Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Το Ενεργειακό Όραμα του Αναστάση Πεπονή

Δημοσιεύτηκε στις

Το όραμα ενός ευπατρίδη

Του Νίκου Βασιλάκου*

Γνώρισα προσωπικά τον Αναστάση Πεπονή και συνεργάστηκα στενά μαζί του την περίοδο 1986-1989, κατά την οποία υπήρξα καταρχάς υπεύθυνος του τομέα Ενεργειακής Πολιτικής και Πολιτικής Περιβάλλοντος του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (1986-1987) και στη συνέχεια γενικός γραμματέας Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας με υπουργό τον Πεπονή (1988-1989).

Αλλά και μετά τις εκλογές του 1989, όταν επέστρεψα στον ιδιωτικό τομέα ως ενεργειακός εμπειρογνώμονας σε διεθνείς οργανισμούς, σε προγράμματα και έργα, κρατήσαμε μία, ιδιαίτερα τιμητική για μένα, στενή και φιλική σχέση, τουλάχιστον για μια ακόμα δεκαετία, στη διάρκεια της οποίας είχαμε πολλές, ουσιαστικές και συναρπαστικές συζητήσεις, κυρίως για εθνικά και διεθνή ενεργειακά θέματα.

Για τον Αναστάση Πεπονή ως άνθρωπο, αγωνιστή και πολιτικό, για το ήθος, το χαρακτήρα και το τεράστιο έργο του στον δημόσιο χώρο, έχουν μιλήσει πολύ πιο αρμόδιοι και θεσμικοί παράγοντες από μένα. Θα ήθελα απλά να προσθέσω και τη δική μου απεριόριστη εκτίμηση στο πρόσωπό του, αφού ο Αναστάσης Πεπονής αποτέλεσε για μένα, και αποτελεί μέχρι σήμερα, πρότυπο στάσης ζωής και δημιουργίας, με το ήθος του, τις γνώσεις του αλλά και τη δίψα του να ενημερώνεται για νέα αντικείμενα, το πολιτικό του αισθητήριο, τις οργανωτικές και διπλωματικές του ικανότητες, τη στοχοπροσήλωσή του και τις αξιοθαύμαστες αντοχές του, σωματικές, πνευματικές και ψυχικές.

Ο ενεργειακός τομέας υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους πιο κομβικούς και κρίσιμους στη μακρά πολιτική διαδρομή και κυβερνητική θητεία του Πεπονή, και είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1981-1996 διατέλεσε τέσσερις φορές υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, μακράν η μεγαλύτερη χρονικά, και επαναλαμβανόμενη ως προς το αντικείμενο, θητεία του σε κυβερνητική θέση. Παρ’ όλα αυτά, η πολύ ουσιαστική και πολύτιμη συνεισφορά του στη διαμόρφωση της ενεργειακής πολιτικής και των ενεργειακών υποδομών της Ελλάδας δεν έχει συζητηθεί ολοκληρωμένα, και σε κάθε περίπτωση «επισκιάζεται» από την τεράστια συμβολή του στην κατοχύρωση της αξιοπιστίας του κράτους και της αμερόληπτης αξιοκρατίας στις προσλήψεις, με τη διαμόρφωση και ψήφιση του Ν. 2190/1994, γνωστού πλέον, επί δεκαετίες τώρα, ως νόμου Πεπονή, καθώς και την ίδρυση του ΑΣΕΠ. Ο ίδιος πάντως θεωρούσε την εισαγωγή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας μας ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του, και έδωσε μεγάλη σημασία τόσο στις αναπτυξιακές, όσο και στις γεωπολιτικές πλευρές του θέματος.

Το παρόν κείμενο επιχειρεί, βασισμένο στην προσωπική εμπειρία και στην ενεργό συμμετοχή του υπογράφοντος, να συνοψίσει το πολυσχιδές έργο και το όραμα του Αναστάση Πεπονή στον ενεργειακό τομέα της χώρας μας, να φωτίσει τα πολυπληθή επιτεύγματά του και να αναδείξει τη σημαντική τους επίδραση στη μετέπειτα εξέλιξη του κρισιμότατου αυτού, για την ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη, το περιβάλλον και την απασχόληση στη χώρα μας, τομέα.

Βασικές συνιστώσες

Κεντρικό άξονα της πολιτικής σκέψης και της στρατηγικής του Αναστάση Πεπονή στο χώρο της ενέργειας αποτέλεσε ο κρίσιμος γεωπολιτικός της ρόλος και η ανάγκη για μεγιστοποίηση των ωφελειών της, πρωτίστως στο ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού και γενικότερα της εθνικής ασφάλειας της χώρας, τόσο μέσω της έρευνας, ανάπτυξης και εκμετάλλευσης των εγχώριων ενεργειακών πηγών της, όσο και της ευρύτερης δυνατής διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού της από το εξωτερικό.

Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να καταγραφούν και να αποτιμηθούν οι εντατικές του προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες που πήρε, ήδη από την πρώτη κυβερνητική του θητεία ως υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας (1981-1982), πρώτα απ’ όλα στο θέμα της αναθεώρησης της Σύμβασης του 1975 με την Κοινοπραξία εταιρειών Καναδά, ΗΠΑ και Γερμανίας που είχε αναλάβει την έρευνα, τον εντοπισμό και την εκμετάλλευση υποθαλάσσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων σε περιοχή του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Βασική επιδίωξη του Αναστάση Πεπονή ήταν να αποσυνδεθούν, με συγκεκριμένα μέτρα και νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι έρευνες των ξένων εταιρειών για πετρέλαια στο Βόρειο Αιγαίο από ζητήματα εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, αρχικά με την κατά 25% συμμετοχή της (τότε) Δημόσιας Εταιρείας Πετρελαίων (ΔΕΠ, μετέπειτα ΔΕΠ- Εκμετάλλευση Υδρογονανθράκων, ΔΕΠ-ΕΚΥ) στην Κοινοπραξία, στη συνέχεια δε με την απόκτηση από τη ΔΕΠ-ΕΚΥ καθοριστικού πλειοψηφικού μεριδίου στην Κοινοπραξία, συνεπώς  και στη λήψη των αποφάσεών της για κάθε μελλοντική έρευνα ή γεώτρηση στην περιοχή του Βόρειου Αιγαίου. Τη μακρά, επίμονη και γεμάτη εμπόδια και ανατροπές προσπάθειά του αυτή, η οποία τελικά στέφθηκε με πλήρη επιτυχία, με την ψήφιση του Ν. 1701/1987 τον Μάιο του 1987 και, στη συνέχεια, με την υπογραφή  της αναθεωρημένης Σύμβασης με την Κοινοπραξία τον Δεκέμβριο του 1987, περιγράφει με συγκροτημένο και απόλυτα τεκμηριωμένο τρόπο, ο ίδιος ο Αναστάσης Πεπονής στο βιβλίο του Για το ζήτημα του Αιγαίου (2008).

Προς την ίδια κατεύθυνση της επαύξησης της ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας, σε στενή πάντα συνάφεια με την εθνική ασφάλεια, λειτούργησε και η πρωτοβουλία του, το 1982, για την εξαγορά της αμερικανικής ESSO από το Ελληνικό Δημόσιο. Μετά την απόφαση της EXΧON να εγκαταλείψει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες στην Ελλάδα, με εισήγηση του Αναστάση Πεπονή εκδηλώνεται ενδιαφέρον από την πλευρά του Ελληνικού Δημοσίου για την αγορά του πακέτου των μετοχών της ESSO και ξεκινούν οι σχετικές διαπραγματεύσεις υπό την εποπτεία του. Η συνέχεια είναι γνωστή: τον Μάρτιο του 1984 η ΕΚΟ ΕΛΕΠΕΧ (εταιρεία Holding) αγοράζει σε χαμηλή τιμή, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, τις μετοχές του Ομίλου Εταιρειών της ESSO PAPPAS και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζει την ομαλή συνέχιση όλων των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Η ESSO μετονομάζεται σε ΕΚΟ, υπάγεται στη ΔΕΠ και λειτουργεί πλέον ως επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Αλλά και μέσα σε ένα περιβάλλον «διαρρύθμισης» (δηλαδή κατάργησης) του κρατικού μονοπωλίου πετρελαιοειδών, που επέτασσε η Συμφωνία Ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ο Αναστάσης Πεπονής κινήθηκε με μεθοδικότητα και νομική μαεστρία προς την κατεύθυνση του σταδιακού, χωρίς αναταράξεις και βίαιες αναπροσαρμογές, ανοίγματος της εγχώριας πετρελαϊκής αγοράς, συνθήκη που ήταν απαραίτητη για να διασφαλιστούν η βιωσιμότητα και οι προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης των ελληνικών διυλιστηρίων. Αυτό επετεύχθη κυρίως μέσα από ένα πλέγμα νομοθετικών ρυθμίσεων, που αν και δεν υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλείς με τις κοινοτικές αρχές και τις ξένες εταιρείες, δεν δημιούργησαν δισεπίλυτα νομικά ή άλλα προβλήματα για τη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα, ο Ν. 1769/1988, και ειδικότερα το Κεφάλαιο Β’ αυτού  «Ρύθμιση ζητημάτων υδρογονανθράκων», με τις διατάξεις του για τα αποθέματα ασφαλείας που ήταν υποχρεωμένες να διατηρούν στη χώρα μας οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών που δραστηριοποιούνταν στην εσωτερική αγορά, λειτούργησε για πολλά χρόνια ως βασικός μοχλός ενός ομαλού ανοίγματος της αγοράς αυτής, πράγμα που επέτρεψε στα ελληνικά διυλιστήρια να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν περαιτέρω, μέσα σε ένα συνεχώς εντεινόμενο, σε δυσκολία, περιβάλλον διεθνούς ανταγωνισμού.

Το έργο του φυσικού αερίου

Η εισαγωγή του φυσικού αερίου στο εθνικό ενεργειακό μας ισοζύγιο υπήρξε πρωτίστως έργο του Αναστάση Πεπονή. Όχι γιατί και πριν από τον Νοέμβριο του 1986, που ανέλαβε για δεύτερη φορά υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, δεν είχαν υπάρξει προπαρασκευαστικές διαπραγματεύσεις με τους υποψήφιους προμηθευτές (Σοβιετική Ένωση, Αλγερία), καθώς και εμπεριστατωμένες αναλύσεις και μελέτες σκοπιμότητας / βιωσιμότητας για το έργο αυτό (από την τότε ΔΕΠ, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και το Οικονομικό Γραφείο του Πρωθυπουργού, με  συντονιστή τον υπογράφοντα). Αλλά γιατί, όταν ανέλαβε ο Αναστάσης Πεπονής, παρέλαβε ένα έργο τελματωμένο και μια διαπραγματευτική ομάδα απογοητευμένη, αφού μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1986, είχε απορριφθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο η πλήρως τεκμηριωμένη εισήγησή της για την εισαγωγή του φυσικού αερίου στη χώρα μας. Κι αυτό ως αποτέλεσμα της αρνητικής στάσης ορισμένων πρωτοκλασάτων υπουργών που, ειρήσθω εν παρόδω, μετά τα θεαματικά επιτεύγματα του Αναστάση Πεπονή στο θέμα αυτό, σε ενάμιση μόλις χρόνο (1987 – μέσα 1988), μετατράπηκαν σε διαπρύσιους υποστηρικτές του έργου του φυσικού αερίου.

Πράγματι, υπό την στιβαρή εποπτεία, την πολιτική καθοδήγηση, την προσωπική παρότρυνση και την ενεργό συμμετοχή του Αναστάση Πεπονή, η ολιγομελής διαπραγματευτική ομάδα (ΔΕΠ – ΥΠΕΘΟ – Οικονομικό Γραφείο Πρωθυπουργού) κατάφερε, ώς το καλοκαίρι του 1988, να φέρει σε αίσιο πέρας τις διακρατικές και εμπορικές διαπραγματεύσεις με τα αρμόδια υπουργεία και τους κρατικούς οργανισμούς αερίου της Σοβιετικής Ένωσης και της Αλγερίας, αντίστοιχα (Sojuzgazexport και Sonatrach). Έτσι, στις 7/10/1987, υπεγράφη η Διακρατική Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης για τον εφοδιασμό της χώρας μας με φυσικό αέριο αγωγού. Τον Φεβρουάριο του 1988 υπεγράφη και η αντίστοιχη Διακρατική Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αλγερίας, για τον εφοδιασμό της χώρας μας με Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο (LNG) μέσω πλοίων. Τις διακρατικές αυτές συμφωνίες συμπλήρωσαν και εξειδίκευσαν οι αντίστοιχες εμπορικές συμφωνίες της ΔΕΠ με τη Sojuzgazexport (σήμερα Gazprom-Export) και τη Sonatrach, που υπογράφηκαν στις 26/7/1988 και στις 4/2/1988, αντιστοίχως. Συμφωνίες που βασίζονταν σε όρους και τιμολογιακές ρυθμίσεις από τις πλέον ανταγωνιστικές που υπήρχαν τότε σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τον στρατηγικό σχεδιασμό του        Αναστάση Πεπονή και των συνεργατών του, το LNG, παρά το αισθητά υψηλότερο κόστος του σε σχέση με το αέριο αγωγού (κατά 15-20%, την εποχή εκείνη), αλλά και παρά την ανάγκη που δημιουργούσε για κατασκευή και λειτουργία ειδικών εγκαταστάσεων μεταφοράς – κρυογονικής αποθήκευσης – επανεξαερίωσης, για να καταστεί δυνατή η χρήση του, αποτελούσε μια συμπληρωματική μεν, απαραίτητη δε, εναλλακτική πηγή τροφοδοσίας του ελληνικού ενεργειακού συστήματος. Κι αυτό γιατί όχι μόνο αύξανε τη γεωπολιτική ασφάλεια εφοδιασμού και απέτρεπε πιθανές μελλοντικές μονοπωλιακές καταστάσεις στην προμήθεια του αερίου, αλλά και γιατί πρόσφερε αυξημένη ευελιξία, μέσω της δυνατότητας σχετικά ταχείας επέκτασης των εγκαταστάσεών του (δεξαμενές Ρεβυθούσας) ή χρήσης πλωτών σταθμών LNG (των λεγόμενων σήμερα FSRU), σε περίπτωση που στο μέλλον άλλαζαν σημαντικά οι τιμολογιακοί συσχετισμοί μεταξύ LNG και αερίου αγωγού ή δημιουργούνταν σημαντικά προβλήματα στην προμήθεια του ρωσικού αερίου. Οι δραματικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών, με τη βαθιά κρίση ενεργειακού εφοδιασμού από τη Ρωσία λόγω του Ρώσο-Ουκρανικού πολέμου, καταδεικνύει πόσο εύστοχη και μακράς πνοής ήταν η στρατηγική εκείνη επιλογή του Αναστάση Πεπονή.

Τον Σεπτέμβριο του 1988 ιδρύθηκε η Δημόσια Επιχείρηση Αερίου (ΔΕΠΑ), ως θυγατρική εταιρεία της ΔΕΠ, η οποία τον Δεκέμβριο του 1988 υπέγραψε την πρώτη σημαντική συμφωνία κατασκευής του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου, μήκους 512 χλμ., από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα μέχρι την Αττική.

Από κει και πέρα, η σχεδόν 25ετής πορεία ανάπτυξης και συνεχούς επέκτασης του έργου του φυσικού αερίου σε όλη την Ελλάδα είναι λίγο-πολύ γνωστή, και δεν θα ήθελα να κουράσω τον αναγνώστη με τις λεπτομέρειές της. Όμως, ως στενός την περίοδο εκείνη συνεργάτης του Αναστάση Πεπονή και ουσιαστικός συντελεστής στην κοινή μας προσπάθεια για ωρίμανση και εντέλει εκκίνηση της υλοποίησης του έργου, πρέπει να τονίσω με έμφαση ότι το τεράστιο εκείνο επίτευγμά του δεν ήταν καρπός μόνο της μεθοδικότητας, της πολιτικής και διαπραγματευτικής του δεινότητας και της αποφασιστικότητας με την οποία προσέγγισε το έργο. Ήταν, πάνω απ’ όλα, η ισχυρή του θέληση για υλοποίηση του συγκροτημένου οράματός του και της στρατηγικής του σύλληψης για την εισαγωγή στη χώρα μας μιας νέας πηγής ενέργειας, που θα μπορούσε να βοηθήσει καθοριστικά σε πολλά, κρίσιμα για την Ελλάδα, πεδία: στη διαφοροποίηση και ενίσχυση της γεωπολιτικής ασφάλειας του ενεργειακού της εφοδιασμού, στη στήριξη των υφιστάμενων και στην ανάπτυξη νέων βιομηχανικών και κατασκευαστικών δραστηριοτήτων στη χώρα, συνεπώς και στη σημαντική αύξηση της απασχόλησης με υψηλή προστιθέμενη αξία, στην περιβαλλοντική απορρύπανση και αναβάθμιση ιδίως των βεβαρημένων αστικών κέντρων, στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης ολόκληρης της οικονομίας μας και στον αντίστοιχο περιορισμό της σπατάλης φυσικών και οικονομικών πόρων, που προκαλούσε ένα ανορθολογικά δομημένο εθνικό ενεργειακό σύστημα. 

Και κάτι ακόμα. Μέσω της γόνιμης αλληλεπίδρασης που είχε με τη διαπραγματευτική ομάδα, ο Αναστάσης Πεπονής συνειδητοποίησε νωρίς και ενσωμάτωσε ολοκληρωμένα στον μακροχρόνιο σχεδιασμό του έργου το ότι η μαζική χρήση του εισαγόμενου φυσικού αερίου σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής (τότε της κρατικής ΔΕΗ) δεν ήταν παρά ένα πρώτο αναγκαστικό βήμα για την ταχύρρυθμη διείσδυσή του στο εθνικό ενεργειακό ισοζύγιο και την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν ο τελικός στόχος της ένταξης του αερίου στην ενεργειακή οικονομία της χώρας μας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέραμε στις μεταξύ μας μακρές συζητήσεις για το θέμα αυτό, όταν χρησιμοποιείς το αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή είναι «σαν να ταΐζεις ελέφαντα με φιλέ μινιόν». Κι αυτό, γιατί τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα από την εισαγωγή και τη χρήση του φυσικού αερίου, αλλά και το πλήθος των πολλαπλασιαστικών του ωφελειών, προκύπτουν πρωτίστως από την απευθείας εφαρμογή του σε άμεσες θερμικές χρήσεις, στη βιοτεχνία/βιομηχανία, στον εμπορικό τομέα και στην οικιακή κατανάλωση, εκεί δηλαδή όπου η ενεργειακή και η οικονομική του αποδοτικότητα είναι σημαντικά αυξημένη, αλλά και η εγχώρια προστιθέμενη αξία του συναφούς εξοπλισμού και των αναγκαίων κατασκευών είναι σαφώς πολύ μεγαλύτερη.

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, η απλή αυτή αλλά απολύτως τεκμηριωμένη παγκοσμίως αρχή, «ξεθώριασε», λόγω της αργής και δύσκολης, με πλήθος προβλημάτων και καθυστερήσεων, διείσδυσης του αερίου στον αστικό ιστό της χώρας (βιοτεχνίες, μικρές και μεσαίες βιομηχανίες, εμπορικά καταστήματα, οικιακός τομέας), πράγμα που οδήγησε σταδιακά σε έναν μόνιμο υδροκεφαλισμό της χρήσης του στην ηλεκτροπαραγωγή, ιδιαίτερα τα τελευταία 15 χρόνια. Όμως, η ανορθολογική αυτή εξέλιξη στέρησε, πέραν όλων των άλλων, τη δυνατότητα να προωθηθεί και να υλοποιηθεί συστηματικά, με έγκαιρο χρονικό προγραμματισμό και με την εφαρμογή στην πράξη μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής και  αποτελεσματικών μέτρων στήριξης, η ταχύρρυθμη και αποδοτική ανάπτυξη των εγχώριων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη χώρα μας. Η ανάπτυξη αυτή, σε συνδυασμό και σε συνέργεια με την αντίστοιχη ανάπτυξη μονάδων αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας (υδροηλεκτρικά και αντλησιοταμιευτικά) θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό πυλώνα στήριξης της εγχώριας ηλεκτροπαραγωγής και αντίβαρο στη μαζική χρήση του φυσικού αερίου σε αυτήν. Η αφύπνιση των τελευταίων ετών προς την παραπάνω κατεύθυνση που ο Αναστάσης Πεπονής είχε ήδη σχεδιάσει από τη δεκαετία του 1980, ήρθε πολύ καθυστερημένα για να έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα στην τρέχουσα οξύτατη ενεργειακή κρίση, την οποία βιώνει, με τον πιο τραυματικό και δυσβάσταχτο οικονομικά  τρόπο, όλη η Ευρώπη, αλλά ιδιαίτερα η χώρα μας.

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας

Τα χρόνια της στενής θεσμικής συνεργασίας με τον υπουργό (1986-1989), ο υπογράφων, ένθερμος θιασώτης και πρόμαχος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) για τέσσερις και πλέον δεκαετίες (και μάλιστα, τότε, σε δύσκολες εποχές επικυριαρχίας των ρυπογόνων συμβατικών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας, όπου οι ΑΠΕ δεν είχαν ακόμα γίνει «μόδα», ή αποτελέσει, όπως σήμερα, αδήριτη πλανητική ανάγκη), είχα την πολύτιμη ευκαιρία να συζητήσω και να τεκμηριώσω διεξοδικά στον Αναστάση Πεπονή το κρίσιμο ζήτημα των ΑΠΕ, σε όλες του τις πτυχές και με όλες του τις δυνατότητες.  Ο υπουργός κατανόησε, με την ευστροφία και την πολιτική διαύγεια που τον χαρακτήριζε, τον μεγάλο αναπτυξιακό δυναμισμό και την τεράστια εγχώρια προστιθέμενη αξία που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην εθνική μας οικονομία και απασχόληση όλες οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, με τις οποίες είναι πλουσιοπάροχα προικισμένη η χώρα μας: ήλιος, άνεμος, νερό, γεωθερμία, βιομάζα. Και, ως συνήθως, κινήθηκε με συγκροτημένη στρατηγική και πλάνο, αλλά και με τη γνωστή του αποφασιστικότητα, προς την κατεύθυνση αυτή.

Με δική του εισήγηση ιδρύθηκε, τον Σεπτέμβριο του 1987, με το Προεδρικό Διάταγμα 375/87, το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (KAΠE), με κύριο σκοπό του την προώθηση των εφαρμογών AΠE σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, καθώς και την κάθε είδους υποστήριξη δραστηριοτήτων (τεχνολογικών, ερευνητικών, συμβουλευτικών, επενδυτικών) στον τομέα αυτό, με γνώμονα τη μείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης στην αλυσίδα παραγωγή / μεταφορά / χρήση της ενέργειας. Με τους Νόμους 2244/94 και 2702/99, το KAΠE  ορίστηκε, στη συνέχεια,  ως το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο στους τομείς δραστηριότητάς του. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το ΚΑΠΕ αναδείχθηκε, μέσα από την υψηλή κατάρτιση και την πλούσια επιστημονική δραστηριότητα των στελεχών του, όχι μόνο κομβικός εθνικός φορέας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (AΠE), την Ορθολογική Χρήση Ενέργειας (OXE) και την Εξοικονόμηση Ενέργειας (EΞE), αλλά και οργανισμός με διεθνές κύρος και παρουσία.

Αρχές του 1988, ο Αναστάσης Πεπονής συνέστησε Επιτροπή Ενεργειακών Εμπειρογνωμόνων με πρόεδρο τον υπογράφοντα, η οποία ανέλαβε το έργο της εκπόνησης, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μιας ολοκληρωμένης μελέτης και πρότασης εθνικής πολιτικής για τον τομέα των ΑΠΕ. Η Επιτροπή, έπειτα από περίπου ένα έτος εντατικών εργασιών, παρουσίασε, τον Απρίλιο του 1989, υπό την αιγίδα και την ενεργό υποστήριξη του υπουργού, την τελική της πρόταση («Ανανεώσιμες  Πηγές  Ενέργειας  στην  Ελλάδα – Πρόταση Εθνικής Πολιτικής», έκδοση Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχvoλoγίας, Αθήνα, Απρίλιος 1989). Η πρόταση αυτή διαμορφώθηκε μετά από μια αναλυτική και τεκμηριωμένη μελέτη του τομέα των αvαvεώσιμωv πηγών ενέργειας, του δυναμικού τους ανά τεχνολογία, των αναπτυξιακών τους προοπτικών, των όρων και των προϋποθέσεων για την ταχύρρυθμη και αποδοτική ανάπτυξη του τομέα, των πιθανών εμποδίων και προβλημάτων, καθώς και των αποτελεσματικών λύσεων που θα μπορούσαν να επιλεγούν.

Η Πρόταση Εθνικής Πολιτικής δεν περιορίστηκε απλά στο να δώσει τις βασικές κατευθύνσεις και τις παραμέτρους μιας oλoκληρωμέvης εθνικής πολιτικής στov τομέα των ΑΠΕ, αλλά παρουσίασε και μια αναλυτική στρατηγική για την υλοποίησή της, με συγκεκριμένους στόχους, μέτρα και προγράμματα δράσης, τόσο για καθεμία ανανεώσιμη μορφή ενέργειας χωριστά, όσο και για το ενιαίο ενεργειακό σύvoλo. Βασικός ποσοτικός στόχος της πρότασης ήταν η αύξηση της συνεισφοράς των ΑΠΕ στην πρωτογενή κατανάλωση ενέργειας της χώρας από 3,5% το 1986 (3% βιομάζα + 0,5% ηλιακή ενέργεια για θέρμανση νερού, με αμελητέα συνεισφορά της αιολικής και φωτοβολταϊκής ενέργειας), σε 10% το 2000 και σε 32% το 2010 (αποτελούμενο από 19% βιομάζα + 2% ηλιακή ενέργεια + 5% αιολική ενέργεια + 2% γεωθερμία + 4% μικρά υδροηλεκτρικά).

Αξίζει να σημειωθεί ότι, πέραν όλων των άλλων μέτρων και δράσεων που πρότεινε η Επιτροπή Πεπονή, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε, με προτάσεις, όργανα και διαδικασίες, στην ενεργοποίηση και αποδοτική απορρόφηση των διαθέσιμων για τις ΑΠΕ κοινοτικών κονδυλίων, μέσω των (τότε) Προγραμμάτων ΕΤΠΑ/VALOREN, τα οποία παρουσίαζαν μικρή απορροφητικότητα. Η πρόταση εστίασε και στην προώθηση νέων για την εποχή εκείνη, εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης επενδύσεων ΑΠΕ, όπως ήταν η χρηματοδότηση από τρίτους (third party financing) και τα «συνολικά δάνεια» (global loans) που έδινε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε συνεργασία με το λεγόμενο Νέο Κοινοτικό Όργανο (New Community Instrument).  

Τριάντα και πλέον χρόνια από την κατάθεση της πρότασης εκείνης, που έθεσε σε κίνηση, επόπτευσε και υιοθέτησε ο Αναστάσης Πεπονής, και παρά τη θεαματική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα μας, ιδιαίτερα τα τελευταία 15-20 χρόνια, δεν είναι ιδιαίτερα παρήγορο το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων που εμποδίζουν την ταχύρρυθμη και αποδοτική ένταξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο εθνικό ενεργειακό μας ισοζύγιο, αλλά και τη μεγιστοποίηση της τεράστιας εγχώριας προστιθέμενης αξίας τους, παραμένει ακριβώς το ίδιο με αυτό που κατέγραψε η πρόταση του 1989. Όπως ίδιες παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, και οι βέλτιστες λύσεις στρατηγικής και μέτρων που πρότειναν τότε ο υπουργός και η Επιτροπή του.

Κοινοτικά ενεργειακά θέματα

Ως υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχvoλoγίας, πέραν όλων των άλλων πολυσχιδών δραστηριοτήτων του, ο Αναστάσης Πεπονής ασχολήθηκε ενεργά και πολύ δημιουργικά με τα θέματα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στov ενεργειακό τομέα. Ήταν, θεσμικά, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας σε πολυάριθμα επίσημα Συμβούλια των Υπουργών Ενέργειας της ΕΟΚ την περίοδο 1986-1989, καθώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας στη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας (Β’ εξάμηvo 1988), κατά την οποία ο υπογράφων είχε αναλάβει, θεσμικά, το ρόλο του επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας.

Πρέπει να τονιστεί ότι η θητεία του Αναστάση Πεπονή ως υπουργού Ενέργειας (και του υπογράφοντος ως γενικού γραμματέα) συνέπεσε με μια χρονική περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διαμόρφωση τόσο των εθνικών, όσο και των ευρωπαϊκών πολιτικών στο χώρο της ενέργειας, στην οποία περίοδο «ξετυλιγόταν» και προχωρούσε, με αργά και δύσκολα, ενίοτε επώδυνα, βήματα η δημιουργία της ενιαίας αγοράς ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και το αντίστοιχο άνοιγμα των εθνικών ενεργειακών αγορών. Ένα άνοιγμα που, χωρίς την κατάλληλη πολιτική και τον βέλτιστο σχεδιασμό / προγραμματισμό, θα μπορούσε να έχει τεράστιο αρνητικό αντίκτυπο στη βιωσιμότητα και τις αναπτυξιακές προοπτικές των έως τότε κρατικών μονοπωλίων.

Σε εκείνη την κρίσιμη περίοδο, ο Αναστάσης Πεπονής υπήρξε αναμφίβολα ο βασικότερος συντελεστής της διαμόρφωσης, υποστήριξης και προώθησης των ελληνικών θέσεων στov τομέα της ενέργειας σε κoιvoτικό επίπεδο, καθώς και ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός, κοινής αποδοχής και εκτίμησης, πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας του 1988. Υπό τις ιδιότητές του αυτές προώθησε, με ευστροφία, γνώση, διπλωματική δεξιοτεχνία και αποφασιστικότητα, σειρά σημαντικών ελληνικών παρεμβάσεων σε κoιvoτικό επίπεδο, πάνω σε ζητήματα καίριας σημασίας για την ενεργειακή πολιτική της χώρας μας, παρεμβάσεων οι οποίες ενσωματώθηκαν, κατά εθνικά επωφελή τρόπο, στις κοινοτικές πολιτικές. Τέτοια ζητήματα ήταν η ενιαία αγορά ενέργειας, η διαφάνεια των τιμών ενέργειας, οι δημόσιες συμβάσεις στov ενεργειακό τομέα, η αγορά πετρελαίου και η βιομηχανία διύλισης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η oρθoλoγική χρήση του ηλεκτρισμού, η προώθηση νέων και αναβαθμισμένων ενεργειακών τεχvoλoγιώv στην Ευρώπη και η πρόσβαση τρίτων στα δημόσια δίκτυα φυσικού αερίου και  ηλεκτρισμού.

Γεωπολιτικοί προβληματισμοί

Μετά τις εκλογές του 1989 και τη λήξη της θεσμικής μας συνεργασίας στο υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχvoλoγίας, με τον Αναστάση Πεπονή συνεχίσαμε να βρισκόμαστε συχνά σε επαφή και να συζητάμε διεξοδικά διάφορα, ενεργειακά κυρίως, θέματα, όπως αυτά που εξελίσσονταν διαρκώς και επηρέαζαν το εθνικό και διεθνές πλαίσιο. Κεντρικός άξονας της σκέψης του στα θέματα αυτά ήταν, όπως πάντα, η γεωπολιτική διάσταση της ενέργειας και οι τρόποι με τους οποίους η διάσταση αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ισχυροποίηση της θέσης της χώρας μας και για τη μεγιστοποίηση των ωφελειών της για την εθνική μας οικονομία. Μερικά από τα θέματα αυτά διαλαμβάνονται εν εκτάσει στο συναρπαστικό του βιβλίο Για το ζήτημα του Αιγαίου (2008), όμως ο υπογράφων δεν θεωρεί ότι είναι ο πλέον καταρτισμένος και κατάλληλος να εκφέρει κρίση γι’ αυτά τα κρίσιμης πολιτικής και εθνικής σημασίας θέματα.

Ολοκληρώνοντας όμως την αναφορά μου σε αυτόν τον αξιοθαύμαστο άνθρωπο και πολιτικό, που όπως έχω ήδη πει αποτελεί για μένα διαρκές πρότυπο ζωής και δημιουργίας, θα ήθελα να αναφέρω συνοπτικά την άποψή του πάνω σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ενεργειακά και εθνικά, θέμα, όπως αυτό αναδείχθηκε μέσα από τις συζητήσεις μας, περίπου την περίοδο 1990-91. Έχοντας επιστρέψει στον ιδιωτικό τομέα, και ασχολούμενος κυρίως με διεθνή ενεργειακά προγράμματα, με πρωταρχική ενασχόληση τις ΑΠΕ, ήλθε στις σχετικές συζητήσεις μας με τον Αναστάση Πεπονή το θέμα της δυνατότητας εγκατάστασης και λειτουργίας έργων ΑΠΕ (κυρίως αιολικών πάρκων) πάνω σε βραχονησίδες του Αιγαίου, προοπτική που εκείνος υποστήριζε ήδη θερμά και με προέτρεψε να την «κυνηγήσω» με όλες μου τις δυνάμεις. Όπως μου ανέλυσε διεξοδικά, σε αντίθεση με τα νησιά, τα οποία έχουν κατά το Διεθνές Δίκαιο υφαλοκρηπίδα (και σε πολλά κράτη και ΑΟΖ), οι βραχονησίδες έχουν μεν αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα), δεν έχουν όμως δικαίωμα στην υφαλοκρηπίδα ή στην αποκλειστική οικονομική ζώνη. Εξαίρεση αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, οι βραχονησίδες που μπορούν να διατηρήσουν ανθρώπινο πληθυσμό ή αυτόνομη οικονομική ζωή. Συνεπώς, η εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση έργων ΑΠΕ πάνω σε βραχονησίδες του Αιγαίου θα δημιουργούσε αυτόματα τη δυνατότητα να οριοθετηθεί γύρω τους υφαλοκρηπίδα, επεκτείνοντας έτσι τα όρια κυριαρχίας της χώρας μας.

Αυτά εν έτει 1990 ή 1991, όταν η ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα και, πάντως, εκτός των βασικών γεωπολιτικών προτεραιοτήτων και των «ραντάρ» της ευρύτερης περιοχής, αλλά και εκτός «γκρίζων ζωνών». Πολύ αργότερα, τη δεκαετία του 2010, άρχισαν να αναλαμβάνονται κάποιες επενδυτικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή, με αποκορύφωμα την εγκατάσταση και λειτουργία, το 2016, αιολικού πάρκου ισχύος 73 MW πάνω στη βραχονησίδα Άγιος Γεώργιος, 20 χλμ. Ν-ΝΔ του Σουνίου, βεβαίως σε σαφώς μη διαμφισβητούμενη περιοχή του Αιγαίου. Για τα υπόλοιπα (ευάριθμα) συναφή επενδυτικά σχέδια ΑΠΕ σε βραχονησίδες, σε πιο «καυτές» όμως, μετά τα Ίμια, περιοχές του Αιγαίου, φοβάμαι ότι το πουλί έχει πια πετάξει, ή θα καθυστερήσει η έλευσή του για δεκαετίες.

Γι’ αυτό και αναρωτιέμαι, πολλές φορές, τι θα είχε συμβεί στην εξέλιξη των ενεργειακών (αλλά και εθνικών μας) θεμάτων, όπως οι ΑΠΕ, το φυσικό αέριο, κ.ά., αν είχαν εισακουστεί, έγκαιρα και ουσιαστικά, οι συγκροτημένες σκέψεις, εισηγήσεις και στρατηγικές που είχε χαράξει, με οραματική καθαρότητα, ο μεγάλος αυτός πολιτικός και άνθρωπος, ο αγαπητός μου Αναστάσης Πεπονής.

*Εμπειρογνώμονας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε θέματα Ενέργειας και Περιβάλλοντος. Διετέλεσε σύμβουλος του έλληνα πρωθυπουργού σε θέματα ενέργειας και περιβάλλοντος (1986-87), γενικός γραμματέας του υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (1988-89), πρόεδρος της Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας της Ελλάδος (2010-2015). Έχει δημοσιεύσει εννέα τεχνικά και επιστημονικά βιβλία.

(από booksjournal.gr)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις23 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα53 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή