Ιστορία - Πολιτισμός
Παύλος Μελάς, ο «ήλιος» της Μακεδονίας
Γράφει η Ευαγγελία Λάππα για το σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.
O Παύλος Μελάς, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο ήλιος της Μακεδονίας
Όπως ο ήλιος φωτίζει και αφυπνίζει τη φύση, έτσι και ο Παύλος Μελάς, το σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα, επέδρασε καταλυτικά, στις ψυχές των Μακεδόνων, αλλά και όλων των Ελλήνων, τον πόθο της επανένωσης, όλων των αγιασμένων βορείων τμημάτων μας, με τη μητέρα Ελλάδα.
O Παύλος Μελάς, γεννήθηκε στην Μασσαλία της Γαλλίας στις 19 Μαρτίου 1870. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά του πλούσιου εμπόρου Μιχαήλ Μελά και της Κεφαλλονίτισσας Ελένης Βουτσινά. Η οικογένεια των Μελάδων είχε ρίζες, που έφθαναν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, όπου, επί Ρωμανίας, τα μέλη της ήταν ανώτεροι αξιωματούχοι[1]. Το αρχικό επώνυμο της οικογένειας λέγεται ότι ήταν «Στρατηγόπουλος»[2], το οποίο άλλαξε σε «Μέλας»[3] και κατόπιν σε «Μελανιάς»[4] για να καταλήξει σε «Μελάς»[5]. Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι Μελάδες έμεναν στο Κάστρο των Ιωαννίνων, αλλά, μετά την καταστολή της επανάστασης του Διονυσίου του Φιλοσόφου, διασκορπίστηκαν στην Ρωσία, στην δυτική Ευρώπη και σε άλλες περιοχές της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1874, η οικογένεια του Παύλου Μελά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μελάς, βοηθούσε τους τότε αλύτρωτους Έλληνες, κυρίως Κρητικούς και Μακεδόνες, να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων, στέλνοντάς τους όπλα.
Εκείνη την εποχή, διαδραματίστηκαν κρίσιμα γεγονότα για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Στις 3 Μαρτίου 1878, μετά την νίκη της Ρωσίας στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877 – 1878), υπεγράφη η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία μεταξύ άλλων, αναγνωριζόταν η Βουλγαρία ως ανεξάρτητο κράτος και της αποδίδονταν εδάφη από την Καστοριά, μέχρι και την Καβάλα, εις βάρος των ελληνικών δικαίων. Στόχος της Ρωσίας με αυτήν την συνθήκη, ήταν η κάθοδος στην Μεσόγειο, έχοντας δορυφόρους τις σλαβικές χώρες. Αν και η συνθήκη ακυρώθηκε από το συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, οι Βούλγαροι[6], με την καθοδήγηση των Ρώσων, άρχισαν να στέλνουν στη Μακεδονία, ενόπλους που ονομάζονταν «κομιτατζήδες». Αυτοί κατατρομοκρατούσαν τον ελληνικό πληθυσμό και τον πίεζαν με τη βία, να εγκαταλείψει το Πατριαρχείο και να ενταχθεί στην Βουλγαρική Εκκλησία, την λεγόμενη Εξαρχία. Η τελευταία, με την βοήθεια της Ρωσίας, είχε αποσχιστεί από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο την είχε κηρύξει ως σχισματική το 1870.
Ο Παύλος Μελάς πέρασε τα πρώτα μαθητικά του έτη στο σχολείο Βούλγαρη και έπειτα στο Γυμνάσιο Πλάκας, που το τελείωσε σε ηλικία δεκαέξι ετών. Το 1885, ως τελειόφοιτος του Γυμνασίου, έζησε έντονα τα γεγονότα της βίαιης προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Μάλιστα, σχεδίαζε να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει ως αντάρτης στα ελληνοτουρκικά σύνορα, προκειμένου να πολεμήσει. Τελικά, λόγω ενός ατυχήματος, στο οποίο έσπασε στο πόδι του, παρέμεινε στην Αθήνα.
Το 1886, όντας αποφασισμένος να γίνει στρατιωτικός, ετοιμάσθηκε να δώσει εξετάσεις για την Σχολή Ευελπίδων, γιατί έλεγε από τότε:
«Ο στρατιώτης από τους άλλους μια παραπάνω πιθανότητα έχει να θυσιασθή για την Πατρίδα».
Τον Αύγουστο του 1886, γράφει στις προσωπικές σημειώσεις του: «Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου… Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι’ αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει… Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις…»[7]. Τον Σεπτέμβριο του 1886, εισήχθη στην Σχολή Ευελπίδων, ενώ ορκίστηκε ως πρωτοετής Ευέλπις τον επόμενο μήνα. Τον Αύγουστο του 1891, απεφοίτησε από την Σχολή Ευελπίδων ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.
Στις 11 Οκτωβρίου 1892, νυμφεύθηκε την Ναταλία, κόρη του δικαστικού και πολιτικού Στεφάνου Δραγούμη, που καταγόταν από το Βογατσικό της Καστοριάς. Από τον γάμο του, απέκτησε δύο παιδιά, τον Μιχαήλ, που τον φώναζαν Μίκη και την Ζωή, που την φώναζαν Ζέζα.

Στις 12 Νοεμβρίου 1894, ιδρύθηκε η οργάνωση «Εθνική Εταιρεία», η οποία, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του κα ταστατικού της, είχε ως σκοπό «την αναζωπύρωσιν του εθνικού φρονήματος, την επαγρύπνησιν επί των συμφερόντων των δούλων Eλλήνων και την παρασκευήν της απελευθερώσεως αυτών διά πάσης θυσίας»[8]. Ο Παύλος Μελάς υπήρξε ιδρυτικό μέλος αυτής της οργάνωσης. Εκεί συμμετείχαν, αρχικώς, στρατιωτικοί, αλλά από τον Σεπτέμβριο του 1895, μετά την τροποποίηση του καταστατικού της οργάνωσης, γίνονταν μέλη και γνωστές προσωπικότητες του Ελληνισμού. Ανάμεσα στα μέλη της Εθνικής Εταιρείας συμπεριλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, οι λόγιοι Κωστής Παλαμάς, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Γεώργιος Σουρής, Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, οι στρατιωτικοί Παναγιώτης Δαγκλής και Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, αλλά και ο τότε Ανθυπολοχαγός Μηχανικού Ιωάννης Μεταξάς, με τον οποίο, μάλιστα, ο Παύλος Μελάς διατηρούσε αλληλογραφία[9].
Τον Μάιο του 1896, ξέσπασε επανάσταση στην Κρήτη, την οποία ενίσχυσαν εθελοντές από τον Ελληνικό Στρατό. Στα τέλη του Αυγούστου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρεχώρησε στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας. Στα τέλη Οκτωβρίου, όμως, λόγω της μη εφαρμογής του νέου οργανισμού, ξέσπασαν νέες ταραχές. Στις 25 Ιανουαρίου 1897, εκηρύχθη στην Χαλέπα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Οι Τούρκοι ως αντίποινα προέβησαν σε έκτροπα.
Η τότε Ελληνική Κυβέρνηση Δηλιγιάννη, έπειτα από πιέσεις της Εθνικής Εταιρείας, απέστειλε ένα σώμα εθελοντών υπό τον Τιμολέοντα Βάσσο στην Κρήτη, ώστε να συμβάλουν στην Επανάσταση. Τότε, ο Παύλος Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου 1897 διετάχθη να επιστρέψει με την μονάδα του στον στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας θα αναχωρούσε Στρατός για την Κρήτη. Παρ΄ όλη την πίκρα του, που η δική του μονάδα δεν θα μετείχε σε αυτή την επιχείρηση, εν τούτοις, συμμετέχοντας στη γενική χαρά γράφει στις σημειώσεις του: «…με κόπο συγκρατώ τα δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά με αυτήν καί δι΄ αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή»[10].
Το εγχείρημα, όμως, προκάλεσε τις διαμαρτυρίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία απείλησε με πόλεμο. Προ αυτής της απειλής, στην Ελλάδα, εκηρύχθη γενική επιστράτευση. Ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης διόρισε Αρχιστράτηγο τον τότε διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο, ο οποίος αναχώρησε για την Λάρισα και ανέλαβε την αρχηγία των δυνάμεων του θεσσαλικού κάμπου στις 15 Μαρτίου 1897. Ο Παύλος Μελάς εστάλη στο μέτωπο της Θεσσαλίας, ως Διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας, με έδρα την Λάρισα. Στα τέλη Μαρτίου 1897, καταρτίστηκαν σώματα της Εθνικής Εταιρείας, τα οποία είχαν ως σκοπό να περάσουν τα σύνορα για να προετοιμάσουν το έδαφος για την προσδοκώμενη προέλαση του Στρατού. Ο Παύλος Μελάς, έχοντας επιτύχει άδεια των ανωτέρων του, συνόδευσε ένα από αυτά τα σώματα από τον Βόλο ως την Καλαμπάκα. Άργησε, όμως, να το αποχωρισθεί στο δάσος Βερεντζή και να επιστρέψει στην Λάρισα, κάτι που του στοίχισε φυλάκιση. Η ποινή του, όμως, διεκόπη απότομα με την έναρξη των εχθροπραξιών στις 5 Απριλίου 1897[11]. Η εισβολή, στη Μακεδονία, ενός σώµατος 2.500 εθελοντών της Εθνικής Εταιρείας, υπήρξε η θρυαλλίδα για την έκρηξη του πολέμου.
Ο Παύλος Μελάς, όντας αισιόδοξος για την έκβαση του πολέμου, γράφει στους γονείς του: «…Αν ο Θεός μας βοηθήση ολίγον, σύντομα θα λάβετε γράμμα μου από την Θεσσαλονίκην. Ώστε θάρρος, αγαπητοί μου γονείς, θάρρος και πεποίθησιν· διότι και αν φέρη ο διάβολος, να νικηθώμεν, θα νικηθώμεν παλικαρίσια…»[12]. Σημειώνουμε ότι εκείνες τις ημέρες επικρατούσε μια έντονη ατμόσφαιρα αισιοδοξίας και σιγουριάς για την νίκη στην Ελληνική κοινή γνώμη. Μετά από δέκα ημέρες, όμως, η οικτρή κατάσταση και η άτακτη φυγή του Ελληνικού Στρατού απογοήτευσε τον Παύλο Μελά και τον αηδίασε, ιδίως όταν κάποιοι έριχναν όλη την ευθύνη στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο. Γράφει χαρακτηριστικά στην σύζυγό του, Ναταλία: «Επροσπάθησα να δώσω θάρρος εις τους συντρόφους μου, να τους πείσω να κάμωμεν κάτι απερίσκεπτον, αλλά γενναίον. εις μάτην όμως, διότι και εγώ είχα την πεποίθησιν ότι το παν, το πάν εχάθη. Και το ακόμη τρομερώτερον είναι ότι αρχίζουν ταραχαί εις το εσωτερικόν και όλως αδίκως, σε βεβαιώ. Όλοι είναι κουρδισμένοι εναντίον του Διαδόχου,αλλά τι θέλεις να κάμη; Οι ηλίθιοι, που φωνάζουν εναντίον του, έπρεπε να είναι εις την Λάρισσαν την επαύριο, της ατίμου, ατίμου , ατίμου φυγής μας, δια να ιδούν την κατάστασιν του στρατού και ν’ αντιληφθούν αν ήτο δυνατόν να κάμη μαζί του ένα βήμα προς τα εμπρός… Κανείς δεν εσκέφθη να θυσιασθή μαχόμενος. αλλά τι λέγω; 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πως έρχονται Τούρκοι…»[13]
Δεν είχε άδικο σε αυτά τα λόγια του ο Παύλος Μελάς. Ο Ελληνικός Στρατός ήταν πραγματικά σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση, εκτός από το Ναυτικό που υπερείχε του τουρκικού. Οι περισσότεροι στρατιώτες δεν ήσαν ικανοί να χειρισθούν τα όπλα, κάποιοι αξιωματικοί εξασκούντο για πρώτη φορά σε πόλεμο, ενώ οι περισσότεροι ιππείς δεν είχαν άλογα. Ο Αρχιστράτηγος είχε μεταφέρει την όλη κατάσταση σε μήνυμά του στην Αθήνα, με τέσσερις λέξεις: «Στερούμεθα απελπιστικώς των πάντων!»[14].
Οι ευθύνες για την ήττα, όμως, δεν χρεώθηκαν μόνον στον διάδοχο Κωνσταντίνο, αλλά και στην Εθνική Εταιρεία, προκειμένου να μειωθεί το γόητρό της. Ο καταμερισμός των ευθυνών της, ανετέθη σε ανακριτική επιτροπή της Βουλής, η οποία, όμως, λόγω διάλυσης του Σώματος, δεν έφερε εις πέρας την αποστολή της. Η Εθνική Εταιρεία, αφού παρέδωσε στο Εθνικό Σκοπευτήριο, όλο το υπό κατοχή της πολεμικό υλικό και το ποσό των 300.000 δραχμών, διελύθη το 1899.
Λόγω της ήττας στον πόλεμο του 1897, η Ελλάδα υπέστη διεθνή οικονομικό έλεγχο, καθώς έπρεπε να πληρώσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμική αποζημίωση, που μετά από διαπραγματεύσεις ορίστηκε στις 4.000.000 τουρκικές λίρες. Το ποσό αυτό μπορούσε να βρεθεί μόνο με εξωτερικό δάνειο, που ήταν, όμως, αδύνατο να συναφθεί, αν προηγουμένως δεν ρυθμίζονταν τα παλιά χρέη και δεν παρέχονταν ασφαλείς εγγυήσεις. Τελικά, στις 21 Φεβρουαρίου 1898, η Βουλή ψήφισε νόμο και ο διεθνής οικονομικός έλεγχος άρχισε να λειτουργεί υπό Διεθνή Οικονομική Επιτροπή από τις 28 Απριλίου.
Μετά την λήξη του πολέμου, ο Παύλος Μελάς επέστρεψε με κακή ψυχολογική κατάσταση στην Αθήνα. Έμεινε αξύριστος, εκδηλώνοντας το πένθος του για τον πατέρα του, που είχε αποβιώσει τον Ιούνιο του 1897, αλλά και για την εθνική ντροπή της ήττας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ήταν ευερέθιστος και γεμάτος θυμό, ενώ σκεπτόταν, ακόμα, και την παραίτηση από τον Στρατό. Έφθασε να «είναι υβριστικός» προς την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, και άλλαζε η διάθεσή του, µόνο όταν σκεφτόταν τους υπόδουλους Έλληνες της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Η κατάσταση στην Μακεδονία χειροτέρευσε και οι Βούλγαροι, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, ξεσπούσαν με λύσσα πάνω στον Ελληνισμό. Βούλγαροι και Ρώσοι αξιωματικοί τέθηκαν επικεφαλής των κομιτατζήδων και επέδραμαν ανενόχλητοι στη Μακεδονία. Όσοι χωρικοί δέχονταν να εγκαταλείψουν το Πατριαρχείο, και να ενταχθούν στην Εξαρχία, γλίτωναν από την τρομοκρατία των Βουλγάρων.

Ο τότε Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει στα απομνημονεύματά του σε τι κατάσταση ήταν η Καστοριά και η περιφέρειά της όταν το 1901, ο ίδιος έγινε εκεί Μητροπολίτης: «Όταν έφθασα εκεί, βρήκα τον τόπο σε άθλια κατάστασι. Ο πόλεμος του ’97 ήταν ακόμα πρόσφατος. Οι Τούρκοι, από μίσος για την Ελλάδα, υπεστήριζαν τας εξαρχικάς αξιώσεις, οι Βούλγαροι επωφελούντο της ψυχολογικής καταστάσεως και ήταν κύριοι του τόπου. Οι βλέψεις του Βουλγαρικού Κομιτάτου έφθαναν ως τον Αλιάκμονα, και τα Καστανοχώρια, και γι αυτό το στρατόπεδο των συμμοριών στήθηκε στα Κορέστια της Καστοριάς, για ν΄ αποδείξουν μια μέρα στην ευρωπαϊκή διπλωματία, ότι στην Καστοριά έπρεπε να χαραχθούν τα σύνορα της ονειροπολουμένης Μεγάλης Βουλγαρίας.… Το Βουλγαρικό Κομιτάτο, εκτελώντας το ανθελληνικό του σχέδιο, άρχισε να ρίχνη τον ένα ύστερα από τον άλλο τους στύλους των ελληνικών κοινοτήτων, για να εμπνεύση τον πανικό και να υποτάξη τον πληθυσμό στη βουλγαρική Εξαρχία. Το ελληνικό αίμα άρχισε να βάφη τη γη της Μακεδονίας. Τα σλαβόφωνα χωριά, μπρος στο τραγικό δίλημμα «Εξαρχία ή θάνατος», αποσκιρτούσαν στην Εξαρχία, και, μάλιστα, καθώς με τον καιρό επληθύνοντο κι οι συμμορίες, με την εμφάνιση νέων οπλαρχηγών… ».[15]
Παρ΄ όλη αυτήν την κατάσταση, το Ελληνικό Κράτος, λόγω κυβερνητικής αστάθειας[16], οικονομικής[17] και στρατιωτικής αδυναμίας[18], αλλά και πολιτικής ανικανότητας[19], δεν προέβαινε σε δυναμικές επεμβάσεις[20]. Αρκείτο σε ακαδημαϊκές διαμαρτυρίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στις Μεγάλες Δυνάμεις[21], καθώς και στην υποστήριξη συνεργασίας των Ελλήνων Προξένων με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως[22]. Αυτή η τακτική είχε αποφέρει κάποια αποτελέσματα[23], αλλά όχι και τόσο σημαντικά. Ήταν τέτοια η κατάσταση, που οι Βούλγαροι προμηθεύονταν όπλα, μέσα από την Αθήνα, και τα μετέφεραν στην Μακεδονία, προκειμένου να εξοπλίσουν τις συμμορίες των κομιτατζήδων. Ο Καραβαγγέλης έστελνε επίσημες εκθέσεις στην Ελληνική Κυβέρνηση[24], ζητώντας ενισχύσεις, αλλά επειδή δεν λάμβανε απαντήσεις, ξεκίνησε να αλληλογραφεί με αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, όπως τον Παύλο Μελά, τον Γεώργιο Τσόντο, τον Παναγιώτη Δαγκλή και άλλους. Στην αλληλογραφία του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Κώστας Γεωργίου, για λόγους ασφαλείας.

Το 1902, ο γυναικάδελφος του Παύλου Μελά, Ίων Δραγούμης, κατόπιν δικής του επιθυμίας, τοποθετήθηκε ως υποπρόξενος στο Ελληνικό προξενείο της πόλης του Μοναστηρίου. Εκεί οργάνωσε την άμυνα των Ελλήνων, εναντίον της βουλγαρικής προπαγάνδας και στήριζε τον Ελληνισμό σε όλη την Δυτική Μακεδονία, συνεργαζόμενος στενά με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Όντας ανήσυχος, όμως, για την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η Μακεδονία, έγραφε συνεχώς στην Ελληνική Κυβέρνηση να στείλει ενισχύσεις, ώστε να γίνουν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Συγχρόνως, αλληλογραφούσε με τον Παύλο Μελά, με τον οποίο συνεργαζόταν στενά. Παράλληλα, μέχρι το 1903, ο Μελάς μάθαινε Βουλγαρικά, αγόραζε χάρτες, συναναστρεφόταν Μακεδόνες που βρίσκονταν στην Αθήνα, ενημέρωνε τους άλλους αξιωματικούς για όσα συνέβαιναν, ενώ έκανε εράνους για αγορά οπλισμού για τους Έλληνες της Μακεδονίας.
Στις 20 Ιουλίου 1903, ξέσπασε βουλγαρικό κίνημα στην Δυτική Μακεδονία, το λεγόμενο Ίλιντεν, κατά την διάρκεια του οποίου διεπράχθησαν ωμότητες και φρικαλεότητες των Βουλγάρων, εναντίον των Ελλήνων. Πολλά Ελληνικά χωριά καταστράφηκαν, όπως το Κρούσοβο. Ο Τουρκικός Στρατός, αν και κατέστειλε το κίνημα, προέβη σε ωμότητες κυρίως εναντίον των Ελλήνων, παρά εναντίον των Βουλγάρων. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να αφυπνισθεί το Ελληνικό Κράτος και να αναλάβει ενεργή δράση[25]. Ωστόσο, λόγω του φόβου επαναλήψεως του 1897, η τότε Ελληνική Κυβέρνηση Θεοτόκη δίσταζε να αποφασίσει τον ένοπλο αγώνα[26].

Στις αρχές του 1904, χάρη στην διαμεσολάβηση και την επιμονή του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου[27], η Ελληνική Κυβέρνηση εδέχθη να αποσταλούν στην Μακεδονία τέσσερις αξιωματικοί, ο λοχαγός Πεζικού Αλέξανδρος Κοντούλης, ο υπολοχαγός Αναστάσιος Παπούλας, ο ανθυπολοχαγός Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Παύλος Μελάς. Τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα, προκειμένου να μην γίνουν αντιληπτοί από τις τουρκικές αρχές. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος ήταν Μίκης Ζέζας. Σκοπός τους ήταν να μελετήσουν την κατάσταση στην Μακεδονία και να εισηγηθούν μέτρα για ένοπλο αγώνα. Σημειώνουμε ότι αυτής της αποφάσεως, είχε προηγηθεί συνάντηση του Έλληνος οπλαρχηγού Καπετάν Κώττα με τον διάδοχο Κωνσταντίνο[28]. Φθάνοντας στην Μακεδονία, οι αξιωματικοί περιόδευσαν σε διάφορα Ελληνικά χωριά, των οποίων οι Έλληνες κάτοικοι τους δέχονταν με χαρά. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι υποψιάστηκαν την παρουσία του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, η Ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει στην Αθήνα. Εκείνος, όμως, αν και αρχικά αρνήθηκε να υπακούσει, τελικά, πείστηκε από τον Αλέξανδρο Κοντούλη και επέστρεψε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 1904. Μετά από λίγες μέρες, ανεκλήθησαν και οι υπόλοιποι αξιωματικοί. Ο Μελάς και ο Κοντούλης εισηγήθηκαν στην Ελληνική Κυβέρνηση την άμεση ενίσχυση του Καραβαγγέλη και όλων όσων εργάζονταν στην υπόδουλη Μακεδονία.
Στις 22 Μαΐου 1904, ιδρύθηκε το Μακεδονικό Κομιτάτο, με πρόεδρο τον διευθυντή της εφημερίδος «Εμπρός» Δημήτριο Καλαποθάκη. Ενετάχθησαν εκεί, ως μέλη, πολλοί επιφανείς Έλληνες, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, ο Ιωάννης Ράλλης[29], ο Γεώργιος Μπαλτατζής[30], ο Στέφανος Δραγούμης, ο Πέτρος Σαρόγλου, ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη, ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν, ο τότε Ανθυπολοχαγός Ιππικού Αλέξανδρος Παπάγος (από το 1906)[31] και άλλοι. Μέλος του Μακεδονικού Κομιτάτου υπήρξε και ο Παύλος Μελάς. Σκοπός του Μακεδονικού Κομιτάτου ήταν «….η άμυνα του Ελληνισμού εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Αλβανία κατά πάσης αποπείρας προς μείωσίν του και η επαναφορά των χωρίων ή ατόμων εις τας τάξεις αυτού, όσα ακουσίως ηναγκάσθηκαν να αποσχιθώσιν ημών και ακουσίως μένουσιν εις το σχίσμα….». Χάρη στην δράση του Μακεδονικού Κομιτάτου, εστάλησαν οπλισμός, αλλά και Ελληνικά ανταρτικά σώματα στην Μακεδονία, κυρίως Κρητών και Μακεδόνων. Όλα αυτά ήταν εν γνώσει της Ελληνικής Κυβερνήσεως, την οποία ενημέρωνε ο Καλαποθάκης.
Στα τέλη Ιουνίου του 1904, Κοζανίτες επισκέφτηκαν τον Μελά και του ζήτησαν να μεσολαβήσει, ώστε να σταλούν Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να οργανώσουν συστηματικά την άμυνά τους. Στις 9 Ιουλίου 1904, ο Μελάς, προκειμένου να βοηθήσει τους Κοζανίτες, αφού έλαβε άδεια είκοσι ημερών από τον Στρατό, ταξίδευσε πάλι στην Μακεδονία, με το ψευδώνυμο «Πέτρος Δέδες». Στις αλλεπάλληλες και με μεγάλη μυστικότητα συναντήσεις, που είχε με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη και στη Σιάτιστα, πρότεινε να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της Αμύνης, να διενεργήσουν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να τονώσουν το φρόνημα των ατόλμων, και η Εκκλησία να συμπαρασταθεί με κάθε τρόπο. Φθάνοντας στην Θεσσαλονίκη, συναντήθηκε με τον Έλληνα πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά και συνεννοήθηκε μαζί του για την κλιμάκωση του ανταρτοπολέμου εναντίον των κομιτατζήδων.

Στις 3 Αυγούστου 1904, ο Μελάς γύρισε στην Αθήνα, όπου βρήκε καθαρότερες διαθέσεις και, αφού εξέθεσε στον τότε Έλληνα Πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη την κατάσταση, ζήτησε άδεια να συγκροτήσει ανταρτικό σώμα, προκειμένου να πολεμήσει στην Μακεδονία. Τελικά, με εντολή του Μακεδονικού Κομιτάτου, αναχώρησε για την Μακεδονία, για τρίτη φορά, ως αρχηγός σωμάτων Καστοριάς – Μοναστηρίου, με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. Λίγο πριν από την αναχώρησή του, εξομολογείτο στην σύζυγό του: «…Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος, ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον, είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν»[32]. Ευρισκόμενος στην Λάρισα, έστειλε νέο γράμμα προς την σύζυγό του, στο οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων: «…Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν, όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου…».[33]
Το ανταρτικό σώμα, που διοικούσε, αποτελείτο από 30 άνδρες και το καθοδηγούσαν τρεις οδηγοί που γνώριζαν τα μέρη. Ένας εξ αυτών, όμως, ονόματι Αθανάσιος Βάγιας, εγκατέλειψε κρυφά το ανταρτικό σώμα του Μελά και, φθάνοντας στα Γρεβενά, ειδοποίησε τους Τούρκους. Ο Μελάς, εξοργισμένος, έγραψε στις σημειώσεις του: «Αν ποτέ τον απαντήσω, θα μου πληρώσει την άτιμον αυτήν προδοσίαν»[34]. Το γεγονός αυτό δυσκόλεψε τις κινήσεις του σώματός του, το οποίο, μετά από πορεία έντεκα ημερών, έφτασε στο Άργος Ορεστικό τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου. Την επόμενη ημέρα, εισήλθε στο Κωσταράζι της Καστοριάς, όπου ξεκουράστηκε εκεί για δύο ημέρες. Από εκεί, αφού δέχθηκαν τη βοήθεια του Γερμανού Καραβαγγέλη και διανυκτέρευσαν φιλοξενούμενοι στην Μονή Τσιριλόβου, κατευθύνθηκαν στο Βογατσικό και ενημερώθηκαν για τις ωμότητες των κομιτατζήδων. Ο Μελάς, αν και δεν ενέκρινε σκληρά αντίποινα, έδρασε αποφασιστικά.
Κατόπιν, περιόδευσε σε διάφορα χωριά, ενθαρρύνοντας τους Έλληνες να μένουν πιστοί στην Ορθοδοξία και επαναφέροντας στους κόλπους του Πατριαρχείου, όσους είχαν προσχωρήσει από φόβο στην Βουλγαρική Εξαρχία. Κάποιοι Έλληνες κατετάγησαν στο ανταρτικό σώμα του. Με ορμητήριο τα χωριά Λιγκοβάνη[35] και Λέχοβο[36], απέκρουε επιθέσεις Βουλγάρων κομιτατζήδων, αλλά όταν έπιανε αιχμάλωτους, όχι μόνο δεν τους φόνευε, αλλά και τους άφηνε ελεύθερους, με την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφαν στην Ορθοδοξία και δεν θα πείραζαν ξανά τους Έλληνες. Περιόδευσε σε πολλά χωριά, όπως το Κουμανίτσοβο[37], το Στρέμπενο[38] και άλλα, συναντώντας πολλούς Έλληνες, που αγωνίζονταν εναντίον των Βουλγάρων. Έκλεινε τα βουλγαρικά σχολεία και τις εξαρχικές εκκλησίες που με τη βία είχαν ανοίξει και συγκροτούσε τοπικές ένοπλες ομάδες. Έτσι, οργάνωσε την περιοχή ανατολικά του όρους Βιτσίου. Ακολούθως, στόχευε να οργανώσει την ελληνική αντίσταση στο Μοναστήρι και τις γύρω περιοχές. Παρ΄ όλη την απροθυμία κάποιων χωριανών να τον συνδράμουν, τις κακές καιρικές συνθήκες, τις ασθένειες, τους θανάτους, αλλά και τις λιποταξίες που συνέβαιναν στο ανταρτικό σώμα του, ο Παύλος Μελάς δεν πτοείτο και συνέχιζε το έργο του. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1904, μετά από μια αποτυχημένη επιδρομή εναντίον των Βουλγάρων στο χωριό Νερέτι[39] της Φλώρινας, ακολούθησε συμπλοκή του σώματος του Παύλου Μελά με τον τουρκικό Στρατό.
Στις 13 Οκτωβρίου 1904, λόγω καιρού, αποφάσισαν να περάσουν την νύχτα στο χωριό Στάτιστα[40], στην οικία του Μακεδονομάχου ιερέα Καντζάκη. Οι Τούρκοι, όμως, κατόπιν προδοσίας από τον Βούλγαρο κομιτατζή Μήτρο Βλάχο, έφθασαν στα Στάτιστα και περικύκλωσαν την οικία του παπα – Καντζάκη. Άρχισαν να κτυπούν με τους υποκόπανους την πόρτα και να ζητούν να ανοίξουν οι ένοικοι, ειδάλλως θα πυρπολούσαν το κτήριο. Ο Μελάς έδωσε εντολή στους αντάρτες του να πυροβολήσουν εναντίον των Τούρκων, ενώ ο ίδιος με έναν από αυτούς κατέβηκε από τον δεύτερο όροφο της οικίας που κρυβόταν. Όταν νύχτωσε, ο Παύλος Μελάς, μαζί με πέντε αντάρτες του βγήκε στον περίβολο της οικίας. Τότε, ακούστηκε ένας πυροβολισμός, που πλήγωσε τον Μελά στην μέση. Δεν γνωρίζουμε, εάν ο πυροβολισμός προήλθε από Τούρκο ή κατά λάθος από τον συναγωνιστή του, Λάκη Πύρζα, ο οποίος ήταν μαζί του. Εν πάσει περιπτώσει, ο Μελάς μεταφέρθηκε στον στάβλο της οικίας, όπου και ξεψύχησε.
Οι περισσότεροι αντάρτες του κατόρθωσαν να διαφύγουν και μετά από περιπέτειες έφτασαν στο Ζέλοβο[41], όπου ενετάχθησαν στο Ελληνικό ανταρτικό σώμα του Κρητικού οπλαρχηγού Ευθυμίου Καούδη[42]. Αρκετοί, όμως, για διάφορους λόγους επέστρεψαν στο Ελληνικό Κράτος[43]. Το βράδυ της συμπλοκής στα Στάτιστα, επτά από αντάρτες του Παύλου Μελά συνελήφθησαν από τους Τούρκους, ενώ δύο από αυτούς διέφυγαν μεν, αλλά μάλλον χάθηκαν και ψήθηκαν ζωντανοί στον κλίβανο από τους κομιτατζήδες.
Την ίδια νύχτα, ο Παύλος Μελάς θάφθηκε στα Στάτιστα, από τους κατοίκους του χωριού. Σύντομα, όμως, έφτασε στο Ζέλοβο ο διερμηνέας του Γενικού Προξενείου Μοναστηρίου, Βασίλειος Αγοραστός, για να μεριμνήσει για την ταφή του αρχηγού. Αφού ενημερώθηκε πως οι ντόπιοι είχαν φροντίσει γι’ αυτήν, έστειλε απεσταλμένο να παραλάβει κρυφά το άψυχο σώμα και να το μεταφέρει στο Ζέλοβο. Ο προεστός των Στατίστων Ντίνας Στεργίου επιχείρησε την εκταφή του Μελά, αλλά τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε στο χωριό τουρκικό απόσπασμα. Ο Στεργίου, ευρισκόμενος σε κίνδυνο να συλληφθεί από τους Τούρκους, έκοψε το κεφάλι του Παύλου Μελά, το οποίο έβαλε σε ένα σακίδιο, έθαψε πάλι το σώμα και κατόρθωσε να διαφύγει στο Ζέλοβο και από εκεί στο Πισοδέρι.
Στις 18 Οκτωβρίου 1904, θάφθηκε το κεφάλι του Παύλου Μελά στο χώρο μπροστά από την Ωραία Πύλη του παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής Πισοδερίου, παρουσία του Βασιλείου Αγοραστού. Ο τελευταίος στην αναφορά του, με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου 1904, γράφει: «Παρεσκευάσαμεν, ακολούθω,ς τα διά την κηδείαν χρειώδη, κατεσκευάσαμεν κιβώτιον, επρομηθεύθημεν σάβανον, εξ εκείνων του Παναγίου Τάφου, ειδοποιήθη ο ιερεύς Παπά Σταύρος, και, όταν ήδη ήσαν τα πάντα έτοιμα, εξεκινήσαμεν εν τω σκότει φέροντες μεθ’ ημών πάντα τα χρειώδη, εγώ δέ τον σάκκον, τον οποίον εναπέθεσα προ της εικόνος της Μητρός του Χριστού, μέχρις ού εξορυχθή ο ταφίσκος. Εκεί, εν τω ρηθέντι παρεκκλησίω, προς της ωραίας Πύλης, αφ’ ού εξωρύχθη ο ταφίσκος, εκομίσθη το κιβώτιον, εν ώ επιστρώσας το σάβανον έθηκα ιδίαις μου χερσί την τιμίαν κεφαλήν, κοσμήσας διά των ανθέων του δάσους της Αγίας Τριάδος. Κατόπιν, ανάψαντες λαμπάδα ηρξάμεθα να ψάλλωμεν, εν ολολυγμοίς, την νεκρώσιμον ακολουθίαν»[44].
Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι ζητούσαν πιεστικά να πληροφορηθούν που βρισκόταν θαμμένος ο Μελάς, υποβάλλοντας μάλιστα, σε βασανιστήρια πολλούς κατοίκους των Στατίστων και απειλώντας τους, με εμπρησμό του χωριού τους. Ωστόσο, κανείς δεν προέβη σε αποκαλύψεις. Τελικά, οι Τούρκοι, λόγω πληροφοριών από τις Ελληνικές εφημερίδες, ανακάλυψαν το σώμα του Παύλου Μελά, το οποίο ξέθαψαν και μετέφεραν στην Καστοριά.
Αξίζει να επισημανθεί πως δεν γνώριζαν την πραγματική ταυτότητα του Μελά, παρά μόνο ότι το σώμα ανήκε σε κάποιον Μίκη Ζέζα, αρχηγό των Ελλήνων ενόπλων της Μακεδονίας. Το πληροφορήθηκαν μόνον από επιστολές, που βρήκαν πάνω του.
Στην Καστοριά, ο Καραβαγγέλης, κατόπιν πιέσεων προς τους Τούρκους[45] επέτυχε να του παραδοθεί το ακέφαλο σώμα του Μελά[46], το οποίο και έθαψε στο νεκροταφείο, αντίκρυ από την Μητρόπολη. Γράφει στα απομνημονεύματά του χαρακτηριστικά: «Το μετέφερα αμέσως στο μητροπολιτικό μέγαρο και κείνη τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε διόλου. Το θρηνήσαμε όλη τη νύχτα και την άλλη μέρα πολύ πρωί, όπως είχα υποσχεθή στον καϊμακάμη, το έθαψα με λίγους ανθρώπους της εμπιστοσύνης μου, για να αποφύγω άλλους θορύβους και συγχύσεις του λαού. Τον έθαψα στο νεκροταφείο αντίκρυ από τη Μητρόπολι»[47].

Το 1907, κατόπιν αιτήματος της Ναταλίας Μελά, το σώμα και το κεφάλι του Παύλου Μελά ενταφιάστηκαν στο αριστερό κλίτος του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών, κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό της Καστοριάς.
Στο Ελληνικό Κράτος, μόλις έγινε γνωστός ο θάνατος του Μελά, αναταράχθηκε όλος ο κόσμος, ακόμη κι αυτοί, που δεν συμμερίζονταν τις αγωνίες του. Το γεγονός αυτό αναζωπύρωσε περισσότερο την ευαισθησία όλων των Ελλήνων για τη Μακεδονία και συνετάραξε μαζικά τον Ελληνισμό. Συγκεκριμένα, «…η θλιβερά είδησις του θανάτου του Παύλου Μελά ταχέως έφτασεν εις Αθήνας. Οι κώδωνες των εκκλησιών εσήμανον πενθίμως και ενώ εις την πρωτεύουσαν και την λοιπήν Ελλάδαν πολύ ολίγοι εγνώριζον την έξοδον του εις την Μακεδονίαν, εν τούτοις ο θάνατος του εθρηνήθη ως εθνικού ηρώος. Κύματα αγανακτήσεως συνετάραξαν το Πανελλήνιον και απ΄ άκρου εις άκρον της χώρας εζητείτο εκδίκησις. Μέχρι τότε το Μακεδονικόν ζήτημα αφεώρα ένα μικρόν τμήμα του όλου Ελληνισμού. Από της στιγμής όμως εκείνης καθίστατο πλέον αγών επιβιώσεως όλου του Έθνους. Από της απόψεως αυτής ο Θάνατος του Μελά απετέλεσε πραγματικόν εγερτήριον σάλπισμα. Οι συνάδελφοι του αξιωματικοί εζήτουν να μεταβούν εις την Μακεδονίαν δια να εκδικηθούν τον θάνατον του και όλοι οι Έλληνες αντελήφθησαν ότι ζωτικά συμφέροντα του Ελληνισμού διακυβεύοντο εις τον χώρο της. Εάν αυτά τα συμφέροντα δεν κατωχυρούντο, τότε η Ελλάς θα έζη πάντοτε υπό την ασφυκτικήν πίεσιν ενός ισχυρού βορείου γείτονος….»[48].
Ο Ίων Δραγούμης έγραφε αργότερα για τον αντίκτυπο του θανάτου του Παύλου Μελά: «Ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε στη Στάτιστα της Μακεδονίας ένα βράδυ το φθινόπωρο του 1904. Και οι Έλληνες ξύπνησαν. Γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Επειδή είναι τυφλοί οι άνθρωποι. και οι περισσότεροι γεννήθηκαν για να είναι και μικροί. Σπίθες κοντές είναι οι στιγμές που ξυπνούν και νοιώθουν τη μετριότητα που βαρύνει επάνω τους. Σπίθα είναι, όταν λέγουν.
– Ω, τι ανυπόφορη που είναι η μετριότητά μου!
Τέτοια σπίθα τους άναψε ο Παύλος Μελάς. Όσοι συνηθίζουν να συλλογίζονται, ας στοχασθούν πόσο μεγαλύτερος από τους άλλους Έλληνες έπρεπε να είναι ο Παύλος Μελάς, για να καταφέρει να τους ανάψει. Και με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν. Έτριψαν τα μάτια τους, κάπως ξιππασμένοι, και είπαν μέσα τους, γιατί ντρέπουνταν να το διαλαλήσουν.
– Ώστε υπάρχει Μακεδονία, αφού πήγε ο Παύλος Μελάς, και σκοτώθηκε γι αυτή!
Και άλλοι εσυμπέραναν.
– Ώστε βρίσκονταν ακόμα μετά το 1897 αξιωματικοί στο Στρατό, και ζωή στο Έθνος! Λοιπόν, ζήτω το Έθνος!»[49]
Επίσης, στρεφόμενος προς τα Ελληνόπουλα, ο Δραγούμης έγραφε:
«Σε σας στρέφομαι, παιδιά του Ελληνισμού, αγαπημένα Ελληνόπουλα, και σας εξορκίζω, αν έχετε να ξοδέψετε ενέργεια, ας είναι και μέτρια, αν έχετε να κάψετε τίποτε περισσότερο από σπίθες απλές ενθουσιασμού μη λησμονείτε ποτέ το θάνατο του Παλικαριού, αλλά προπάντων μη λησμονείτε τη ζωή του, τον ενθουσιασμό του, δηλαδή και τη δύναμη και την τόλμη, μη λησμονείτε και την ιδέα που για κείνη δούλεψε και υπέφερε, ούτε την πανώρια χώρα, όπου εσκοτώθη, γιατί και η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα Ήρωες.
Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει.»[50]
Αντί επιλόγου, παρατίθεται μια επιστολή του Παύλου Μελά προς σε έναν νεαρό Εύελπι, στον οποίο και αναφέρει:
«Η ζωή είναι πόλεμος. Η γη σου είναι φρούριο και χρέος σου η νίκη. Μη μιλάς, να σκέπτεσαι, ν’ αγαπάς, να μην πονάς. Ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος. Πολέμα για τα ιδανικά σου, για τα Ελληνικά ιδανικά του ανθρωπισμού. Πολέμα για την Μεγάλη Ιδέα. Άνδρες που περπατούν στη ζωή ευθυτενείς και με γαλήνη, μαθημένοι να πονούν χωρίς να υποφέρουν, να νικούν χωρίς να θριαμβολογούν, να νικώνται χωρίς να μοιρολογούν. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνδρες, θεμέλια γενεών. Αυτοί οι Ευέλπιδες, οι αυριανοί ηγήτορες του Έθνους.
Νεαρέ Εύελπι μάθε και εξασκήσου να είσαι απλός, ολιγόλογος, συγκρατημένος, σεμνός. Λίγα λόγια, πολλά έργα. Ανθρωπιά μεγάλη, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή. Όποιος σε κοιτά, τα μάτια του σε γεμίζουν παλικάρι. Περισσότερο να προσβάλλεσαι όταν σε κυριεύει ο πόνος. Μη θυμώνεις, χειρότερα είναι να χτυπήσεις, έστω και εάν μόλις κρατιέσαι με έναν κόμπο στο λαιμό. Να φύγεις είναι δειλία. Μόνος σου αποφάσισες να γίνεις Αξιωματικός. Απελπισία, ύστερα γελάς και από την μια μεριά στην άλλη γίνεσαι άνδρας, δηλαδή μαθαίνεις να κρατάς μέσα σου τον πόνο και την απορία, έτσι χωρίς να φαίνεται, αλλά να επιμένεις πάντα στον σκοπό σου, στα όνειρά σου.
Αν προχωρήσω, ακολουθείστε με..
Αν υποχωρήσω, σκοτώστε με…
Αν σκοτωθώ, εκδικηθείτε με..
Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας) Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού, Τάξις 1891.»

Πηγές:
- Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
- Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957.
- Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979.
- Δραγούμη Ίωνος, Μαρτύρων και Ηρώων αίμα, Εκδόσεις Μαλλιαρής – Παιδεία
- Η επιστολή του Παύλου Μελά προς τον νεαρό Εύελπι… Παύλος Μελάς (ή Μίκης Ζέζας) | https://patridamouelladamou.wordpress.com/2012/10/22/η-επιστολή-του-παύλου-μελά-προς-τον-νεα/
- Ιωάννης Π. Μεταξάς – Στρατιωτικός | https://www.ioannismetaxas.gr/Stratiotikos.html
- Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958.
- Κοεμτζοπούλου Νικόλαου, Καπετάν Κώττας, ο πρώτος Μακεδονομάχος, Αθήνα 1968.
- Κοντογιαννίδη Τάσου, Η ταπεινωτική ήττα του πολέμου του 1897 – Επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου στην Ελλάδα | http://www.pontos-news.gr/article/163933/i-tapeinotiki-itta-toy-polemo…
- Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
- Μαστέλλου – Γιαννάκενα Ελίνας, Ο Παύλος Μελάς και ο Μακεδονικός Αγώνας (1904 – 1908), Ο σκοπός του και οι ήρωες του, Εκδόσεις Πελασγός Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα, Αθήνα 2018.
- Παπαγιαννόπουλου Τάκη, δημοσιογράφου – εφέδρου αξιωματικού, Στρατάρχης ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ, ο εκλεκτός της ιστορίας, Αθήναι 1987.
- Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014.
[1] Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 17.
[2] ο. π.
[3] ο. π.
[4] ο. π.
[5] ο. π.
[6] Οι Βούλγαροι, ήταν λαός μογγολικής καταγωγής, που εγκαταστάθηκε αρχικώς στον Βόλγα ποταμό, που διασχίζει την Ρωσία. Στα τέλη του 7ου αιώνα, μετακινήθηκαν στην Χερσόνησο του Αίμου, όπου και εκσλαβίσθηκαν. Η ακριβής προέλευση του ονόματός τους, είναι αμφίβολη. Κατά μία εκδοχή, συνδέεται με τον Βόλγα ποταμό, ενώ σύμφωνα με τον Κεραμόπουλο, το όνομά τους βγαίνει από την λέξη «βουργάροι» που σημαίνει οροφύλακες. (Πηγή: Βλ. Νεότερο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικού του «Ηλίου», τόμος 4, σελ. 752.) Ως αντίδραση στην προσπάθεια εκχριστιανισμού τους από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, πολλοί από αυτούς είχαν ασπασθεί τον Βογομιλισμό, αίρεση με μανιχαϊστικές και δυϊστικές απόψεις. (Πηγή: Βούρτση Ροζάννας, Καθαροί, οι «αιρετικοί» της Γνώσης και της Αγνότητας στο Μυστικές Εταιρείες, Εκδόσεις Αρχέτυπο, 7η έκδοση, σελ. 26. Βλ. Γεωργαλά Γεωργίου, Εις Βυζάντιον οδηγός, Σειρά: Βυζάντιον Ε΄, Εκδόσεις Ερωδιός, σελ. 104, 110 – 111.) Επίσης, έχοντας δημιουργήσει ένα δικό τους υποτελές έθνος-κράτος, εξεγείρονταν εναντίον της Ρωμανίας, πράγμα που δείχνει εξίσου την αντίδρασή τους στον εξελληνισμό τους. (Πηγή: Ο πραγματικός Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος | https://cognoscoteam.gr/ο-πραγματικός-βασίλειος-β΄-ο-βουλγαρο/) Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι Βούλγαροι, ποτέ δεν υπήρξαν λαός ενταγμένος στην Ρωμανία, δεν υπήρξαν ποτέ Ρωμιοί, όπως διατείνονται λανθασμένα κάποιοι σύγχρονοι νεοτερίζοντες ιστορικοί.
[7] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 28 – 29.
[8] Βλ. Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 102. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το Καταστατικό της Εθνικής Εταιρείας, ο κάθε Έλληνας που κατατασσόταν στην Εθνική Εταιρεία, έπρεπε να ήταν «ανεγνωρισμένων φρονημάτων και αισθημάτων» (άρθρο 4) και υποχρεούτο «να ορκισθή επί του Ιερού Ευαγγελίου και επί λόγω τιμής ότι θέλει τηρήση απόλυτον εχεμύθειαν όρκου του και υποχρεούται να τηρή αυτόν εφ΄ όρου ζωής…» (άρθρο 5) Βλ. ο. π.
[9] https://www.ioannismetaxas.gr/Stratiotikos.html Μάλιστα, σώζεται μια επιστολή του Ιωάννη Μεταξά προς τον Παύλο Μελά, με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1896 και βρίσκεται σήμερα στο αρχείο της εγγονής του τελευταίου, Ναταλίας Ιωαννίδη.
[10] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[11] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 94.
[12] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 96.
[13] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 97 – 98.
[14] Κοντογιαννίδη Τάσου, Η ταπεινωτική ήττα του πολέμου του 1897 – Επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου στην Ελλάδα | https://www.pontosnews.gr/387690/ellada/i-tapeinotiki-itta-tou-polemou-tou-1897-ka/
[15] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 7 – 8.
[16] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 124.
[17] ο. π.
[18] ο. π.
[19] ο. π.
[20] ο. π.
[21] ο. π.
[22] ο. π., σελ. 126.
[23] ο. π.
[24] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 9.
[25] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 130.
[26] ο. π., σελ. 131.
[27] Κοεμτζοπούλου Νικόλαου, Καπετάν Κώττας, ο πρώτος Μακεδονομάχος, Αθήνα 1968.
[28] ο. π.
[29] Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957, σελ. 32.
[30] Βλ. και Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998. Βλ. και Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957, σελ. 33.
[31] Παπαγιαννόπουλου Τάκη, δημοσιογράφου – εφέδρου αξιωματικού, Στρατάρχης ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ, ο εκλεκτός της ιστορίας, Αθήναι 1987, σελ. 21 – 22.
[32] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[33] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[34] Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
[35] Λιγκοβάνη: σημερινή Ξυλούπολη της Θεσσαλονίκης
[36] Λέχοβο: σημερινό Ηρωικό της Φλώρινας
[37] Κουμανίτσοβο: σημερινή Λιθιά Καστοριάς
[38] Στρέμπενο: σημερινά Ασπρώγεια της Φλώρινας
[39] Νερέτι: σημερινός Πολυπόταμος της Φλώρινας
[40] Στάτιστα: σημερινό Μελάς Καστοριάς
[41] Ζέλοβο: σημερινό Ανταρτικό της Φλώρινας.
[42] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 155.
[43] ο. π.
[44] Βλ. Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
[45] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 34 – 35.
[46] ο. π., σελ. 35.
[47] ο. π.
[48] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 154 – 155.
[49] Δραγούμη Ίωνος, Μαρτύρων και Ηρώων αίμα, Εκδόσεις Μαλλιαρής – Παιδεία, σελ. 3.
[50] ο. π., σελ. 4 – 5.
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας