ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Νέα Έκδοση: Παντελής Καρασεβδάς (1876-1946) – Τρεις ζωές
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ (1876-1946)- Τρεις ζωές
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ινφογνώμων το ιστορικό αφιέρωμα «Παντελής Καρασεβδάς-Τρεις ζωές» του δημοσιογράφου Κωστή Τσιακανίκα και του ιστορικού Νίκου Χούτα.
H συγκλονιστική ιστορία του «άγνωστου στρατιώτη» Παντελή Καρασεβδά που έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου κερδίζοντας κάθε «γαλόνι» επ’ανδραγαθία!
Oλυμπιονίκης, στρατιωτικός, πολιτικός, φιλελεύθερος Βενιζελικός, οραματιστής και αντιστασιακός, Πρόεδρος του Πανελληνίου, Πρόεδρος του Παναθηναϊκού και μέλος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, έφυγε φτωχός από την ζωή φορώντας ένα βραχιόλι από σφαίρες που είχαν τρυπήσει το κορμί του στις δεκάδες μάχες που συμμετείχε, αλλά που δεν κατάφεραν ποτέ να θρυμματίσουν το ακλόνητο πάθος του για ελευθερία και δημοκρατία…
Η οικογένεια Καρασεβδά καταγόταν από το Σούλι της Ηπείρου. Το όνομά του ίσως «προδίδει» και την ιστορία της οικογένειας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. «Καρασεβδάς» στην ελληνική γλώσσα σημαίνει «μαύρος καημός» και η οικογένεια των Σουλιωτών έδωσε πολλές μάχες επιβίωσης στα χρόνια της υποδούλωσης. Το Καρασεβδέικο ήταν κλάδος της οικογένειας Καραπάνου, που εκδιώχθηκε από τον Αλή πασά και αναγκάστηκε να εγκατασταθεί πιο νότια από το Σούλι, στην περιοχή του Ακαρνανικού Ξηρόμερου.
Ο παππούς του Παντελή, Γιάννης Καρασεβδάς, πολέμησε στην πολιορκία του Μεσολογγίου και έζησε τις ηρωικές στιγμές της Εξόδου. Οι ιστορικές πηγές δεν έχουν πολλά να εισφέρουν για τη δική του ζωή. Όμως, είναι βέβαιο ότι εμπότισε τα παιδιά του με ελληνική συνείδηση και υψηλά ιδανικά.
Ο Παντελής Καρασεβδάς δεν δίστασε ποτέ, ούτε στιγμή, να βάζει την Ελλάδα πιο ψηλά από την ίδια του τη ζωή.
Την έκδοση τιμούν με κείμενά τους οι: Προκόπης Παυλόπουλος (Ακαδημαϊκός, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας), Ευάγγελος Αποστολάκης (Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, πρώην Υπουργός Εθνικής Άμυνας), Πύρρος Δήμας (Ολυμπιονίκης), Κωνσταντίνος Φίλης (Διεθνολόγος) και Πάνος Σόμπολος (Πρόεδρος Συλλόγου Αιτωλοακαρνάνων Δημοσιογράφων). Επίσης, ο Πανεπιστημιακός και συγγραφέας Σπύρος Τζόκας παρουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του Καρασεβδά.
Η έκδοση 318 σελίδων περιλαμβάνει σπάνιο φωτογραφικό υλικό και παράρτημα με ιστορικά ένθετα (κείμενα και μαρτυρίες).
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Με γκρα τίμησε την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες…
Το μετάλλιο του Καρασεβδά στη σκοποβολή (ασημένιο ήταν τότε το… χρυσό και ένα δάφνινο στεφάνι το έπαθλο) και τα πέντε ακόμα μετάλλια που κέρδισαν άλλοι συναθλητές του ήταν η πλούσια συγκομιδή για τον Πανελλήνιο, που βαφτίστηκε επάξια τότε «Σύλλογος των Ολυμπιονικών». Τότε, ο μεγάλος καλλιτέχνης της εποχής και μετέπειτα μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Παρισιού, ο γλύπτης Γεώργιος Βρούτος, είχε φιλοτεχνήσει ένα πανέμορφο αγαλματίδιο που χαρίστηκε ως δώρο στον Αγαλματίδιο του Γεωργίου Βρούτου που χαρίστηκε ως δώρο στον νεαρό Ολυμπιονίκη .Διάσημα έργα που σμίλεψε ο Βρούτος είναι οι ανδριάντες του Κοραή μπροστά στο Πανεπιστήμιο και του Κωνσταντίνου Ζάππα μπροστά στο Ζάππειο Μέγαρο.
Ο Καρασεβδάς «ευεργέτης» του Παναθηναϊκού…
Η συμβολή του αεικίνητου Καρασεβδά στην εξέλιξη του ελληνικού αθλητισμού του Μεσοπολέμου δεν περιορίζεται μόνο στον Σύλλογό του,τον Πανελλήνιο, αλλά εκτείνεται και σε άλλα σωματεία. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Δ’ Εθνοσυνέλευσης πέτυχε να εγκριθεί από τον Δήμο Αθηναίων η παραχώρηση του αγρού «Περιβόλα» στον Παναθηναϊκό.116 Η σχετική απόφαση δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 165/1924 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Με τις ενέργειες του Καρασεβδά απέκτησε ο Παναθηναϊκός το μοναδικό εκείνη την εποχή στην ελληνική πρωτεύουσα γήπεδο επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, τη «Λεωφόρο», όπως έχει επικρατήσει να αναφέρεται από τους φιλάθλους, αν και από το 1981 έχει την επίσημη ονομασία «Απόστολος Νικολαΐδης». Ως ένδειξη βαθιάς ευγνωμοσύνης και εκτίμησης, η ηγετική ομάδα του «Τριφυλλιού» -Καλαφάτης, Νικολαΐδης, Παπάζογλου, Πανουργιάς- εξέλεξε τον Καρασεβδά δύο φορές πρόεδρο του Παναθηναϊκού (1924-1926, 1928-1930). Στη διάρκεια της πρώτης προεδρικής του θητείας, ο Σύλλογος έλαβε την οριστική του ονομασία Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος (ΠΑΟ), ενώ κατά τη δεύτερη είχε πολλές αγωνιστικές επιτυχίες.
Στην Μικρασιατική Εκστρατεία…
“…Kατά την αποχώρηση από την Μικρασιατική Καταστροφή, επιβαίνων σε Αγγλικό πλοίο χαστούκισε τον Άγγλο ναύαρχο κυβερνήτη του πλοίου, και τον υποχρέωσε να κατεβάσει από το πλοίο σκάλες για να περισυλλέξει τους ημιθανείς, αιμόφυρτους, καταδιωκόμενους Έλληνες, που κολυμπούσαν για να γλιτώσουν από τις σφαγές των Τούρκων και βέβαιο θάνατο από πνιγμό.”
Τίτλος:
Παντελής Καρασεβδάς
(1876-1946)
Τρεις ζωές
Συγγραφέας:
Κωστής Τσιακανίκας
Νίκος Χούτας
Εκδότης: ΙΝΦΟΓΝΩΜΩΝ
Φιλελλήνων 14, 10557 Αθήνα
Τ 2103316036,
www.infognomon.gr, info@infognomon.gr
Κατηγορία: Βιογραφία
Σελ.: 318
Μέγεθος: 16 Χ 24
ISBN: 978-618-5590-38-3
Ημ/νία κυκλοφορίας: 25/11/2022
Τιμή: 26 €

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ:
K. Δ. Τσιακανίκας
O δημοσιογράφος K. Δ. Τσιακανίκας γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Ειδική Αγωγή στο Μαράσλειο ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε στο «Εργαστήρι Δημοσιογραφίας». Παρακολούθησε σεμινάρια Οικονομίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο και Διοίκησης Επιχειρήσεων στο ΕΑΠ. Από το 1985 έως το 1990 εργάστηκε σε εφημερίδες (Δημοκρατικός Λόγος, Έθνος της Κυριακής), σε περιοδικά (Αθηνόραμα,Εικόνες, Αγροτική Οικονομία) και σε ραδιοφωνικούς σταθμούς (Jeronimo Groovy, Super fm, Ant1 fm). Aσχολήθηκε παράλληλα με την επιμέλεια εκδόσεων και την παραγωγή τηλεοπτικών ντοκυμαντέρ. Από το 1990 εργάστηκε σε θέσεις ευθύνης στους τηλεοπτικούς σταθμούς ΑΝΤ1, ΑLTER, ΣΚΑΙ και STAR. Είναι Αντιπρόεδρος του Συλλόγου Αιτωλοακαρνάνων Δημοσιογράφων και από το 2018 διευθύνει τον ενημερωτικό τομέα του ANT1. To 2018 βραβεύτηκε από το International Art Society και το 2019 από το Ίδρυμα Προαγωγής της Δημοσιογραφίας Αθανασίου Βασ. Μπότση. Από τις εκδόσεις Ινφογνώμων κυκλοφορούν και τα πρώτα του διηγήματα, με τίτλο «Ορθάνοιχτοι Λογαριασμοί».
Νίκος Χούτας
Ο Νίκος Χούτας είναι διδάκτορας νεότερης ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως κοινωνικός επιστήμονας. Έχει εργαστεί σε ερευνητικά προγράμματα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είχε την ευθύνη του έργου της αρχειοθέτησης και ψηφιοποίησης τμήματος του ιστορικού αρχείου του ΠανελληνίουΓ.Σ. ενώ υπήρξε και μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου. Σήμερα συνεργάζεται με το Κοινωφελές Ίδρυμα Δημητρίου & Λιλής Σταυροπούλου και με το «Δίκτυο Πόλεων με Λίμνες». Από το 2014 είναι δημοτικός σύμβουλος Αμφιλοχίας. Οι επιστημονικές του εργασίες έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Το 2003, απέσπασε το Βραβείο Lancillotto e Nausica στο διαγωνισμό νέων ερευνητών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιστορικών του Αθλητισμού (C.E.S.H). Το 2011 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο «Ο Βουλευτής Βάλτου Χαρίλαος Τρικούπης» και το 2016 εκδόθηκε από τη Διεθνή Ολυμπιακή Ακαδημία, σε συνεργασία με τον Πέτρο Συναδινό, η μονογραφία τους «Ολυμπιακοί Αγώνες “Αθήνα 2004”. Αποτίμηση των επιπτώσεων των Αγώνων στην κοινωνία και την οικονομία μέσω κριτικής προσέγγισης: Αλήθειες και Μύθοι».
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης
Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.
Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.
Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.
Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.
Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].
Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.
Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .
Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.
Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.
Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.
Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].
Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].
Σημειώσεις και παραπομπές
[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.
[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.
[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.
[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.
[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν
Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.
Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.
Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.
Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία
Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.
Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.
«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.
Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.
Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.
Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.
Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.
Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.
Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.
Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.
Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ
Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.
Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.
Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.
«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.
Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.
Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.
Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.
Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.
Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.
Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».
Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.
Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.
Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»
Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.
Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.
Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.
Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.
Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.
Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.
Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες
Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.
Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.
Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.
Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.
Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ
Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.
Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.
Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.
Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.
Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.
Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.
Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.
Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.
Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.
Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.
Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.
Αναλύσεις
Τουρκικός συναγερμός για το καλώδιο! Η Milliyet βλέπει ελληνικό σχέδιο εμπλοκής της Γαλλίας σε κρίση με την Άγκυρα
Σενάρια ελληνικής διπλωματικής παγίδας με στόχο την πρόκληση κρίσης μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας προβάλλει ο αρθρογράφος της Milliyet, Οζάι Σεντίρ, με αφορμή την επανεκκίνηση των εργασιών για το Great Sea Interconnector. Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει μια τουρκική στρατιωτική παρέμβαση εναντίον γαλλικών πλοίων, προκειμένου να μεταφέρει την αντιπαράθεση πρώτα στο Παρίσι και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, η Άγκυρα θέτει ζήτημα προηγούμενης διπλωματικής συνεννόησης με τη Γαλλία για τις έρευνες ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου, επιχειρώντας να παρακάμψει την Ελλάδα ως άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος.
Μια αποκαλυπτική για τον τρόπο σκέψης της τουρκικής πλευράς ανάλυση δημοσιεύει την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 η εφημερίδα Milliyet, με την υπογραφή του γνωστού αρθρογράφου Οζάι Σεντίρ.
Στο άρθρο του, με τίτλο «Η διπλωματία του να χτυπάς τον αμπελουργό αντί να τρως τα σταφύλια» (Bağcıyı dövme, üzüm yeme diplomasisi), ο Σεντίρ περιγράφει μια σύνθετη γεωπολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αθήνα, την Άγκυρα και το Παρίσι, με επίκεντρο τις εργασίες πόντισης του υποθαλάσσιου ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι πίσω από τις κινήσεις της Αθήνας βρίσκεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η αξιοποίηση της γαλλικής εμπλοκής στο Great Sea Interconnector ώστε ενδεχόμενη νέα τουρκική παρέμβαση να μετατραπεί σε κρίση όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά και με τη Γαλλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Η Ελλάδα θέλει το καλώδιο ή μια κρίση Τουρκίας–Γαλλίας;»
Ο Σεντίρ ξεκινά την ανάλυσή του παρουσιάζοντας τις τρεις πρωτεύουσες ως πρωταγωνιστές μιας μεγάλης παρτίδας διπλωματικού σκακιού.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινήσεις γύρω από το καλώδιο δεν περιορίζονται στην ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, αλλά συνδέονται με έναν ευρύτερο σχεδιασμό μεταβολής των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η βασική του υπόθεση είναι ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει την εμπλοκή γαλλικών πλοίων σε περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει θαλάσσιες διεκδικήσεις, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για απευθείας αντιπαράθεση μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.
«Είναι προτεραιότητα για την Ελλάδα η τοποθέτηση καλωδίων ηλεκτρικής ενέργειας ή μήπως η πιθανότητα σοβαρής κρίσης μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας, και στη συνέχεια μεταξύ Βρυξελλών και Άγκυρας;», διερωτάται.
Και συνεχίζει, διατυπώνοντας μια ακόμη πιο χαρακτηριστική εκτίμηση:
«Για την Αθήνα, η ανάπτυξη της Γαλλίας εναντίον της Τουρκίας, μιας χώρας που δεν μπορεί να υπερνικήσει στρατιωτικά ή διπλωματικά, δεν είναι στην πραγματικότητα κακή ιδέα».
Πρόκειται για την πολιτική ερμηνεία του Τούρκου αρθρογράφου και όχι για τεκμηριωμένη αποκάλυψη συγκεκριμένου ελληνικού σχεδίου.
Ωστόσο, η αναφορά αυτή αποτυπώνει την ανησυχία ότι η αυξανόμενη γαλλική συμμετοχή στο έργο περιορίζει τις δυνατότητες της Άγκυρας να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά ως ελληνοτουρκική διαφορά.
Η αφορμή: Ερωτήσεις για τα γαλλικά πλοία και το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφετηρία της συλλογιστικής του Σεντίρ.
Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, Έλληνας δημοσιογράφος τού απηύθυνε σειρά ερωτήσεων σχετικά με τις απαιτήσεις της Τουρκίας για την πόντιση του καλωδίου.
Μία από αυτές αφορούσε το κατά πόσο θα ήταν αρκετή μια απευθείας επικοινωνία των γαλλικών εταιρειών Meridiam και Nexans με την Άγκυρα.
Άλλη ερώτηση αφορούσε το ενδεχόμενο η Τουρκία να στείλει πολεμικά πλοία για να εμποδίσει γαλλικά σκάφη που θα επιχειρούσαν στην περιοχή.
Σύμφωνα με τον Σεντίρ, οι συγκεκριμένες ερωτήσεις τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα ενδέχεται να εξετάζει μια στρατηγική κατά την οποία η Γαλλία θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας μελλοντικής κρίσης.
Ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί την τουρκική παροιμία για τον αμπελουργό και τα σταφύλια, υπονοώντας ότι η ελληνική πλευρά ίσως ενδιαφέρεται περισσότερο για την πρόκληση διπλωματικού κόστους στην Τουρκία παρά για την ίδια την ολοκλήρωση του έργου.
Η συλλογιστική αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μετατρέπει μια συζήτηση για την ασφάλεια των εργασιών σε υπόθεση περί ευρύτερων ελληνικών προθέσεων.
Η τουρκική απαίτηση: Πρώτα συνεννόηση Άγκυρας–Παρισιού
Στη συνέχεια, ο Σεντίρ επιχειρεί να παρουσιάσει την τουρκική στάση ως συμβατή με το διεθνές δίκαιο.
Υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται γενικά στην ανάπτυξη υποθαλάσσιων καλωδίων και διεθνών υποδομών επικοινωνίας.
Κατά τον ίδιο, η Άγκυρα ζητεί προηγούμενη διπλωματική επικοινωνία όταν ξένα πλοία προγραμματίζουν έρευνες ή πόντιση καλωδίων σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της δικαιοδοσία.
Η τουρκική θέση είναι ότι η σχετική συνεννόηση πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ των κρατών των οποίων τη σημαία φέρουν τα ερευνητικά πλοία.
Στην περίπτωση του Great Sea Interconnector, ο Τούρκος αρθρογράφος επιμένει ότι ο αρμόδιος συνομιλητής της Άγκυρας πρέπει να είναι το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών.
«Τα κράτη συνάπτουν σχέσεις με άλλα κράτη, όχι με εταιρείες», υποστηρίζει.
Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, η γαλλική εταιρεία που θα πραγματοποιήσει τις εργασίες οφείλει να απευθυνθεί στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο με τη σειρά του θα επικοινωνήσει με την τουρκική διπλωματία.
Ο Σεντίρ επιχειρεί μάλιστα να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί τις ιδιωτικές εταιρείες κατάλληλους συνομιλητές, επικαλούμενος την υπόθεση της γαλλικής Lafarge και τις παλαιότερες πληρωμές της προς το Ισλαμικό Κράτος στη Συρία.
Το επιχείρημά του είναι ότι οι εμπορικές δραστηριότητες των εταιρειών δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με την εξωτερική πολιτική των κρατών τους.
«Η Ελλάδα δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενη»
Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο του άρθρου αφορά την προσπάθεια αποκλεισμού της Αθήνας από το διπλωματικό σκέλος των συνεννοήσεων.
Ο Σεντίρ υποστηρίζει ότι, εφόσον τα πλοία που θα πραγματοποιήσουν τις έρευνες φέρουν γαλλική σημαία, η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.
«Το θέμα αυτό θα συζητηθεί μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού. Η Ελλάδα δεν εμπλέκεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα», αναφέρει.
Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Ο Τούρκος αρθρογράφος αντιμετωπίζει τη σημαία του ερευνητικού πλοίου ως το κριτήριο που καθορίζει ποιο κράτος πρέπει να διαπραγματευτεί με την Τουρκία.
Ωστόσο, το Great Sea Interconnector αποτελεί έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Ελλάδας με την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ η διαδρομή του περνά από περιοχές όπου η Αθήνα υποστηρίζει ότι ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα.
Η εθνικότητα των εταιρειών και η σημαία των πλοίων δεν αναιρούν αυτομάτως τον ρόλο των παράκτιων κρατών ούτε καθορίζουν από μόνες τους ποιο κράτος έχει δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα.
Επομένως, η θέση του Σεντίρ αποτελεί έκφραση της τουρκικής διπλωματικής προσέγγισης και όχι αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα του διεθνούς δικαίου.
Το προηγούμενο Blue-Raman και η Ιταλία
Για να στηρίξει το επιχείρημά του, ο αρθρογράφος της Milliyet επικαλείται το έργο υποθαλάσσιων οπτικών ινών Blue-Raman.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ιταλία είχε προηγουμένως εξασφαλίσει συνεννόηση με την Τουρκία μέσω διπλωματικών διαύλων, επιτρέποντας την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου.
Ο Σεντίρ τοποθετεί το συγκεκριμένο περιστατικό στο 2023, ενώ η αναφορά στο εξεταζόμενο στάδιο του έργου αφορά το 2024.
Πέρα από τη χρονολογική ανακρίβεια, το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι ο αρθρογράφος παρουσιάζει την υπόθεση ως προηγούμενο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του Great Sea Interconnector.
Δεν παραθέτει, όμως, επίσημα διπλωματικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την ακριβή φύση της συνεννόησης Ιταλίας–Τουρκίας ή ότι είχε ζητηθεί και δοθεί άδεια για δραστηριότητες σε αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή.
Η διάκριση μεταξύ ενημέρωσης, τεχνικού συντονισμού και προηγούμενης έγκρισης είναι κρίσιμη, επειδή κάθε διαδικασία δημιουργεί διαφορετικές νομικές και πολιτικές συνέπειες.
Η πραγματική διαφορά: Ενημέρωση ή τουρκική άδεια;
Το βασικό σημείο αντιπαράθεσης αφορά την ερμηνεία του δικαιώματος πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων σε περιοχές εκτός των χωρικών υδάτων.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση των υποθαλάσσιων καλωδίων πραγματοποιείται σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν απαιτεί προηγούμενη τουρκική έγκριση για τις περιοχές στις οποίες η Άγκυρα προβάλλει μη αναγνωριζόμενες από την Αθήνα διεκδικήσεις.
Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, επιχειρεί να συνδέσει τις εργασίες με προηγούμενη διακρατική συνεννόηση.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της διάκρισης που προβλέπει το διεθνές δίκαιο ανάμεσα στο δικαίωμα πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων και στις επιμέρους δραστηριότητες έρευνας, οι οποίες μπορεί να υπάγονται σε διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με τον χαρακτήρα τους και τη θαλάσσια περιοχή.
Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει, στο άρθρο 79, το δικαίωμα όλων των κρατών να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Δεν θεσπίζει γενικό δικαίωμα του παράκτιου κράτους να απαγορεύει την πόντιση κάθε καλωδίου που διέρχεται από την υφαλοκρηπίδα του.
Από την άλλη πλευρά, οι ειδικές τεχνικές και ερευνητικές δραστηριότητες πρέπει να εξετάζονται με βάση το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις πραγματικές συνθήκες.
Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τις διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις.
Η Γαλλία μπαίνει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Το δημοσίευμα της Milliyet έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Παρίσι αποκτά αυξημένο ρόλο στην υλοποίηση του Great Sea Interconnector.
Η συμμετοχή του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam, σε συνδυασμό με τον τεχνικό ρόλο της Nexans, προσδίδει στο έργο σημαντικό γαλλικό οικονομικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα.
Ήδη από τον Σεπτέμβριο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Εμανουέλ Μακρόν είχαν συζητήσει τα επόμενα βήματα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Καθημερινής, οι δύο πλευρές επεξεργάζονται τρόπους επανεκκίνησης των εργασιών, ενώ η 26η Οκτωβρίου έχει αναφερθεί ως πιθανή ημερομηνία έναρξης νέων ερευνών ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου.
Η ημερομηνία αυτή αποτελεί στόχο σχεδιασμού και όχι οριστικά επιβεβαιωμένη ημερομηνία πραγματοποίησης των εργασιών.
Το γεγονός ότι γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα αποκτούν κεντρικό ρόλο στο έργο μεταβάλλει τη διπλωματική διάσταση μιας πιθανής τουρκικής παρέμβασης.
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η παρεμπόδιση γαλλικού πλοίου θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από το Παρίσι, ακόμη και εάν η διαφορά αφορά πρωτίστως τις ελληνοτουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Αυτό ακριβώς είναι το ενδεχόμενο που ο Σεντίρ παρουσιάζει ως πιθανό ελληνικό σχεδιασμό.
Αιχμές για τις ελληνικές διαπραγματεύσεις με Αίγυπτο, Λιβύη και Αλβανία
Στο τελευταίο μέρος του άρθρου του, ο Τούρκος δημοσιογράφος στρέφει τα πυρά του στην ελληνική διπλωματία.
Υποστηρίζει ότι η Άγκυρα παραμένει ανοικτή στον διάλογο με την Αθήνα για όλα τα διμερή ζητήματα.
Κατηγορεί, ωστόσο, την ελληνική πλευρά ότι επιδιώκει διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Αλβανία, αποφεύγοντας αντίστοιχες συνομιλίες με την Τουρκία.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση παραβλέπει ότι Ελλάδα και Τουρκία διατηρούν διαφορετικές θέσεις για το αντικείμενο των διμερών διαφορών.
Η Αθήνα αναγνωρίζει ως βασική διαφορά προς διευθέτηση την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ενώ η τουρκική πλευρά θέτει ένα ευρύτερο σύνολο ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων διεκδικήσεων που η Ελλάδα απορρίπτει.
Η διαφωνία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο στην πρόοδο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων.
Το γεωπολιτικό μήνυμα της Milliyet
Η ανάλυση του Οζάι Σεντίρ έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δείχνει πώς ένα τμήμα του τουρκικού δημόσιου διαλόγου αντιλαμβάνεται τη νέα γαλλική εμπλοκή στο Great Sea Interconnector.
Στην πραγματικότητα, το άρθρο κινείται σε δύο παράλληλους άξονες.
Ο πρώτος είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Τουρκία ως χώρα που δεν αντιτίθεται στην ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, αλλά ζητεί διπλωματική συνεννόηση για την ασφάλεια των εργασιών.
Ο δεύτερος είναι η απόδοση στην Ελλάδα ενός υποτιθέμενου σχεδίου διεθνοποίησης της κρίσης, με στόχο να βρεθεί η Άγκυρα αντιμέτωπη με το Παρίσι και τις Βρυξέλλες.
Η τουρκική συλλογιστική αναδεικνύει τον φόβο ότι μια επόμενη κρίση στην περιοχή της Κάσου δεν θα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες.
Αυτή τη φορά, η παρουσία γαλλικών πλοίων και γαλλικών επενδυτικών συμφερόντων θα μπορούσε να διευρύνει τον αριθμό των άμεσα ενδιαφερόμενων κρατών.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Τουρκία θα επιχειρήσει να παρέμβει στις έρευνες, αλλά και πώς θα αντιδράσει η Γαλλία σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Η Αθήνα επιμένει ότι το έργο πρέπει να υλοποιηθεί χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να κατοχυρώσει ρόλο στις διαδικασίες που προηγούνται των εργασιών.
Το επόμενο κεφάλαιο της αντιπαράθεσης θα κριθεί στην πράξη, όταν επιχειρηθεί η επανέναρξη των ερευνών στην Ανατολική Μεσόγειο.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
