Ακολουθήστε μας

Πολιτική

Άγγελος Συρίγος στη Hellas Journal: “Τί διεκδικήσεις έχουμε εμείς από την Τουρκία; Αν προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο πρέπει πρώτα να έχουμε αυξήσει τα χωρικά μας ύδατα”

Τα «καυτά» ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, το Αιγαίο, η Θράκη και η Κύπρος

Δημοσιεύτηκε στις

Στο Α´ Μέρος της εφ᾽ όλης της ύλης συζήτησής μας, ο Άγγελος Συρίγος τοποθετήθηκε στις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας και το μείζον γεγονός της διαγραφής του πρώην Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά.

Τα «καυτά» ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, το Αιγαίο, η Θράκη και η Κύπρος

Αναφέρθηκε εκτενώς στα περί μυστικής διπλωματίας με την Τουρκία, διαχχωρίζοντας, μεταξύ άλλων, τη θέση του από τη Γενική Διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ περί ενδεχόμενης αποδοχής μειωμένης ελληνικής αιγιαλίτιδας στο Αιγαίο.

Τόνισε χαρακτηριστικά ότι «η Τουρκία συνιστά υπαρξιακή απειλή» και «συστημικό κίνδυνο για τον Ελληνισμό», ενώ δεν παρέλειψε να εκθειάσει τον ρόλο του ελληνοαμερικανικού λόμπι στην επιβολή περιορισμών από τις ΗΠΑ προς στην Τουρκία στο ζήτημα της προμήθειας μαχητικών αεροσκαφών.

Αποτύπωσε την κατάσταση πραγμάτων στη Θράκη, και παρείχε για πρώτη φορά στοιχεία για τον επίσημα καταγεγραμμένο αλλογενή πληθυσμό στην Ελλάδα.

Αποκαλυπτικός Συρίγος στη Hellas Journal! Πως σχολιάζει τη διαγραφή Σαμαρά! Ποια εξήγηση δίνει για το “μειοδότης” του Γεραπετρίτη – Στοιχεία που πρέπει να διαβάσετε για τους Αλβανούς μετανάστες

Διαβάστε στο Β´ Μέρος όσα λέει ο Άγγελος Συρίγος για τις ελληνοαλβανικές σχέσεις και την ελληνική μειονότητα στη Βόρειο Ήπειρο. Διαβάστε την εις βάθος συζήτηση για τα «καυτά» ζητήματα των Ελληνοτουρκικών όσον αφορά στο Αιγαίο και την Κύπρο:

Εθνικά Χωρικά Ύδατα, casus belli, Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός και η ελληνική κωλυσιεργία κατάθεσής του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Σύνδεση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης Ελλάδος–Κύπρου, ο κομβικός ρόλος του Συμπλέγματος Καστελλορίζου, και οι προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού.

Αλβανία, Βόρειος Ήπειρος, Μπελέρης

Αλβανία, Ράμα, δύο επισκέψεις, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Μπελέρης, και στο βάθος πλάτες και χρήματα Ερντογάν και Τουρκίας.

«Εγώ θα προσέθετα, ότι στο βάθος υπάρχει κάλυψη από πολλά κράτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως».

Γερμανία, παραδείγματος χάριν.

«Όχι μόνον Γερμανία. Η Ιταλία είναι πιο φιλικό κράτος προς τον Ράμα. Έχει και απ’ ευθείας συμφέροντα και συναλλαγές με τον Ράμα, λόγω των στρατοπέδων προσφύγων που έχει κτίσει στην Αλβανία. Στοίχισαν ένα υπέρογκο ποσό για να φτιαχτούν, προκειμένου οι Ιταλοί να μεταφέρουν εκεί μετανάστες από τα ιταλικά νησιά, όπου θα εξετάζεται το αίτημα ασύλου που έχουν υποβάλει.

Ο Ράμα έχει επιλέξει μια σκληρή αντιμειονοτική στάση, παρότι κατάγεται ο ίδιος από πλευράς της μητέρας του από τη μειονότητα. Ίσως και γι᾽ αυτό! Η στάση του στο θέμα Μπελέρη εκτός από προσβολή των δικαιωμάτων της μειονότητας ήταν και προσβολή βασικών κανόνων που πρέπει να υπάρχουν σε ένα δημοκρατικό κράτος: κράτος δικαίου, δημοκρατική αρχή, αρχή της αναλογικότητας της ποινής.

Προς χάριν του επιχειρήματος ας υποθέσουμε ότι ο Μπελέρης πράγματι αποπειράθηκε να εξαγοράσει ψήφους έναντι 360 ευρώ. Δεν μπορείς να κρατάς κάποιον άνθρωπο φυλακισμένο ενάμισι χρόνο για 360 ευρώ! Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της δίκης του βγήκαν στην επιφάνεια πάρα πολλές ανωμαλίες που σχετίζονται με το δικαστικό σύστημα της Αλβανίας. Ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας παραδέχθηκε ότι είχε πληρωθεί από την αστυνομία με το ποσόν των 7.000 ευρώ.

Η πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ένα άτομο το οποίο πριν μερικά χρόνια είχε επιχειρήσει να μπει με πλαστή βίζα στην Ελλάδα. Για δεκαπέντε χρόνια της είχε απαγορευτεί η είσοδος σε όλα τα κράτη Σένγκεν. Κι όμως έγινε δικαστής στην Αλβανία. Η εισαγγελέας πάλι που εξέδωσε την πρώτη απόφαση κρατήσεως του Μπελέρη ήταν η αδελφή του προέδρου του δικαστηρίου που επικύρωσε την απόφαση. Όλα αυτά δεν συμβαίνουν σε ένα φυσιολογικό κράτος.

Η ελληνική πλευρά προσπάθησε ανεπιτυχώς να συνετίσει την Αλβανία. Είναι σαφές ότι ο Ράμα ακολούθησε τη δική του συγκρουσιακή πορεία. Πιστεύει ότι μπορεί να βασίζεται στις πλάτες άλλων ευρωπαϊκών κρατών ή της Αμερικής και να αδιαφορεί για την Ελλάδα. Η κάθοδος του Φρέντη Μπελέρη στις ευρωεκλογές και η θριαμβευτική εκλογή του έδωσε λύση στην αδικία που υπέστη ως πρόσωπο.

Τώρα που άρχισε η ενταξιακή πορεία της Αλβανίας ο Ράμα θα διαπιστώσει ότι έκανε ένα κρίσιμο λάθος. Η ενταξιακή πορεία της Αλβανίας περνά μέσα από την Ελλάδα. Ήδη έχουν τεθεί οι όροι για το άνοιγμα των ενταξιακών κεφαλαίων για την Αλβανία που αφορούν στην απόδοση των περιουσιών στη μειονότητα και τον σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων. Και αυτά δεν είναι θεωρητικά.

Θα σας πω κάτι συγκεκριμένο. Η Αλβανία είναι το μοναδικό κράτος στην Ευρώπη, στην πρώην Ανατολική Ευρώπη, που δεν έχει αποδώσει περιουσίες ως τώρα στους νόμιμους ιδιοκτήτες, μετά το τέλος του κομμουνισμού. Η πρώτη φάση επιστροφής των περιουσιών ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια. Σήμερα, στις περιοχές που κατοικούν Αλβανοί έχει αποδοθεί το 60% των περιουσιών της πρώτης φάσεως. Στις περιοχές που κατοικούν Έλληνες έχει αποδοθεί από το 10% έως το 20%. Αυτή είναι μια σαφής διάκριση εις βάρος της μειονότητας. Όσο και να θέλει ο κύριος Ράμα να το ξεπεράσει αυτό με διάφορα τερτίπια, θα το βρίσκει σε κάθε βήμα μπροστά του».

12 ν. μίλια στο Αιγαίο, Casus Belli, Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, Καστελλόριζο

Να πάω λίγο προς το Αιγαίο και δι᾽ αυτού στην Κύπρο. Και να ρωτήσω πολύ απλά. Τί εμποδίζει την Ελλάδα να προβεί στην επέκταση των εθνικών χωρικών υδάτων της στο Αιγαίο; Να πει, αύριο, 12 ναυτικά μίλια παντού;

«Η αύξηση των χωρικών υδάτων είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα που ακούω συχνά: τί διεκδικήσεις έχουμε εμείς από την Τουρκία; Η απάντηση είναι η εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο. Αυτό που λέτε περί χωρικών υδάτων είναι κάτι εύλογο. Δεν είναι όμως μία ευκαιριακή κίνηση αλλά τμήμα ευρύτερης στρατηγικής.

Όσο και να είναι παράνομη η τουρκική απειλή περί casus belli σε περίπτωση αυξήσεως των χωρικών υδάτων, υπάρχει το ισχυρό ενδεχόμενο να οδηγήσει σε πόλεμο με την Τουρκία. Μία υπεύθυνη ηγεσία οφείλει να το λάβει υπ᾽ όψιν της και να κινηθεί αναλόγως.

Ο στόχος δεν είναι να μην ασκηθεί αυτό το δικαίωμα αλλά να στηθεί η σωστή στρατηγική που θα μας επιτρέψει να το ασκήσουμε χωρίς υψηλή διακινδύνευση. Η στρατηγική έχει δύο πυλώνες. Ο ένας είναι στρατιωτικός και ο άλλος είναι διπλωματικός. Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχουν ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, διότι εάν, ο μη γένοιτο, χρειαστεί, εμείς θα πολεμήσουμε.

Δεν θα έρθει κανένας άλλος να πολεμήσει για εμάς. Δεν θα έρθουν Λουξεμβουργιανοί πεζοναύτες να πολεμήσουν στο Καστελλόριζο. Ο δεύτερος πυλώνας είναι ο διπλωματικός. Οφείλουμε να συνεννοηθούμε και να προβούμε στις απαραίτητες διπλωματικές ενέργειες με τις μεγάλες δυνάμεις και τα κράτη της Μαύρης Θάλασσας που χρησιμοποιούν το Αιγαίο πέλαγος, προκειμένου να έχουμε τη σύμφωνη γνώμη τους. Όλα αυτά θέλουν δουλειά και γίνονται σε βάθος χρόνου».

Και, άρα, εδώ υπεισέρχεται η έννοια του «κέρδους χρόνου», αν καταλαβαίνω καλά.

«Να διευκρινίσω κάτι για το «κερδίζω χρόνο». Αν θες να κερδίσεις χρόνο απλώς για να κερδίσεις χρόνο, θα βρεις το πρόβλημα μπροστά σου. Αν θέλεις να κερδίσεις χρόνο για να εφαρμόσεις μία συγκεκριμένη στρατηγική, έχει νόημα το να κινείσαι σε αυτήν την κατεύθυνση. Ως προς τις εντάσεις πάντως να διευκρινίσω το εξής: η Ελλάδα δεν θέλει εντάσεις. Τις εντάσεις στο Αιγαίο τις επιθυμεί η Τουρκία».

Μιας και αναφερθήκατε στο casus belli της Τουρκίας εις βάρος της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας: Γιατί η Ελλάδα το αποδέχεται; Γιατί δεν το καταγγέλλει διεθνώς;

«Αυτό δεν είναι ακριβές. Το αντίθετο συμβαίνει. Το θέμα της ανακλήσεως του casus belli είναι κομβικό σημείο στην πολιτική της Ελλάδος έναντι της Τουρκίας. Η Ελλάδα έχει θέσει την άρση του casus belli ως έναν από τους όρους για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας. Η άρση του περιλαμβάνεται σε όλες τις ετήσιες εκθέσεις προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ένταξη της Τουρκίας και στα σχετικά ψηφίσματα του Ευρωκοινοβουλίου. Επίσης, τίθεται όποτε προσφέρεται η ευκαιρία ενώπιον του ΟΗΕ. Ενδεικτικά, υπάρχουν 4 τουλάχιστον επιστολές διαμαρτυρίας της Ελλάδος προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ μεταξύ 9ης Ιουνίου 1995, οπότε και η τουρκική βουλή υιοθέτησε επισήμως το casus belli και 20ης Ιουλίου 1995».

Επειδή πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται, θα ήθελα να μου διευκρινίσετε εάν τα 12 ναυτικά μίλια είναι προϋπόθεση για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, ή εάν ισχύει αντιστρόφως. Με άλλα λόγια, δεσμεύει το ένα το άλλο;

«Το ερώτημα τίθεται λίγο διαφορετικά. Εάν κάποια στιγμή προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο, πρέπει πρώτα να έχουμε αυξήσει τα χωρικά μας ύδατα; Και μπορούμε να τα αυξήσουμε μετά; Θεωρώ ότι το ορθό είναι να έχουμε αυξήσει τα χωρικά μας ύδατα, πριν πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο».

Γιατί;

«Διότι είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα από πλευράς θαλασσίων εκτάσεων που δικαιούται η κάθε χώρα. Σε περίπτωση αυξήσεως των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια οι διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο μειώνονται κατά το ήμισυ. Το βασικό για μένα είναι ότι η Τουρκία ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να πάει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, διότι δεν τη συμφέρει. Ξέρει ότι θα χάσει. Θεωρεί ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα. Η νομολογία σταθερά λέει το αντίθετο. Δεν είναι ότι η Τουρκία ζητάει εκατόν και θα πάρει περίπου τα μισά. Θα πάρει ένα πολύ μικρότερο ποσοστό της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Γι᾽ αυτό είναι θεωρητικό το ενδεχόμενο προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο.

Στην απίθανη περίπτωση που η Τουρκία δεχόταν και πηγαίναμε στο Δικαστήριο, θα μπορούσαμε να αυξήσουμε τα χωρικά μας ύδατα μετά την απόφαση του Δικαστηρίου; Η απάντηση είναι καταφατική αλλά μόνον για τις περιοχές εκείνες που δεν θα έχουν δοθεί ως υφαλοκρηπίδα στην Τουρκία. Άρα (σε τέτοια περίπτωση) μπορούν να αυξηθούν τα χωρικά ύδατα αλλά μόνον στο υπόλοιπο Αιγαίο».

Το Σάββατο 16 Νοεμβρίου το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών επιτέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με αφορμή τους χάρτες της ελληνικής ΑΟΖ που, με βάση το πρότυπο του Χάρτη της Σεβίλλης, είναι αναρτημένοι από την Υπηρεσία Χωροταξικού Σχεδιασμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Σε άρθρο σας γραμμένο το 2020 από κοινού με τον Θεόδωρο Καρυώτη, γράφετε χαρακτηριστικά: «Είναι προφανές ότι ο σωστός χωροταξικός σχεδιασμός δεν μπορεί να περιλαμβάνει την εξαιρετικά στενή περιοχή των 6 μιλίων από τις ακτές (περίπου 11 χιλιόμετρα). Ένας σωστός χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να περιλαμβάνει και τη διατήρηση ή βελτίωση της καταστάσεως των θαλασσίων οικοσυστημάτων εντός 12 ναυτικών μιλίων και την ΑΟΖ στις ελληνικές θάλασσες».

Θέλω να μου πείτε, γιατί η Ελλάδα είναι το μόνο ευρωπαϊκό κράτος της ΝΑ Ευρώπης που κωλυσιεργεί στην κατάθεση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού της, με αποτέλεσμα να έχει αφενός παραπεμφθεί από τις 21/12/2023 στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφετέρου να επιτρέπει στην Τουρκία να αναμιγνύεται στις ευρωπαϊκές υποθέσεις και να καταγγέλλει προχθές (16/11/2024) την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση;

«Ο ορθός θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός περιλαμβάνει όχι μόνον τη ζώνη των χωρικών υδάτων αλλά ολόκληρη τη θαλάσσια έκταση που περιβάλλει την Ελλάδα. Αυτό αναφέρεται και στις τρεις σχετικές επιστολές του Ευθύμιου Μπακογιάννη, Γενικού Γραμματέα στο Υπουργείο Ενέργειας και Περιβάλλοντος, προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Από εκεί και πέραν είναι γεγονός ότι κωλυσιεργήσαμε. Δεν γνωρίζω τον λόγο. Μόνον υποθέσεις μπορώ να κάνω. Επιπλέον, χρειαζόμαστε αρκετούς μήνες για να καταλήξουμε σε σωστό χωροταξικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει συλλογική εργασία από πολλά υπουργεία. Κάτι ακόμη για την αντίδραση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών σχετικά με τα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αυτά δεν βασίζονται στον χάρτη της Σεβίλλης, όπως συνηθίσαμε να τον αποκαλούμε. Ο συγκεκριμένος χάρτης ήταν το δημιούργημα δύο καθηγητών του πανεπιστημίου της Σεβίλλης το 2006 που αποτύπωνε τις δυνητικές ΑΟΖ των κρατών–μελών της ΕΕ. Τόσο ο χάρτης της Σεβίλλης όσο και τα έγγραφα της Επιτροπής βασίζονται στη μέση γραμμή που είναι μία από τις μεθόδους που ακολουθούνται στις θαλάσσιες οριοθετήσεις».

Πριν σας ρωτήσω για το Κυπριακό, θέλω να μου πείτε αν ανήκετε σε αυτούς που θεωρούν τη σύνδεση ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου, βάσει του Χάρτη της Σεβίλλης και εν πάσει περιπτώσει, βάσει της επήρειας του Συμπλέγματος Μεγίστης, ρεαλιστική και άρα επιδιωκτέα; Ή τη θεωρείτε μη ρεαλιστική, και άρα χρήζει αναπροσαρμογής η ελληνική επιδίωξη;

«Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να γίνονται για το φαίνεσθαι, και πράγματα τα οποία μπορούν να καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, χωρίς απαραιτήτως να έχουν τον ίδιο διακηρυκτικό χαρακτήρα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα.

Εάν η Ελλάδα καταθέσει στον ΟΗΕ χάρτες στους οποίους θα ορίζει την υφαλοκρηπίδα της βάσει του άρθρου 156 του νόμου 4001/2011 (γνωστού και ως νόμου Μανιάτη), τότε τα εξωτερικά όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας θα ταυτίζονται με τα όρια τα οποία θα υπέγραφε σε μία συμφωνία με την Κύπρο. Κάτι τέτοιο θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μια συμφωνία χωρίς, ταυτοχρόνως, να δημιουργεί τις εντάσεις που θα προκαλούσε μία συμφωνία.

Τώρα, πρέπει να πούμε και το εξής, που σχετίζεται με το Σύμπλεγμα Καστελλορίζου. Ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε το Σύμπλεγμα του Καστελλορίζου. Η Ελλάδα θα είχε δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο; Προφανώς και θα είχε. Διότι ένα μεγάλο τμήμα της υφαλοκρηπίδας του Καστελλορίζου καλύπτεται από τις υφαλοκρηπίδες της ανατολικής Κρήτης, της Κάσου, της Καρπάθου και της Ρόδου. Επομένως, και το Καστελλόριζο να μην υπήρχε στην περιοχή, ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής της υφαλοκρηπίδας θα ανήκε ούτως ή άλλως στην Ελλάδα.

Η παρουσία του Καστελλορίζου επαυξάνει το ποσοστό της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Είναι προφανές όμως ότι ένα τέτοιο ζήτημα θα επιλυθεί μόνον ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου.

Προσέξτε τώρα, όμως, τί τακτική ακολουθεί η Τουρκία ενώ παράλληλα μιλάει για «ολιστική» προσέγγιση. Προσπαθεί να σαλαμοποιήσει τη διαφορά. Δηλαδή μας λέει: έλα να συζητήσουμε για την υφαλοκρηπίδα του Καστελλορίζου, και ακολούθως για την υφαλοκρηπίδα στο βόρειο Αιγαίο κ.ο.κ.

Η οριοθέτηση όμως είναι ενιαία από τον Έβρο ως και το Καστελλόριζο. Δεν κόβεται σε επί μέρους τμήματα. Εάν πάρουμε μόνο την περιοχή του Καστελλορίζου, τότε πράγματι, έχουμε ένα μικρό νησάκι και απέναντί του βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη ακτή. Ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν από τα διεθνή δικαστήρια είναι το μήκος των ακτών κάθε κράτους.

Αν πάρεις τις ακτές του Καστελλορίζου, είναι γύρω στα 21 χιλιόμετρα. Η απέναντι τουρκική ακτή στο σημείο εκείνο της οριοθετήσεως με την Ελλάδα είναι γύρω στα 780 χιλιόμετρα.

Εάν όμως συμπεριληφθούν και οι ακτές της ανατολικής Κρήτης καθώς και της Κάσου, της Καρπάθου και της Ρόδου, τότε διαπιστώνουμε ότι έχουμε περίπου ίσο αριθμό χιλιομέτρων ακτογραμμής και από τις δύο πλευρές. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι ότι η οριοθέτηση είναι ενιαία από τον Έβρο ως και το Καστελλόριζο».

Άρα με αυτό που λέτε, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό, εννοείτε – εμμέσως πλην σαφώς – ότι θα πρέπει και η Ελλάδα να έχει τη δική της «ολιστική» προσέγγιση, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια Φιντάν. Γιατί ο Χακάν Φιντάν είπε ότι «εμείς έχουμε ολιστική προσέγγιση του θέματος».

«Ο Χακάν Φιντάν εννοεί κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτά που είπα».

Άλλου είδους ολιστικότητα. Αλλά ο χώρος είναι ενιαίος, Θράκη–Αιγαίο–Κύπρος.

«Όχι, δεν αναφέρομαι ούτε σε ενιαίο χώρο ούτε σε «ολιστική προσέγγιση». Αναφέρομαι αποκλειστικώς και μόνον σε θαλάσσιες οριοθετήσεις. Όταν ο Χακάν Φιντάν μιλά για «ολιστική προσέγγιση», ή παλαιότερα για «συμφωνία πακέτο», [package deal], εννοεί αυτό που η Τουρκία αποκαλεί «ελληνοτουρκικές διαφορές» και περιλαμβάνουν αποστρατικοποίηση, όρια του FIR, διαφορά εναερίου χώρου με χωρικά ύδατα, αμφισβήτηση ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τουρκολιβυκό μνημόνιο, και… και …

Το 1975 μας έλεγε η Τουρκία: «έλα να συζητήσουμε όλα όσα εμείς θεωρούμε διαφορές και να βρούμε μια πολιτική λύση μεταξύ μας». Μετά το 2011 η Τουρκία μας λέει: «έλα να τα πάμε όλα στο Διεθνές Δικαστήριο». Ούτε θα τα πας όλα στο Διεθνές Δικαστήριο, ούτε θα τα συζητήσεις. Η Ελλάδα, και αυτό είναι σταθερή θέση της ελληνικής πλευράς, λέει ορθώς ότι «μια είναι η διαφορά και αφορά στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ από τον Έβρο ως το Καστελλόριζο, τίποτε άλλο».

Δεν έχει αλλάξει η ελληνική θέση. Ούτε έχει βγει ποτέ κανένας Έλληνας υπουργός Εξωτερικών να πει «έλα να συζητήσουμε τώρα μόνο για το Καστελλόριζο» ή, «έλα να συζητήσουμε μόνο για την περιοχή του Έβρου».

Διαφοροποιείται το Ευρωπαϊκό Δίκαιο από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας στο ζήτημα των Θαλασσίων Ζωνών; Αν όχι, γιατί η Ελλάδα δεν επωφελείται από την πλήρη ενσωμάτωση του ΔΔΘ στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, προκειμένου ως κράτος μέλος της ΕΕ να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έναντι της Τουρκίας, αντί της Χάγης;

«Πρόκειται για μία αποπροσανατολιστική συζήτηση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενσωματώνει στο Δίκαιό της πολλές διεθνείς συνθήκες. Μία από αυτές είναι και η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεων που αφορούν σε ζητήματα των κρατών–μελών.

Η Τουρκία δεν είναι κράτος–μέλος. Πώς να προσφύγουμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά μίας χώρας που δεν είναι μέλος; Επιπλέον, ας λάβουμε υπ᾽ όψιν μας και τα ακόλουθα. Ισπανία και Γαλλία διαφωνούν ως προς τα όρια της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ που έχουν τόσο στη Μεσόγειο όσο και στον Ατλαντικό.

Γιατί δεν πήγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να λύσουν τη διαφορά τους, αφού είναι τόσο απλά τα πράγματα; Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν έχει ποτέ δικάσει υπόθεση θαλασσίων οριοθετήσεων. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επιληφθεί 20 περίπου τέτοιων υποθέσεων. Εάν χρειαστεί να πάμε σε γιατρό για μία σοβαρή εγχείρηση, θα προτιμήσουμε εκείνον που δεν έχει χειρουργήσει ποτέ του; Ή εκείνον που έχει τη μεγαλύτερη εμπειρία;»

 Το 1963 η Τουρκία υπέγραψε συμφωνία με την τότε ΕΟΚ. Μπορεί αυτή η υπογραφή να αξιοποιηθεί σήμερα από την Ελλάδα έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της; Κι αν ναι, πώς;

«Η τότε συμφωνία κατέληξε στη σημερινή ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας στην ΕΕ. Αυτό προσπαθήσαμε να εκμεταλλευθούμε το 1999 με τις αποφάσεις του Ελσίνκι.

Σήμερα ούτε η Τουρκία ενδιαφέρεται να αλλάξει για να ενταχθεί στην ΕΕ ούτε οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι εταίροι μας θα ήθελαν δουν την Τουρκία ως μέλος. Το σωστό ερώτημα είναι εάν συμφέρει την Ελλάδα στρατηγικά η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Η απάντηση που δίνω είναι αρνητική. Η Τουρκία θα καταστεί από πλευράς πληθυσμού το μεγαλύτερο κράτος μέσα στην Ένωση.

Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία θα έχει τουλάχιστον ίσο μερίδιο εξουσίας και ισχύος με τα άλλα τρία μεγάλα κράτη (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). Η σύμπραξη και συμφωνία μαζί της θα είναι περίπου απαραίτητη για τη λήψη αποφάσεων. Η συμμετοχή τούρκων εκπροσώπων σε όλα τα όργανα της ΕΕ, καθώς και σε καίριες θέσεις θα είναι δεδομένη (Επίτροπος, ανώτατα στελέχη στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, τα δύο κόμματα της Τουρκίας θα έχουν τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές ομάδες στο Λαϊκό και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, κλπ.).

Η αναβάθμιση αυτή, σε συνδυασμό με την ηγεμονική συμπεριφορά της Τουρκίας, θα έσβηνε την ήδη μικρή δυνατότητα παρεμβάσεως της ΕΕ στις ελληνοτουρκικές διαφορές και θα έθετε τις διαφορές αυτές εκτός ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Κυρίως, θα εκμηδένιζε τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής της Ελλάδος στην ΕΕ σε πολιτικό επίπεδο».

 Κύπρος

Διότι πολλοί άνθρωποι θέτουν το ερώτημα: διαπραγματεύεται η Ελλάδα την κυριαρχία της Κύπρου με την Τουρκία; Και αν το ερώτημα ακούγεται προκλητικό, πώς αξιολογεί κανείς το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου έχουμε πληθυσμό εποίκων τέτοιου μεγέθους που πλέον η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να διαχειριστεί; Δηλαδή, όταν έχεις περίπου μισό εκατομμύριο πληθυσμό εποίκων στη βόρεια Κύπρο, δεν μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς τί θα σήμαινε μια επανένωση του νησιού.

«Το θέμα δεν είναι η επανένωση γενικώς και αορίστως. Είναι οι όροι της επανενώσεως, δηλαδή, υπό ποίους όρους θα ξαναγίνει η Κύπρος ενιαίο κράτος. Ακούμε διάφορους όρους όπως «Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία». Για μένα το ζήτημα είναι εάν αυτό που θα προκύψει θα είναι ταυτοχρόνως και δημοκρατικό και λειτουργικό κράτος.

Τί εννοώ με αυτούς τους όρους; Δημοκρατικό κράτος, σημαίνει να μπορεί να λειτουργεί με όρους ελευθερίας, ισονομίας και ισοπολιτείας, να επιτρέπει στον λαό να εκφράζεται, ενώ παράλληλα θα σέβεται τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας και θα προστατεύει όλες τις μειονότητες του νησιού.

Στην προστασία των δικαιωμάτων βοηθά και η συμμετοχή στην ΕΕ. Λειτουργικό σημαίνει ο σεβασμός των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας να μην αποβαίνει εις βάρος της καθημερινής λειτουργίας του κράτους. Οι νόμοι, οι εκτελεστικές και δικαστικές αποφάσεις να μπορούν να βγαίνουν γρήγορα.

Το λέω αυτό διότι πάνω στο τραπέζι είναι διάφορα σχέδια που βασίζονται στη λογική του Σχεδίου Ανάν. Θυμίζω ότι κατά το Σχέδιο Ανάν για να ψηφιζόταν ένας νόμος, έπρεπε να είχε συγκεκριμένες πλειοψηφίες στην κάτω Βουλή και στην άνω Βουλή, μεταξύ Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου.

Για να εφαρμοστεί στη συνέχεια ο νόμος από το Προεδρικό Συμβούλιο, χρειάζονταν πάλι συγκεκριμένες αναλογίες μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου. Και εάν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, έπρεπε να αποφασίσει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου με συγκεκριμένες πλειοψηφίες.

Αυτά δημιουργούν ένα δυσλειτουργικό κράτος. Εφαρμογή λύσεων τύπου Σχεδίου Ανάν σημαίνει ότι πάνω από την Κύπρο θα πλανάται διαρκώς το φάντασμα της Βοσνίας–Ερζεγοβίνης. Σχεδόν 30 χρόνια μετά την ειρήνευση στη βαλκανική αυτή χώρα ελάχιστα λειτουργούν σε κεντρικό επίπεδο και μόνον μετά από πίεση των ξένων. Προφανώς, επίσης, αυτό το κράτος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως η μακρά χειρ της Άγκυρας».

Αναφερθήκατε στην προστασία μειονοτήτων. Το ερώτημα είναι εάν υπάρχουν πλέον μειονότητες στη Μεγαλόνησο σήμερα.

«Μειονότητες υπάρχουν. Πρόκειται για τρεις ομάδες, οι οποίες είναι διακριτές και ονοματισμένες. Είναι οι Αρμένιοι, οι Λατίνοι και οι Μαρωνίτες. Οι Τουρκοκύπριοι – όχι τώρα, αλλά από τη δεκαετία του ᾽50 – δεν θεωρήθηκαν μειονότητα, αλλά κοινότητα. Λόγω των γεγονότων που συνέβησαν από το 1963 έως το 1974, πρέπει να εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως κοινότητα και όχι ως μειονότητα και να προστατεύονται αντιστοίχως τα δικαιώματά τους. Να διευκρινίσω κάτι, όμως, σε σχέση με την αρχική ερώτηση για την Κύπρο. Το θέμα είναι, πού πηγαίνουμε. Αυτή τη στιγμή, δυστυχώς, εκείνο το οποίο δείχνει ως η πλέον πιθανή λύση, είναι η «μη λύση».

Ως παγίωση του status quo;

«Ναι. Έχουν περάσει πενήντα χρόνια. Το 1974 ήμουν οκτώ χρονών παιδάκι και τώρα είμαι πενήντα οκτώ. Εκείνοι που θυμούνται ακόμη τη συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου στα ίδια μέρη είναι πλέον άνω των 65–70 ετών. Ο χρόνος παγιώνει την κατοχή. Διευκρινίζω ότι δεν υποστηρίζω ως λύση του Κυπριακού την «μη λύση». Απλώς διαπιστώνω ότι κινούμαστε προς τα εκεί».

Φαντάζομαι το ενδεχόμενο μιας επανένωσης ως Ένωσης του ελεύθερου τμήματος της Κύπρου με την Ελλάδα, δεν συζητείται.

«Αν δεν υπήρχε το θέμα της τουρκικής κατοχής, η ύπαρξη δύο κρατών είναι μεγάλο πλεονέκτημα για τον Ελληνισμό. Το βλέπουμε στην πράξη στον ΟΗΕ, στην ΕΕ και, ας μου επιτρέψετε να αστειευτώ λίγο, ακόμη και στο φεστιβάλ της Eurovision. Η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα είναι συζήτηση προηγούμενων δεκαετιών.

Τώρα το ζητούμενο είναι η σημασία του άξονα Ελλάδας–Κύπρου. Το Αιγαίο είναι μια εσωστρεφής θάλασσα. Κοιτάζοντας το Αιγαίο βλέπεις απέναντί σου μόνο την Τουρκία. Κοιτάζοντας την Κύπρο βλέπεις όλα τα κράτη της ανατολικής Μεσογείου.

Αυτή η οπτική σε βγάζει από το καβούκι σου και δημιουργεί πολλαπλασιαστικό αποτύπωμα του Ελληνισμού στην περιοχή. Ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου σημαίνει παρουσία από την είσοδο της Αδριατικής μέχρι τις θάλασσες του Λιβάνου και του Ισραήλ. Γι᾽ αυτό είναι στρατηγικής σημασίας».

Όλα αυτά που συζητάμε συμπυκνώθηκαν το 2014 σε ένα τεράστιο πόνημά σας με τον τίτλο «Ελληνοτουρκικές Σχέσεις», που αν δεν απατώμαι πρέπει να είναι το ογκωδέστερο έργο στην ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία στα ελληνοτουρκικά ζητήματα. Τώρα, δέκα χρόνια μετά από την ολοκλήρωση αυτής της συγγραφής και την έκδοση αυτού του μνημειώδους έργου, αν το διαβάζατε όχι ως συγγραφέας αλλά ως αναγνώστης, ποιό θα λέγατε ότι είναι το σημαντικότερο, το πιο πολύτιμο εξαγόμενο που συνεισφέρει το βιβλίο σας στο δια ταύτα του Ελληνισμού σε σχέση με τις προκλήσεις εξ Ανατολών;

«Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι! Ο λόγος που έγραψα το βιβλίο είναι διότι ήθελα να υπάρχει πλήρης και διαχρονική εικόνα του μεγαλύτερου ζητήματος που έχουμε στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Να μπορούμε να πάρουμε τα μαθήματά μας αλλά και τα μέτρα μας. Παίρνουμε μαθήματα; Ναι! Να σας δώσω ένα παράδειγμα.

Το 1996, όταν έγινε το επεισόδιο στα Ίμια, είχαμε στείλει στρατιωτικές δυνάμεις, αντιτορπιλικά, φρεγάτες, αεροπλάνα. Τώρα, όταν συμβαίνουν ανάλογα περιστατικά, επειδή γνωρίζουμε ότι μπορεί να είναι προβοκάτσια, στέλνουμε πρώτα πλοία του Λιμενικού Σώματος ενώ τα πολεμικά βρίσκονται πιο πίσω. Δηλαδή, διερευνούμε τις προθέσεις της άλλης πλευράς κρατώντας κατ’ αρχάς χαμηλούς τόνους και κλιμακώνοντας, εάν χρειαστεί και δεν επιλυθεί το πρόβλημα διπλωματικά.

Μέσα από αυτό το βιβλίο βλέπουμε τη διαχρονική στάση και της Τουρκίας και της Ελλάδος. Και αυτό χρειάζεται να προβληματίζει ως προς τη στρατηγική μας. Τα βασικά σημεία της στρατηγικής που έχουμε, χαράχθηκαν εκ των πραγμάτων τη δεκαετία του 1970. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τη δεκαετία του ᾽70.

Επί παραδείγματι, αναφέρατε ορθώς ότι η Τουρκία δεν έχει υπογράψει το Δίκαιο της Θάλασσας. Συνεπώς, η Τουρκία δεσμεύεται μόνον από τους κανόνες του εθιμικού δικαίου. Τη δεκαετία του ᾽80 και του ᾽90 αυτό ήταν πολύ σημαντικό διότι υπήρχε απόσταση μεταξύ των κανόνων του εθιμικού και του συμβατικού δικαίου.

Μετά από 30 χρόνια εφαρμογής της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας οι κανόνες του εθιμικού δικαίου πλέον τείνουν να ταυτιστούν με τους συμβατικούς. Άρα, καταλήγει να είναι ήσσονος σημασίας το γεγονός ότι η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, από τη στιγμή που το εθιμικό δίκαιο λέει περίπου τα ίδια πράγματα. Δείτε τα χωρικά ύδατα.

Το 1974 άλλα κράτη είχαν 3 ν. μίλια και άλλα είχαν 200 ν. μίλια. Σήμερα είναι κανόνας τα 12 ν. μίλια Το 1974 δεν υπήρχε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Το 1974 υπήρχε μόνο μια απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για θαλάσσιες οριοθετήσεις. Τώρα, όχι μόνο από το Δικαστήριο της Χάγης αλλά από όλα τα διεθνή δικαστήρια, υπάρχουν σχεδόν 30 αποφάσεις που έχουν δημιουργήσει νομολογία.

Τί λέει η νομολογία; Ότι ο κανόνας είναι πως τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Υπάρχουν ελάχιστες εξαιρέσεις. Το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ αλλά πόσην έχουν. Μπορούμε να βρούμε στη νομολογία τις κατευθύνσεις του εθιμικού δικαίου. Το 1974 δεν μπορούσαμε. Όλα αυτά είναι σημεία που πρέπει να λαμβάνουμε υπ᾽ όψιν μας στη χάραξη εξωτερικής πολιτικής, και νομίζω ότι αυτά συνεισφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο».

Πώς βλέπετε τις αμερικανικές εκλογές και το αποτέλεσμά τους, τη νίκη Τραμπ, να επηρεάζουν την ευρύτερη γειτονιά μας;

«Το 2024 δεν είναι 2016. Σήμερα στην ευρύτερη γειτονιά μας έχουμε δύο πολέμους που δεν υπήρχαν τότε. Ειδικά ο πόλεμος που γίνεται στη Μέση Ανατολή βαρύνει πολύ στην κρίση του Τραμπ. Αυτό σημαίνει ότι, εάν ο Ερντογάν δεν αλλάξει την τακτική που έχει έναντι του Ισραήλ, δεν κάνει τη λεγόμενη κωλοτούμπα, θα αντιμετωπίσει πολύ σοβαρά προβλήματα στο επόμενο χρονικό διάστημα».

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Άμυνα

Τετραπλή συμμαχία! Συνεργασία Κύπρου, Γαλλίας, Ελλάδας και Ιταλίας στην Άμυνα

Οι Διευθυντές Αμυντικής Πολιτικής των τεσσάρων χωρών συναντήθηκαν τη Δευτέρα στη Λάρνακα. Σε κοινή δήλωση, ανέφεραν ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε για να προωθήσουν το κοινό τους όραμα για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Επέκταση της συνεργασίας τους σε θέματα Αμυντικής Πολιτικής αποφάσισαν οι χώρες Κύπρος, Γαλλία, Ελλάδα και Ιταλία, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας (QUAD). Οι Διευθυντές Αμυντικής Πολιτικής των τεσσάρων χωρών συναντήθηκαν τη Δευτέρα στη Λάρνακα. Σε κοινή δήλωση, ανέφεραν ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε για να προωθήσουν το κοινό τους όραμα για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι χώρες του (QUAD) έδειξαν σύμπνοια και αποφασιστικότητα στην αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων ασφαλείας στην περιοχή. “Η πρόοδος που επιτεύχθηκε μέσω κοινών ασκήσεων, όπως η ‘ΕΥΝΟΜΙΑ’, και η εμβάθυνση της συνεργασίας, έχουν ενισχύσει τη συλλογική μας ικανότητα να διαφυλάξουμε τα κοινά μας συμφέροντα και να προωθήσουμε την ειρήνη”, αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Η συμφωνία περιλαμβάνει επέκταση του εύρους των κοινών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων με έμφαση σε τομείς όπως η κυβερνοάμυνα, οι υβριδικές απειλές και η θαλάσσια ασφάλεια. Επίσης, θα βελτιωθούν οι μηχανισμοί συντονισμένης αντίδρασης σε κρίσεις, διασφαλίζοντας ταχεία και αποτελεσματική δράση απέναντι σε απρόβλεπτες εξελίξεις. Παράλληλα, θα ενισχυθεί η καινοτομία και η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών για την αντιμετώπιση νέων και σύνθετων προκλήσεων ασφαλείας.

Οι τέσσερις χώρες ενισχύουν τη δέσμευσή τους για την ειρηνική επίλυση των διαφορών, υποστηρίζοντας τη διπλωματία ως ακρογωνιαίο λίθο της σταθερότητας. “Κοιτάζοντας μπροστά, είμαστε αποφασισμένοι να αναβαθμίσουμε περαιτέρω την αποτελεσματικότητα και το όραμα της συνεργασίας μας, βέβαιοι ότι η συνεργασία μας θα αποφέρει απτά οφέλη για τις χώρες μας αλλά και για την ευρύτερη περιοχή”, καταλήγει η ανακοίνωση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Άμυνα

Σημαντική εξέλιξη για την ελληνική βιομηχανία! Πραγματοποιήθηκε η πρώτη εξαγωγή του μη επανδρωμένου αεροσκάφους ελληνικής κατασκευής «Αρχύτας»

Ο ελληνικό UAV επιχειρεί ήδη σε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, μέλος τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του ΝΑΤΟ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την ελληνική αμυντική βιομηχανία καταγράφεται τους τελευταίους μήνες, καθώς το ελληνικής κατασκευής UAV «Αρχύτας» επιχειρεί ήδη σε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, μέλος τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του ΝΑΤΟ. Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ του Σταύρου Ιωαννίδη στην εφημερίδα «Καθημερινή», πρόκειται για τον πρώτο διεθνή χρήστη του συστήματος, ο οποίος έχει προμηθευτεί 18 μη επανδρωμένα αεροσκάφη και έχει αξιολογήσει θετικά τις επιχειρησιακές του δυνατότητες, αποστέλλοντας μάλιστα και δέσμη προτάσεων για περαιτέρω τεχνικές βελτιώσεις.

Το πιο ολοκληρωμένο και δοκιμασμένο ελληνικής προέλευσης Μη Επανδρωμένο Αεροσκάφος-Το UAV Αρχύτας της EFA Ventures στην υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού

Η επιτυχία αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα, καθώς το συγκεκριμένο UAV, προϊόν συνεργασίας της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, του ΕΜΠ, της Ucandrone και της EFA Ventures, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα ελληνικά προγράμματα που όχι μόνο πέρασαν από το στάδιο της ανάπτυξης, αλλά κατάφεραν να φτάσουν και σε εξαγωγή, πριν ακόμη υπάρξει μεγάλη εγχώρια παραγγελία. Το Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη δοκιμάσει το σύστημα, παρουσιάζοντάς το και στο κοινό στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Το «Αρχύτας» έχει ήδη καταγράψει πραγματική επιχειρησιακή δράση. Το 2021 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην άσκηση «Παρμενίων», ενώ ενσωματώθηκε οργανικά στη φρεγάτα «Ύδρα» για τις αποστολές στην Ερυθρά Θάλασσα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής επιχείρησης «Ασπίδες» κατά των επιθέσεων των Χούθι. Εκεί δοκιμάστηκε σε αποστολές επιτήρησης, συλλογής πληροφοριών, αναγνώρισης απειλών και έρευνας-διάσωσης, προσφέροντας στο πλήρωμα τη δυνατότητα παραγωγής τακτικής εικόνας σε αποστάσεις που μέχρι πρόσφατα απαιτούσαν πολύ μεγαλύτερα μέσα.

Η ελληνική ομάδα ανάπτυξης ξεκίνησε το πρόγραμμα το 2019 με στόχο ένα ευέλικτο UAV πολλαπλών ρόλων, ικανό να επιχειρεί από μικρές επιφάνειες χάρη στη δυνατότητα κατακόρυφης απογείωσης και προσγείωσης. Το σύστημα διαθέτει ηλεκτροπτικό εξοπλισμό ημέρας-νύχτας, αυτονομία σχεδόν δύο ωρών, κρυπτογραφημένες στρατιωτικές επικοινωνίες και δυνατότητα αυτόνομης πτήσης. Στο Πολεμικό Ναυτικό χρησιμοποιήθηκε κυρίως για επιτήρηση σε ζώνη γύρω από το πλοίο, ελαφρύνοντας το έργο του οργανικού ελικοπτέρου.

Η ελληνική πλευρά προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να καλύψει το χαμένο έδαφος στον τομέα των αυτόνομων συστημάτων. Πάνω από 30 εγχώρια συστήματα δοκιμάστηκαν πρόσφατα στην άσκηση «Αίσιος Οιωνός» στην Αλεξανδρούπολη, ενώ το ΕΛΚΑΚ και το ΚΕΤΑΚ αναπτύσσουν δικά τους UAV, USV και αντι-drone συστήματα. Παρά τις προσπάθειες, η πραγματικότητα δεν αλλάζει εύκολα: η πλειονότητα των συστημάτων που εντάσσονται στις Ένοπλες Δυνάμεις συνεχίζει να εισάγεται από το εξωτερικό.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία προβάλει διεθνώς τις νέες δυνατότητές της στα αυτόνομα συστήματα, με κορυφαίο παράδειγμα το UAV Kizilelma, το οποίο –σύμφωνα με τον τουρκικό ισχυρισμό– κατάφερε σε προσομοίωση να εγκλωβίσει και να «καταρρίψει» ένα F-16. Η Άγκυρα επενδύει συστηματικά εδώ και χρόνια σε μια αλυσίδα παραγωγής που συνδυάζει drones, ραντάρ και οπλισμό, επιδιώκοντας όχι απλώς αυτονομία αλλά στρατηγική υπεροχή στον αεροπορικό χώρο της περιοχής.

Στον αντίποδα, η εξαγωγή του «Αρχύτα» σε χώρα του ΝΑΤΟ δείχνει ότι η Ελλάδα μπορεί πλέον να αρχίσει να συμμετέχει ουσιαστικά στη διεθνή αγορά μη επανδρωμένων συστημάτων. Η πρώτη μεγάλη παραγγελία από το εξωτερικό λειτουργεί ως ψήφος εμπιστοσύνης και ως μήνυμα ότι η ελληνική τεχνογνωσία μπορεί –υπό προϋποθέσεις– να αποκτήσει ρόλο σε ένα πεδίο όπου ο ανταγωνισμός αυξάνεται εκθετικά.

Η «κούρσα» των UAV δεν αφήνει περιθώρια καθυστερήσεων. Με την Τουρκία να επιταχύνει, την Ευρώπη να επενδύει και το πεδίο των επιχειρήσεων να αλλάζει ραγδαία, η Ελλάδα καλείται να κεφαλαιοποιήσει την πρώτη διεθνή επιτυχία του «Αρχύτα» και να τη μετατρέψει σε σταθερό, ανταγωνιστικό αποτύπωμα στον κρίσιμο τομέα των αυτόνομων συστημάτων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτική

Προκόπιος Παυλόπουλος: Το πνεύμα του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Σύνταγμα του 1975

Η ιδιόμορφη επικαιρότητα των φιλοσοφικονομικών θέσεών του περί Κράτους Δικαίου και Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος συμμετείχε στο Συνέδριο που συνδιοργάνωσαν η Ακαδημία Αθηνών και το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και την Δημοκρατία, με κεντρικό θέμα: «Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος της Μεταπολίτευσης». Στην ομιλία του, με τίτλο «Το πνεύμα του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Σύνταγμα του 1975: Η ιδιόμορφη επικαιρότητα των φιλοσοφικονομικών θέσεών του περί Κράτους Δικαίου και Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας», ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής :

«Πρόλογος

Στην θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου γίνεται ευρέως δεκτό -τουλάχιστον κατά την επικρατέστερη άποψη- ότι κατά την μελέτη και την ιστορική, ιδίως, ερμηνεία των διατάξεων ενός δημοκρατικώς θεσπισμένου Συντάγματος θα ήταν εξαιρετικά παρακεκινδυνευμένο να αναζητήσει κανείς, εκτός από πολύ συγκεκριμένες ρυθμίσεις, την καθοριστική επιρροή ορισμένων εκ των πολιτικών παραγόντων τόσο της συντακτικής όσο και της αναθεωρητικής εξουσίας επί ευρέως φάσματος κανόνων δικαίου του εκάστοτε θεσπιζόμενου συνταγματικού κειμένου.

Α. Και τούτο, οπωσδήποτε μεταξύ άλλων, επειδή από την μία πλευρά η ίδια η φύση της συντακτικής και της αναθεωρητικής λειτουργίας καταδεικνύει ότι το έργο τους είναι, οιονεί εκ καταγωγής, συλλογικό, κάτι το οποίο στα δημοκρατικά καθεστώτα αποκλείει την εν προκειμένω «ενός ανδρός αρχή». Από την άλλη δε πλευρά, και αν ακόμη στο στάδιο των προπαρασκευαστικών εργασιών της συντακτικής και της αναθεωρητικής εξουσίας καταφαίνεται, κατά περίπτωση, κάποια ατομική συμβολή των συμμετασχόντων σε αυτές πολιτικών παραγόντων, η ιδιοσυστασία των εργασιών τούτων πιστοποιεί πως το τελικό κανονιστικό αποτέλεσμα είτε απέχει σημαντικά από τις αρχικές προτάσεις των προπαρασκευαστικών εργασιών είτε -όπερ και το συνηθέστερο- προκύπτει μέσα από τις διευρυμένες συζητήσεις τόσο στις αρμόδιες Επιτροπές της Βουλής όσο και στην Ολομέλειά της. Υπ’ αυτό το πρίσμα θα ήταν ανώφελο και, εν πάση περιπτώσει, εξαιρετικά ασαφές να ανιχνεύσει ο αντικειμενικός μελετητής και την αποφασιστική συμβολή του Κωνσταντίνου Τσάτσου επί συγκεκριμένων διατάξεων του τελικού κειμένου του Συντάγματος του 1975. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και υπήρξε ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής σύνταξης του Συντάγματος αυτού, και ύστερα μετέσχε ενεργώς στις συνεδριάσεις και στις εκεί συζητήσεις ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής, εκ της οποίας προήλθε η οριστική διατύπωση των διατάξεων του κειμένου του. Επομένως το βέβαιο είναι ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, με την γενικότερη βαθιά και διεισδυτική φιλοσοφικονομική σκέψη του, άσκησε, κυρίως εμμέσως, επιρροή στην θέσπιση ορισμένων εκ των ως άνω διατάξεων, κατ’ ακρίβεια δε στην θέσπιση ενοτήτων τέτοιων διατάξεων. Αυτό προσιδιάζει και προς την όλη επιστημονική συγκρότηση πνευματικών ανθρώπων του διαμετρήματος του Κωνσταντίνου Τσάτσου, δοθέντος ότι εκείνοι είναι οι οποίοι συναισθάνονται, και δη συνειδητώς, τον πραγματικό ρόλο τους στο πεδίο σύνταξης του Συντάγματος ως παραγωγικώς επιβοηθητικό προς ορισμένες πολιτικές και νομικές κατευθύνσεις. Βεβαίως, και σε ό,τι αφορά το Σύνταγμα του 1975, κατευθύνσεις με προδήλως δημοκρατικό πρόσημο, και μάλιστα υπό το φως των θεμελιωδών αρχών της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Επέκεινα, και με σταθερό υπόβαθρο το credo του Κωνσταντίνου Τσάτσου- όπως τούτο αναδεικνύεται κυρίως στα έργα του «Der Begriff des positiven Rechtes», Heidelberg, 1928, «Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου», τ. Α΄, Αθήνα, 1932 και «Το πρόβλημα των πηγών του δικαίου», Αθήνα, 1941- ασφαλέστερο είναι να αναζητηθούν στο Σύνταγμα του 1975 όχι διατάξεις, οι οποίες δήθεν φέρουν την συντακτική του «σφραγίδα». Αλλά πολύ περισσότερο σύνολα διατάξεων, ενταγμένα καθένα σε οργανωμένο κανονιστικό πλαίσιο, όπου η προμνημονευόμενη σκέψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου είναι ουσιωδώς πρόσφορη προς την κατεύθυνση της ερμηνείας τους κατά το γράμμα τους και, κατ’ εξοχήν, κατά τον σκοπό τους στον χώρο της τελεολογικής ερμηνείας. Στην βάση αυτών ακριβώς των διαπιστώσεων επέλεξα να αναφερθώ, αυτονοήτως εν συνόψει, ουσιαστικώς μόνο στις κανονιστικές συντεταγμένες ενός εκ των θεσμικών πυλώνων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ήτοι του πυλώνα του Κράτους Δικαίου και της υπό το καθεστώς του ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Την επιλογή μου αυτή αιτιολογεί επιπροσθέτως και το ότι μεγάλο μέρος του, lato sensu, νομικού έργου του Κωνσταντίνου Τσάτσου -αρχής γενομένης από τις μελέτες του που αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω- προσεγγίζει με μεγάλη πληρότητα τις φιλοσοφικονομικές βάσεις του Κράτους Δικαίου, της Αρχής της Νομιμότητας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εντός του πεδίου της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

B. Για την ευόδωση του εγχειρήματός μου έκρινα ότι το πιο δόκιμο ως προς αυτό κείμενο του Κωνσταντίνου Τσάτσου είναι το: «Πολιτική. Θεωρία Πολιτικής Δεοντολογίας» (στην 3η, συμπληρωμένη, έκδοσή του, το 2000, ενώ η 1η έκδοσή του ανατρέχει στο 1965, ήτοι σε εποχή προγενέστερη της έναρξης ισχύος του Συντάγματος του 1975). Πραγματικά, το κείμενο αυτό και είναι το πιο πρόσφατο αναφορικά με τις γενικότερες θέσεις του επί των ως άνω ζητημάτων, αλλά και καθιστά πρόδηλο προσθέτως τούτο: Και στις αμιγώς νομικές αναζητήσεις του ο Κωνσταντίνος Τσάτσος «πειθαρχεί», κατά την πάγια συνήθειά του, την σκέψη του μέσα στο ευρύτερο πεδίο των εν γένει φιλοσοφικών του -επέκεινα δε και των lato sensu πολιτικών του- θέσεων περί Πολιτείας και περί Κράτους. Άλλωστε η λογική και η φιλοσοφική μεθοδολογική συνέπεια του Κωνσταντίνου Τσάτσου είναι από κατάδηλη έως σχεδόν παροιμιώδης, σε βαθμό μάλιστα ώστε να αρνείται κάθε ουσιώδη υποχώρηση από αυτή, ακόμη και όταν υφίστατο την -δίκαιη ή άδικη δεν έχει τόσο σημασία- κριτική του «άκαμπτου» ή και του «παρωχημένου» πνευματικού ταγού. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πιστεύω πως όταν κάποιος επιχειρεί, και με βάση την «Πολιτική», να μελετήσει τις θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου περί Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, Κράτους Δικαίου και Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σχέση με τις αντίστοιχες κείμενες διατάξεις του Συντάγματος του 1975 δεν είναι επιτρεπτό να το πράξει μέσα από μία αμιγώς νομική σκοπιά. Διότι σε αυτή την περίπτωση σίγουρα δεν θα βρει εκεί, από αυστηρώς νομική μεθοδολογική έποψη, θέσεις που είτε ανταποκρίνονται ευρέως στο γράμμα των ως άνω συνταγματικών ρυθμίσεων είτε αφίστανται αυτών υπό το πρίσμα της θεωρητικώς επικρατούσας νομικής κριτικής, πολλώ μάλλον όταν, όπως ήδη επεξηγήθηκε, η «Πολιτική» πρωτοεκδόθηκε το 1965, οπότε το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έμεινε σταθερός στο ίδιο κατά βάση κείμενο και στις εκδόσεις του μετά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος του 1975 αποδεικνύει ότι και ο ίδιος δεν θεωρούσε τις απόψεις του αυτές ως ερχόμενες σε αντίθεση προς το κανονιστικό του περιεχόμενο για τ’ ανωτέρω ζητήματα. Επομένως, ορθότερο είναι να κατανοήσει κανείς προηγουμένως -φυσικά εφόσον αυτό τον ενδιαφέρει ερευνητικώς- το όλο φιλοσοφικονομικό οικοδόμημα του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ιδίως περί Πολιτείας και Έννομης Τάξης. Και ύστερα να αναζητήσει όταν πια το οικοδόμημα τούτο εξειδικεύεται από τον εμπνευστή του στις επιμέρους νομικής κατεύθυνσης συνιστώσες του, αν και κατά πόσον αυτές, εν τέλει και έστω κατ’ αποτέλεσμα, συμπλέουν ή, τουλάχιστον, δεν βρίσκονται σε μεγάλη θεωρητική απόσταση από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, ερμηνευόμενες φυσικά κυρίως υπό το φως της τελεολογικής και της ιστορικής ερμηνείας τους. Άλλωστε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Τσάτσος προτρέπει τον αναγνώστη και μελετητή της «Πολιτικής» να την προσεγγίσει εν συνόλω, και κατ’ εξοχήν μέσα από το πλαίσιο των φιλοσοφικοπολιτικών ιδεών του περί του «απόλυτου σκοπού της ιστορίας», οι οποίες διατρέχουν το περιεχόμενό της. Αιτιολογώντας αυτή την προτροπή του ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αναφέρει, χαρακτηριστικώς («Πολιτική», σελ.17) για την πρωταρχική θέση του «απόλυτου σκοπού της ιστορίας» και στο συγκεκριμένο έργο του: «Σήμερα κρατον θεωρίες σχετικιστικές, πο ποκρούουν τν δέα νς πόλυτου σκοπο τς στορίας, πως τν ναπτύσσομε στ πρτο κεφάλαιο κα πομένως νς πόλυτου σκοπο κα τς πολιτείας. ποκρούουν δηλαδ τ θεμέλιο πάνω στ ποο μελέτη ατ λόκληρη οκοδομεται. ρνηση μως το πόλυτου ατο σκοπο ματαιώνει κάθε πολιτικ δεοντολογία ντικειμενικο κύρους, δηλαδ ατ κριβς στ ποο ποβλέπει παροσα μελέτη. νήκω στος λίγους πο πιστεύουν πς πάρχει μι μεθοδολογία το ρθς πολιτικς σκέπτεσθαι, διότι πάρχει κα νας σταθερς πόλυτος σκοπς πρς τν ποο πρέπει ν κατευθύνεται πολιτικ πράξη, σο θέλομε ν χη νόημα κα ξία ζω το νθρώπου.»

Ι. Οι βασικές κανονιστικές συνιστώσες του Κράτους Δικαίου ως πυλώνα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας κατά το Σύνταγμα του 1975

Είναι οιονεί αυτονόητο ότι η κατά τα ως άνω μελέτη των φιλοσοφικονομικών θέσεων του Κωνσταντίνου Τσάτσου περί του Κράτους Δικαίου και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1975, μπορεί να καταστεί ερευνητικώς, και κυρίως μεθοδολογικώς, καταλλήλως εφικτή μόνον ύστερα από μια, σαφώς συνοπτική, παράθεση των κυριότερων δεδομένων των ισχυουσών περί τούτων βασικών συνταγματικών διατάξεων. Δηλαδή των διατάξεων του Συντάγματος του 1975 που διέπουν την οργάνωση και την λειτουργία αφενός της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και, αφετέρου, του Κράτους Δικαίου και της θεμελιώδους κανονιστικώς απόληξής του, ήτοι της Αρχής της Νομιμότητας. Πρόκειται ιδίως για τις διατάξεις που προσδιορίζουν την μορφή του Πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας με θεμέλιο την Λαϊκή Κυριαρχία κατά το άρθρο 1, την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών κατά το άρθρο 26 και την Αρχή του Κράτους Δικαίου και της Νομιμότητας, κατά βάση στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 25 και την εκεί ευθεία σύνδεσή τους με τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου. Με έρεισμα το σύμπλεγμα των διατάξεων τούτων του Συντάγματος του 1975 παρατηρούνται τα ακόλουθα ως προς την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και την Αρχή της Νομιμότητας, διευκρινίζοντας, για μιαν ακόμη φορά, ότι το επίκεντρο των ως άνω παρατηρήσεων προσαρμόζεται σε εκείνα τα κανονιστικά δεδομένα των προεκτεθεισών διατάξεων, όπου είναι νομικώς επιτρεπτό αυτές να συνδεθούν με τις σχετικές φιλοσοφικονομικές θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου.

Α. Οι θεμελιώδεις θεσμικές βάσεις της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

Οι θεσμοί, οι οποίοι συγκροτούν το οικοδόμημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, εμπεδώθηκαν οριστικώς προς το τέλος του 18ου και κατ’ εξοχήν κατά τις αρχές του 19ου αιώνα κυρίως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Με βάση τους θεσμούς αυτούς η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, ως σύγχρονο σύστημα πολιτειακής οργάνωσης, προσδιόρισε και τον προνομιακό ρόλο του Κράτους, ο οποίος συνίσταται στην εγγύηση της Ελευθερίας, δια της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με πρωταρχικό σκοπό την υπεράσπιση της αξίας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του Ανθρώπου. Κατ’ ακολουθία αυτής της θεσμικής και πολιτικής ιδιοσυστασίας του πολιτειακού συστήματος της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας η Νομική Επιστήμη, κυρίως στην Ηπειρωτική Ευρώπη, στηριζόμενη πρωτίστως στις κατά περίπτωση ισχύουσες ως προς τούτο διατάξεις του οικείου Συντάγματος, καθιέρωσε και ερεύνησε σε βάθος και την κλασική διάκριση του Δημόσιου Δικαίου σε Συνταγματικό Δίκαιο και Διοικητικό Δίκαιο.

  1. Άρα, σε γενικές βεβαίως γραμμές:

α) Την διάκριση μεταξύ αφενός του Δικαίου που αφορά την δημιουργία του Συντάγματος και την εφαρμογή του στην πράξη, κατ’ εξοχήν από την μία πλευρά ως προς την οργάνωση του Κράτους κατά το σύστημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της σύμφωνης με αυτήν αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. Και, από την άλλη πλευρά, ως προς την θέσπιση των εγγυήσεων πλήρους και αποτελεσματικής άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Συνταγματικό Δίκαιο).

β) Και, αφετέρου, του Δικαίου που αφορά την οργάνωση και λειτουργία προεχόντως της Εκτελεστικής Εξουσίας, ιδίως από την μία πλευρά ως προς την δομή της και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων της. Και, από την άλλη πλευρά, ως προς τους ειδικούς δικονομικούς κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται από τα έχοντα, ενδεχομένως, σχετική ειδική δικαιοδοσία δικαστικά όργανα που ελέγχουν, στο πλαίσιο επίλυσης των κατά περίπτωση διαφορών, την εκ μέρους των οργάνων τούτων συμμόρφωση στις επιταγές του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας (Διοικητικό Δίκαιο).

2. Από τα όσα ήδη παρατέθηκαν, και όπως ακροθιγώς σημειώθηκε, συνάγεται ότι η διάκριση μεταξύ Δημόσιου Δικαίου και Ιδιωτικού Δικαίου συμβαδίζει με την εμπέδωση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και των κύριων θεσμικών πυλώνων της, ήτοι της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας. Συγκεκριμένα, σε πρωταρχικής σημασίας εν προκειμένω αναδεικνύεται η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, της οποίας οι ρίζες ανάγονται στο έργο του Montesquieu, “De lEsprit de Lois” («Το Πνεύμα των Νόμων»), που εκδόθηκε το 1748.

α) Διάκριση που σημαίνει, κατά τα βασικά της στοιχεία, την, έστω και εμμέσως, δημοκρατική θεμελίωση του Κράτους σε εκείνο το θεσμικό έρεισμα, σύμφωνα με το οποίο οι Εξουσίες, στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους. Υπό την έννοια ότι η παραγωγή κανόνων δικαίου ανήκει στην Νομοθετική Εξουσία, η εφαρμογή τους στην Εκτελεστική Εξουσία -και μόνο κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου, όπου και όπως ορίζει το Σύνταγμα, και η παραγωγή κανόνων δικαίου κανονιστικού περιεχομένου- και η εκδίκαση των κάθε είδους διαφορών κατά την ως άνω εφαρμογή των κανόνων δικαίου στην Δικαστική Εξουσία.

β) Σήμερα δεν ισχύει η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών υπό την αυστηρή εκδοχή του πλήρους διαχωρισμού των πεδίων τους, όπως την είχε διατυπώσει ο Montesquieu. Και τούτο διότι η Διάκριση των Εξουσιών έχει, σε σημαντικό βαθμό, σχετικοποιηθεί, καθ’ ό μέτρο είναι επιτρεπτή και η διασταύρωσή τους -με άλλες λέξεις η κατ’ εξαίρεση άσκηση αρμοδιοτήτων της μιας εκ μέρους των άλλων δύο- εφόσον και στην έκταση που κάτι τέτοιο επιτρέπεται από το Σύνταγμα. Οπότε, και κατά την ορθότερη άποψη, η πλήρης σύγχρονη έρευνα της Διάκρισης των Εξουσιών πρέπει να συνδυάζεται με την εξελισσόμενη στην πράξη διάκριση των λειτουργιών. Την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών καθιερώνει, στις γενικές της γραμμές, το Σύνταγμα, οι διατάξεις του άρθρου 26 του οποίου ορίζουν τα εξής: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού

Β. Τα κύρια συνταγματικά χαρακτηριστικά του Κράτους Δικαίου

Περαιτέρω, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία θωρακίζει τον Άνθρωπο, κατά την άσκηση των κανονιστικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του, έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας μέσω των θεσμών του Κράτους Δικαίου. Το οποίο, κατά την σύγχρονη εκδοχή του διεθνώς, συνίσταται στον συνδυασμό αφενός κανόνων δικαίου, που διέπουν την εν γένει δομή και δράση των κρατικών οργάνων -και, κατά κύριο λόγο, προσδιορίζουν με την δέουσα ευκρίνεια το εύρος και το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων τους- συνθέτοντας έτσι την πεμπτουσία της, lato sensu, Αρχής της Νομιμότητας. Και, αφετέρου, αποτελεσματικών κυρώσεων εις βάρος των κρατικών οργάνων -και όχι μόνο, κατά τα όσα εκτίθενται στην συνέχεια- σε περίπτωση που αυτά παραβιάζουν τους κατά τα ως άνω κανόνες δικαίου.

1. Συγκεκριμένα, θεσμική sedes materiae του Κράτους Δικαίου είναι η θέσπιση κανόνων διαμορφωμένων κατά ιεραρχική τάξη, της οποίας θεμέλιο και κορυφή είναι, κατά κανόνα, το τυπικό Σύνταγμα. Ήτοι ο Καταστατικός Χάρτης της πολιτειακής οργάνωσης που διαθέτει αυξημένη τυπική ισχύ, σε σχέση με τους λοιπούς κανόνες δικαίου, όπως προκύπτει ιδίως από τους αυστηρούς κανόνες αναθεώρησής του (π.χ. για το Σύνταγμα του 1975 από τους κανόνες του άρθρου 110).

α) Αυτοί οι ιεραρχικώς δομημένοι κανόνες δικαίου διέπουν την δομή και την δράση όλων, ανεξαιρέτως, των κρατικών οργάνων, ακόμη δε και των άμεσων. Πλην όμως το Κράτος Δικαίου επιβάλλει οι κατά τα προεκτεθέντα κανόνες δικαίου να είναι πλήρεις, ήτοι leges perfectae. Με την έννοια ότι συνοδεύονται από την θεσμοθέτηση κυρωτικών μηχανισμών, οι οποίοι θωρακίζουν την κανονιστική ισχύ τους ως προς το ενδεχόμενο παραβίασής τους. Επομένως, το Κράτος Δικαίου δεν συμβιβάζεται με την πλαισίωση, έστω και μερικώς, της δομής και της δράσης των κρατικών οργάνων από ατελείς κανόνες δικαίου, δηλαδή leges imperfectae ή και leges minus quam perfectae. Ένας πρόσθετος, αλλά και βασικός, λόγος για τον οποίο το Κράτος Δικαίου, ως θεμελιώδης πυλώνας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δεν συμβιβάζεται με την θέσπιση ατελών -είτε με την μορφή leges imperfectae είτε και με την μορφή leges minus quam perfectae– κανόνων δικαίου έγκειται και στην προνομιακή θέση της Ελευθερίας εντός της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

β) Πραγματικά, στο μέτρο που η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία λειτουργεί ως διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας είναι προφανές ότι η άσκηση της Ελευθερίας, δια των επιμέρους θεσπισμένων Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που απορρέουν από τον πυρήνα της, είναι νοητή μόνο μέσω πλήρων κανόνων δικαίου. Δηλαδή κανόνων δικαίου εξοπλισμένων με την απαραίτητη κυρωτική ισχύ σε περίπτωση παραβίασής τους. Υπό διαφορετική εκδοχή, δηλαδή αν η άσκηση της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στηριζόταν και σε ατελείς κανόνες δικαίου -πολλώ δε μάλλον αν στηριζόταν εν συνόλω σε ατελείς κανόνες δικαίου- τούτο θα ισοδυναμούσε με πλήρη αναίρεση του όλου περιεχομένου της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην πράξη. Επέκεινα δε θα ισοδυναμούσε και με μια μετάπτωση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας σε ένα αυταρχικό καθεστώς, τύπου «αστυνομικού κράτους».

2. Οι προμνημονευόμενοι, εγγυητικοί και της Αρχής της Νομιμότητας, κυρωτικοί μηχανισμοί εμφανίζονται υπό ποικίλες μορφές, συνήθως δε υπό την μορφή θεσμικού τριπτύχου, το οποίο συνθέτουν ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, ο διοικητικός αυτοέλεγχος και ο δικαστικός έλεγχος.

α) Κατ’ ουσίαν, όμως, μόνον ο δικαστικός έλεγχος εφαρμογής της Αρχής της Νομιμότητας θεωρείται ως πραγματικά αποτελεσματικός κυρωτικός μηχανισμός, απολύτως συμβατός με τις απαιτήσεις του σύγχρονου δημοκρατικού Κράτους Δικαίου. Και τούτο τόσο λόγω της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, η οποία περιβάλλει τον δικαστή κατά την έκδοση των αποφάσεών του (π.χ. κατά το άρθρο 87 του ισχύοντος Συντάγματος), όσο και λόγω της εκτελεστότητας που συνεπάγονται οι δικαστικές αποφάσεις διά του παραγόμενου εξ αυτών δεδικασμένου. Εκτελεστότητας, η οποία μάλιστα φθάνει έως τα όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης ακόμη και εναντίον αυτού τούτου του νομικού προσώπου του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου. Και είναι ακριβώς αυτό το δεδικασμένο και η εξ αυτού απορρέουσα εκτελεστότητα που διασφαλίζουν ουσιαστικό περιεχόμενο στον πλήρη, κατά τα ως άνω, κανόνα δικαίου. Με άλλα λόγια η πληρότητα του κανόνα δικαίου, ως θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του Κράτους Δικαίου, της Αρχής της Νομιμότητας και, συνακόλουθα, της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, πραγματώνεται μόνο όταν η παραβίασή του συνεπάγεται την εξίσου πλήρη εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες την διαπιστώνουν in concreto.

β) Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση, ότι στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -και δη υπό τους όρους που αυτή συνδέεται αρρήκτως, όπως προαναφέρθηκε, με την Ελευθερία και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου- δεν πρέπει να υποτιμώνται οι άλλες μορφές κυρωτικών μηχανισμών, όπως ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και ο διοικητικός αυτοέλεγχος.

β1) Διότι όσο καλύτερα λειτουργούν και αυτοί οι συμπληρωματικοί κυρωτικοί μηχανισμοί, παραλλήλως προς τον δικαστικό έλεγχο, τόσο πιο εύρωστο καθίσταται το Κράτος Δικαίου και, επέκεινα, τόσο πιο εύρωστη καθίσταται η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο -λόγω των ιδιαζόντων χαρακτηριστικών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, στο μέτρο που αυτός πρέπει να είναι βασικό όπλο στην διάθεση της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Γι’ αυτό και δεν συμβαδίζει με τις απαιτήσεις της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ένας κοινοβουλευτικός έλεγχος ο οποίος καθίσταται μια τυπική, και μόνο, διαδικασία -σχεδόν ένα ιστορικό κατάλοιπο της κοινοβουλευτικής παράδοσης- επειδή κατά τις κείμενες διατάξεις, ιδίως δε κατά τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού των Αντιπροσωπευτικών Σωμάτων, η άσκησή του, έστω και σε ορισμένες περιπτώσεις, οργανώνεται ως ένα είδος προνομίου της πλειοψηφίας εις βάρος της μειοψηφίας.

β2) Στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία το Κράτος Δικαίου και η προστασία της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προϋποθέτουν ότι όλα, ανεξαιρέτως, τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου παρέχονται, οπωσδήποτε αναλογικώς, εξίσου τόσο την πλειοψηφία όσο και στην μειοψηφία κατά την λειτουργία των Αντιπροσωπευτικών Σωμάτων.

Γ. Η Αρχή της Νομιμότητας ως αυτόθροη συνέπεια του Κράτους Δικαίου

Η κατά τα παρατεθέντα προηγουμένως διευκρίνηση της έννοιας του Κράτους Δικαίου στο πλαίσιο του συστήματος πολιτειακής οργάνωσης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας καταδεικνύει, και δη ευχερώς, ότι η υπό την ευρεία του όρου έννοια Αρχή της Νομιμότητας ισχύει όχι μόνο σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του Δημόσιου Δικαίου αλλά σε όλη την έκταση εφαρμογής του συνόλου των κανόνων δικαίου, οι οποίοι συνθέτουν την Έννομη Τάξη.

1. Και τούτο διότι οι κανόνες αυτοί διέπουν, κατ’ αποτέλεσμα, τόσο την κατά τα ως άνω οργάνωση και λειτουργία των κάθε είδους κρατικών οργάνων -με έμφαση στα όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας- όσο και τις κάθε είδους σχέσεις των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου, είτε πρόκειται για φυσικά πρόσωπα είτε πρόκειται για νομικά πρόσωπα.

α) Πλην όμως η ιδιοσυστασία της Αρχής της Νομιμότητας είναι διαφορετική στην περίπτωση του Δημόσιου Δικαίου, το οποίο διέπει την οργάνωση και λειτουργία των κρατικών οργάνων κατά την εκ μέρους τους άσκηση δημόσιας εξουσίας, ήτοι κατά την άσκηση imperium εξοπλισμένου με μέσα δημόσιου καταναγκασμού ως προς την ενεργοποίηση του κανονιστικού περιεχομένου των ad hoc εφαρμοζόμενων κανόνων δικαίου.

β) Και διαφορετική στην περίπτωση του Ιδιωτικού Δικαίου, το οποίο διέπει τις έννομες σχέσεις μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο μεταξύ των μελών του ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων. Κατ’ ακρίβεια στο πεδίο του Ιδιωτικού Δικαίου, και κατ’ εφαρμογή κυρίως της, έστω και εμμέσως, συνταγματικώς κατοχυρωμένης -κατά κύριο λόγο από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, που εγγυώνται την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας διά της εξίσου ελεύθερης συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας- αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, η Αρχή της Νομιμότητας σημαίνει και ότι: Οι κανόνες δικαίου του Ιδιωτικού Δικαίου αποτελούν για τους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, στις έννομες σχέσεις των οποίων εφαρμόζεται το όριο, το οποίο αυτοί δεν μπορούν να υπερβούν, δοθέντος ότι ενδεχόμενη υπέρβασή του οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της εν προκειμένω Αρχής της Νομιμότητας. Με άλλες λέξεις, στο πεδίο του Ιδιωτικού Δικαίου οι ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μπορούν να ενεργούν δικαιοπρακτικώς ελευθέρως, βεβαίως εφόσον η κατά περίπτωση δικαιοπραξία δεν είναι αντίθετη προς τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις των ισχυόντων κανόνων του Ιδιωτικού Δικαίου.

2. Όλως αντιθέτως στο πεδίο του Δημόσιου Δικαίου, εντός του οποίου τα κρατικά όργανα και των τριών Εξουσιών -κατ’ εξοχήν δε εκείνα της Εκτελεστικής Εξουσίας- δρουν κατά κανόνα μονομερώς στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας, η έννοια της Αρχής της Νομιμότητας είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την έννοια της αρμοδιότητας. Όπου ως αρμοδιότητα νοείται το μέρος εκείνο δημόσιας εξουσίας, το οποίο ανατίθεται σύμφωνα με τον νόμο και κατά περίπτωση σε κάθε κρατικό όργανο εκάστης των τριών Εξουσιών, κατά πρώτιστο δε λόγο στα όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας.

α) Από την ίδια την φύση της η έννοια της αρμοδιότητας -η οποία κατά τα προεκτεθέντα είναι, υπό τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, ξένη προς την κανονιστική πεμπτουσία του Ιδιωτικού Δικαίου- υποδηλώνει και ότι το κρατικό όργανο, στο οποίο έχει παραχωρηθεί, μπορεί να δράσει μόνον εντός του πλαισίου της ασκώντας, κατά τους ορισμούς των εφαρμοζόμενων κάθε φορά κανόνων δικαίου, είτε διακριτική ευχέρεια είτε δέσμια αρμοδιότητα. Δηλαδή είτε επιλέγοντας μία εκ των περισσότερων αναγνωριζόμενων από τις διατάξεις αυτές ως νόμιμων δράσεων, είτε επιλέγοντας την μόνη αναγνωριζόμενη ως νόμιμη από τις ως άνω διατάξεις δράση.

β) Τούτο σημαίνει, περαιτέρω, ότι σε αντίθεση προς το Ιδιωτικό Δίκαιο, στο πεδίο του Δημόσιου Δικαίου και κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας για τα κρατικά όργανα -πάντοτε δε ιδίως για τα όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας- οι ισχύοντες κατά περίπτωση κανόνες δικαίου δεν συνιστούν το όριο το οποίο δεν μπορούν να υπερβούν, αλλά το υποχρεωτικό κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εξουσιοδοτούνται κατά νόμο να ασκήσουν την αρμοδιότητά τους και, συνακόλουθα, να δράσουν νομίμως είτε κατά διακριτική ευχέρεια είτε κατά δέσμια αρμοδιότητα.

ΙΙ. Η σύνδεση της φιλοσοφικονομικής σκέψης του Κωνσταντίνου Τσάτσου με τις περί Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, Κράτους Δικαίου και Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1975

Παίρνοντας ως οδηγό την «Πολιτική», που όπως προαναφέρθηκε παρουσιάζει το πλεονέκτημα του συνδυασμού της αμιγώς νομικής με την ευρύτερη πολιτική και την επέκεινα γενικότερη φιλοσοφική θεώρηση του Κωνσταντίνου Τσάτσου, μπορεί κανείς να διακριβώσει πώς και σε ποιο βαθμό η θεώρηση αυτή συμπλέει με τις κατά τ’ ανωτέρω ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1975 περί Κράτους Δικαίου και Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Με δεδομένο δε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταστρώνονται μέσω πλήρων κανόνων δικαίου, χρήσιμο είναι η ανάλυση που ακολουθεί να οργανωθεί σε δύο, συμπληρωματικές όμως μεταξύ τους, ενότητες: Η πρώτη αφορά τις θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου αφενός περί του κανόνα δικαίου και της διαδικασίας εφαρμογής του υπό το καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και, αφετέρου, περί της εντός της Έννομης Τάξης της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου με επικεφαλής τον «θεμελιώδη κανόνα δικαίου», ήτοι το Σύνταγμα. Και η δεύτερη αφορά το θεσμικό καθεστώς του Κράτους Δικαίου, ως κυρωτικού μηχανισμού της εφαρμογής της Αρχής της Νομιμότητας και της εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πάντοτε κατά τα βασικά κανονιστικά προτάγματα του πολιτειακού συστήματος της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Α. Οι θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου για την κανονιστική φύση της Έννομης Τάξης κατά την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο η σύγχρονη δημοκρατική Πολιτεία, η οποία έχει ως κύριο σκοπό την εγγύηση της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκειμένου αυτός να υπερασπίζεται αποτελεσματικώς την αξία του και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, βασίζεται ως προς την οργάνωση της και την λειτουργία της στο Θετικό Δίκαιο, και μόνο. Θετικό Δίκαιο το οποίο παράγεται με απαρέγκλιτη τήρηση της ουσίας της Διάκρισης των Εξουσιών και εφαρμόζεται στην πράξη μέσω της ενεργοποίησης των πρόσφορων κυρωτικών μηχανισμών σε περιπτώσεις παραβίασής του, με τελικό σημείο αναφοράς ως προς τούτο το Σύνταγμα. Σύνταγμα που αποτελεί, ταυτοχρόνως και κατά την ίδια την κανονιστική του υπόσταση, την βάση και την κορυφή της Έννομης Τάξης. Ας σημειωθεί προκαταρκτικώς ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην ανάλυσή του διαχωρίζει τον «ύπατο σκοπό», ο οποίος από φιλοσοφική σκοπιά πρέπει να διέπει την όλη λειτουργία της Πολιτείας ως «δέον αρχής» στην πορεία χάραξης του μέλλοντος του οικείου κοινωνικού συνόλου, από την μέσω δημοκρατικών διαδικασιών θέσπιση και εφαρμογή των κανόνων δικαίου που συνθέτουν την κατά τα ως άνω Έννομη Τάξη. Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο το κανονιστικώς δέον στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με βάση το Θετικό Δίκαιο ισχύει εν πάση περιπτώσει, ενώ το φιλοσοφικονομικώς δέον για την υπηρέτηση του «ύπατου σκοπού» είναι ο ιδεατός δείκτης πορείας για τα πολιτειακά όργανα που παράγουν και εφαρμόζουν τους κανόνες δικαίου στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Με άλλες λέξεις και σε γενικές γραμμές, υπ’ αυτό το πνεύμα και διευκρινιστικώς το κανονιστικώς δέον είναι η sedes materiae του Κράτους Δικαίου εντός της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Ενώ το φιλοσοφικώς δέον του «ύπατου σκοπού» είναι ο ιδεατός δείκτης πορείας για τα πολιτειακά όργανα που παράγουν και εφαρμόζουν τον κανόνα δικαίου στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Επέκεινα, και συμπερασματικώς, το κανονιστικώς δέον είναι η θεσμική sedes materiae του Κράτους Δικαίου εντός της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ενώ το φιλοσοφικώς δέον του «ύπατου σκοπού» είναι το κριτήριο της in concreto και stricto sensu φιλοσοφικής αποτίμησης της ανταπόκρισης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στην επίτευξη του ιδεατού στόχου της.

1. Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο («Πολιτική», ιδίως σελ. 76 επ. και κυρίως 82 επ.) στην δημοκρατικώς οργανωμένη Πολιτεία το Θετικό Δίκαιο, και μόνον αυτό, διέπει την οργάνωση και την λειτουργία της, ενώ η εφαρμογή του διασφαλίζεται με μέσα δημόσιου καταναγκασμού. Και σε επίπεδο πολιτικώς και φιλοσοφικώς δέοντος οι κανόνες του Θετικού Δικαίου οφείλουν να υπηρετούν την κατά περίπτωση εξειδίκευση του «ύπατου σκοπού», δίχως όμως τούτο να σημαίνει πως αν υφίσταται δυσαρμονία ως προς αυτό οι ως άνω κανόνες δικαίου παύουν να διαθέτουν την κανονιστική τους ισχύ κατά την πεμπτουσία της ιεραρχίας της Έννομης Τάξης. Ειδικότερα, κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο:

α) Η πολιτική εξουσία –δηλαδή η εξουσία που δρα εντός του πλαισίου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- θεσπίζει όλους, ανεξαιρέτως, τους κανόνες που οργανώνουν πολιτικώς την κοινωνική και οικονομική ζωή, αποβλέποντας φιλοσοφικώς στην ορθολογική πραγμάτωση του «ύπατου σκοπού». Και υπό την έννοια αυτή «ρθ δίκαιο εναι μόνο τ θετικ δίκαιο»Πολιτική», σελ. 85). Οι ως άνω κανόνες δικαίου, προσεγγίζοντας προς την εκάστοτε πραγματικότητα, εξειδικεύονται από κατώτερα όργανα και, εν τέλει, φθάνουν στην πλήρη εξατομίκευση. Εδώ φαίνεται πόσο η σκέψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου βρίσκεται κοντά στην κατά το Σύνταγμα εξειδίκευση του κειμένου του από την Νομοθετική Εξουσία και, εν συνεχεία, στην εξειδίκευση των νόμων από την Εκτελεστική Εξουσία, έως το ακραίο όριο της ατομικής διοικητικής πράξης. Με την προσθήκη ότι η εξειδίκευση αυτή επισυμβαίνει, με διαφορετικές βεβαίως εγγυήσεις δικαιοδοτικού χαρακτήρα, και στο πλαίσιο λειτουργίας των οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας τους.

β) Από την φύση του το Θετικό Δίκαιο προϋποθέτει και τον καταναγκασμό, μέσω των αρμόδιων οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Δικαστικής Εξουσίας, για την τελική εφαρμογή του στην πράξη. «Χωρς τν πιθανότητα τς πιβολς ατς, χωρς πομένως τν δυνατότητα ξαναγκασμο, δν εναι δίκαιο»Πολιτική», σελ. 93). Εδώ η σκέψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου συναντά την, μετ’ αναθεώρηση, ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975, η οποία επιτρέπει τον κατά τ’ ανωτέρω καταναγκασμό για την εφαρμογή των θεσπισμένων κανόνων δικαίου. Και δη καταναγκασμό ο οποίος, σε ό,τι αφορά την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, μπορεί να θίγει ακόμη και το Δημόσιο όπως και όλα τα Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου Δικαίου, μολονότι αυτά είναι εξοπλισμένα κατά νόμο και με προνόμια δημόσιας εξουσίας.

γ) Τέλος, και κατά τα προεκτεθέντα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δέχεται την κατά το Σύνταγμα ιεραρχία της Έννομης Τάξης με επικεφαλής το ίδιο. Γεγονός που σημαίνει ότι οι κατώτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου, οιασδήποτε μορφής και προέλευσης, παράγουν έννομα αποτελέσματα μόνον εφόσον δεν παραβιάζουν το Σύνταγμα, όπως άλλωστε συνάγεται και από την διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος αναφορικά με την σχετική δικαιοδοσία των οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας. Έτσι η εσωτερική ενότητα της Έννομης Τάξης, βασικό στοιχείο της υπόστασής της, διασφαλίζεται διά της υπεροχής του Συντάγματος και αποφεύγεται ο κίνδυνος να είναι δίκαιο «,τι δήποτε ποφασίση συγκεκριμένη πολιτικ ξουσία»Πολιτική», σελ. 109).

δ) Διά της οδού αυτής ο Κωνσταντίνος Τσάτσος καταλήγει στο κορυφαίο του νομικοπολιτικό συμπέρασμα ότι: «Δίκαιο πομένως κα πολιτεία δν εναι παρ σύνολα πράξεων, κα δ σύνολα τν δίων πράξεων. Δίκαιο πομένως κα πολιτεία ταυτίζονται, ς σύνολα τν διων πράξεων.» («Πολιτική», σελ. 107). Ευχερώς αντιλαμβάνεται κανείς ότι η θέση αυτή του Κωνσταντίνου Τσάτσου βρίσκεται κοντά στην συνταγματική ιδιοσυστασία του Κράτους Δικαίου εντός πλαισίου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, για την οποία θα γίνει λόγος εκτενέστερα στην συνέχεια. Αρκεί εδώ να επισημανθεί ότι στο πεδίο της κατά το Σύνταγμα του 1975 Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας η Πολιτεία οργανώνεται και λειτουργεί, τόσο εντός αυτής όσο και σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο, μόνο στην βάση των κανόνων δικαίου που συνθέτουν την ιεραρχική δομή της Έννομης Τάξης με επικεφαλής το Σύνταγμα, κατά τ’ ανωτέρω. Αυτή δε είναι και η βαθύτερη έννοια του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας. Και υπ’ αυτή την έποψη πρέπει να συνδεθεί το κατά το Σύνταγμα του 1975 Κράτος Δικαίου με την προμνημονευόμενη αντίληψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου περί κανονιστικής ταύτισης Πολιτείας και Δικαίου.

2. Σε συνέχεια των προαναφερθέντων ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ολοκληρώνει, σε αυτή την ενότητα, τις σκέψεις του περί Θετικού Δικαίου και Πολιτείας εκθέτοντας τις απόψεις του σχετικά από την μια πλευρά με την θεσμικοπολιτική φύση της πολιτικής εξουσίας η οποία θεσπίζει τον κανόνα δικαίου, εξειδικεύοντας αενάως την Έννομη Τάξη διά νέων ρυθμίσεων, πάντοτε υπό την ιεραρχική σκέπη του κορυφαίου νόμου, δηλαδή του Συντάγματος. Και, από την άλλη πλευρά, με την θεώρηση της Διάκρισης των Εξουσιών στην βάση της παραγωγής και της εκτέλεσης του κανόνα δικαίου. Πρέπει εκ προοιμίου να παρατηρηθεί ότι, prima facie, οι θέσεις του φαίνεται να απομακρύνονται κάπως, αν ληφθεί υπόψη το γράμμα του Συντάγματος του 1975, από τις διατάξεις τούτου περί Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και Διάκρισης των Εξουσιών. Η προσεκτικότερη όμως προσέγγιση των σχετικών θέσεων του Κωνσταντίνου Τσάτσου δείχνουν, όπως θα καταφανεί στην συνέχεια, ότι όλως αντιθέτως βρίσκονται μέσα στο πνεύμα των ως άνω επιταγών του Συντάγματος του 1975, ερμηνευόμενων ιδίως στο πλαίσιο της ιστορικής, της συστηματικής και κατ’ εξοχήν της τελεολογικής ερμηνείας και προς την κατεύθυνση και της ουσιαστικής διάκρισης των λειτουργιών, κατά τα ακροθιγώς προεκτεθέντα. Συγκεκριμένα:

α) Αναλύοντας τις μορφές των Πολιτειών («Πολιτική», ιδίως σελ. 150 επ.), και βαίνοντας πέραν των πάγιων φιλοσοφικών θέσεών του περί της αποστολής της ιδεατής Πολιτείας να υπηρετεί τον «ύπατο σκοπό», επικεντρωνόμενος στο Θετικό Δίκαιο ο Κωνσταντίνος Τσάτσος υποστηρίζει την οργάνωση και την λειτουργία της πολιτειακής εξουσίας στην πράξη κατά τους κείμενους κανόνες δικαίου. Και έτσι οδηγείται στην σύνθεση εκείνη, η οποία ανταποκρίνεται προδήλως στις προβλέψεις του Συντάγματος του 1975 ως προς την οργάνωση και λειτουργία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας υπό καθεστώς Κράτους Δικαίου.

α1) Πριν απ’ όλα ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αποδέχεται το θεσμικό πρόταγμα της δημοκρατικής εκλογής των εκπροσώπων του Λαού, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Λαός δεν είναι εφικτό ούτε δημοκρατικώς ορθό να αυτοκυβερνάται. Έτσι τάσσεται υπέρ της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αποκλείοντας την εφαρμογή στην πράξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος Άμεσης Δημοκρατίας. Η ως άνω εκλογή πρέπει να γίνεται με θητεία και με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία. Η επιλογή δε των αρίστων, όπως ταιριάζει στο πολιτειακό πρότυπο του Κωνσταντίνου Τσάτσου, δεν είναι ζήτημα επιβολής επί των εκφραστών της λαϊκής ετυμηγορίας. Αλλά ζήτημα δικής τους ευθύνης, εν τέλει δε καθήκοντος αυτού τούτου του Πολίτη.

α2) Έτσι κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο («Πολιτική», σελ. 162): « ποιότητα τς πραγματικς δημοκρατίας ξαρτται πρτα π τν κανότητα πιλογς τν ξουσιαστν π μέρους κείνων πο σκον τν ξουσία». Και πιο πέρα, στον ίδιο τόπο, « καλ λειτουργία τς πραγματικς δημοκρατίας εναι ξαρτημένη κα στ δύο στάδια π τν πολιτικ κα θικ γωγ κείνων πο κλέγουν κα κείνων πο κλέγονται».

α3) Το δημοκρατικό πρόσημο της εν προκειμένω σκέψης του Κωνσταντίνου Τσάτσου επιρρωνύει η θεώρησή του εκείνη, σύμφωνα με την οποία στην σύγχρονη Πολιτεία η εκλογή των εκπροσώπων του Λαού οδηγεί και στην ομαλή λειτουργία των θεσμών της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Και μάλιστα ομαλή λειτουργία μιας πλειοψηφίας η οποία ουδόλως εξουθενώνει την μειοψηφία, αλλά πρέπει να κατατείνει στον συμβιβασμό των διεστώτων μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας. Και εδώ καταφαίνεται αφενός η εκ μέρους του Κωνσταντίνου Τσάτσου ευθεία αναγνώριση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας και, αφετέρου, η έμμεση ανάδειξη του τεράστιου μειονεκτήματος της Άμεσης Δημοκρατίας εντός της οποίας, κατά την ίδια την θεσμική ιδιοσυστασία της, από την στιγμή που η πλειοψηφία αποφασίζει η μειοψηφία παύει να υφίσταται θεσμικώς και, επέκεινα, πολιτικώς. Διότι στην Άμεση Δημοκρατία δεν νοείται μειοψηφικός έλεγχος της πλειοψηφίας, όταν αυτή έχει πλέον αποφασίσει.

β) Σε ό,τι αφορά την Διάκριση των Εξουσιών, οι κατωτέρω παρατιθέμενες θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου («Πολιτική», σελ. 186 επ.) καταδεικνύουν, εξεταζόμενες με την δέουσα προσοχή, ότι δεν αφίστανται των ρυθμίσεων του άρθρου 26 του Συντάγματος του 1975. Αλλά, όλως αντιθέτως, συνάδουν κατά βάθος προς αυτές, αν μάλιστα γίνει κατανοητό ότι οι ως άνω ρυθμίσεις πρέπει να ερμηνευθούν σε συνδυασμό και με λοιπές συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες καθιερώνουν εξαιρέσεις από την ριζική διάκριση των πολιτειακών οργάνων, θεσπίζοντας και περιπτώσεις διασταύρωσης των τριών εξουσιών. Με διαφορετική διατύπωση, οι ως άνω θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου συνάδουν προς το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 26 του Συντάγματος καθ’ ό μέτρο επικεντρώνεται όλως ιδιαιτέρως στο ζήτημα της διάκρισης των λειτουργιών. Διάκρισης, η οποία ουδόλως αντιτίθεται προς τις ρυθμίσεις του άρθρου 26 περί Διάκρισης των Εξουσιών, όπως άλλωστε δέχεται και η κρατούσα άποψη στο πεδίο της θεωρίας του Συνταγματικού Δικαίου και όπως ήδη διευκρινίσθηκε προκαταρκτικώς. Δι’ αυτής της μεθοδολογικής οδού ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δεν μένει στον τύπο της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών -και ούτε υπεισέρχεται σε θεωρητικές αντιπαραθέσεις ως προς την κρατούσα στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου αντίληψη περί του τύπου τούτου- αλλά στην ουσία της, κατά την ίδια την λογική του Θετικού Δικαίου σε ό,τι αφορά την ουσία του τρόπου παραγωγής του κανόνα δικαίου. Η οποία, εν τέλει, καταλήγει στην θεμιτή νομικώς θεώρηση πως η θεμελιώδης διάκριση συνίσταται από την μία πλευρά στην παραγωγή του κανόνα δικαίου και, από την άλλη πλευρά, στην εφαρμογή και την εκτέλεσή του, ακόμη και με μέσα δημόσιου καταναγκασμού. Και τούτο διότι το μονοπώλιο του καταναγκασμού σε μία δημοκρατικώς οργανωμένη Πολιτεία ανήκει στα προς τούτο, καταλλήλως εξουσιοδοτημένα, πολιτειακά όργανα.

β1) Ευθύς εξ αρχής ο Κωνσταντίνος Τσάτσος παραθέτει την κρατούσα άποψη («Πολιτική», σελ. 189): «νέκαθεν θεωρήθηκε πς γι τν καλ σκηση τς πολιτικς ξουσίας πρέπει ο τρες ατς λειτουργίες της ν σκονται π διαφορετικος φορες. λλοι ν νομοθετον, λλοι ν κτελον τος νόμους διοικντας τν πολιτεία κα λλοι ν κτελον τος νόμους δικάζοντας. Τόση μάλιστα σημασία ποδόθηκε σ ατ τ χωρισμ τν φορέων, πο τριχοτομήθηκε πολιτικ ξουσία σ τρες ξουσίες, σ τρες μάδες ργάνων διαφορετικν κα θεωρήθηκε ρετ το πολιτεύματος ταν κάθε μία π τς ξουσίες ατς χει τ δύναμη ν ντιστέκεται στν λλη.»

β2) Ακολούθως υπερβαίνοντας τον τύπο και την ως άνω θεωρητική του επεξεργασία ως προς την Διάκριση των Εξουσιών στο πεδίο του Συνταγματικού Δικαίου και αναζητώντας, υπό το πρίσμα αμιγώς του Θετικού Δικαίου και της τελεολογικής ερμηνείας των κανόνων του, την ουσία μέσω της πραγματιστικής -και διόλου αντισυνταγματικής- αναφοράς στις θεσμικές συνισταμένες της διάκρισης των λειτουργιών, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος φθάνει στο εξής συμπέρασμα: «Συμπερασματικ εναι νάγκη ν πισημάνωμε γι τν ργάνωση τς πολιτείας τι θεωρία τς διάκρισης τν τριν ξουσιν δν εσταθε. ξουσία εναι μία. μία ατ ξουσία πραγματώνεται μ δύο λειτουργίες, τ νομοθετικ κα τν κτελεστική, τς ποίας εδος εναι, κατ κύριον λόγον, δικαστική. θεωρία τι κάθε λειτουργία πρέπει ν κπληρώνεται π διάφορους φορες, κα ατ δν εσταθε. λες ο πράξεις τς πολιτείας, κτς π τν δρυτικ κα τς εδικώτατές της πράξεις, εναι σύγχρονα κα νομοθετικς κα κτελεστικές. διάκριση τν φορέων εναι καθαρ μπειρική. θέσπιση γενικώτερων κανόνων θεωρεται νομοθετικ λειτουργία, ν κα εναι κα κτελεστική, κα θέσπιση εδικώτερων κανόνων θεωρεται κτελεστικ λειτουργία, ν κα εναι κα νομοθετική.» («Πολιτική», σελ. 198).

β3) Ειδικώς ως προς την Δικαστική Εξουσία, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος από πλευράς ουσιαστικής λειτουργίας της δέχεται την, prima facie, σύμπτωσή της με την Εκτελεστική Εξουσία, καθ’ ό μέτρο και αυτή εφαρμόζει και εκτελεί, κατ’ αποτέλεσμα, τον κανόνα δικαίου. Αναγνωρίζει όμως, δίχως επιφυλάξεις, την καθοριστική σημασία της σε μια δημοκρατικώς οργανωμένη Πολιτεία κυρίως αναφορικά με τις εγγυήσεις απονομής της Δικαιοσύνης μέσω των οικείων οργάνων της. Κάτι το οποίο αναμφισβητήτως συμβαδίζει, και δη απολύτως, με την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία: «Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμά του («Πολιτική», σελ. 196-197): «Μ τ δικαστικ λειτουργία σα διαπραχθήκανε ντίθετα πρς τς πιταγς το νόμου, διορθώνονται κα παναφέρεται κοινωνικ ζωή, κατ τ μέτρο το δυνατο, στ γραμμ πο νόμος χάραξε. που τοτο δν εναι δυνατόν, λαμβάνονται μέτρα στε ν γίνη τ πλησιέστερο πρς ,τι νόμος πιτάσσει ν προληφθον λλες παρόμοιες παρεκκλίσεις. Ατ τ ργο τς πολιτικς ξουσίας ποτελε τ διορθωτικ δικαιοσύνη, πο παναφέρει κατ τ μέτρο το δυνατο τ πράγματα στ σημεο που διανεμητικ δικαιοσύνη τ τοποθέτησε. διανεμητικ δικαιοσύνη εναι ργο κα τς νομοθετικς κα τς κτελεστικς λειτουργίας. διορθωτικ εναι κυρίως ργο τς δικαστικς, λλ κα τς κτελεστικς.»

Β. Οι θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου περί Κράτους Δικαίου και περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει, συμπερασματικώς, ότι κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο μία δημοκρατικώς θωρακισμένη Πολιτεία μπορεί να οργανωθεί και να λειτουργήσει μόνο με βάση κανόνες δικαίου. Πρόκειται, κατά τα προεκτεθέντα εκτενώς, για τους κανόνες δικαίου οι οποίοι συνθέτουν, ιεραρχικώς, την Έννομη Τάξη και συγκροτούν το κανονιστικό αμάλγαμα πάνω στο οποίο εδράζεται το Κράτος Δικαίου. Ένα Κράτος Δικαίου το οποίο, κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, προδιαγράφει ρυθμιστικώς την δράση τόσο των κρατικών οργάνων όσο και των μελών του κοινωνικού συνόλου, ιδιωτών φυσικών ή νομικών προσώπων. Η αντίληψή του αυτή συμπλέει με όσα ήδη παρατέθηκαν εν εκτάσει ως προς το Κράτος Δικαίου και της Αρχή της Νομιμότητας εν γένει υπό το καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, το οποίο υιοθετεί το ισχύον Σύνταγμα του 1975. Συμπλέει δε και με τις αντίστοιχες περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διατάξεις, αν αναλογισθεί κανείς το πώς ο Κωνσταντίνος Τσάτσος συνδέει την Αρχή της Νομιμότητας με την δράση των μελών του κοινωνικού συνόλου.

1. Εκκινώ από την προκαταρκτική παρατήρηση ότι στο σημείο αυτό της προηγηθείσας ανάλυσης ο Κωνσταντίνος Τσάτσος φαίνεται ευκρινώς να δέχεται ότι στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, και υπό τις εγγυήσεις του Κράτους Δικαίου, η Αρχή της Νομιμότητας ισχύει και για τα κρατικά όργανα αλλά και για τα μέλη του κοινωνικού συνόλου, φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Με την διαφορά ότι ως προς τα κρατικά όργανα η Αρχή της Νομιμότητας, μέσω της αρμοδιότητας που τους παραχωρεί, είναι η βάση πάνω στην οποία οφείλουν να δράσουν είτε κατά διακριτική ευχέρεια είτε κατά δέσμια αρμοδιότητα. Ενώ για τους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, η Αρχή της Νομιμότητας σημαίνει ότι αυτά μπορούν να ενεργήσουν δικαιοπρακτικώς -και, κατά κανόνα, συμβατικώς και όχι μονομερώς- ελευθέρως, με μόνο όριο τον εκάστοτε ισχύοντα κανόνα δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

α) Ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό προς αυτή την κατεύθυνση είναι το ακόλουθο απόσπασμα υπό την «Πολιτική» (σελ. 206): «Μέσα στ πλαίσιο νς γενικώτερου κανόνα σκε τν πρωτοβουλία του τ ργανο τς πολιτείας κα κριβς τ διο κάνει κα τ τομο πο σκε τ δικαίωμά του. Εναι κα ατ να ργανο τς πολιτείας πο ξειδικεύει κάποιους γενικώτερους κανόνες. σκε πομένως κα ατ πολιτικ ξουσία, πως τ θεωρούμενα ποκλειστικς ργανά της. λη κοινωνική, οκονομικ κα πολιτική του δραστηριότητα μπίπτει σ ατ τ λογικ μορφή, τς ξειδίκευσης τν κανόνων τς πολιτείας.» Κατά τούτο, λοιπόν, για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο τόσο τα κρατικά όργανα όσο και οι ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, υπόκεινται στην θεμελιώδη επιταγή του Κράτους Δικαίου μέσα στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία η ίδια η Δημοκρατική Αρχή επιβάλλει την οργάνωση και την λειτουργία της Πολιτείας εν όλω πάνω στην βάση κανόνων δικαίου θεσπισμένων από τα προς τούτο εξουσιοδοτημένα κρατικά όργανα.

β) Ειδικώς ως προς τους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και τις δεσμεύσεις τους από τις επιταγές του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εκθέτει ορισμένες, άκρως αντιπροσωπευτικές, θέσεις του, οι οποίες αναδεικνύουν και το φιλελεύθερο δημοκρατικό πνεύμα του. Γεγονός το οποίο συμβαδίζει, έτι περαιτέρω, με τις ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1975 περί Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της Ελευθερίας και, μέσω της άσκησής της στην πράξη, ως εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατ’ ακρίβεια, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εντάσσει την ως άνω θεώρησή του στο προσφιλές του, από φιλοσοφικονομική άποψη, πλαίσιο της εκ μέρους και των ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων, εξειδίκευσης των κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης με επικεφαλής τον «πρωταρχικό κανόνα», το Σύνταγμα. Έτσι, και ως προς την σχετική, εκ μέρους της πολιτικής εξουσίας, εξουσιοδότηση προς τους ιδιώτες για την παραγωγή κανόνων δικαίου παρατηρεί («Πολιτική», σελ. 204-205) : «Τν ξειδίκευση ατ μπορε ν τν κτελέση ατ δια πολιτικ ξουσία ν τν μπιστευθ σ λλα ποκείμενα, πο δν μπορε ν θεωρηθ τι περιέχονται στν κύκλο τν ργάνων της. Συγκεκριμένα μπορε, πέρα π να ρισμένο ριο, ν μπιστευθ τν ξειδίκευση στ βούληση το κάθε ποκειμένου πο πράττει. Το παρέχει τν ξουσία, πο κατ’ ρχν ατ μόνη χει, ν καθορίζη μόνο του τν πράξη του. Το δημιουργε μίαν ρισμένη σφαρα λεύθερης δράσης, μέσα στν ποία τ τομο μπορε ν ναπτύσση τν πρωτοβουλία του, χωρς ν περιμένη εδικώτερους ρισμος π τν πολιτικ ξουσία. τσι, ς μέσα ξειδίκευσης το πατου σκοπο μφανίζονται ο λεγόμενες λευθερίες, κα γενικώτερα τ πάσης φύσεως δικαιώματα το τόμου.»

γ) Όπως θα διευκρινισθεί περαιτέρω και στην συνέχεια, αυτή την εκ μέρους των ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων, εξειδίκευση των κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης ο Κωνσταντίνος Τσάτσος την συνδέει, όπως είναι αυτονόητο για την όλη θεωρία του εν προκειμένω, με την από πλευρά τους άσκηση των δικαιωμάτων τους. Άσκηση, η οποία κατά τις επιταγές του Κράτους Δικαίου δεν είναι απεριόριστη. Και ως προς τους σχετικούς περιορισμούς των δικαιωμάτων τούτων υποστηρίζει: « πολιτικ ξουσία χει χρέος μ τ δύναμή της, ν ξασφαλίζη ατή την κατ’ ρχν περιόριστη λευθερία στ τομο κα ν τν περιορίζη μόνο στς κόλουθες περιπτώσεις. πρτος περιορισμς παγορεύεται π τν ποκειμενικ σκοπιά. Δν πιτρέπεται λευθερία το νς ν φθάση ν περιορίζη τν λευθερία τν λλων, δίως που τ πνευματικ γαθά, συνυφασμένα μ λικ δεδομένα, πως λ.χ. στν παιδεία, δν εναι νεξάντλητα. κε πιβάλλεται κατ’ ξίαν διανομή, δηλαδ κατ δικαιοσύνην περιορισμς το καθενός. δεύτερος περιορισμς παγορεύεται π τν ντικειμενικ σκοπιά. ταν σ νθρώπους πο εναι σχετικ μόνον λεύθεροι παρέχεται τ δικαίωμα τς λεύθερης δράσης στν πνευματικ τομέα, ξ ατίας τς σχετικότητάς των ατς, μπορε δράση τους ν γίνη παραίτιο μείωσης τς πνευματικς δημιουργικότητας το συνόλου. Μπορε ν εναι τότε ναγκαος κάποιος περιορισμς τς λεύθερης ατς δράσης, κε πο θέτει σ κίνδυνο τ δημιουργικότητα το συνόλου. Τ μέτρο ατ συχν φαρμόζεται λλ σπάνια δικαιολογεται. Στν πνευματικ τομέα περιορισμς τς τομικς λευθερίας κατ κανόνα πάγεται κα τν περιορισμ τς δημιουργικότητας το συνόλου. Στς ξαιρετικς μως περιπτώσεις που συμβαίνει τ ντίθετο, νακύπτει ντινομία μεταξ τς ποκειμενικς κα τς ντικειμενικς σκοπις, πο θ λυθ ad hoc.» («Πολιτική», σελ. 216-217).

2. Και μόνο τα όσα προεκτέθηκαν αμέσως προηγουμένως αρκούν για να πιστοποιήσουν τον δημοκρατικό και, οπωσδήποτε ιδιόμορφο, φιλελεύθερο στοχασμό του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Υπό την έννοια, και όπως σαφώς συνάδει με τον σκοπό του γράμματος και του πνεύματος του Συντάγματος του 1975, μία δημοκρατικώς οργανωμένη Πολιτεία νοείται μόνον όταν αναγνωρίζονται και διασφαλίζονται, ως προς την ακώλυτη άσκησή τους, δικαιώματα σε όλα, ανεξαιρέτως, τα μέλη του κοινωνικού συνόλου. Και προσθέτει διευκρινιστικώς: «Τ δικαιώματα εναι δυνατότητες πράξεων δικαίου. Κατ τν σκησή τους γίνονται πραγματικότητες, δηλαδ πράξεις δικαίου. λλ ο πράξεις δικαίου εναι πραγματοποίηση γενικώτερων κανόνων δικαίου, πο εναι κα ατο πράξεις δικαίου κα τελικ πραγματοποίηση το τελολογικ νώτατου κανόνα δικαίου τς συγκεκριμένης πολιτείας, το λεγόμενου πρωταρχικο κανόνα, πο κα ατς εναι ξειδίκευση το πατου σκοπο» («Πολιτική», σελ. 205).

α) Συνεπής προς τις περί Κράτους Δικαίου κατά τα προμνημονευόμενα αντιλήψεις του, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αποδέχεται, περαιτέρω, ότι κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του ο φορέας τους δεν είναι ανεξέλεγκτος.

α1) Και ως προς αυτόν, σύμφωνα με τα όσα προηγουμένως σημειώθηκαν, ισχύει η Αρχή της Νομιμότητας με τις ήδη διευκρινισθείσες ιδιαιτερότητές της. Χαρακτηριστικώς ο Κωνσταντίνος Τσάτσος τονίζει ότι: «Σύμφωνα μ τς σκέψεις ατές, τ δικαιώματα, περιωρισμένα ξ ρχς στ ρια πο κοινωνικ τάξη κα περισσότερο πραγμάτωση το πατου σκοπο πιβάλλουν, δρύονται κα διανέμονται χωρς ξαίρεση π τν Πολιτεία» («Πολιτική», σελ. 208).

α2) Ιδίως ως προς τους κατά τα ως άνω κοινωνικής προέλευσης περιορισμούς των δικαιωμάτων, και πέραν των όσων τονίσθηκαν προηγουμένως γενικώς περί των περιορισμών των δικαιωμάτων, αξίζει να επισημανθεί το πόσο οι περί τούτων σκέψεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου ανταποκρίνονται στο γράμμα και στο πνεύμα π.χ. των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 2, 3 και 4 του Συντάγματος του 1975, σύμφωνα με τις οποίες: «2. H αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη. 3. H καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.».

β) Σε ό,τι αφορά την γενικότερη θεώρηση των δικαιωμάτων –καίτοι πλέον, κατά την κρατούσα στην Νομική Επιστήμη άποψη, κάθε δικαίωμα είναι, ως εκ της συνταγματικής του προέλευσης, μικτό, παρέχοντας δυνατότητες ελεύθερης δράσης αλλά και απαίτησης lato sensu κοινωνικών παροχών- πρέπει να έλθει στην επιφάνεια και η άποψη εκείνη του Κωνσταντίνου Τσάτσου, η οποία κατατείνει στον διαχωρισμό των ατομικών δικαιωμάτων από τα σύγχρονα κοινωνικά δικαιώματα. Κάτι το οποίο δείχνει, επιπροσθέτως, και το πόσο η άποψή του αυτή εντάσσεται στο περί δικαιωμάτων ρυθμιστικό πλαίσιο του Συντάγματος του 1975. Στο πλαίσιο αυτό ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δέχεται και ότι: «χει τσι κάθε πολιτικ ξουσία ποχρέωση ν καθιερώνη γι τ τομα τ συλλογικ ποκείμενα, πο ζον στ χρο της, κύκλους λεύθερης νέργειας δικαιώματα, δικαιώματα γι τν πνευματική τους δραστηριότητα, γι τν προσωπική τους κίνηση, γι τν οκονομικ κα τν πολιτική τους δράση. Κα καλεται ν βρ τ κάθε φορ ρθ μέτρο ατν τν λευθεριν δικαιωμάτων.» («Πολιτική», σελ. 210).

β1) Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου αναφορικά με το ειδικότερο περιεχόμενο των δικαιωμάτων, ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών. Για την ευθεία σύνδεση των θέσεών του αυτών με τις ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1975, πάντοτε υπό το πρίσμα του Κράτους Δικαίου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με την μέσω των δικαιωμάτων «διανομή των αγαθών» : «Γι ν δοθ στ κάθε τομο ,τι χρειάζεται γι ν ναπτύξη λες τς δημιουργικές του δυνάμεις, θ φαρμόσωμε τούς κανόνες πο κιόλας ναπτύξαμε. Τ λικ γαθ θ τ διανείμωμε νάλογα μ τς λικς νάγκες το καθενς κα που διαπίστωση τν λικν ναγκν εναι δύσκολη, δεχόμαστε κατ παραχώρηση τν σότητα τν λικν ναγκν λων τν νθρώπων. Τ πνευματικ γαθ θ τ διανείμωμε νάλογα μ τν ξία το καθενός. Κα τέλος τ πολιτικ δικαιώματα, νάλογα μ τ μορφ τς πολιτείας, θ τ διανείμωμε κατ’ ρχν μ κριτήριο τν ξία το καθενός, λλ στν πραγματικότητα θ βρομε κα δ τυπικ κριτήρια, πο στ δημοκρατία εδικώτερα καθιερώνουν τν σότητα λων, ν καί, πως τονίσαμε, μοιότητα κα σότητα τόμων κα ξιν δν πάρχει. Δν συμπίπτει κατ’ κολουθίαν ποτ ση μ τ δίκαιη μεταχείριση. ν τούτοις σότητα – τυπικ σότητα- ση μεταχείριση τν σχετικς νισων τν χι περβαλόντως νισων ποτελε στν στορικ πραγματικότητα μίαν ναπόφευκτη διέξοδο. πιτρέπεται μως μόνο που πάρχει κα κάποια κατ προσέγγιση σότητα ξίας, πότε δικαιοσύνη τς διανομς ξαρτται π τ μέτρο τς προσέγγισης ατς.» («Πολιτική», σελ. 212-213).

β2) Περαιτέρω, και προδήλως, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος συνδέει την άσκηση των δικαιωμάτων με την αντίστοιχη υποχρέωση της Πολιτείας να προσδίδει σε αυτά ουσιαστικό περιεχόμενο. Τούτο δε όχι μόνον δεν μπορεί να του προσάψει τον, εύκολο στην Χώρα μας, ψόγο του «κρατισμού» και της «σοσιαλμανίας». Αλλά, όλως αντιθέτως, τεκμηριώνει επαρκώς το πόσο οι εν προκειμένω θέσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου συνάδουν προς το, κατά την τελεολογική ιδίως ερμηνεία τους, πνεύμα των αντίστοιχων διατάξεων του Συντάγματος του 1975, προεχόντως δε των διατάξεων περί κοινωνικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Συγκεκριμένα, προς τούτο συνηγορεί και η εξής επισήμανση του Κωνσταντίνου Τσάτσου: «λλ πέρα π ατ πολιτικ ξουσία πρέπει ν διασφαλίζη στ τομο κα τ λικ κενα γαθ πο χρειάζονται γι τ συντήρησή του κα γι τν πίδοσή του στ δημιουργικό του ργο. Ποιό πρέπει ν εναι τ μέτρο τν λικν γαθν κα πομένως κα τν δικαιωμάτων π λικν γαθν; Τ πρόβλημα τοτο τς διανομς διέπεται κα ατ π τν πατο σκοπ π τν ποο κα πορρέουν ο κόλουθες δύο ρχές: α) διανομ πρέπει ν συντελεσθ κατ τρόπο πο δημιουργικότητα το κοινωνικο συνόλου ν φθάση στ μεγαλύτερή της πόδοση, β) Σ κάθε τομο πρέπει ν δοθον τόσα λικ γαθ κα ν ναγνωρισθον τόσα δικαιώματα γι τν κτήση κα τν πόκτηση λικν γαθν στε, στηριζόμενο κα σ ατά, ν φθάση στν μεγαλείτερη δυνατ δημιουργική του πίδοση, λλ χωρς ν περιορίζη τν δια πίδοση λων τν λλων.» Πολιτική», σελ. 221). Στο σημείο αυτό πρέπει να προστεθεί, για την πιο ολοκληρωμένη αντίληψη της εν προκειμένω θεώρησης του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ότι οι ως άνω θέσεις του εντάσσονται, καταδήλως, στις γενικότερες αναλύσεις του και τοποθετήσεις του περί της ουσίας της Διανεμητικής Δικαιοσύνης στο πεδίο του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου.

β3) Καταληκτικώς, πρέπει να τονισθεί εμφατικώς και η όλη θεώρηση του Κωνσταντίνου Τσάτσου ειδικώς περί των πολιτικών δικαιωμάτων και της σημασίας τους για την κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Καθώς και η εντεύθεν συμπερασματική διαπίστωσή του ότι δίχως την ακώλυτη άσκηση των θεμελιωδών πολιτικών δικαιωμάτων δεν νοείται η ακώλυτη άσκηση των εν γένει δικαιωμάτων, οιασδήποτε μορφής. Και τούτο διότι αυτή ακριβώς η θεώρηση μπορεί να καταδείξει την απόλυτη προσήλωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου στην αρχή του Συντάγματος του 1975 περί του κανονιστικού πυρήνα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, κατ’ εξοχήν αναφορικά με την δημοκρατικώς επιβεβλημένη σύλληψη και εφαρμογή της στην πράξη της αρχής της αντιπροσώπευσης. Και ως προς αυτό αρκεί το ακόλουθο, άκρως περιεκτικό, απόσπασμα: «λλ γι ν λοκληρωθ δημιουργική του παρουσία μέσα στν πολιτικ κοινωνία, χρειάζεται τ τομο κα πολιτικ δικαιώματα. Μ ατ θ διεκδικήση, μέσα στ σύστημα τν πράξεων πο ποτελον τν πολιτικ ξουσία, τ μέτρο συμμετοχς κα πιβολς πο το νήκει. φ’ σον δεατ τέρμα εναι ατόνομη προσωπικότητα, κείνη πο θέτει δια στν αυτό της τος νόμους, κατ τος ποίους πρέπει ν πράττη, εναι νάγκη κα δια ν θεσπίση τος νόμους τς πολιτικς ξουσίας στν ποίαν πόκειται. Φυσικ τ δικαίωμα ατ νήκει σ λα τ τομα κα πομένως κάθε τομο θ τ μοιρασθ μ λα τ λλα. Δν περιορίζεται μως τ δικαίωμα ατ στ θέσπιση ατν τν νόμων, λλ κτείνεται κα στν φαρμογή τους, σ ,τι σχετίζεται πομένως μ τ λειτουργία τς πολιτικς ξουσίας.» («Πολιτική», σελ. 231). Κατά τα λοιπά, και ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο η αντιπροσώπευση αυτή λειτουργεί στην πράξη διά της πρόσφορης άσκησης των θεσμοθετημένων προς τούτο πολιτικών δικαιωμάτων, παραπέμπω στα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως, και στον οικείο τόπο, αναφορικά με τις γενικότερες αντιλήψεις του περί της ανάγκης και του τρόπου συμμετοχής των πολιτών στην εκλογή των εκπροσώπων του Λαού με συγκεκριμένη θητεία και μέσω άμεσης, μυστικής και καθολικής ψηφοφορίας.

γ) Κρίνω σκόπιμο, αυτή η ενότητα περί της εκ μέρους του Κωνσταντίνου Τσάτσου συνολικής θεώρησης των δικαιωμάτων στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας υπό το πρίσμα του Κράτους Δικαίου, να ολοκληρωθεί με ορισμένες αναφορές του στον θεσμό της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, μολονότι ήδη έχουν παρατεθεί αρκετά στοιχεία τους κατά την προηγηθείσα ανάλυση των γενικότερων σκέψεών του περί της έκτασης του ανεκτού περιορισμού των δικαιωμάτων.

γ1) Και τούτο διότι αυτές οι αναφορές αναδεικνύουν από την μία πλευρά το πώς ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αντιλαμβάνεται τα όρια της Ελευθερίας εν γένει και, επομένως, τα όρια της ακώλυτης άσκησης των δικαιωμάτων. Και, από την άλλη πλευρά, το πόσο οι ως άνω αναφορές αποδίδουν πιστά το γράμμα και το πνεύμα και της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 25 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος περί κατάχρησης δικαιώματος. Σε σημείο μάλιστα ώστε οι εν λόγω παρατηρήσεις του Κωνσταντίνου Τσάτσου να είναι χρήσιμες και για την μελλοντική εκτελεστική νομοθεσία της διάταξης αυτής.

γ2) Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, λοιπόν: « δημοκρατία δν εναι λιγώτερο δημοκρατία ταν παγορεύει τν κατάχρηση τν κακ χρήση, π μέρους τν τόμων, τν λευθεριν πο συνθέτουν τν φυσιογνωμία της, π ,τι εναι ταν παγορεύει τν κατάχρηση ες βάρος ατν τν λευθεριν π μέρους τς πολιτικς ξουσίας. ληθιν δημοκρατία παγορεύει κα τ μι κα τν λλη περβασία. π κε κα πέρα σκέψεις καθαρ καιρικς σκοπιμότητας θ προσδιορίσουν τν κταση τς διάταξης, τς κυρώσεις, τν δικονομία τς φαρμογς των. Μπορε νομοθέτης, κάνοντας τν πρόβλεψη τι μόνο πολιτικ ξουσία εναι πιθανν ν καταχρασθ τς ξουσίας της ες βάρος το πολίτου, μόνο γι ατν τν περίπτωση ν θεσπίση κυρώσεις κα παγορεύσεις. Μπορε πίσης ν προβλέψη τι κίνδυνος κατάχρησης πάρχει κα π τς δύο πλευρές, λλ τι κίνδυνος τς κατάχρησης π τ τομα εναι μικρότερος κα πάλι ν διαμορφώση τν νομοθετικν πιταγ τσι στε ν μν κολάζεται κατάχρηση ες βάρος τς πολιτικς ξουσίας, λλ μόνο ες βάρος το πολίτου. Μπορε μως, μ ξ σου σχυρ πιχειρήματα, ν σκεφθ κα ντίστροφα.» («Πολιτική», σελ. 237-238).

Επίλογος

Συνοψίζοντας τις αναλύσεις που προηγήθηκαν θεωρώ πως μπορεί να υποστηριχθεί, βασίμως, ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος -με επίκεντρο τις σκέψεις του οι οποίες εκτίθενται κυρίως στην «Πολιτική» του και στο πλαίσιο της όλης φιλοσοφικονομικής του θεώρησης όπως αυτή προκύπτει και από τις νομικές μελέτες του– έμεινε πάντα προσηλωμένος στις αρχές μιας Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας βασισμένης στο Κράτος Δικαίου και στις εγγυήσεις ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως και στις αρχές εκείνες, οι οποίες αποτυπώνονται κανονιστικώς στο Σύνταγμα του 1975 ως προς την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου. Κατ’ ακολουθία τούτων είναι προφανές ότι οι σκέψεις αυτές του Κωνσταντίνου Τσάτσου αναδεικνύονται πρόσφορες και για την διαχρονική ερμηνεία των αντίστοιχων διατάξεων του Συντάγματος του 1975, κατ’ εξοχήν σύμφωνα με το πνεύμα τους και τον σκοπό τους.

Α. Αν πρέπει να μείνει κανείς περισσότερο σε ορισμένα σημεία της κατά τα ως άνω φιλοσοφικονομικής θεώρησης του Κωνσταντίνου Τσάτσου πιστεύω πως πρόκειται πρωτίστως για εκείνα που αφορούν τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, πάντοτε υπό το φως των επιταγών του Κράτους Δικαίου. Και τούτο διότι τα σημεία αυτά καταδεικνύουν, και δη με έμφαση, την ουσία αλλά και την ποιότητα του γνησίως φιλελεύθερου στοχασμού του. Ενός στοχασμού που περιστρέφεται αενάως γύρω από τον Άνθρωπο, ο οποίος διά των δικαιωμάτων του είναι σε θέση να υπερασπίζεται την αξία του και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Με την αναγκαία, βεβαίως, διευκρίνιση ότι κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο η Ελευθερία και η ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι απόλυτη, δεδομένου ότι το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει, και ορθώς, τους περιορισμούς εκείνους οι οποίοι είναι πρόσφοροι για να αποτρέπουν κατά περίπτωση τον φορέα των δικαιωμάτων τούτων από την καταχρηστική άσκησή τους. Και αν, επίσης, πρέπει να επισημανθεί κάτι περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση είναι, ίσως, η συμβολή του Κωνσταντίνου Τσάτσου στην υιοθέτηση του όρου «αξία» του Ανθρώπου στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο έτσι καθιερώνει μια γενική ρήτρα ανθρωπιστικού περιεχομένου. Ρήτρα η οποία φωτίζει ερμηνευτικώς και κάθε άλλη σχετική συνταγματική διάταξη, στο μέτρο που προσδίδει στο Σύνταγμα γενικότερα, καίρια, ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά. Ας σημειωθεί ότι ο όρος «αξία» στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος έχει τόσο μεγαλύτερη ερμηνευτική σημασία εν προκειμένω, όσο η έννοια της «αξίας» είναι προδήλως ευρύτερη της έννοιας της «αξιοπρέπειας» -την οποία έχουν υιοθετήσει πολλά άλλα Συντάγματα διεθνώς– ακριβώς επειδή διασφαλίζει την προστασία του Ανθρώπου από την κυοφορία του έως τον θάνατό του. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η προσφυγή στον όρο «αξία» του Ανθρώπου από τους συντάκτες του Συντάγματος του 1975 οφείλεται και σε πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Και τούτο όχι μόνο διότι ο όρος αυτός ανταποκρίνεται στην φιλοσοφικονομική θεώρηση του Κωνσταντίνου Τσάτσου ιδίως ως προς τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου. Αλλά και, επιπροσθέτως, διότι αυτό προκύπτει με τεκμηριωμένο τρόπο από τον σχετικό διάλογο μεταξύ του Κωνσταντίνου Τσάτσου και του Γεωργίου Αλεξάνδρου Μαγκάκη κατά την συνεδρίαση της Β΄-προπαρασκευαστικής- Υποεπιτροπής για την σύνταξη του κειμένου του Συντάγματος του 1975, την 29η Ιανουαρίου 1975 (βλ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών επί των συζητήσεων του Συντάγματος του 1975, συνεδρίαση της Β΄ Υποεπιτροπής της 29ης Ιανουαρίου 1975, σελ. 418).

Β. Ένα δεύτερο –και εν πολλοίς συναφές προς το πρώτο- σημείο του Συντάγματος του 1975, στο οποίο φαίνεται να «πλανάται» ευκρινώς το πνεύμα του Κωνσταντίνου Τσάτσου, είναι εκείνο που σχετίζεται με την συνταγματική κατοχύρωση του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου διά της άσκησης των Κοινωνικών Δικαιωμάτων, ως δικαιωμάτων τα οποία διασφαλίζουν στον φορέα τους, εκτός από την εν γένει αμυντική προστασία του, και την δυνατότητα να απαιτήσει από τα αρμόδια κρατικά όργανα την κατά περίπτωση νομοθετημένη κοινωνική παροχή, ιδίως εφόσον αυτή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγώγιμης αξίωσης. Τα όσα προεκτέθηκαν ως προς τον φιλοσοφικονομικό στοχασμό του Κωνσταντίνου Τσάτσου αναφορικά με την «διανομή των αγαθών» μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου, και δη υπό όρους αναλογικής ισότητας και επέκεινα Διανεμητικής Δικαιοσύνης, μαρτυρούν αψευδώς. Πέραν όμως της αμιγώς νομικής του σημασίας ο στοχασμός αυτός του Κωνσταντίνου Τσάτσου αποσαφηνίζει και το νόημα του, βεβαίως ιδιόμορφου κατά τα προεκτεθέντα, φιλελευθερισμού του. Συγκεκριμένα, πρόκειται για έναν φιλελευθερισμό ο οποίος σηματοδοτείται από ένα διπλό πρόσημο, το δημοκρατικό και το κοινωνικό. Διπλό πρόσημο, το οποίο μάλλον έλκει την καταγωγή του από τις οιονεί «αρχέγονες» πολιτικές καταβολές του Κωνσταντίνου Τσάτσου, για τις οποίες έχουν γραφεί πολλά. Αρκεί, λοιπόν, να επισημανθεί εδώ ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ως συνεπής φιλελεύθερος κατά τα ιδεολογικά του πιστεύω, ουδέποτε συμβιβάσθηκε με τις απόψεις ενός στείρου και ακραίου φιλελευθερισμού, υπό την καλύπτρα του ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού, απομονωμένου στην αντίληψη ότι το Κράτος εγγυάται μεν το Κράτος Δικαίου και την Αρχή της Νομιμότητας, ουδόλως όμως παρεμβαίνει για να συμβάλει ενεργώς στην διαμόρφωση του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι, και ιδίως στην κοινωνική στήριξη των ασθενέστερων μελών του κοινωνικού συνόλου. Με άλλες λέξεις ουδέποτε συμβιβάσθηκε με εκείνο, το οποίο στις μέρες μας αναδύεται, προκλητικώς και υπό τον μανδύα τόσο της περιθωριοποίησης του Ανθρώπου όσο και της γιγάντωσης των ανισοτήτων, με τα στοιχεία ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού που, δυστυχώς, αντί να στοχοποιείται ενεργώς και να αποδυναμώνεται κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος διεθνώς. Και ως προς αυτή την διάστασή της η σκέψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου είναι πάντα επίκαιρη για την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων εκείνων του Συντάγματος του 1975, οι οποίες εγγυώνται τα Κοινωνικά Δικαιώματα και προδιαγράφουν την φύση της έκτασης και των ορίων του κρατικού παρεμβατισμού. Διότι το Σύνταγμα του 1975, ιδίως μετά και την αναθεώρηση του 2001, διακρίνεται για τα ανθρωπιστικά-κοινωνικά του χαρακτηριστικά και για τον αντίστοιχο προσανατολισμό του καθιερούμενου από αυτό κρατικού παρεμβατισμού με στόχο την δόμηση ενός πραγματικού Κοινωνικού Κράτους Δικαίου. Σε βαθμό μάλιστα ώστε στην Χώρα μας –και οπωσδήποτε εφόσον εκτός από την Νομοθετική Εξουσία και την Εκτελεστική Εξουσία αρθεί στο ύψος των περιστάσεων ιδίως η Δικαστική Εξουσία-να είναι εκτός από ευκταία και εφικτή, εν πάση περιπτώσει, η αποτροπή του διαβρωτικού κινδύνου εκ νέου ανάπτυξης φαινομένων ακραίου νεοφιλελευθερισμού.»

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα18 λεπτά πριν

Τετραπλή συμμαχία! Συνεργασία Κύπρου, Γαλλίας, Ελλάδας και Ιταλίας στην Άμυνα

Οι Διευθυντές Αμυντικής Πολιτικής των τεσσάρων χωρών συναντήθηκαν τη Δευτέρα στη Λάρνακα. Σε κοινή δήλωση, ανέφεραν ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ22 λεπτά πριν

Reuters: US and Russia hold peace talks in Abu Dhabi as missiles pound Kyiv

U.S. and Ukrainian officials are trying to narrow the gaps between them over a peace plan, with core issues still...

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

Έργο στρατηγικής σημασίας! Προχωρά ο «Σιδηρόδρομος της Ειρήνης» παρά τις τουρκογαλλικές πιέσεις – Στο βάθος IMEC

Το φιλόδοξο σχέδιο σιδηροδρομικής σύνδεσης Ισραήλ–Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, γνωστό ως “Railway of Peace”, όχι μόνο δεν έχει παγώσει λόγω του...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Σταύρος Λυγερός στον 98,4: Αδιέξοδη κατάληξη στην Ουκρανία

Μια ψύχραιμη αλλά ιδιαίτερα δυσοίωνη αποτίμηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις συνέπειες που ήδη αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο συσχετισμό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

International Institute of Strategy: Τί σημαίνει ο χαρακτηρισμός της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τον Τραμπ;

Η Ουάσινγκτον εγκαταλείπει οριστικά την αντίληψη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ενιαίου οργανισμού και υιοθετεί ένα πιο σύνθετο, αλλά και πιο...

Δημοφιλή