Διεθνή
Η Κύπρος και ο Κίσιντζερ: Το τέλος ενός ειδώλου
Μπορώ πράγματι να φέρω την αποστολή εις πέρας;
Εισαγωγή
Μπορώ πράγματι να φέρω την αποστολή εις πέρας;
Ως συγγραφέας ενός πρόσφατου βιβλίου για τον Χάιντζ Κίσιντζερ (προϊόν αρχειακής έρευνας για πάνω από είκοσι χρόνια) και του πώς αυτός ξεγέλασε την Ελλάδα, ακόμα και τη Βρετανία, αναφορικά με την εισβολή στην Κύπρο, εξεπλάγην από τα εγκώμια των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης για έναν από τους κυνικότερους εκτελεστές του καναπέ που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.
Πρώτα, όμως, ας παραθέσουμε δύο παραδείγματα των εγκωμίων αυτών που προκαλούν αηδία: ο Τόνι Μπλερ, αναμφίβολα εγκληματίας πολέμου με οποιοδήποτε ηθικό κριτήριο, περιέγραψε τον Κίσιντζερ ως καλλιτέχνη της διπλωματίας, που παρακινούνταν από ‘μια γνήσια αγάπη για τον ελεύθερο κόσμο και την ανάγκη να προστατευτεί’. Και αυτό από τον άνθρωπο που σχεδίασε την παράνομη επίθεση εναντίον του Ιράκ, αφού υποστήριξε τον παραπλανητικό φάκελο για τα όπλα μαζικής καταστροφής, ο οποίος οδήγησε στο θάνταο εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών. Ένας άλλος πρώην Πρωθυπουργός, ο Μπόρις Τζόνσον, αποκάλεσε τον Κίσιντζερ ‘γίγαντα της διπλωματίας και της στρατηγικής – και της ειρήνευσης’. Και αυτό από τον άνθρωπο ο οποίος, με αμερικανικές εντολές, διέταξε τον Ζελένσκι να σκίσει τη συμφωνία ειρήνης με τη Ρωσία, η οποία καταρτίστηκε προσεκτικά από την Τουρκία, οδηγώντας στην πλήρη σχεδόν καταστροφή της Ουκρανίας, η οποία συνεχίζεται ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές. Το μοναδικό μου σχόλιο για αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι η λάσπη προσελκύει τη λάσπη.
Η περιγραφή του Κίσιντζερ ως γίγαντα της διπλωματίας είναι παράξενη, αφού ο ίδιος δεν εκπαιδεύτηκε ποτέ ως διπλωμάτης. Το βιβλίο του Διπλωματία αποτελεί παρωδία της πραγματικής διπλωματίας και είναι περισσότερο αφήγηση μηχανορραφιών υψηλών κύκλων, για ονειροπόλους φοιτητές των διεθνών σχέσεων. Όποιος ενδιαφέρεται για την πραγματική διπλωματία θα πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του Χάρολντ Νίκολσον το οποίο επίσης τιτλοφορείται, κατάλληλα σε αυτήν την περίπτωση, Διπλωματίa.
Προτού στραφούμε σε κάποια πραγματικά δεδομένα που βασίζονται σε αρχειακή έρευνα, ας θυμηθούμε ότι πριν από λίγα χρόνια ο Κίσιντζερ αναγκάστηκε να φύγει κακήν κακώς από τη Γαλλία, για να αποφύγει την ανάκρισή του από την αστυνομία γύρω από το θάνατο Γάλλων πολιτών στη Χιλή του Πινοσέτ. Έχουμε επίσης τους με ευθύνη του Κίσιντζερ μυστικούς βομβαρδισμούς της ουδέτερης Καμπότζης, που οδήγησαν στο θάνατο χιλιάδων αμάχων, με το πραγματικά αξιογέλαστο πρόσχημα ότι ο στρατός του Βιετνάμ δραστηριοποιούνταν στη χώρα. Συνολικά, οι ΗΠΑ έριξαν περισσότερους από δύο εκατομμύρια τόνους βομβών στην Καμπότζη μεταξύ 1965 και 1973. Για να καταλάβουμε το ευρύτερο πλαίσιο, οι Σύμμαχοι έριξαν λίγο πάνω από δύο εκατομμύρια τόνους βομβών σε όλη τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των βομβών που χτύπησαν τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Αντίστροφα, λίγο πριν οι ΗΠΑ εκδιωχθούν από το Βιετνάμ, ο Κίσιντζερ έλαβε, και αποδέχτηκε, το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Ο πιο ευγενοπρεπής βιετναμέζος ηγέτης, Λε Ντουκ Θο, αρνήθηκε να το παραλάβει, ενώ δύο μέλη της επιτροπής του βραβείου παραιτήθηκαν αηδιασμένα.
Αρκετά χρόνια νωρίτερα, ο Κίσιντζερ είχε έρθει στο προσκήνιο με το βιβλίο του Εξωτερική Πολιτική και Πυρηνικά Όπλα, στο οποίο επιχειρηματολογεί, με τρόπο αμφιλεγόμενο, υπέρ του περιορισμένου πυρηνικού πολέμου, ενώ στη συνέχεια εργοδοτήθηκε από τον Νέλσον Ρόκφελερ. Αυτό ανησύχησε το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο σχολίασε: ‘επιχειρηματολογεί ότι μια πολιτική περιορισμένου πολέμου θα ήταν σίγουρα επωφελής για τη Δύση. Αυτό είναι όμως αμφίβολο. Η επίθεση του Δρ. Κίσιντζερ εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών επειδή αυτές βασίζονται αποκλειστικά στη βόμβα υδρογόνου είναι μάλλον ξεπερασμένη. Φαντάζεται, ίσως πολύ εφησυχαστικά, την πιθανότητα να περιοριστούν οι ‘περιφερειακοί’ πόλεμοι. Η υιοθέτηση μιας θεωρίας περιορισμένου πολέμου στην Ευρώπη δύναται να ακυρώσει την αποτελεσματικότητα της αποτροπής. Μπορεί, επίσης, να πλήξει το ηθικό του ΝΑΤΟ.’
Ας εξετάσουμε τώρα προσεκτικότερα τα λεγόμενα των απολογητών του Κίσιντζερ για την Κύπρο και κατόπιν τι σκέφτονταν για αυτόν οι σοβαρότεροι διπλωμάτες.
Οι απολογητές
Η πιο πρόσφατη δημοφιλής αγιογραφία είναι το Kissinger: 1923-1968: The Idealist, του Νάιαλ Φέργκιουσον, το οποίο καταφέρνει να κατασκευάσει μια θετική εικόνα, μέσω ενός συνδυασμού και ξεπλύματος και παραλείψεων, με τον παράλογο ισχυρισμό ότι ο Κίσιντζερ ήταν ιδεαλιστής. Ο Φέργκιουσον αγνοούσε προφανώς μακαρίως ότι ο Κίσιντζερ είχε, σχεδόν από μόνος του, συμβάλλει στην αναβίωση του όρου ‘γεωπολιτική’, χρησιμοποιώντας τον ως συνώνυμο για την πολιτική ισορροπίας της ισσχύος. Η γεωπολιτική, ας θυμηθούμε, αποτέλεσε αποικιοκρατικό δόγμα του 19ου αιώνα που χρησιμοποιήθηκε για τη δικαιολόγηση της υφαρπαγής των πόρων των ασθενέστερων χωρών από τις ισχυρότερες και της επιβολής επιχειρηματικών συνόρων σε πρόσφατα δημιουργημένα κράτη, που ελάχιστη σχέση είχαν με τη φυσιολογική δημογραφία. Ίσως ο πιο διάσημος θιασώτης της θεωρίας ήταν ο Χάουσχοφερ, τον οποίον θαύμαζαν οι Ναζί, ο οποίος χρησιμοποίησε το δόγμα για να δικαιολογήσει την εδαφική επέκταση της Γερμανίας. Και να που ο Κίσιντζερ, εμμονικός με την ισχύ των κρατών, το αναβίωσε, σε βαθμό που σήμερα οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τον όρο τυχαία και άκριτα, προκειμένου να μεταμφιέσουν κάθε είδους παράνομους πολέμους. Σε ένα πρόσφατο άρθρο, ο Φέργκιουσον απορρίπτει τις επικρίσεις για το γνωστό ρόλο του Κίσιντερ στην ανατροπή του Αλιέντε και την ακόλουθη δικτατορία του Πινοσέτ, με τα πεισματάρικα λόγια: ‘ένα είναι ξεκάθαρο, στη βάση της πιο πρόσφατης συγγραφικής παραγωγής [τι ‘παραγωγής’;]. Η ανατροπή του Αλιέντε το 1973 αποτέλεσε πρωτίστως επίτευγμα των εσωτερικών του αντιπάλων στο κογκρέσο και το στρατό της Χιλής.’
Ο Φέργκιουσον αποσπά έτσι την προσοχή από τις επαρκώς τεκμηριωμένες κακόβουλες μηχανορραφίες του Κίσιντζερ. Ίσως μία από τις χονδροειδέστερα σοφιστικές και κυνικές δηλώσεις του είναι η ακόλουθη: ‘Οι ποσότητες μελανιού που έχουν χυθεί από τους επικριτές του Κίσιντζερ γύρω από τα αναμφίβολα γεγονότα στο Μπαγκλαντές, την Καμπότζη, τη Χιλή ή το Ανατολικό Τιμόρ είναι δυσανάλογες προς τη στρατηγική σημασία των γεγονότων αυτών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.’ Εν τούτοις δεν εξηγεί γιατί η υποτιθέμενη ‘στρατηγική σημασία’ δικαιολογεί το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων αθώων πολιτών.[1] Παρόλο που, όπως ο Κίσιντζερ, ο Φέργκιουσον έχει αναμειχθεί σε προσοδοφόρα συμβουλευτική δραστηριότητα, δεν έχει ακόμα γίνει Υπουργός Εξωτερικών, παρόλα τα ρεπουμπλικανικά διαπιστευτήριά του.
Ας εξετάσουμε τώρα συνοπτικά τους -ίσως λιγότερο γνωστούς από τον Φέργκιουσον- ‘απολογητές των γεγονότων στην Κύπρο’. Οι τελευταίοι έχουν πάρει θέση αντιμαχόμενοι την ιδέα ότι ο Κίσιντζερ έπαιξε το ρόλο του διακριτικού διευκολυντή των σχεδίων εισβολής της Τουρκίας. Ένας φτάνει στο σημείο να γράψει, προφανώς αγνοώντας τα αρχειακά πειστήρια, ότι ‘δεν υπήρξε επαφή μεταξύ αυτού [του Κίσιντζερ] και του Κάλαχαν [Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας την εποχή εκείνη] εκείνη τη μέρα [20 Ιουλίου 1974]’.[2] Εν τούτοις, ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου έγραψε ότι ‘μεταξύ 14.45 και 07.00 [την 20η Ιουλίου] ο Υπουργός Εξωτερικών συνομίλησε δύο φορές με τον Δρ. Κίσιντζερ’.[3] Είναι η Κύπρος στην οποία χρειάζεται να στραφούμε τώρα, προκειμένου να δούμε την ουσία των κυνικών τακτικών του Κίσιντζερ.
Η Κύπρος ως γεωπολιτική κανονιοτροφή του Κίσιντζερ
Το 1957, στο Εξωτερική Πολιτική και Πυρηνικά Όπλα, ο Κίσιντζερ περιέγραψε την Κύπρο ως ‘διαμετακομιστικό σταθμό’ για τη Μέση Ανατολή.Από τότε μέχρι το 1960, οι ΗΠΑ, οι οποίες μετά την πανωλεθρία στο Σουέζ, είχαν αναλάβει τα ηνία στην περιοχή, πίεσαν τη Βρετανία να συμφωνήσει στην παραχώρηση ανεξαρτησίας στην Κύπρο, διατηρώντας τις στρατιωτικές και κατασκοπικές βάσεις της στο νησί. ο κατεξοχήν θιασώτης του Ψυχρού Πολέμου δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την εμμονή του με το νησί, εμμονή που θα συνεπαγόταν την άδειά του προς την Τουρκία για την εισβολή και κατοχή του νησιού, που οδήγησε στη μεγαλύτερη επιχείρηση εκκαθάρισης από τότε που το Ισραήλ εκδίωξε 750,000 Παλαιστινίους. Ας παραθέσουμε τώρα λίγα παραδείγματα της μεθοδολογίας του Κίσιντζερ. Όλα πιστοποιούνται από επίσημα έγγραφα της βρετανικής κυβέρνησης, κάποια εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν κατόπιν πίεσης που ασκήθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας από τον Επίτροπο Πληροφοριών και τον γράφοντα.
Πρώτοn, όταν έλαβε χώρα το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Μακάριο, ο Κίσιντζερ ενημέρωσε τον Βρετανό Πρωθυπουργό, Κάλαχαν, ότι επιθυμούσε να “αποφύγει να νομιμοποιήσει το νέο καθεστώς στην Κύπρο για όσο το δυνατόν περισσότερο, χωρίς να το αποκηρύξει αμέσως”.
Δεύτερο, δεν επιθυμούσε να ‘επισπεύσει τη μεταβολή της de facto κατάστασης [sic] στην Κύπρο’ (δηλαδή το μεταπραξικοπηματικό καθεστώς).
Τρίτο, αμφισβήτησε τη γρήγορη σπουδή της Βρετανίας να υποστηρίξει τον Μακάριο.
Τέταρτο, αμφισβήτησε την επιθυμία της Βρετανίας να ασκήσει πίεση στην ελληνική χούντα προκειμένου αυτή να αποσύρει τους αξιωματικούς της από τον Κύπρο, προσφέροντας έτσι στην Τουρκία το πρόσχημα που χρειαζόταν για να επέμβει.
Πέμπτο, χρησιμοποίησε με τρόπο ευλογοφανή τον κομμουνισμό ως πρόσχημα για την καθυστέρηση υποστήριξης του διεθνούς δικαίου.
Έκτο, αρνήθηκε να υποστηρίξει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις της Βρετανίας στην Κύπρο, στον απόηχο του πραξικοπήματος.
Έβδομο, δήλωσε με τρόπο παράλογο ότι πιθανή πίεση για επαναφορά του Μακαρίου θα ισχυροποιούσε τη χούντα της ΑΘήνας, ενώ το αντίθετο έμοιαζε να ισχύει.
Όγδοο, εναντιώθηκε σε σύγκληση του υπουργικού συμβουλίου του ΝΑΤΟ, ενόσω η Τουρκία επιτίθετο.
Ένατο, πρότεινε στον Κάλαχαν στις 20 Ιουλίου, αμέσως μετά την ‘αποχαλίνωση’ της Τουρκίας, να αναλογιστούν την ‘υπόθεση’ (την εισβολή) για μια μέρα.
Δέκατο, είχε διατάξει τον Τάσκα (απεσταλμένο του) να πει στην ελληνική κυβέρνηση ότι αν αυτή επιτίθετο εναντίον της Τουρκίας και ανακοίνωνε την ένωση, οι ΗΠΑ θα διέκοπταν αμέσως της στρατιωτική τους βοήθεια. Εν τούτοις, παρόλη την τουρκική εισβολή, ο Κίσιντζερ πάλεψε με νύχια και με δόντια εναντίον του Κογκρέσου, προκειμένου να διατηρηθεί η στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία. Αυτό ήταν απλά διπλωματία διπλής τροχιάς, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ή διπροσωπίας, στη χειρότερη.
Εντέκατο, σύμφωνα με έναν αξιωματούχο της Βρετανικής Πρεσβείας στην αθήνα, οι Έλληνες θεωρούσαν ότι οι Αμερικάνοι τους είχαν πείσει ότι το πραξικόπημα ήταν αποδεκτό και ότι η Τουρκία δεν θα εισέβαλε στην Κύπρο.
Δωδέκατο, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο Κίσιντζερ απέφυγε να συναντήσει το νέο Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών, Μαύρο, μέχρι ‘μετά το τέλος των συνομιλιών στη Γενεύη’. Προφανώς, μία επίσκεψη θα είχε ταλαιπωρήσει το τουρκικό σχέδιο εισβολής.
Δέκατο τρίτο, όταν, στις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, οι σύμβουλοι του Κίσιντζερ τον ενθάρρυναν να διακόψει τη στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία, ο τελευταίος είπε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να συμβεί αυτό, προσθέτοντας ότι δεν ήταν διατεθειμένος να διακινδυνεύσει την αμερικανική θέση στην Τουρκία.
Δέκατο τέταρτο, οι Βρετανοί γνώριζαν καλά ότι οι ΗΠΑ δεν θα απέτρεπαν μια τουρκική εισβολή: την 14η Αυγούστου, ημέρα του μεγάλου τουρκικού ξεσπάσματος, ο Βρετανός Πρέσβης στην Ουάσινγκτον έγραψε ότι ενώ οι Τούρκοι δε θα μπορούσαν να ισχυριστούν εύλογα ότι είχαν την αμερικανική έγκριση για τις ενέργειές τους, ειδικά τώρα που είχαν επανεκκινήσει τις εχθροπραξίες, θα μπορούσαν εύλογα να ποντάρουν στο ότι η αμερικανική αποδοκιμασία δεν θα ήταν αρκετά δυναμική ώστε να τους εξαναγκάσει να σταματήσουν.
Δέκατο πέμπτο, όταν η Βρετανία επιχείρησε να εγκαταλείψει τις βάσεις της, ο Κίσιντζερ την πίεσε να μην το κάνει, λέγοντας ότι η Κύπρος, σημαντικό τεμάχιο της παγκόσμιας σκακιέρας, ήταν σημαντική για την αραβοϊσραηλινή διένεξη.
Δέκατο έκτο, ο Κίσιντζερ ισχυρίστηκε ότι οι Έλληνες είχαν απορρίψει την τουρκική πρόταση πέντε/έξι καντονίων στη Γενεύη, όταν στην πραγματικότητα ο Κληρίδης, διαπραγματευτής των Ελληνοκυπρίων, είχε ζητήσει τριάντα έξι ώρες προκειμένου να εξετάσει την πρόταση. Αντί να του δώσει χρόνο, η Τουρκία απλά παγίωσε την εισβολή της. Ακόμα χειρότερα, ο Κίσιντζερ διέψευσε τον ισχυρισμό του Μακαρίου ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να πείσουν την Τουρκία να δεχτεί μια λύση πολλών καντονιών. Παρόλες τις γραπτές καταθέσεις του Κίσιντζερ, τα βρετανικά έγγραφα επιβεβαιώνουν ότι ήταν στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι Αμερικάνοι που είχαν ‘τροφοδοτήσει την τουρκική αποστολή με την ιδέα των καντονιών.’
Η γενικότερη εντύπωση από την αντιπαράθεση της μαρτυρίας του Κίσιντζερ με μια ορθολογική εξήγηση μέσω διαφόρων εγγράφων προδίδει μια έλλειψη ακρίβειας από μέρους του, τακτικές παραλείψεις, τακτική και στρατηγική αναβλητικότητα, επιχειρηματολογικές αντιφάσεις, επιμελή ασάφεια, περιστασιακό βεβιασμένο χιούμορ, σημειολογικά ολισθήματα και μια επιθετική προσωπική στάση προς αυτούς που διαφωνούσαν μαζί του, όπως ο Μακάριος. Η διαχείρισή του της κυπριακής κρίσης προδίδει τη γενικότερη προσέγγισή του προς τα παγκόσμια τεκταινόμενα.
Όσο για την εμμονή του με την Κύπρο, τα έγγραφα δείχνουν επίσης ότι ο Κίσιντζερ πίεσε την Βρετανία να μην εγκαταλείψει τις βάσεις της μετά την εισβολή. Συνέλαβε επίσης το άκαρπο σχέδιο Ανάν με την αποκαλούμενη ‘Πρωτοβουλία των Πέντε Αρχών’, λίγο πριν την απομάκρυνσή του από την εξουσία.
Για να ολοκληρώσουμε το σύντομο αυτό άρθρο, θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε τι σκέφονταν Βρετανοί, Γάλλοι και Αμερικάνοι διπλωμάτες για τον Κίσιντζερ:
‘Θεωρώ κάποιες από τις απόψεις που ανέπτυξε, αν και όχι εντελώς ανορθολογικές, αφελείς και ρομαντικές.
Ένιωσα ότι ο Φρανκ [Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών] έβλεπε τον Κίσιντζερ με αρκετή καχυποψία. Θεωρούσε ότι ο τελευταίος ήταν πολύ περισσότερο στο στυλ του Μέττερνιχ απ’ότι ενός ανθρώπου με κατανόηση των αλληλοεξαρτήσεων του σύγχρονου κόσμου. Ο Φρανκ φοβόταν εμφανώς ότι η τύπου 19ου αιώνα προσέγγισή του επηρέαζε τη σκέψη του Λευκού Οίκου και ίσως τη στάση του Προέδρου ειδικότερα. Όπως επίσης ξέρετε, συμμεριζόμαστε την καχυποψία του Φρανκ για το ρόλο του Δρ. Κίσιντζερ.
Ως θεωρητικός, ο Δρ. Κίσιντζερ ανήκει πολύ περισσότερο στην παραδοσιακή σχολή και υποψιάζομαι ότι πράγματα βλέπει τον εαυτό του σαν μοντέρνο Μέττερνιχ.
Στη διάρκεια του σαββατοκύριακου, όταν ο Πρόεδρος Πομπιντού βρισκόταν στο Τσεκιέρ, το ζήτημα του Δρ. Κίζιντζερ προέκυψε στο πλαίσιο μιας συζήτησης την οποία είχα με τον Τζομπέρ. Ήταν εμφανές ότι οι Γάλλοι έβρισκαν το στυλ και τις δραστηριότητές του ιδιαίτερα απεχθή. Ο Τζομπέρ ισχυρίστηκε ότι ο Κίσιντζερ ήταν επιδειξιομανής.
Η σχετική περιφρόνηση σημαντικών ειδικών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε παραγίνει. ο Χάιλαντ, του οποίου η μητρική οργάνωση ήταν η CIA, θεωρεί ότι ο Κίσιντζερ στερεί χωρίς λόγο τον εαυτό του από τις υπηρεσίες πραγματικών επαγγελματιών της τέχνης της διπλωματίας και της διαμόρφωσης πολιτικής.
Εν τούτοις είναι αρκετά εμφανές από αυτά που ακούμε από τις ιδιωτικές του παρατηρήσεις ότι ο Κίσιντζερ απολαμβάνει προβαίνει σε κυνικές αναλύσεις των δυνατοτήτων και των κινήτρων άλλων ανθρώπων και είναι ενδοσκοπικός και έχει επίγνωση του γεγονότος ότι μπορεί να πάσχει από μια μεγαλομανία σε αρχικό στάδιο.
Πολλά από τα προβλήματα που συναντήσαμε θα πρέπει να αποδοθούν στην εξαιρετικά ιδιόρρυθμη προσέγγιση του Κίσιντζερ […] δυσκολεύομαι να κατανοήσω που τελειώνει ο Πρόεδρος και που αρχίζει ο Κίσιντζερ.
Ενοχλήθηκα ελαφρά από την προφανή δυσκολία του Δρ. Κίσιντζερ να κατανοήσει τις διαδικασίες της Κοινότητας.
Είναι μάλλον ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνει και διεξάγει την εξωτερική πολιτική χωρίς αναφορά στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ή γνώση εκ μέρους του τελευταίου, ή οποιουδήποτε άλλου, που είναι το πιο ανησυχητικό. Μένει κανείς με το φόβο ότι ξαφνικά κάτι θα μπορούσε να πάει πολύ στραβά επειδή οι συνηθισμένες πηγές συμβουλών, περιορισμού και εφαρμογής πολιτικής παρακάμπτονται’.
Συμπερασματικά
Το αν ο Φέργκιουσον αγνόησε σκόπιμα τα ζωτικής σημασίας βρετανικά αρχεία από τα οποία έχουν συναχθεί τα παραπάνω σχόλια ή πραγματικά δεν τα γνωρίζει είναι συζητήσιμο. Εν τούτοις, δεδομένου ότι τα σχόλια αυτά έγιναν από οξυδερκείς και καλά εκπαιδευμένους διπλωμάτες, οι απόψεις των (με πολιτικά, συναισθηματικά και οικονομικά κίνητρα) απολογητών καθίστανται επιεικώς γελοίες.
Ξεκίνησα το παρόν άρθρο διερωτώμενος εάν θα μπορούσα να φέρω την αποστολή του εις πέρας. Θέλησα απλά να βοηθήσω τους σοβαρούς και πολιτικά αμερόληπτους ερευνητές και γνήσιους ιστορικούς να κατανοήσουν τη σημασία του ατομικού, ανθρώπινου παράγοντα στις σχέσεις μεταξύ κρατών, μέσω της εξέτασης των αρχείων αντί της θεωρίας και των πολιτικών συναισθηματισμών.
Ουίλιαμ Μάλινσον
Συγγραφέας των Kissinger and the Invasion of Cyprus: Diplomacy in the Eastern Mediterranean και Guicciardini, Geopolitics and Geohistory: Understanding Inter-State Relations.
Αθήνα, 6 Δεκεμβρίου 2023
[1] Ferguson, Niall, Daily Mail, 30 Νοεμβρίου 2023.
[2]Asmussen, Jan, Cyprus at War: Diplomacy and Conflict during the1974 Crisis, I. B. Tauris, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2008, σ. 9. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι ο Asmussen δίδαξε στην κατεχόμενη Κύπρο, στο ‘Πανεπιστήμιο Ανατολικής Μεσογείου’ στην Αμμόχωστο.
[3] BNA-CAB/129/178.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
