ελληνική Πολεμική Αεροπορία.
Και αυτό, διότι το σύστημα δεν θα είναι καταλύτης απλά σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο αυξάνοντας την ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗ ΙΣΧΥ, αλλά θα λειτουργήσει ως προπομπός και προάγγελος διπλωματικών και γεωπολιτικών εξελίξεων και η απόκτησή του εντάσσεται στο επίπεδο της Υψηλής Στρατηγικής.
Το IRON DOME (Ουράνιος Θόλος) επιγραμματικά:
ΠΑΡΑΓΩΓΗ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ
Η απαίτηση για τη σχεδίασή του προέκυψε μετά τον πόλεμο Ισραήλ-Λιβάνου το 2006, όπου η Χεζμπολάχ εξαπέλυσε περίπου 4000 ρουκέτες με τις 1000 να πέφτουν επί ισραηλινού εδάφους, προκαλώντας ανθρώπινες απώλειες 44 Ισραηλινών. Η αρχική επιχειρησιακή αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε το 2010 και το «βάπτισμα του πυρός» έλαβε χώρα το 2011. Μέχρι το 2016, σημειώθηκαν 1500 επιτυχείς εμπλοκές ρουκετών. Στις συγκρούσεις του Μαΐου 2021 μεταξύ του Ισραήλ και των Παλαιστινίων της Λωρίδας της Γάζας, η Χαμάς εκτόξευσε σχεδόν 4500 ρουκέτες με τις 900 να κρίνονται ως απειλή και να αναχαιτίζονται. Οι Ισραηλινές δυνάμεις ανέφεραν ποσοστό επιτυχών εμπλοκών 90%. Μέχρι σήμερα, το σύστημα έχει αναχαιτίσει επιτυχώς περίπου 2500 ρουκέτες. Τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι το σύστημα είναι «επιχειρησιακά ώριμο».

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
- C-RAM σύστημα με κύρια αποστολή την αναχαίτιση ρουκετών, βλημάτων πυροβολικού (ακόμη και 155 χιλ.) και όλμων (Counter–Rockets,Artillery,Mortars).
- Ικανό ακόμη σύμφωνα με τον κατασκευαστή να λειτουργήσει ως VSHORAD (Very Short Range Air Defense System), εμπλέκοντας επίσης ΜΕΑ (Μη Επανδρωμένα Αεροσκάφη), ελικόπτερα, βαλιστικούς πυραύλους, πυρομαχικά και πυραύλους υψηλής ακρίβειας και μεγάλης εμβέλειας όπως είναι τα PGM (Precision Guided Munitions, Missiles) όπλα μακρού πλήγματος των τουρκικών αεροσκαφών (SOM 100NM, AGM-84 SLAM-ER 150 NM, POPEYE II 40NM, AGM-154 JSOW 50 NM).
- Ικανότητα λειτουργίας όλο το 24ωρο ανεξαρτήτως καιρού.
- Αποτελείται από 3 κύρια μέρη, Κέντρο Ελέγχου Πυρός, Radar, Εκτοξευτές.
- Υποστηρίζεται από το κορυφαίο RADAR ELM-2084 πολλαπλών δυνατοτήτων, ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA) της ELTA, που ανήκει στον όμιλο της ΙΑΙ (Israel Aerospace Industries). Έχει την ικανότητα για σκοπούς επιτήρησης (Surveillance) να παρακολουθεί 1100 στόχους στα 250ΝΜ (460χλμ) και για σκοπούς εμπλοκής 200 στόχους στα 100ΝΜ (185 χλμ). Δύναται να καλύψει εύρος 360° για σκοπούς επιτήρησης (περιστρεφόμενο αναλόγως της έκδοσης) ή 120 ° για σκοπούς εντοπισμού στόχων (σταθερό). Το εν λόγω RADAR επιτυγχάνει υψηλή διαλειτουργικότητα και συμβατότητα με άλλα οπλικά συστήματα και εξ αυτού έχει πωληθεί αυτόνομα από το IRON DOME στο εξωτερικό(Τσεχία 8 συστήματα, Σλοβακία 17), ενώ πληροί ακόμη και τις προδιαγραφές του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) σε λειτουργία ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας.
- Κάθε συστοιχία περιλαμβάνει 3-4 εκτοξευτές, φέροντες 20 πυραύλους έκαστος. Αναφέρεται από πολλές πηγές, ότι η περιοχή κάλυψης εκτείνεται σε 150 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με το κόστος κάθε πυραύλου να ανέρχεται περίπου στις 50.000$.
- Ο πύραυλος είναι ενεργής (active) καθοδήγησης, υποστηριζόμενος αρχικά μέσω DATA LINK και ενεργοποιώντας στη συνέχεια το δικό του RADAR. Διαθέτει πυροσωλήνα προσέγγισης μεγάλης εκρηκτικής ικανότητας.
- Το σύστημα εμπλέκει τους εισερχόμενους στόχους μέχρι και τα 42ΝΜ (70 χλμ) μόνο εφόσον συνιστούν απειλή για την υπό προστασία περιοχή και κατά τρόπο που τα θραύσματα να μην απειλούν φίλιες δυνάμεις.
- Το σύστημα προσφέρεται σε ακόμη δύο εκδόσεις. Στην αυτοκινούμενη έκδοση Ι-DOME (Σταθμός Ελέγχου, Εκτοξευτής με 10 βλήματα και Radar επί μεμονωμένου οχήματος). Στη ναυτική έκδοση C–DOME με αξιοποίησή του στις ισραηλινές κορβέτες SAAR-5 και SAAR-6.
Σύμφωνα με διασταυρωμένες πηγές, η «παραλλαγή» για την οποία γίνεται λόγος στα κυπριακά μέσα ενημέρωσης, αφορά και την ικανότητα κατάρριψης DRONE και γενικά «περιφερόμενων πυρομαχικών» με ικανότητα σμήνωσης.
ΕΞΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ
Ενδιαφέρον για το IRON DOME έχει επιδείξει η Νότιoς Κορέα, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, ενώ στην αγορά του έχουν προχωρήσει η Ινδία, το Αζερμπαϊτζάν και η Ρουμανία (συμπαραγωγή). Ακόμη, η Τσεχία και η Σλοβακία (συμπαραγωγή) έχουν αγοράσει το RADAR ELM 2084.
Ενδεικτικό της σημασίας και της αξίας του συστήματος, έχει η εμπλοκή των ΗΠΑ στην εξέλιξη του ήδη από το 2011, ενώ το 2014 κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, οι ΗΠΑ εξασφάλισαν περαιτέρω πρόσβαση, με το 75% περίπου του πυραύλου(Tamir Interceptor), να κατασκευάζεται εκεί. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη προμηθευτεί 2 συστήματα από το 2019 έως σήμερα, ενώ η RAYTHEON RAFAEL AREA PROTECTION SYSTEMS, ιδρύθηκε ως κοινοπραξία της αμερικανικής RAYTHEON και της ισραηλινής κατασκευάστριας RAFAEL, προκειμένου να αναλάβει την κατασκευή του συστήματος στις ΗΠΑ. Τέλος στο ίδιο πλαίσιο, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, ενέκρινε στις 23/9/2021 την καταβολή ποσού 1 δις δολαρίων προς το Ισραήλ, για την εξέλιξη του IRON DOME.
Αναφορικά με την Κύπρο, το αίτημα για απόκτηση του IRON DOME δεν είναι πρόσφατο, αλλά παλαιότερο χωρίς το Ισραήλ να ανταποκριθεί θετικά. Ωστόσο, η μεταφορά τουρκικών ΜΕΑ με ικανότητα δορυφορικών επικοινωνιών στο αεροδρόμιο του κατεχόμενου Λευκονοίκου, φαίνεται πως αναγκάζει την ισραηλινή πλευρά να αναθεωρήσει την απόφασή της. (Βλέπε Ι. Μάζης- Θ. Νικολοβγένης amynageostratigiki.eu)
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ
Με βάση τα τεχνικά του χαρακτηριστικά και προς επίρρωση της εισαγωγής μας, η παρουσία του ΙRON DOME στην Κύπρο, συνδυαστικά και σε συνέργεια με τα υπόλοιπα ελλαδικά και κυπριακά οπλικά συστήματα, υπονομεύει σοβαρά τις τουρκικές δυνατότητες προβολής ισχύος, τόσο των κατοχικών δυνάμεων, όσο και κυρίαρχα της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας.
Στο χερσαίο πεδίο αντιπαράθεσης, θα αναγκάσει τις κατοχικές δυνάμεις να αναθεωρήσουν και να αναπροσαρμόσουν τον νυν επιθετικό προσανατολισμό τους. Αυτό, καθώς θα περιοριστεί δραματικά το κατοχικό πυροβολικό, το οποίο δε θα δύναται να παρέχει ανενόχλητο προπαρασκευαστικές βολές και γενικά να επιφέρει τα αποτελέσματα που θα επιτύγχανε δίχως την παρουσία του IRON DOME. Επισημαίνεται επίσης ότι η αναλογία 3 προς 2 του αρματικού δυναμικού υπέρ των δυνάμεων κατοχής, ανατρέπεται τη νύχτα σχεδόν σε 5 προς 1 υπέρ των δικών μας δυνάμεων, καθότι τα μοναδικά κατοχικά άρματα που διαθέτουν δυνατότητες νυχτερινού αγώνα, είναι τα 42 περίπου γερμανικά Leo2A4, τα οποία ωστόσο υστερούν έναντι των Μ-48Α5 MOLF της ΕΛΔΥΚ. Συνεπώς κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι κατοχικές δυνάμεις στερούνται όχι μόνο της αριθμητικής αρματικής τους υπεροπλίας, αλλά και της επαρκούς στήριξης του κατοχικού πυροβολικού, καθότι σε μεγάλο βαθμό, η δράση του θα εξουδετερωθεί από το IRON DOME.
Στο ναυτικό πεδίο, εάν επιλεγεί το IRON DOME για την προστασία του υπό συζήτηση να κατασκευαστεί ναυστάθμου, στο Μαρί της Κύπρου (ή όπου αλλού), θα προστατέψει αποτελεσματικά τη στρατηγική αυτή υποδομή, που θα επιτρέπει τον ελλιμενισμό συμμαχικών πλοίων αλλά και των υπό απόκτηση νέων φρεγατών Belharra. Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό σενάριο όπου φίλια ναυτική δύναμη με ικανότητα εξαπόλυσης Α/Α βλημάτων ASTER-30, βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη μελλούμενη ναυτική βάση. Η ναυτική δύναμη θα απολαμβάνει σε μεγάλο βαθμό αντιβαλλιστικής προστασίας από το IRON DOME της βάσης, απέναντι σε πολλαπλές απειλές όπως αντιπλοϊκά βλήματα αεροσκαφών, βολές κατευθυνόμενων όπλων από ΜΕΑ, περιφερόμενα πυρομαχικά και drones, πυραύλους αντί-ραντάρ, βολές πυροβολικού κ.α. Αυτό σημαίνει ότι με σχετική ασφάλεια, το βληματικό δυναμικό των ASTER-30 των 120χλμ εμβέλειας, θα μπορεί να διατεθεί για τη δημιουργία αντιαεροπορικής ομπρέλας άνωθεν της Κύπρου, που θα εκτείνεται μέχρι το μισό της απόστασης από τη βόρεια Κύπρο μέχρι τη μικρασιατική ακτή. Αυτή η συνέργεια ASTER-30 & IRON DOME θα κρατήσει μακριά όχι μόνο τα τουρκικά αεροσκάφη, αλλά και τα όπλα μακρού πλήγματός που θα φέρουν [SOM( 100 NM, JSOW(50ΝΜ), POPEYE(40ΝΜ), AGM-84 SLAM ER (150NM).
Στο αεροπορικό πεδίο και στο επίπεδο της αντιαεροπορικής άμυνας, η πιθανή παρουσία πλοίων με ASTER-30, θα καλύψει το κενό της κυπριακής αεράμυνας σε Α/Α συστήματα μεγάλου βεληνεκούς και θα δομήσει ένα ολοκληρωμένο πλέγμα Α/Α άμυνας με αλληλοκαλυπτόμενα συστήματα μεγάλου, μεσαίου και μικρού βεληνεκούς (κατά σειρά ASTER-30, BUK, ΤΟR-M1, OΘΕΛΛΟΣ, ASPIDE, MISTRAL), μεταβιβάζοντας ίσως την αντιβαλλιστική ευθύνη αποκλειστικά στο IRON DOME. Η προστασία μάλιστα της ΑΒ «Ανδρέας Παπανδρέου»(ΑΒΑΠ) από το IRON DOME, δύναται να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ασφαλούς φιλοξενίας, σημαντικά μεγάλης δύναμης φίλιων αεροσκαφών, κάτι που δε μπορεί να συμβεί σήμερα, καθότι η ΑΒΑΠ απειλείται, από τα τουρκικά βαλλιστικά βλήματα [YILDIRIM 2(300χλμ), ΒΟRA 2(>280χλμ)] καθώς και τα όπλα ακριβείας μακράς εμβέλειας της τουρκικής αεροπορίας. Επισημαίνεται ότι τόσο η ΑΒΑΠ όσο και ναυτική βάση στο Μαρί δεν απειλούνται από τις υφιστάμενες θέσεις του κατοχικού πυροβολικού.
Συμπερασματικά, η παρουσία του IRON DOME στην Κύπρο, μπορεί να δημιουργήσει τις ευνοϊκές συνθήκες για την αλλαγή του υπάρχοντος ισοζυγίου ισχύος σε χερσαίο, ναυτικό και αεροπορικό επίπεδο στο νησί. Η δυνητική και πιθανή συνέργεια του IRON DOME με ASTER 30, τα λοιπά Α/Α συστήματα μεσαίου και μικρού βεληνεκούς της Ε.Φ. αλλά και των φίλιων μαχητικών αεροσκαφών, θα δημιουργήσει μία αντικειμενικά δύσκολα προσπελάσιμη ασπίδα άνωθεν της Κύπρου. Δε θα ήταν ίσως υπερβολή, να ειπωθεί πως υπό τις ανωτέρω συνθήκες, οι τουρκοκυπριακές δυνάμεις θα ομοιάζουν για τα Ελληνικά Φτερά με πραγματικούς εκπαιδευτικούς στόχους σε πεδίο βολής.

Είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι πλησίον της ναυτικής βάσης στο Μαρί, βρίσκεται η σημαντικότερη ηλεκτροπαραγωγός εγκατάσταση της ΑΗΚ (Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου). Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με το σχεδιασμό, στην ίδια περιοχή θα καταλήγουν τόσο ο τερματικός σταθμός υγροποίησης του EAST MED, όσο και ο τερματικός σταθμός των EUROASIA INTERCONNECTOR και ΕUROAFRICA INTERCONNECTOR, προγράμματα που ενώνουν ενεργειακά την Κύπρο με την Ελλάδα, την Αίγυπτο και το Ισραήλ και αναδεικνύουν την περιοχή σε ενεργειακό, στρατιωτικό και κατ’ επέκταση, γεωπολιτικό κόμβο.
ΤΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι η απόκτηση του συστήματος ΙRON DOME δε σχετίζεται μονομερώς με την αύξηση της αποτρεπτικής ικανότητας της Κ.Δ, αλλά μπορεί να αποτελέσει δομικό τμήμα του ευρύτερου γεωστρατηγικού σχεδιασμού των δύο κρατών του Ελληνισμού. Αναφορικά με την εξοπλιστική απραξία των προηγούμενων ετών, αποκαλύπτεται ότι το πρόβλημα της πατρίδας μας (Ελλάδα και Κύπρος) δεν ήταν δημοσιονομικό, αλλά κατεξοχήν γεωπολιτικό. Οι εξελίξεις τρέχουν με απίστευτη ταχύτητα και εάν τα διαφαινόμενα υλοποιηθούν, τα όσα θα επακολουθήσουν, δύνανται να ξεπεράσουν τις καλύτερες προσδοκίες μας.
Γίνεται δυνατό λοιπόν να πραγματωθεί αυτό που η γεωπολιτική δυναμική κάνει προφανές ως δυνατότητα και στο οποίο ο Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας Ι. Μάζης έχει πολλάκις αναφερθεί μεσω δημοσίων παρεμβάσεων και κειμένων του. Τη δημιουργία δηλαδή ενός «υπονατοϊκού», παρανατοϊκού αμυντικού βραχίονα, με βατήρα τη Κύπρο και επικεφαλής τη Γαλλία, στο πλαίσιο μίας ΑΝΕΥ Τουρκίας διαμορφούμενης νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, που χαράσσει το νέο «αναχωματικό δακτύλιο», διάδοχο του RIMLAND.
(βλέπε Ι. Μάζης http://www.elisme.gr/images/aaa/Frenchbasis.pdf )
Ο «Θεός της Γεωπολιτικής» είναι αναμφίβολα Έλληνας, αν αναλογιστεί κανείς το στενό «παράθυρο ευκαιρίας» που μας δόθηκε μεταξύ της περιώνυμης AUKUS και των γερμανικών εκλογών και που η εκμετάλλευσή του συνιστά για την Πατρίδα μας τεράστια επιτυχία και επίδειξη γεωπολιτικών αντανακλαστικών.
Όλα τα παραπάνω σε στρατιωτικό, διπλωματικό και γεωπολιτικό επίπεδο, θα προκαλέσουν μοιραία θετικές εξελίξεις στο Κυπριακό ζήτημα, υποβαθμίζοντας αφενός το βρετανικό ρόλο και το κυριότερο «εξαϋλώνοντας» τη ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ και κατά συνέπεια ομηρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Διά τούτο και οφείλουμε να ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΟΥΜΕ την εθνική μας στρατηγική στο Κυπριακό, αποδεσμευόμενοι από την εξ’ ορισμού και ετυμολογικά διχοτομική επιλογή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας και των «ανανικών παραφυάδων» της, υιοθετώντας με ΑΚΑΜΨΙΑ ως σκληρό πυρήνα της εθνικής μας θέσης, το ΔΟΓΜΑ της ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ. Οποιαδήποτε άλλη «λύση» απλά νομιμοποιεί την τουρκική εισβολή και τα τετελεσμένα της! Το Κυπριακό παραμένει αποκλειστικά ζήτημα εισβολής και κατοχής και η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ αφορά τη με βάση το Διεθνές Δίκαιο απαιτούμενη αποκατάσταση της νομιμότητας και της ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ίδια η Γεωπολιτική δυναμική των συμμαχιών του Ελληνισμού και η υπό εξέλιξη ανακατανομή της Ισχύος, μπορούν να την επιβάλουν χωρίς να πέσει τουφεκιά, που είναι και το ζητούμενο!
Επισμηναγός (Ι) ε.α Στέφανος Καραβίδας
Υποψήφιος Δρ. ΕΚΠΑ
GEOPOLITICO
Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα
Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για τη στάση της Ουάσιγκτον στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και αναδεικνύει τα προβλήματα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σαφείς αποστάσεις από τις θριαμβολογίες που συνόδευσαν την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα κράτησε ο αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής Λάμπρος Τζούμης. Στην παρέμβασή του στον Θήτα FM, στη συζήτηση με τη Βασιλική Πολίτου, υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει την ασφάλειά της στην ισχύ και την αποφασιστικότητά της, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει τις τουρκικές διεκδικήσεις με τον τρόπο που επιθυμεί η Αθήνα.
«Αν περιμέναμε ότι θα πάρουμε εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, νομίζω θα ήταν μια ψευδαίσθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναγνώρισε τη σημασία της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και χαρακτήρισε εξαιρετική την ομιλία του στην Πνύκα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η επίσκεψη «δεν προσφέρεται για χειροκροτήματα και για θριαμβολογίες».
Το καλώδιο και τα περιθώρια που βλέπει να αφήνονται στην Τουρκία
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για την αμερικανική στάση στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Σχολιάζοντας την απάντηση Ρούμπιο, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, επισήμανε ότι δεν υπήρξε ρητή δημόσια δέσμευση πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτρέψουν τουρκική παρεμπόδιση του έργου.
Κατά την εκτίμησή του, η αναφορά σε λεπτές ισορροπίες και διπλωματικές συνεννοήσεις αφήνει χώρο στην Άγκυρα να συνεχίσει τις πιέσεις της.
«Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν να πάρουν μια στάση υπέρ της Αθήνας, θα μπορούσε να πει ότι δεν θα επιτρέψουμε στην Τουρκία να δημιουργήσει πρόβλημα στην ηλεκτρική διασύνδεση. Δεν είπε κάτι τέτοιο», σημείωσε.
Ο κ. Τζούμης διατύπωσε την πρόβλεψη ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προστατεύσει τις ενεργειακές έρευνες νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, λόγω των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων, χωρίς να επιδείξει αντίστοιχη στάση ανατολικότερα.
Εστιάζοντας στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και στο σύμπλεγμα της Μεγίστης, εξέφρασε την ανησυχία ότι θα παραμείνουν περιθώρια για τουρκικές προκλήσεις. Με αυτή την εκτίμηση εξήγησε γιατί δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία για την αμερικανική στάση στο καλώδιο.
Η Ουάσιγκτον χρειάζεται και την Τουρκία
Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν Ελλάδα και Τουρκία ως δύο γεωπολιτικούς πόλους που χρειάζονται ταυτόχρονα.
Όπως υποστήριξε, η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και η στρατιωτική της χρησιμότητα καθιστούν μη ρεαλιστική την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα την εγκαταλείψει, ακόμη και όταν η Άγκυρα απομακρύνεται από δυτικές επιλογές.
Στο ίδιο πλαίσιο, σχολίασε ότι η αμερικανική επιθυμία να αποφευχθεί μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιους όρους θα επιτευχθεί η αποκλιμάκωση και τι θα σημαίνει για τα ελληνικά συμφέροντα.
Επικαλέστηκε την κρίση των Ιμίων το 1996, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική παρέμβαση, μολονότι συνέβαλε στη λήξη της κρίσης, δεν ικανοποίησε την ελληνική πλευρά και ευνόησε, κατά την ανάγνωσή του, την τουρκική αμφισβήτηση. Με αυτή την ιστορική αναφορά αιτιολόγησε την επιφύλαξή του απέναντι στις προσδοκίες μιας παρέμβασης αποκλειστικά υπέρ της Αθήνας.
«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει»
Ο αντιστράτηγος ε.α. τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι «η ελευθερία πληρώνεται ακριβά». Υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη αποφυγής σπατάλης, καθώς οι αμυντικές δαπάνες προέρχονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού.
Για τα F-35, ανέφερε ότι η εξασφάλιση των κατάλληλων όπλων αέρος–εδάφους θα έπρεπε να έχει προηγηθεί νέων οικονομικών δεσμεύσεων. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν γνώριζε εάν αυτά περιλαμβάνονταν στο πρόσθετο εξοπλιστικό πακέτο που τέθηκε στη συζήτηση.
Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό, αναφερόμενος σε παραιτήσεις, μειωμένη προσέλευση υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές και χαμηλή στελέχωση μονάδων.
«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει», τόνισε, ζητώντας να δοθεί βάρος στον ανθρώπινο παράγοντα.
Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι οι αγορές οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους αποτροπή. Απαιτείται να πείθεται η άλλη πλευρά ότι υπάρχει πρόθεση αξιοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων για την υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η Κάσος και το μήνυμα προς την Άγκυρα
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Κάσο και τη δραστηριότητα του Oruç Reis κοντά στο Καστελλόριζο, ο κ. Τζούμης υποστήριξε ότι οι ελληνικές αντιδράσεις έστειλαν μήνυμα περιορισμένης βούλησης χρήσης της στρατιωτικής ισχύος.
Επισήμανε ότι η απαίτηση για αποφασιστικότητα δεν ισοδυναμεί με επιδίωξη πολέμου.
«Κανένας δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς δεν θέλει τη σύγκρουση», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αξιόπιστη ετοιμότητα αποτελεί στοιχείο της αποτροπής. Κατά την ανάλυσή του, όταν η Τουρκία διαπιστώνει απροθυμία αντίδρασης, αποκτά περιθώρια να αυξάνει την πίεση και να επιδιώκει διαπραγμάτευση επί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το μάθημα του 1987
Ως παραδείγματα αποτελεσματικής ελληνικής αντίδρασης παρουσίασε την αντιμετώπιση της τουρκικής NOTAM το 1974 και την κρίση του 1987.
Για τη δεύτερη περίπτωση, στάθηκε στον συνδυασμό διπλωματικών κινήσεων και στρατιωτικής προετοιμασίας. Μετέφερε, μάλιστα, την προσωπική του εμπειρία από τη Ρόδο, όπου υπηρετούσε τότε, περιγράφοντας την άφιξη επιστράτων και την ανάπτυξη ναρκοπεδίων ως ενδείξεις πραγματικής ετοιμότητας.
Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία αναδιπλώθηκε όταν αντιμετώπισε αποφασιστική αντίδραση και συγκεκριμένο κόστος. Αναφέρθηκε, ωστόσο, και στις μεταγενέστερες εξελίξεις στο Νταβός, αναδεικνύοντας ότι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών δεν εξαντλείται στη στιγμή μιας κρίσης.
Κλείνοντας, απέδωσε το πρόβλημα σε μια διαχρονική πολιτική φοβικότητας, υποχωρητικότητας και κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Διευκρίνισε ότι η κριτική του αφορά περισσότερες από μία κυβερνήσεις. Το μήνυμά του προς την Αθήνα ήταν σαφές: ενίσχυση της άμυνας, μέριμνα για το προσωπικό και αποφασιστικότητα που να φαίνεται στην πράξη.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή
Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.
Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.
Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :
α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και
β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.
Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.
Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.
Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].
Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.
Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].
Σημειώσεις και παραπομπές
[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.
[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.
[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.
[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.
GEOPOLITICO
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ
Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.
Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.
«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.
Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.
Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.
Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.
Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.
Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.
Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.
«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.
Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.
Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.
Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.
Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.
Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.
Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.
«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.
Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.
Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»
Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.
Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.
Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.
Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.
Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.
Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής
Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.
Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.
Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.
Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.
Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.
Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.
Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.
Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.
Το μήνυμα της παρέμβασης
Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.
Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.
Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.
Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.
Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας