Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι προσπάθειες για αναγνώριση του ψευδοκράτους, ο ΟΗΕ σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου και οι επιστολές

Δημοσιεύτηκε στις

Εντείνονται οι προσπάθειες της Τουρκίας για διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους

Νίκος Μελέτης

Στα Σούσα του Αζερμπαϊτζάν πλέον μετά την ανάκτησή τους από την Αρμενία προσεκλήθη ο Ε. Τατάρ στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής του Οργανισμού Τουρκικών Κρατών, αν και η αντίδραση των κεντροασιατικών κρατών δεν έχει επιτρέψει ακόμη να γίνει μέλος η «ΤΔΒΚ».

Όμως ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ο Α. Γκουτέρες και στην τελευταία έκθεσή του προς το ΣΑ επιλέγει τακτική Πόντιου Πιλάτου και ζητά κινήσεις και από τις δυο πλευρές για να αρθεί το αδιέξοδο ενώ επανέρχεται σε επικίνδυνες ιδέες για από κοινού έρευνα και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, κάτι που θα οδηγούσε ουσιαστικά σε έμμεση αναγνώριση του ψευδοκράτους.

Όπως είναι απαράδεκτη η επιλογή του Α. Γκουτέρες να επιρρίπτει ευθύνες και στις δυο πλευρές για τις απόπειρες στρατικοποίησης της Πράσινης Γραμμής, εξομοιώνοντας τη μετακίνηση Στρατού και τοποθέτηση φυλακίων από την τουρκική πλευρά με την τοποθέτηση καμερών σε ορισμένα σημεία από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Πολύ περισσότερο όταν χρησιμοποιήθηκε η Πράσινη Γραμμή για τη διακίνηση και εξώθηση μεταναστών προς την Ελεύθερη Κύπρο.

Η συνάντηση που θα έχει την Παρασκευή στη Νέα Υόρκη με τον ΓΓ του ΟΗΕ ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης θα έχει σαν βασικό θέμα την ελληνική συμμετοχή της Ελλάδας ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας (2025-2026) θα έχει όμως ιδιαίτερη σημασία λόγω της συγκυρίας στο Κυπριακό και καθώς υπάρχει ανοικτή γραμμή και συνεννόηση με τη Λευκωσία ώστε να σταλεί το μήνυμα για την ανάγκη συνέχισης των προσπαθειών της κ. Ολγκίν στο πλαίσιο της εντολής του ΣΑ για αναζήτηση λύσης στο πλαίσιο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Ενδεικτικό πάντως του κλίματος και των διαθέσεων της τουρκικής πλευράς είναι και οι επιστολές που κατατέθηκαν στον ΟΗΕ το προηγούμενο διάστημα και δημοσιεύθηκαν πριν μερικές εβδομάδες. Η μια από την Κυπριακή Δημοκρατία που απαντούσε σε ανυπόστατους ισχυρισμούς σε ομιλία του Τούρκου ΑΝΥΠΕΞ Αχμέτ Γιλντίζ στο βήμα του ΟΗΕ. Και την απάντηση στην κυπριακή επιστολή που ανέλαβε να δώσει για την τουρκική πλευρά με επιστολή ο «αντιπρόσωπος» του κατοχικού καθεστώτος στον ΟΗΕ, μέσω της Τουρκικής Μόνιμης Αντιπροσωπείας, που επαναλαμβάνει όλες τις ακραίες τουρκικές θέσεις και διαμαρτύρεται μάλιστα γιατί η Κυπριακή κυβέρνηση αναφέρεται σε «εισβολή και κατοχή».

Τα κείμενα των επιστολών

Letter dated 14 May 2024 from the Permanent Representative of Cyprus to the United Nations addressed to the President of the Security Council

Θα ήθελα να αναφερθώ σε δήλωση του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της συζήτησης του Συμβουλίου Ασφαλείας με θέμα «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: ο ρόλος των νέων στην αντιμετώπιση των προκλήσεων ασφάλειας στη Μεσόγειο», η οποία πραγματοποιήθηκε στις 17 Απριλίου 2024.

Είναι πραγματικά ατυχές το γεγονός ότι, για άλλη μια φορά, η Τουρκία προσπάθησε να σφετεριστεί μια συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας προκειμένου να προωθήσει τη διχαστική ρητορική της για την Κύπρο. Ενώ η δήλωση της Τουρκίας ήταν μια επανάληψη γνωστών θέσεων, είναι τόσο αποκαλυπτική των προθέσεων της χώρας έναντι της Κύπρου όσο και ενδεικτική της περιφρόνησής της για τη διεθνή νομιμότητα, το Συμβούλιο και τις αποφάσεις του.

Είναι τουλάχιστον παράδοξο για τον εκπρόσωπο της Τουρκίας να δηλώνει υποστήριξη για τη δίκαιη, ισότιμη και ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων όταν η Κύπρος συνεχίζει να υφίσταται τις συνέπειες της στρατιωτικής εισβολής της Τουρκίας και της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής του 36% του εδάφους της. Η δεδηλωμένη φιλοδοξία της Τουρκίας για τη δίκαιη οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών και τη δίκαιη κατανομή των πόρων είναι προφανώς ασυμβίβαστη τόσο με τις αξιώσεις της για πάνω από το 60% της ΑΟΖ της Κύπρου όσο και με την πλήρη περιφρόνηση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Η Τουρκία φαίνεται να πιστεύει ότι η τήρηση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και του διεθνούς δικαίου είναι προαιρετική, ένας δρόμος που πρέπει να επιλεγεί μόνο εάν ταιριάζει με τον λόγο της Άγκυρας. Η προσπάθεια της Τουρκίας να δικαιολογήσει την επιθετικότητά της προς την Κυπριακή Δημοκρατία και να νομιμοποιήσει την εγκαθίδρυση ενός υποτελούς αποσχιστικού καθεστώτος καταφεύγοντας σε ιστορικό ρεβιζιονισμό και διαστρέβλωση βασικών γεγονότων είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.

Σε μια εποχή που, μετά τον πρόσφατο διορισμό του Προσωπικού Απεσταλμένου του Γενικού Γραμματέα, καταβάλλονται προσπάθειες για επανέναρξη μιας πολιτικής διαδικασίας που θα οδηγήσει στη λύση του Κυπριακού εντός των συμφωνημένων παραμέτρων των Ηνωμένων Εθνών, η Τουρκία επιχειρεί ανοιχτά να εκτροχιάσει αυτές τις προσπάθειες και συνεχίζει να απορρίπτει το εγκεκριμένο από τα Ηνωμένα Έθνη πλαίσιο λύσης.

Με αυτόν τον τρόπο, απαιτεί τη νομιμοποίηση της επιβληθείσας διαίρεσης του νησιού για την επιδίωξη του οράματός της για μια «λύση δύο κρατών». Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει προσηλωμένη στο στόχο της επανένωσης στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Από αυτή την άποψη, συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε το έργο της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα για τη χάραξη μιας θετικής πορείας προς τα εμπρός.

Καλούμε την Τουρκία να εμπλακεί στο ίδιο πνεύμα, λαμβάνοντας υπόψη τις προσδοκίες του λαού της Κύπρου, ιδιαίτερα της νεολαίας, της οποίας η σημαντική και θετική συμβολή στις προσπάθειες για τη διατήρηση και την προώθηση της ειρήνης και της ασφάλειας έχουν επανειλημμένα αναγνωριστεί από το Συμβούλιο, προκειμένου να αναζωογονηθεί η ειρηνευτική διαδικασία και η προοπτική συνολικής λύσης.

Αυτό όχι μόνο θα ωφελήσει όλους τους Κυπρίους, αλλά θα συμβάλει και στην προώθηση της ειρήνης, της ασφάλειας και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή σε μια εποχή που τόσο απεγνωσμένα την χρειάζεται.

Απέναντι στις επιθέσεις κατά του Συμβουλίου Ασφαλείας και των ψηφισμάτων του, είναι ζωτικής σημασίας η διεθνής κοινότητα να σταθεί πίσω τους και να διασφαλίσει ότι έχουν νόημα, διαφορετικά κινδυνεύουμε να υπονομεύσουμε το ίδιο το σύστημα που καλούμαστε να υπερασπιστούμε.

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να διανεμηθεί ως έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Μαρία Μιχαήλ

Letter dated 12 June 2024 from the Permanent Representative of Türkiye to the United Nations addressed to the President of the Security Council

«Έχω την τιμή να σας διαβιβάσω επιστολή με ημερομηνία 10 Ιουνίου 2024, την οποία σας απηύθυνε ο Μεχμέτ Ντανά, Αντιπρόσωπος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (βλ. παράρτημα).

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή και το παράρτημά της μπορούσαν να διανεμηθούν ως έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας».

Αχμέτ Γιλντίζ

Μόνιμος Αντιπρόσωπος Τουρκίας

Παράρτημα επιστολής:

Γράφω ως απάντηση στην επιστολή της Ελληνοκύπριας εκπροσώπου ημερομηνίας 14 Μαΐου 2024 (S/2024/386) σχετικά με τη συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας με θέμα «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: ο ρόλος των νέων στην αντιμετώπιση των προκλήσεων ασφαλείας στη Μεσόγειο», η οποία για άλλη μια φορά διαστρεβλώνει κατάφωρα τα γεγονότα που αφορούν την Κύπρο.

Οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι εκμεταλλεύονται εδώ και καιρό την απουσία της τουρκοκυπριακής πλευράς στις διεθνείς πλατφόρμες για να παραπλανήσουν τη διεθνή κοινότητα και να αποσπάσουν την προσοχή από την αποκλειστική ευθύνη τους για τη δημιουργία και συνέχιση του κυπριακού προβλήματος. Ως εκ τούτου, είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω γραπτώς προκειμένου να ξεκαθαρίσω τα πράγματα.

Αρχικά, επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω για άλλη μια φορά ότι κανένα από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο δεν περιγράφει τη νόμιμη και δικαιολογημένη τουρκική επέμβαση στο νησί, που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις Διεθνείς Συνθήκες της Κύπρου του 1959, ως «εισβολή» ή την επακόλουθη παρουσία της στο νησί ως «κατοχή».

Όπως είναι γνωστό, η Εγγυήτρια δύναμη η Τουρκία έπρεπε να παρέμβει μετά από 11 χρόνια τουρκοκυπριακών δεινών στα χέρια της ελληνοκυπριακής πολιτοφυλακής, η οποία κορυφώθηκε με την απόπειρα πραξικοπήματος που οργάνωσε η στρατιωτική χούντα στην Αθήνα και οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες της, με στόχο την προσάρτηση ολόκληρου του νησιού στην Ελλάδα (Ένωση) και την πλήρη εξόντωση του τουρκοκυπριακού λαού.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και τον τρέχοντα ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τις πρόσφατες συγκρούσεις παγκοσμίως, είναι χωρίς αμφιβολία ότι το σύστημα Εγγυήσεων στην Κύπρο είναι πιο επίκαιρο και απαραίτητο από ποτέ.

Περαιτέρω, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Κυπριακό ξεκίνησε το 1963, όχι το 1974, όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά σφετερίστηκε βίαια τον τίτλο της συνεργατικής Κυπριακής Δημοκρατίας και απέλασε τον Τουρκοκύπριο εταίρο από όλα τα κρατικά όργανα.

Κατά τη διάρκεια των ετών από το 1963 έως το 1974, μια περίοδο που οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι επέλεξαν βολικά να αγνοήσουν, η ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή, βοηθούμενη και ενθαρρυμένη από την Ελλάδα, συμμετείχε σε μια εκστρατεία εθνοκάθαρσης εναντίον των Τουρκοκυπρίων, γνωστή ως Σχέδιο Ακρίτας, με απώτερο στόχο την επίτευξη της Ένωσης.

Αυτή η μεγάλης κλίμακας βία και οι επακόλουθες κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανάγκασαν το Συμβούλιο Ασφαλείας να αναπτύξει την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο το 1964 προκειμένου να σταματήσει η αιματοχυσία και οι θηριωδίες που διαπράχθηκαν εναντίον του τουρκοκυπριακού λαού.

Παρά την πληθώρα των εγγράφων των Ηνωμένων Εθνών που πιστοποιούν αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτά στην εν λόγω επιστολή αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι δεν βασίζεται σε γεγονότα, αλλά είναι άλλο ένα επεισόδιο του γνωστού ελληνοκυπριακού μηχανισμού προπαγάνδας.

Όσον αφορά τα σχόλια της Ελληνοκύπριας εκπροσώπου σχετικά με τις περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας και τους φυσικούς πόρους γύρω από το νησί της Κύπρου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μονομερείς και προκλητικές πολιτικές της Ελληνοκυπριακής Κύπρου έναντι του θέματος βασίζονται στο ψευδές πρόσχημα ότι η ελληνοκυπριακή διοίκηση της Νότιας Κύπρου έχει το νομικό ή ηθικό δικαίωμα να εκπροσωπεί ή να ενεργεί εκ μέρους ολόκληρου του νησιού.

Αυτό επεκτείνεται και στις έκνομες ενέργειες της ελληνοκυπριακής διοίκησης, όπως η υπογραφή διμερών συμφωνιών για την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων, το άνοιγμα διαγωνισμών και η αδειοδότηση ενεργειακών εταιρειών για τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων εξερεύνησης και εκμετάλλευσης.

Όπως είναι γνωστό, η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει προβεί σε γραπτά διαβήματα προς τα Ηνωμένα Έθνη και έχει καταγράψει απερίφραστα ότι αυτές οι μονομερείς ενέργειες της ελληνοκυπριακής πλευράς, που έγιναν χωρίς τη συναίνεση και κοινή απόφαση της τουρκοκυπριακής πλευράς, είναι εντελώς απαράδεκτες και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον τουρκοκυπριακό λαό

Υπό το φως της επιμονής της ελληνοκυπριακής πλευράς να συνεχίσει τις μονομερείς ενέργειές της, η τουρκοκυπριακή πλευρά υποχρεώθηκε να λάβει μέτρα για την προστασία των δικών της δικαιωμάτων και συμφερόντων όσον αφορά τους πόρους υδρογονανθράκων γύρω από το νησί.

Στο πλαίσιο αυτό, στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέγραψε συμφωνία οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία και στις 22 Σεπτεμβρίου 2011, το Υπουργικό Συμβούλιο της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ) εξέδωσε απόφαση για τον προσδιορισμό υπεράκτιων μπλοκ παραχώρησης, καθώς και για την αδειοδότηση της Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίου (TPAO) για τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων εξερεύνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου για λογαριασμό της τουρκοκυπριακής πλευράς. Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα της ΤΔΒΚ να εκδώσει μελλοντικές άδειες στην TPAO για τη διεξαγωγή γεωτρήσεων σε άλλες περιοχές γύρω από το νησί, επί των οποίων ο τουρκοκυπριακός λαός έχει αναμφισβήτητα και εγγενή δικαιώματα, ανεξάρτητα από το εάν η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει ήδη εκδώσει άδειες για αυτές τις περιοχές ή όχι.

Όπως υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ένταση που απορρέει από τη δίκαιη κατανομή των φυσικών πόρων γύρω από το νησί, η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέβαλε προτάσεις το 2011 και το 2012 αντίστοιχα, οι οποίες δυστυχώς απορρίφθηκαν εντελώς από την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Στις 13 Ιουλίου 2019, η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέβαλε επικαιροποιημένη ολοκληρωμένη πρόταση συνεργασίας για το θέμα αυτό, στην οποία η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν έχει ακόμη δώσει θετική απάντηση. Επιπλέον, και σε σχέση με αυτό, έχουμε δηλώσει σαφώς την πλήρη υποστήριξή μας στην πρόταση του Προέδρου της Τουρκίας Τ. Ερντογάν, για τη σύγκληση μιας διάσκεψης χωρίς αποκλεισμούς για την Ανατολική Μεσόγειο που θα βοηθούσε στην έναρξη ενός εποικοδομητικού διαλόγου και στην εκτόνωση των εντάσεων στην περιοχή.

Αυτή η προκλητική στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς όσον αφορά τους υδρογονάνθρακες, δυστυχώς, συσχετίζεται με τη νοοτροπία που απορρίπτει το μοίρασμα της εξουσίας και της ευημερίας με τον τουρκοκυπριακό λαό – την ίδια νοοτροπία που εμπόδισε μια συμφωνία στην Κύπρο για πάνω από 50 χρόνια και η οποία οδήγησε στην κατάρρευση της Διάσκεψης για το Κυπριακό το 2017, καθώς και στη συντριπτική απόρριψη από την ελληνοκυπριακή πλευρά του πιο ολοκληρωμένου σχεδίου διευθέτησης του Κυπριακού το 2004, δηλαδή, το Σχέδιο Ανάν, όπως αναφέρεται στην έκθεση του τότε Γενικού Γραμματέα (S/2004/437).

Ως εκ τούτου, όσον αφορά τα σχόλια της Ελληνοκύπριας εκπροσώπου για το Κυπριακό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά από περισσότερα από 50 χρόνια διαπραγματεύσεων για το ίδιο πλαίσιο και παρωχημένες παραμέτρους, έχει καταστεί απερίφραστα σαφές ότι η επιμονή σε αυτή την κατηγορηματικά αποτυχημένη φόρμουλα εξυπηρετεί μόνο τη διαιώνιση του απαράδεκτου και μη βιώσιμου στάτους κβο στο νησί, όπου η ελληνοκυπριακή πλευρά αντιμετωπίζεται σαν να είναι η «νόμιμη κυβέρνηση ολόκληρου του νησιού» και η τουρκοκυπριακή πλευρά αντιμετωπίζεται σαν να είναι μια απλή «κοινότητα».

Αυτή η άνιση μεταχείριση και των δύο πλευρών επιτρέπει στην ελληνοκυπριακή διοίκηση να συνεχίσει να απολαμβάνει τα οφέλη του παράνομου και άδικου καθεστώτος της και να διατηρεί τον τουρκοκυπριακό λαό κάτω από μια συνολική απάνθρωπη απομόνωση. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν συναινεί πλέον σε μια συμφωνία βασισμένη σε μια «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία».

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Γενικού Γραμματέα ότι «αυτή τη φορά πρέπει να είναι διαφορετικά», έχουμε συνεργαστεί ειλικρινά και θετικά με την Προσωπική Απεσταλμένη του από τον διορισμό της για να εκτελέσει τη συμφωνημένη χρονικά δεσμευτική εντολή της, δηλαδή να διερευνήσει εάν υπάρχει κοινό έδαφος ή όχι μεταξύ των δύο πλευρών για να ξεκινήσει μια νέα και επίσημη διαπραγματευτική διαδικασία, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την επαναβεβαίωση της κυρίαρχης ισότητας και του ίσου διεθνούς καθεστώτος μας.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι οι παραπλανητικές παρατηρήσεις του Ελληνοκύπριου εκπροσώπου δεν επιβεβαιώνονται από νομικά και ιστορικά γεγονότα που αφορούν το νησί.

Έτσι, αντί να εκτοξεύει αβάσιμες κατηγορίες, η ελληνοκυπριακή πλευρά θα πρέπει να υιοθετήσει μια ειλικρινή προσέγγιση για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος στη βάση της τρέχουσας πραγματικότητας του νησιού, η οποία, μεταξύ άλλων, θα σέβεται τα εγγενή δικαιώματα του τουρκοκυπριακού λαού.

Επωφελούμενος της παρούσας ευκαιρίας, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στην ελληνοκυπριακή διοίκηση ότι ο ομόλογός της είναι, και ήταν πάντα, η τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι η Τουρκία.

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή διανεμόταν ως έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Μεχμέτ Ντάνα

Αντιπρόσωπος

Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου».

Πηγή: liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις24 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

Δημοφιλή