Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Αγωγός από το Ισραήλ και νέος… EastMed με «τάνκερ» (ΑΝΑΛΥΣΗ)

Δημοσιεύτηκε στις

Γεωπολιτικό-γεωστρατηγικό τόξο: Ινδία-Σαουδική Αραβία- Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα-λοιπή ΕΕ

Γράφει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης

Κλείνουν το μάτι στη Σ. Αραβία για τον άξονα με την Ινδία και οι ευλογίες των ΗΠΑ λόγω της κινέζικης «εισβολής» στην Ευρασία – H σημασία της Αλεξανδρούπολης και πώς οικοδομείται νέος άξονας και δίκτυο ασφάλειας και η σύνδεσή του με τους Άραβες και τους «εχθρούς της Δύσης»

Τον γεωπολιτικό χάρτη της ευρύτερης περιοχής προσδοκούν να αλλάξουν το επόμενο διάστημα Κύπρος και Ελλάδα, με πρωταγωνιστή το Ισραήλ, που ως η περιφερειακή δύναμη σέρνει τον χορό, επιδιώκοντας να έχει ως συμπρωταγωνιστές άλλα κράτη που διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο στη γειτονιά τους και διεθνώς, όπως είναι η Ινδία και η Σαουδική Αραβία.

Όπως πληροφορούμαστε από κυβερνητικές πηγές, κατά τη διάρκεια της τελευταίας Τριμερούς, που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο την περασμένη εβδομάδα, έχουν λεχθεί τα εξής:

Δύο πυλώνες

Πρώτο: Λήψη τελικών αποφάσεων ώς το τέλος του έτους. Ήδη έχει αποφασιστεί ότι θα περάσει αγωγός από τα ισραηλινά κοιτάσματα στην Κύπρο. Αυτό θεωρείται ως το πρώτο σκέλος του EastMed. Εν συνεχεία υπάρχουν δύο επιλογές. Η πρώτη είναι ο αγωγός EastMed ώς την Ελλάδα και από εκεί στην Ιταλία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η δεύτερη είναι εκείνη του LNG στην Κύπρο και η μεταφορά του μέσω πλοίων στην Αλεξανδρούπολη και προς άλλες κατευθύνσεις. Αυτή εμφανίζεται ως πιο συμφέρουσα. Όπως συναφώς πληροφορούμαστε, τα έργα θα αρχίσουν αμέσως μόλις ληφθεί η τελική απόφαση, διότι θέλουν όλοι οι εμπλεκόμενοι να αρπάξουν την ευκαιρία της πενταετίας, όπως λένε. Σε αυτές τις εξελίξεις προστίθεται ακόμη μία: Τις αρχές του επόμενου έτους προσδοκάται ότι θα προκύψει συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ για το θέμα των ποσοστών σε τμήμα του οικοπέδου Αφροδίτη.

Η επιλογή χωρίς αγωγό προς την Ελλάδα εμφανίζεται ως «EastMed μέσω τάνκερ», ειδικώς σε μια περίοδο, κατά την οποία η Ευρώπη έχει ανάγκη την ενέργεια, λόγω της ουκρανικής κρίσης. Συν του ότι, ώς το 2030 κλείνει το πρώτο ορόσημο της πράσινης ενέργειας, οπότε εάν το έργο στην Κύπρο τελειώσει το 2026, θα έχει το διάστημα των τεσσάρων ετών για να είναι λίαν κερδοφόρο. Εν συνεχεία το ζήτημα συναρτάται κατά πόσον η ΕΕ θα περιορίσει και πόσο τις ανάγκες της σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο, λόγω της μετάβασής της στην πράσινη ενέργεια. Οπότε, για την Κύπρο και το Ισραήλ υπάρχουν εκτός της Ευρώπης οι αγορές της Ασίας. Το έργο αυτό δεν επηρεάζει την επιλογή αγωγού προς Αίγυπτο.

Δεύτερο, η δημιουργία ενός γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού τόξου που περιλαμβάνει την Ινδία, τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα και φτάνει ώς την ΕΕ και περιλαμβάνει:

Α) Κράτη διαφόρων εθνοτήτων και θρησκειών, που θα συνυπάρξουν εξυπηρετώντας κοινά συμφέροντα. Β) Οικονομική, εμπορική και ενεργειακή συνεργασία. Γ) Αμυντική συνεργασία στη λογική ενός υποσυστήματος ασφάλειας, το οποίο έχει την εύνοια και των ΗΠΑ, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή της Ιορδανίας και της Αιγύπτου. Ο σχεδιασμός αυτός εκτιμάται ότι καλύπτει κενά των ΗΠΑ σε περιφερειακό επίπεδο και μπορεί να λειτουργήσει παράλληλα και ανταγωνιστικά με τον νέο Δρόμο του Μεταξιού από την Κίνα στην Ευρώπη, από τον θαλάσσιο και χερσαίο, ακόμη και τον εναέριο χώρο. Πάντως, εκ της φύσεώς του ένα τέτοιο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό τόξο λειτουργεί ανασχετικά σε κράτη μη φιλικά στη Δύση, που κυρίως οι ΗΠΑ θεωρούν ως απειλές, όπως είναι το Πακιστάν, πιο πίσω το Αφγανιστάν, το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία. Πάντως, το θέμα είχε συζητηθεί μεταξύ του νυν Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη, όταν ήταν Υπουργός Εξωτερικών, και του Ινδού ομολόγου του. Μετά την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ, η Κύπρος φιλοδοξεί να καταστεί η γέφυρα της Ινδίας με τις Βρυξέλλες. Εκτιμάται, δε, ότι θα ληφθούν περαιτέρω αποφάσεις το πρώτο τρίμηνο του 2024 σε Σύνοδο, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Ισραήλ με την παρουσία της Ινδίας.

Πώς συνδέεται η στρατηγική πυξίδα με το στρατηγικό τόξο από την Ινδία

Η Κύπρος ως γέφυρα της Ινδίας στην ΕΕ και οι σχέσεις Σ. Αραβίας – Ισραήλ

Στρατηγική πυξίδα

Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα μπορεί να υλοποιηθεί ένας τέτοιος σχεδιασμός και ποιαν αξιοπιστία μπορεί να έχει; Κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι η εμπλοκή Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας -εάν τελικώς καταστεί δυνατή η συμμετοχή της- καθώς και της Ινδίας προσδίδει μαζί με την Κύπρο και την Ελλάδα, ως κράτη μέλη της ΕΕ, άλλες διαστάσεις συμμαχικής αξιοπιστίας. Εκτιμάται ότι η Σ. Αραβία δεν έχει λόγους να είναι αρνητική. Ο διπλός αυτός σχεδιασμός: 1) Μειώνει τις πιθανότητες αγωγού από το Ισραήλ προς την Τουρκία, διότι εκτός των άλλων οι Ισραηλινοί έχουν ήδη συμφωνία και με την Αίγυπτο, χωρίς όμως να αποκλείεται οτιδήποτε, εφόσον υπάρχουν συμφέροντα. 2) Σε αυτόν μπορεί να προστεθεί μια συναφής πολιτική από την Κύπρο και την Ελλάδα, εφόσον ληφθεί απόφαση για την υλοποίηση της στρατηγικής πυξίδας, ώστε να είναι: Α) Παρούσα η ΕΕ και δη στην πράξη μέσω δύο δικών της κρατών μελών. Β) Παρόν το ΝΑΤΟ, που συνδέεται με την άμυνα και ασφάλεια της ΕΕ, μέσω της Ελλάδας. Όσο, δε, για την Τουρκία, καμιά απαίτηση συμμετοχής δεν μπορεί να έχει στη στρατηγική πυξίδα εάν δεν προχωρήσει στην αποχώρηση των στρατευμάτων της από την Κύπρο και δεσμευτεί αφενός για πλήρη αποχώρηση και, αφετέρου, για τερματισμό του κλίματος έντασης και σεβασμό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο μέσω του διαλόγου με την Ελλάδα.

Τουρκική ενεργειακή διπλωματία και χρονοδιαγράμματα

Ο Ταγίπ Ερντογάν, πάντως, συνεχίζει την πολιτική τού «εκκρεμούς», μια με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και μια με τη Ρωσία. Και συμβαίνει αυτό διότι συμπεριφέρεται ως ηγέτης υπερδύναμης. Τις προάλλες είχε επαφές με τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν και είναι πρόδηλον ότι θέλει να καταστεί η ενεργειακή έξοδος της Μόσχας από τον αποκλεισμό, που υπάρχει ως αποτέλεσα του πολέμου στην Ουκρανία. Όπως δήλωσε ο Τούρκος Πρόεδρος: «Με τις επενδύσεις μας θα μετατρέψουμε τη χώρα μας σε σημαντική βάση φυσικού αερίου. Πλησιάζουμε στον στόχο μας να κάνουμε την Τουρκία το κέντρο της περιοχής και αργότερα της παγκόσμιας ενέργειας… Με τις συμφωνίες στον τομέα του φυσικού αερίου μετατρέπουμε τη χώρα μας σε ενεργειακή βάση». Και επί τούτων πρόσθεσε: «Με τις επιτυχίες στην ενεργειακή διπλωματία αποδείξαμε ότι στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να γίνει κανένα βήμα χωρίς την Τουρκία». Στη βάση αυτή της πολιτικής έχει ανακοινώσει ότι προγραμματίζει την εγκατάσταση άλλου ενός πυρηνικού σταθμού, μετά από εκείνον στο Άκιουγιου, στη Μαύρη Θάλασσα και δη στη Σινώπη. Ταυτοχρόνως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, ο αγωγός EastMed, πέραν του οικονομικού τομέα, μάλλον μπαίνει στο ράφι, λόγω των τουρκικών απειλών που είναι συναφείς με τα ζητήματα των ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας που έχει ανοικτά η Άγκυρα με την Κύπρο και την Ελλάδα, οι οποίες δεν θέλουν να έρθουν σε αντιπαράθεση με την Τουρκία για να μη χαλάσει το κλίμα που πάει να δημιουργηθεί.

Επειδή περί Ελλάδας ο λόγος, μετά τη συνάντηση Γεραπετρίτη – Φιντάν την περασμένη Τρίτη, οι σχέσεις της με την Τουρκία μπαίνουν στα βαθιά νερά του διαλόγου με σωσίβιο την πολιτική βούληση των ΗΠΑ περί της συνοχής του ΝΑΤΟ. Ο οδικός χάρτης των Ελλαδοτουρκικών είναι συναφής με το χρονοδιάγραμμα, το οποίο ετέθη στις σχέσεις Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Ελλάδα και Τουρκία θα έχουν: Α) Το επόμενο ραντεβού στις 18 Σεπτεμβρίου, όταν θα συναντηθούν ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριο των εργασιών του ΟΗΕ. Β) Στις 17 Οκτωβρίου, όταν θα διεξαχθεί συνάντηση σε πολιτικό και τεχνοκρατικό επίπεδο, που θα περιλάβει προτάσεις για ΜΟΕ και την προετοιμασία για το Ανώτατο Συμβούλιο των δύο χωρών, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη περί τον Δεκέμβριο, μετά από επτά χρόνια.

Το ερώτημα και η αυτοχειρία

Το νέο ερώτημα που εγείρεται έχει ως εξής: Πώς θα προχωρήσει ένας τέτοιος διάλογος όταν Ελλάδα και Τουρκία ισχυρίζονται ότι παραμένουν πιστές στις κόκκινες γραμμές; Το ίδιο συμβαίνει και με το Κυπριακό. Πώς θα υπάρξει αποτέλεσμα στις προσπάθειες του Προέδρου, όταν η τουρκική πλευρά επιμένει στα δύο κράτη με ισότιμη κυριαρχία; Βεβαίως, υπάρχει και κάτι άλλο που λέει ο Ερντογάν. Ότι, δηλαδή, στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου θα πρέπει να παίξει και η Τουρκία στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Επί τούτου είναι που η Κυβέρνηση θα πρέπει να ξεκαθαρίσει στους εν δυνάμει και υφιστάμενους συμμάχους μας, καθώς και στους εταίρους μας στην ΕΕ, ότι η Τουρκία μπορεί να συμμετάσχει όταν αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία για να καθοριστεί μεταξύ των δύο κρατών υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου, εφόσον γίνουν σεβαστά όσα το Πρωτόκολλο 10 και η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 καθορίζουν.

Οι θέσεις αυτές είναι δημοκρατικές και θέτουν την Τουρκία ενώπιον διλημμάτων, επί των οποίων οφείλει να δώσει απαντήσεις. Αλλιώς, είναι εκτεθειμένη και διευκολύνεται σε διεθνές, και δη ευρωπαϊκό επίπεδο, ο όποιος γεωπολιτικός σχεδιασμός μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Βεβαίως, ουκ ολίγες φορές έχουμε γίνει αυτόχειρες…

10.9 ΧΑΡΤΗΣ 1.png

Ο χάρτης αποτυπώνει το γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό τόξο που μπορεί να δημιουργηθεί από την Ινδία ώς την Ευρώπη μέσω Κύπρου και Ελλάδας, με κινητήριο μοχλό το Ισραήλ και την προσδοκία για συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας. Στόχος είναι η συνεργασία σε εμπόριο, οικονομία και θέματα ασφάλειας. Ένας τέτοιος σχεδιασμός μπορεί να λειτουργεί παράλληλα με τον σύγχρονο Δρόμο του Μεταξιού από την Κίνα στην Ευρώπη είτε χερσαία είτε μέσω θαλάσσης, εννοείται και από αέρος. Οι σχετικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν το πρώτο τρίμηνο του 2024, στο Ισραήλ, με τη συμμετοχή της Ινδίας.

10.9 ΧΑΡΤΗΣ 2.png

Ο χάρτης αποτυπώνει τα δρομολόγια των αγωγών από το Ισραήλ προς Κύπρο και προς Τουρκία, καθώς και τους αγωγούς μέσω Τουρκίας από το Αζερμπαϊτζάν και Ρωσία. Ώς το τέλος του έτους θα ληφθούν, όπως ελέχθη στην Τριμερή της περασμένης βδομάδας, οι αποφάσεις για τον αγωγό από το Ισραήλ στην Κύπρο. Και μετά υπάρχουν δύο επιλογές. Η μία είναι ο αγωγός EastMed και ο άλλος είναι το LNG και η μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Αλεξανδρούπολη και αλλού με τάνκερ. Με κίτρινο χρώμα απεικονίζεται ο αγωγός μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας EuroAfrica και με πράσινο ο EuroAsia, ενώ με μαύρο χρώμα καταγράφεται η πορεία του EastMed. Με κίτρινο στρογγυλό χρώμα είναι τα δυο τερματικά της Αιγύπτου, δηλαδή του Ιντκού και της Νταμιέτα. Με κόκκινο και άσπρο διακεκομμένο χρώμα είναι το ίχνος του νοητού αγωγού από την ΑΟΖ του Ισραήλ στο Τσεϊχάν, όπου καταλήγει και αγωγός από το Μπακού. Επίσης στον χάρτη παρουσιάζεται ο TANAP, που ενώνει το Αζερμπαϊτζάν με την Τουρκία και μέσω του TAP καταλήγει στην Ευρώπη. Άλλοι δύο αγωγοί είναι ο «Blue Stream» και «Turkish Stream» από τη Ρωσία.

Πηγή: Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Άμυνα

Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC

Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν η ναυτική συνεργασία, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η ναυπηγική βιομηχανία. Οι συνομιλίες στο Νέο Δελχί αναδεικνύουν τη διεύρυνση των ελληνοϊνδικών σχέσεων σε τομείς στρατηγικής σημασίας, την ώρα που Αθήνα και Νέο Δελχί εξετάζουν τις προοπτικές συνεργασίας τους στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα ακόμη βήμα στην ανάπτυξη των στρατηγικών σχέσεων Ελλάδας και Ινδίας πραγματοποιήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026, με τη συνάντηση του γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh και του υφυπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Στέφανου Γκίκα στο Νέο Δελχί.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ινδικού υπουργείου Άμυνας, οι δύο πλευρές εξέτασαν τις δυνατότητες ενίσχυσης της αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη θαλάσσια ασφάλεια, στην προστασία των ακτών και στη ναυπηγική βιομηχανία.

Η ινδική πλευρά υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Ινδία, ως δύο χώρες με ισχυρή ναυτική παράδοση και σημαντικά συμφέροντα στις θαλάσσιες μεταφορές, έχουν κοινό ενδιαφέρον για την ασφάλεια των ναυτικών και τη διατήρηση ασφαλών θαλάσσιων διαδρομών.

Η ναυτική διάσταση της στρατηγικής συνεργασίας

Το ενδιαφέρον της συνάντησης δεν περιορίζεται στη ναυτιλία. Η συμμετοχή του ανώτατου υπηρεσιακού αξιωματούχου του ινδικού υπουργείου Άμυνας καταδεικνύει ότι η συνεργασία εξετάζεται και μέσα από το πρίσμα της περιφερειακής ασφάλειας.

Για την Ινδία, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και η προστασία των θαλάσσιων εμπορικών διαδρόμων αποτελούν ζωτικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική εμπορική ναυτιλία, υποδομές λιμένων και ναυπηγικές εγκαταστάσεις, στοιχεία που μπορούν να δημιουργήσουν περιθώρια συνεργασίας με το Νέο Δελχί.

Στο επίπεδο της αμυντικής βιομηχανίας, η αναφορά στα ναυπηγεία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για διερεύνηση κοινών τεχνικών προγραμμάτων, συνεργασίας σε επισκευές πλοίων, θαλάσσια επιτήρηση και τεχνολογίες ναυτικής ασφάλειας.

Προς το παρόν, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη σύμβαση ή συμφωνία συμπαραγωγής.

Στο βάθος ο οικονομικός διάδρομος IMEC

Η επίσκεψη του Στέφανου Γκίκα στην Ινδία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του διεθνούς φόρουμ «Sagarmanthan: The Great Oceans Dialogue 2026».

Στις επαφές του τέθηκαν επίσης οι προοπτικές ελληνικής συμμετοχής στον οικονομικό διάδρομο IMEC, ο οποίος σχεδιάζεται να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής.

Για την Αθήνα, η συμμετοχή σε αυτή τη γεωοικονομική πρωτοβουλία θα μπορούσε να αναβαθμίσει τον ρόλο ελληνικών λιμένων ως κόμβων διακίνησης αγαθών και να ενισχύσει τη θέση της χώρας στις εμπορικές συνδέσεις Ασίας και Ευρώπης.

Ωστόσο, η υλοποίηση του IMEC εξαρτάται από επενδύσεις, διακρατικές συμφωνίες και τις συνθήκες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.

Η γεωπολιτική παράμετρος

Η αναβάθμιση των ελληνοϊνδικών σχέσεων αποκτά πρόσθετη σημασία στο περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και του Ινδικού Ωκεανού.

Η Ελλάδα αναζητεί δυνατότητες διεύρυνσης των στρατηγικών της συνεργασιών πέρα από το παραδοσιακό ευρωατλαντικό πλαίσιο, ενώ η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη παρουσία στις εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές προς την Ευρώπη.

Σε αυτή την εξίσωση πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι στενές αμυντικές σχέσεις Τουρκίας–Πακιστάν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ελληνοϊνδική προσέγγιση αποτελεί επίσημα αντίβαρο σε αυτές.

Το ουσιαστικό ζητούμενο για την Αθήνα είναι να μετατραπεί η πολιτική σύγκλιση σε συγκεκριμένα προγράμματα οικονομικής, τεχνολογικής και αμυντικής συνεργασίας.

Η συνάντηση στο Νέο Δελχί δείχνει ότι υπάρχουν πεδία κοινού ενδιαφέροντος. Το επόμενο βήμα θα είναι η διαμόρφωση συμφωνιών με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για τη στάση της Ουάσιγκτον στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και αναδεικνύει τα προβλήματα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Σαφείς αποστάσεις από τις θριαμβολογίες που συνόδευσαν την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα κράτησε ο αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής Λάμπρος Τζούμης. Στην παρέμβασή του στον Θήτα FM, στη συζήτηση με τη Βασιλική Πολίτου, υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει την ασφάλειά της στην ισχύ και την αποφασιστικότητά της, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει τις τουρκικές διεκδικήσεις με τον τρόπο που επιθυμεί η Αθήνα.

«Αν περιμέναμε ότι θα πάρουμε εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, νομίζω θα ήταν μια ψευδαίσθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναγνώρισε τη σημασία της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και χαρακτήρισε εξαιρετική την ομιλία του στην Πνύκα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η επίσκεψη «δεν προσφέρεται για χειροκροτήματα και για θριαμβολογίες».

Το καλώδιο και τα περιθώρια που βλέπει να αφήνονται στην Τουρκία

Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για την αμερικανική στάση στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Σχολιάζοντας την απάντηση Ρούμπιο, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, επισήμανε ότι δεν υπήρξε ρητή δημόσια δέσμευση πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτρέψουν τουρκική παρεμπόδιση του έργου.

Κατά την εκτίμησή του, η αναφορά σε λεπτές ισορροπίες και διπλωματικές συνεννοήσεις αφήνει χώρο στην Άγκυρα να συνεχίσει τις πιέσεις της.

«Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν να πάρουν μια στάση υπέρ της Αθήνας, θα μπορούσε να πει ότι δεν θα επιτρέψουμε στην Τουρκία να δημιουργήσει πρόβλημα στην ηλεκτρική διασύνδεση. Δεν είπε κάτι τέτοιο», σημείωσε.

Ο κ. Τζούμης διατύπωσε την πρόβλεψη ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προστατεύσει τις ενεργειακές έρευνες νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, λόγω των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων, χωρίς να επιδείξει αντίστοιχη στάση ανατολικότερα.

Εστιάζοντας στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και στο σύμπλεγμα της Μεγίστης, εξέφρασε την ανησυχία ότι θα παραμείνουν περιθώρια για τουρκικές προκλήσεις. Με αυτή την εκτίμηση εξήγησε γιατί δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία για την αμερικανική στάση στο καλώδιο.

Η Ουάσιγκτον χρειάζεται και την Τουρκία

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν Ελλάδα και Τουρκία ως δύο γεωπολιτικούς πόλους που χρειάζονται ταυτόχρονα.

Όπως υποστήριξε, η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και η στρατιωτική της χρησιμότητα καθιστούν μη ρεαλιστική την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα την εγκαταλείψει, ακόμη και όταν η Άγκυρα απομακρύνεται από δυτικές επιλογές.

Στο ίδιο πλαίσιο, σχολίασε ότι η αμερικανική επιθυμία να αποφευχθεί μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιους όρους θα επιτευχθεί η αποκλιμάκωση και τι θα σημαίνει για τα ελληνικά συμφέροντα.

Επικαλέστηκε την κρίση των Ιμίων το 1996, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική παρέμβαση, μολονότι συνέβαλε στη λήξη της κρίσης, δεν ικανοποίησε την ελληνική πλευρά και ευνόησε, κατά την ανάγνωσή του, την τουρκική αμφισβήτηση. Με αυτή την ιστορική αναφορά αιτιολόγησε την επιφύλαξή του απέναντι στις προσδοκίες μιας παρέμβασης αποκλειστικά υπέρ της Αθήνας.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει»

Ο αντιστράτηγος ε.α. τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι «η ελευθερία πληρώνεται ακριβά». Υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη αποφυγής σπατάλης, καθώς οι αμυντικές δαπάνες προέρχονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού.

Για τα F-35, ανέφερε ότι η εξασφάλιση των κατάλληλων όπλων αέρος–εδάφους θα έπρεπε να έχει προηγηθεί νέων οικονομικών δεσμεύσεων. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν γνώριζε εάν αυτά περιλαμβάνονταν στο πρόσθετο εξοπλιστικό πακέτο που τέθηκε στη συζήτηση.

Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό, αναφερόμενος σε παραιτήσεις, μειωμένη προσέλευση υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές και χαμηλή στελέχωση μονάδων.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει», τόνισε, ζητώντας να δοθεί βάρος στον ανθρώπινο παράγοντα.

Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι οι αγορές οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους αποτροπή. Απαιτείται να πείθεται η άλλη πλευρά ότι υπάρχει πρόθεση αξιοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων για την υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Κάσος και το μήνυμα προς την Άγκυρα

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Κάσο και τη δραστηριότητα του Oruç Reis κοντά στο Καστελλόριζο, ο κ. Τζούμης υποστήριξε ότι οι ελληνικές αντιδράσεις έστειλαν μήνυμα περιορισμένης βούλησης χρήσης της στρατιωτικής ισχύος.

Επισήμανε ότι η απαίτηση για αποφασιστικότητα δεν ισοδυναμεί με επιδίωξη πολέμου.

«Κανένας δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς δεν θέλει τη σύγκρουση», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αξιόπιστη ετοιμότητα αποτελεί στοιχείο της αποτροπής. Κατά την ανάλυσή του, όταν η Τουρκία διαπιστώνει απροθυμία αντίδρασης, αποκτά περιθώρια να αυξάνει την πίεση και να επιδιώκει διαπραγμάτευση επί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το μάθημα του 1987

Ως παραδείγματα αποτελεσματικής ελληνικής αντίδρασης παρουσίασε την αντιμετώπιση της τουρκικής NOTAM το 1974 και την κρίση του 1987.

Για τη δεύτερη περίπτωση, στάθηκε στον συνδυασμό διπλωματικών κινήσεων και στρατιωτικής προετοιμασίας. Μετέφερε, μάλιστα, την προσωπική του εμπειρία από τη Ρόδο, όπου υπηρετούσε τότε, περιγράφοντας την άφιξη επιστράτων και την ανάπτυξη ναρκοπεδίων ως ενδείξεις πραγματικής ετοιμότητας.

Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία αναδιπλώθηκε όταν αντιμετώπισε αποφασιστική αντίδραση και συγκεκριμένο κόστος. Αναφέρθηκε, ωστόσο, και στις μεταγενέστερες εξελίξεις στο Νταβός, αναδεικνύοντας ότι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών δεν εξαντλείται στη στιγμή μιας κρίσης.

Κλείνοντας, απέδωσε το πρόβλημα σε μια διαχρονική πολιτική φοβικότητας, υποχωρητικότητας και κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Διευκρίνισε ότι η κριτική του αφορά περισσότερες από μία κυβερνήσεις. Το μήνυμά του προς την Αθήνα ήταν σαφές: ενίσχυση της άμυνας, μέριμνα για το προσωπικό και αποφασιστικότητα που να φαίνεται στην πράξη.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή

Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.

Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :

α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και

β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.

Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.

Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.

Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].

Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.

Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].

Σημειώσεις και παραπομπές

[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.

[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.

[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.

[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα4 λεπτά πριν

Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC

Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν...

GEOPOLITICO34 λεπτά πριν

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για...

Απόψεις2 ώρες πριν

Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Η Ινδία χτίζει το μέλλον χωρίς να εγκαταλείπει το παρελθόν της – Το αναπτυξιακό μοντέλο που συνδυάζει παράδοση, τεχνολογία και οικονομική ισχύ

Από το εμβληματικό Ταζ Μαχάλ και την ιστορική κληρονομιά της Άγκρα μέχρι το Χρηματιστήριο της Βομβάης και την ψηφιακή επανάσταση...

Δημοφιλή