Ακολουθήστε μας

Δημοκρατία

Τα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας

Εικοσιδύο προβλήματα και δυσλειτουργίες της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Δημήτριος Καμπισιούλης

Στην εποχή μας η χώρα αντιμετωπίζει διάφορα δυσεπίλυτα ζητήματα τα οποία προσπαθεί να λύσει θεσμικά και με τους υπεύθυνους φορείς και τις εξουσίες σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας. Η σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία δίνει πολλά εργαλεία για την αντιμετώπισή τους, ωστόσο φαίνεται αδύναμη να το πράξει στον βαθμό που αναμένουν οι πολίτες, κατόπιν τούτου φαίνεται να υπάρχει μία ανεπάρκεια, όχι στο πολίτευμα αυτό καθ’ αυτό, αλλά στην εφαρμογή του.

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί προϊόν σκέψης μερικών εβδομάδων, η ιδέα μου ήρθε μετά τα συλλαλητήρια για τα Τέμπη. Η προσπάθειά μου να τα εντοπίσω και να τα καταγράψω κατέληξε σε εικοσιδύο (22) προβλήματα και δυσλειτουργίες της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η ενημέρωση των αναγνωστών, ώστε να έχουν όλοι τους ίδιους ανοιχτούς ορίζοντες και να καταλαβαίνουν τα τεκταινόμενα. Διότι όσα περισσότερα καταλαβαίνει κανείς, τόσο μετουσιώνεται σε «Αριστοτελικό» πολίτη και μπορεί και αυτός να συμβάλει στην πρόοδο και στο καλό του τόπου.

Εκτιμώ πως για να προχωρήσει η χώρα μπροστά είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστούν τα εν λόγω προβλήματα, από τα οποία ορισμένα είναι θεσμικά, καθώς απορρέουν από το Σύνταγμα, άλλα σχετίζονται με την εκλογική διαδικασία καθώς και τη σχέση κράτους – πολίτη, ενώ για αρκετά φέρουν ευθύνη τόσο οι πολιτικοί, όσο και οι ίδιοι οι πολίτες.

Μη συμμετοχή πολιτών στις Αποφάσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 53 του Συντάγματος οι πολίτες συμμετέχουν στη δημοκρατική διαδικασία για την εκλογή των βουλευτών κάθε τέσσερα (4) χρόνια. Τούτο έρχεται σε αντίθεση από τα αναγραφόμενα στο άρθρο 1 αυτού, ότι θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία και ότι όλες o εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους. Η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία κάθε 4 χρόνια καταδεικνύει σαφώς ότι οι πολίτες δεν συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων που τους αφορούν, αλλά αυτή η συμμετοχή περιορίζεται μόνο σε μία ψήφο.

Μη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων

Σύμφωνα με το άρθρο 44 Παρ. 2 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας της Βουλής, για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, ενώ δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Βουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο. Παρότι το Σύνταγμα προβλέπει δημοψηφίσματα, έστω και με περιορισμούς, στην πράξη έχουν διεξαχθεί ελάχιστα, συνεπώς η πολιτεία φαίνεται πως δεν λαμβάνει υπόψη τη βούληση του λαού.

Περιορισμένη διάκριση εξουσιών

Στο άρθρο 26 του Συντάγματος προβλέπονται οι τρεις (3) διακριτές μεταξύ τους εξουσίες, η εκτελεστική, η νομοθετική και η δικαστική. Ωστόσο, στην πραγματικότητα αυτές δεν είναι απολύτως διακριτές, διότι η νομοθετική εξουσία (η βουλή) πειθαρχεί στην εκτελεστική (η κυβέρνηση) μέσω της πλειοψηφίας που έχει το κυβερνών κόμμα στη βουλή, ενώ η δικαστική εξουσία επίσης δεν δύναται να είναι απολύτως ανεξάρτητη διότι τα μέλη της ορίζονται από την εκτελεστική εξουσία.

Περιορισμένες εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας

Το Σύνταγμα του 1975, εξόπλιζε τον ΠτΔ με σημαντικές αρμοδιότητες, που τον καθιστούσαν ισχυρό πόλο της εκτελεστικής εξουσίας και κατ’ επέκταση σημαντικό παράγοντα της λειτουργίας του πολιτεύματος. Με την αναθεώρηση του 1986 αυτές περιορίστηκαν σημαντικά και σήμερα στα άρθρα 30 έως 50 περιγράφονται τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές του οι οποίες είναι διαδικαστικές. Κατόπιν τούτου, ο εκάστοτε ΠτΔ δεν έχει ουσιαστικό ρόλο και υπάρχει για να υπογράφει νόμους, και διατάγματα, να διορίζει τυπικά την κυβέρνηση και τους δημοσίους υπαλλήλους και να λαμβάνει μέρος σε εκδηλώσεις. Χαρακτηριστικά στο άρθρο 50 αναγράφεται το εξής: «O Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά τα Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι μ’ αυτό». Επιπλέον, ο ΠτΔ στην πράξη προτείνεται από το κυβερνόν κόμμα και προσωπικά από τον πρωθυπουργό. Κατόπιν των παραπάνω εγείρονται τα ερωτήματα πως ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος (άρθρο 30, παρ. 1), ενώ δεν έχει την ανάλογη πολιτική και εκτελεστική ισχύ ενώ έχει «δεσμεύσεις» έναντι του πρωθυπουργού, ο οποίος και είναι πολιτικά ισχυρότερος και είναι αυτός και τον πρότεινε;

Απόλυτη εξουσία πρωθυπουργού

Αντίθετα με τον ΠτΔ στον πρωθυπουργό έχουν δοθεί υπερεξουσίες. Αυτός έχει την εξουσία κατά την κρίση του να διορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο (Υπουργοί), καθώς και τους Υφυπουργούς. Οι παραπάνω δεν έχουν τεθεί στην κρίση του λαού κατά την προεκλογική περίοδο, συνεπώς όταν ο λαός δεν συμφωνεί με τον διορισμό κάποιων από αυτών, είτε μετεκλογικά είτε σε έναν ανασχηματισμό, δεν υπάρχει η δυνατότητα να εκφραστεί αυτή η διαφωνία.

Κομματική πειθαρχία

Στο άρθρο 60 του Συντάγματος αναγράφεται ότι «οι βουλευτές έχουν απεριόριστo το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση». Ωστόσο στην πράξη αυτό πολύ σπάνια τηρείται, καθώς οι βουλευτές έχουν στις περισσότερες των περιπτώσεων, ίδια γνώμη με το κόμμα τους και ψηφίζουν αυτά που η εκτελεστική εξουσία (η κυβέρνηση) νομοθετεί. Είναι η λεγόμενη «κομματική πειθαρχία». Με την πρακτική όμως αυτή καταλύεται η ελεύθερή συνείδησή τους, ενώ στην πράξη δεν είναι εκπρόσωποι του λαού, παρά μόνο του κόμματος.

Ακαταλληλότητα στελεχών της κυβέρνησης

Ο διορισμός των Υπουργών και οι συχνοί ανασχηματισμοί των κυβερνήσεων είναι ακόμα μία παράδοξη και ακατανόητη συνήθεια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Πολιτικοί αλλάζουν τα υπουργεία σε συχνά διαστήματα, τοποθετείται κάποιος στο υγείας, μετά στο άμυνας, μετά στο οικονομίας, μετά στο ναυτιλίας, μετά σε άλλο Υπουργείο. Στα διάφορα επαγγέλματα του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, προβλέπονται εκπαιδεύσεις, μετεκπαιδεύσεις, αξιολογήσεις, ενώ ο παράγοντας εμπειρία παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Οι πολιτικοί μεταπηδούν από το ένα Υπουργείο στο άλλο χωρίς να έχουν την απαραίτητη προϋπηρεσία, ανάλογες σπουδές και εμπειρίες και δημιουργείται το ερώτημα πως τα καταφέρνουν και πως τα γνωρίζουν όλα. Η πρακτική αυτή βέβαια σαφώς οδηγεί στην αναποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου.

Αποχή από τις εκλογές

Η αποχή από τις εκλογές είναι πολύ μεγάλη και πλησιάζει ορισμένες φορές το 50% του εκλογικού σώματος. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εκλεγμένοι βουλευτές και η κυβέρνηση δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο του λαού αλλά μόνο αυτών που ψηφίζουν. Συνεπώς δεν τηρείται κατά γράμμα το άρθρο 1 του Συντάγματος, καθώς οι εξουσίες πηγάζουν από μέρος και όχι από το σύνολο του λαού.

Χρήση εκλογικών νόμων

Η πλειοψηφία των βουλευτών σύμφωνα με τους εκάστοτε εκλογικούς νόμους που έχουν ψηφιστεί, οι οποίοι δεν διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους, εξάγεται από ένα μέρος αυτών που ψήφισαν, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα αποτελούν μία μικρή μειοψηφία του συνόλου του λαού. Για παράδειγμα, αν σε μία εκλογική αναμέτρηση μετέχει το 60% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων και με το 30% αυτών ένα κόμμα σχηματίσει βουλευτική πλειοψηφία, τότε ουσιαστικά σχηματίζεται κυβέρνηση που την υποστήριξε το 18% των πολιτών. Σαφώς στην περίπτωση αυτή η εξουσία δεν πηγάζει από το σύνολο του λαού αλλά από ένα μέρος και μάλιστα μικρό μειοψηφικό μέρος αυτού.

Δεν γνωρίζουν οι πολίτες τα προγράμματα των κομμάτων

Οι πολίτες πριν ψηφίσουν έχουν ελάχιστη έως μηδενική γνώση των προγραμμάτων των κομμάτων, καθώς δεν ενημερώνονται επαρκώς, με δική τους ευθύνη αλλά και με ευθύνη των κομμάτων. Αντί της γνώσης των προγραμματικών εξαγγελιών των κομμάτων, ψηφίζουν με άλλα κριτήρια, όπως τα πλάγια μέσα, η συνήθεια, το ενδιαφέρον να μην εκλεγεί ο αντίπαλος κ.λπ. Κατόπιν των παραπάνω, στην πραγματικότητα οι εκλεγμένοι βουλευτές του λαού, δεν είναι αντιπρόσωποί του για την εφαρμογή μίας συγκεκριμένης πολιτικής που ήταν εκ των προτέρων γνωστή και εγκρίθηκε από αυτόν, αλλά είναι αντιπρόσωποι των κομμάτων που προτάθηκαν για εκλογή.

Αναντιστοιχία προεκλογικών εξαγγελιών και μετεκλογικών πράξεων

Για να κερδίσουν τη λαϊκή ψήφο, τα κόμματα προβαίνουν σε βαρύγδουπες και εντυπωσιακές ορισμένες φορές εξαγγελίες και υπόσχονται μετεκλογικές ενέργειες. Τις δεσμεύσεις αυτές όμως κατά κόρον δεν τηρούν μετεκλογικά. Η πρακτική αυτή σαφώς υποσκάπτει τη δημοκρατική λειτουργία, καθώς τα κόμματα ουσιαστικά υφαρπάζουν την ψήφο με ψεύτικες υποσχέσεις. Η καταπολέμηση αυτού του φαινομένου είναι αδύνατη καθώς δεν υπάρχει μηχανισμός ελέγχου, επειδή η ελέγχων (η βουλή) και η ο ελεγχόμενος (η κυβέρνηση) είναι ο ίδιος.

Χρήση προπαγάνδας και φόβου

Έχει παρατηρηθεί σε προεκλογικές περιόδους, οι πολιτικοί να χρησιμοποιούν τα εργαλεία της προπαγάνδας και του φόβου, ώστε να επηρεάζουν τους ψηφοφόρους με τέτοια διλήμματα. Για παράδειγμα, αν δεν ψηφιστεί το τάδε κόμμα, τότε η χώρα θα βγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα γυρίσει στη δραχμή, θα χρεωκοπήσει, θα έχει προβλήματα με τους γείτονες κ.λπ. Τις περισσότερες φορές βέβαια τα διλήμματα είναι κίβδηλα και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κατόπιν τούτου, οι ψηφοφόροι δεν προσέρχονται στις κάλπες ανεπηρέαστοι, αλλά με ένα καθεστώς φόβου και ανησυχίας. Τον μεγαλύτερο ρόλο σε αυτό το καθεστώς επηρεασμού της κοινής γνώμης παίζουν τα ΜΜΕ.

Άνισες δυνατότητες εκλογής

Για την εκλογή κάποιου βουλευτή κατά τη διεξαγωγή των εκλογών, οι δυνατότητες δεν είναι ίδιες για όλους, καθώς απαιτείται οικονομικό κεφάλαιο για διαφημίσεις και ενημέρωση με σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης. Επιπλέον, είναι σύνηθες το φαινόμενο, τα κόμματα να επηρεάζουν τους ψηφοφόρους, προβάλλοντας υπέρμετρα τους υποψηφίους που αυτά επιθυμούν να εκλεγούν, πολλές φορές σε βάρος άλλων ικανότερων υποψηφίων.

Χρήση ψεύτικης και ξύλινης γλώσσας

Στην πολιτική, εκούσια χρησιμοποιούνται γενικόλογες εκφράσεις και μεγαλοστομίες, δεν αναλαμβάνονται ειδικές δεσμεύσεις και χρησιμοποιείται τέτοιος αφηρημένος και ξύλινος λόγος ώστε οι πολιτικοί να είναι σε κάθε περίπτωση καλυμμένοι και κερδισμένοι και να μην εκτίθενται.

Επιλογή του λιγότερου κακού κόμματος

Η πλειοψηφία των πολιτών δεν είναι ευχαριστημένη από τα κόμματα, ιδιαιτέρως αυτά που έχουν κυβερνήσει. Ωστόσο συνεχίζει να τα ψηφίζει, καθώς υποστηρίζει ότι είναι καλύτερα από τα αντίπαλα κόμματα εξουσίας. Για παράδειγμα, ψηφίζει ο πολίτης το κόμμα Α, όχι γιατί είναι ευχαριστημένος, αλλά γιατί κρίνει ότι είναι καλύτερο από το αντίπαλο κόμμα εξουσίας Β. Τα δε υπόλοιπα κόμματα Γ, Δ, Ε κ.λπ. δεν τα υποστηρίζει διότι αυτά δεν έχουν πιθανότητες ανάληψης εξουσίας, αλλά και για να μην κερδίσει το Β. Με την πρακτική αυτή όμως συμβαίνει μία διαρκής ανακύκλωση των κομμάτων εξουσίας, κυριαρχεί συνήθως ο δικομματισμός και ένας αυτοεγκλωβισμός των ψηφοφόρων στις ίδιες επιλογές.

Δημογραφικό πρόβλημα

Το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα ναρκοθετεί την ομαλή λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, καθώς οι πολλοί ηλικιωμένοι καθορίζουν το μέλλον των λίγων νεότερων ανθρώπων και γενεών, οι οποίοι μάλιστα, εκτός από τον μειοψηφικό τους αριθμό, συνηθίζουν να απέχουν από την εκλογική διαδικασία. Η πορεία της χώρας υπονομεύεται διότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δεν ενδιαφέρονται για τους δημιουργικούς τομείς της οικονομίας, τις επενδύσεις, τις καινοτόμες ιδέες, την ανάπτυξη και την πρόοδο, αλλά κυρίως για την κοινωνική ασφάλεια, τη συνταξιοδοτική πολιτική και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Επιπλέον, οι πλειοψηφία, την οποία πλέον συγκροτούν οι ηλικιωμένοι, λόγω του βιολογικού παράγοντα, ελάχιστη προσοχή δείχνει στη δημογραφική πολιτική και την παροχή κινήτρων στον πληθυσμό για τεκνογονία με συνέπεια το δημογραφικό πρόβλημα να επιδεινώνεται ακόμα περαιτέρω.

Έλλειψη «Αριστοτελικών» πολιτών

Η έλλειψη παιδείας και μόρφωσης που παρατηρείται στον ελληνικό πληθυσμό, επηρεάζει την κρίση και την απόφαση κάθε πολίτη και το κριτήριο επιλογής του δεν είναι το καλό και η πρόοδος της χώρας με σοβαρά και αντικειμενικά κριτήρια, αλλά άλλοι παράγοντες όπως για παράδειγμα η συνήθεια και το «ρουσφέτι». Πως είναι δυνατόν να έχει σοβαρή κρίση, για παράδειγμα, άνθρωπος που δεν γνωρίζει τι είναι ο Μακεδονικός Αγώνας, ή ακόμα χειρότερα τι έγινε την 28 Οκτ 1940; Ή ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει με ποιες χώρες συνορεύει η Ελλάδα και που βρίσκεται η Ορεστιάδα; Η έλλειψη «Αριστοτελικών» πολιτών αποτελεί ένα από τα κύρια προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας.

Συνδιαλλαγή και χρήση πλάγιων μέσων

Το «ρουσφέτι» και η συνδιαλλαγή μεταξύ των πολιτικών και των ψηφοφόρων αποτελεί μία παλιά ελληνική πρακτική. Με βάση αυτήν, ο πολιτικός υπόσχεται και αρκετές φορές πράττει «θελήματα» του ψηφοφόρου (διορισμός, απόσπαση, μετάθεση, μεσολάβηση για οικονομική ατασθαλία κ.λπ.) με αντάλλαγμα την ψήφο. Με την πρακτική αυτή όμως υπονομεύεται όχι μόνο η λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά και η πρόοδος και πορεία της χώρας, καθώς οι πολίτες δεν ψηφίζουν με γνώμονα το καλό της, αλλά με γνώμονα το προσωπικό καλό και τη βόλεψη, τις περισσότερες φορές σε βάρος άλλων ικανότερων πολιτών.

Ατιμωρησία, έλλειψη ελέγχου και ευθύνης του κράτους

Το σύστημα στη σημερινή κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει οργανωθεί και στηθεί με τέτοιο τρόπο, με την εφαρμογή του άρθρου 86 του Συντάγματος που δίνει ασυλία σε υπουργούς και βουλευτές, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα ελέγχου και απόδοσης ευθύνης στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Αυτό είναι πολύ φυσικό διότι ο ελέγχων και ο ελεγχόμενος είναι τα ίδια πρόσωπα. Διορίζεται για παράδειγμα ένας Υπουργός στο Υπουργείο οικογένειας και κοινωνικής συνοχής. Σε μία εποχή έντονης δημογραφικής κατάρρευσης, οι γεννήσεις αντί να αυξηθούν, επί υπουργίας του μειώνονται. Ποιος τον ελέγχει και σε ποιον λογοδοτεί; Σε κανέναν.

Εξάρτηση από οικονομικά συμφέροντα και ΜΜΕ

Σήμερα τον σπουδαιότερο ρόλο στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των κρατών παίζει το χρήμα και τα οικονομικά συμφέροντα. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να μην είναι επιρρεπής σε αυτό, στο παρελθόν πολλές περιπτώσεις και δημοσιεύματα εμφανίστηκαν για στενές σχέσεις αλλά και διαφορές μεταξύ μελών των κυβερνήσεων και επιχειρηματικών συμφερόντων. Επίσης μεγάλο ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ, τα οποία σε πλείστες περιπτώσεις αναλαμβάνουν τον ρόλο του συνηγόρου των κυβερνήσεων και χρησιμοποιούνται ως μέσα προπαγάνδας και ψυχολογικής επιρροής των πολιτών.

Ασυνέχεια του κράτους

Οι κυβερνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη στην εξουσία και βλέπουν μπροστά τους τέσσερα (4) χρόνια και όχι παραπάνω, ενώ αυτός ο χρονικός περιορισμός, αλλά και οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους, τις εμποδίζει να εκπονήσουν εθνική στρατηγική βάθους χρόνων σε σοβαρά θέματα όπως το δημογραφικό, η οικονομία και η άμυνα. Με την πρακτική αυτή, μία κυβέρνηση μπορεί να επιλέξει μία λύση και να ξεκινήσει να την υλοποιεί, αλλά η επόμενη να την ξηλώσει με τρόπο που ικανοποιεί την ιδεολογία και το ακροατήριό της και όχι τις πραγματικές ανάγκες της χώρας.

Απογοήτευση των πολιτών

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι ότι δεν δίνει ελπίδα και προοπτική. Στους πολίτες υπάρχει διάχυτη και κυρίαρχη η άποψη ότι οι πολιτικοί βρίσκονται απέναντί τους, ότι όλοι είναι ίδιοι και τίποτε δεν θα αλλάξει προς το καλύτερο, όποιος και να κυβερνήσει. Βέβαια, αυτό είναι παράδοξο, διότι οι ίδιοι οι πολίτες επέλεξαν στους πολιτικούς και τα κόμματα, ωστόσο, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα στα Τέμπη και τις μεγάλες συγκεντρώσεις υπάρχει διάχυτη απογοήτευση και μία αποστασιοποίηση από το πολιτικό σύστημα. Παρατηρείται μια μεγάλη κοινωνική αντιπολίτευση που αποζητά μία αλλαγή στην πολιτική ζωή της χώρας, που αποζητά δικαιοσύνη και παύση της ατιμωρησίας.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Υβριδική Δημοκρατία στα όρια της Δικτατορίας της Ύβρης

Η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται μόνο από εξωτερικούς εχθρούς. Απειλείται και όταν, στο όνομα της προστασίας της, περιορίζει τις ίδιες τις ελευθερίες που οφείλει να εγγυάται. Άρθρο του Αλέξιου Παναγόπουλου.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr. Dr.Habil.).
Η δημοκρατία δεν καταλύεται πάντοτε με πραξικοπήματα, στρατιωτικούς νόμους ή την κατάργηση των εκλογών. Στον 21ο αιώνα είναι δυνατόν να αλλοιωθεί σταδιακά, μέσα από σύνθετες θεσμικές διαδικασίες, έκτακτες νομοθετικές πρακτικές και τεχνολογικά συστήματα επιτήρησης. Έτσι αναδύεται αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «υβριδική δημοκρατία»: ένα πολίτευμα που διατηρεί την εξωτερική μορφή της δημοκρατίας, ενώ περιορίζει σταδιακά τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες. Σχετικά μας έχουν υποψιάσει Έλληνες νομικοί και συνταγματολόγοι καθηγητές όπως τον Γεώργιο Κασιμάτη.
Οι συζητήσεις που προκάλεσε η διαδικασία λήψης απόφασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 9 Ιουλίου 2026 σχετικά με το λεγόμενο Chat Control ανέδειξαν έναν βαθύτερο ηθικό και νομικό προβληματισμό. Ανεξάρτητα από τη θέση που λαμβάνει κανείς επί της ουσίας του μέτρου, πολλοί επικριτές υποστηρίζουν ότι η διαδικασία δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης, καθώς η πρόταση προχώρησε παρότι οι περισσότεροι ευρωβουλευτές ψήφισαν κατά από όσους ψήφισαν υπέρ, λόγω των ειδικών διαδικαστικών κανόνων που εφαρμόστηκαν. Κι όμως οι κατώτεροι και ανώτεροι υπάλληλοι των Βρυξελλών αποφασίζουν για μας, δίχως εμάς.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο η ψηφιακή ασφάλεια ούτε αποκλειστικά η καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Είναι κυρίως η ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και συνταγματικής ελευθερίας. Όταν η προστασία της κοινωνίας χρησιμοποιείται ως λόγος για τη διεύρυνση της κρατικής ή ιδιωτικής επιτήρησης, η δημοκρατία εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη θεσμική περιοχή μείωσης και υποβάθμισης.
Η προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Η εμπιστευτικότητα μεταξύ πολίτη και δικηγόρου, του ιατρού, του δημοσιογράφου ή ακόμα και του εξομολόγου – πνευματικού δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά συνταγματική εγγύηση προστασίας από καταβολής κόσμου. Κάθε παρέμβαση σε αυτόν τον ηθικό πυρήνα οφείλει να βασίζεται στην αρχή της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και του δικαστικού ελέγχου. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα όπου βρίσκεται σε ισχύ το Προοίμιο του Ελληνικού Συντάγματος καθώς και το άρθρο 3., το οποίο θεμελιώνει, κατοχυρώνει και δεσμεύει το κράτος με την εκκλησία, ως προς την ουσία και το περιεχόμενο. Κι ας σφυρίζουν αδιάφορα οι προτεσταντίζοντες νομικοί και μοντερνίζοντες με δυτικόπληκτα και φράγκικα υλικά διανοούμενοι που ξεπερνούν το όρια της σύγχρονης ύβρης.
Η ιστορία διδάσκει ότι κάθε μορφή εξουσίας που αποκτά δυνατότητες μαζικής παρακολούθησης δύσκολα περιορίζεται αργότερα. Σήμερα η Ωκεανία Όργουελ είναι δίπλα μας, μέσα μας. Οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, οι αλγόριθμοι και η ανάλυση μεγάλων δεδομένων δημιουργούν πρωτόγνωρες δυνατότητες ελέγχου της κοινωνικής συμπεριφοράς που ξεπερνούν τα θεσμικά και ηθικά όρια.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει σήμερα αυτή τη δύναμη, αλλά ποιος ενδέχεται να την αποκτήσει αύριο. Το αύριο που πλέον καθίσταται ολοένα και αμαυρισμένο στις συνταγματικές ελευθερίες και προετοιμάζει τον νέο τύπο Ρομποκόπ. Στην αρχαία ελληνική πολιτική φιλοσοφία, η Ύβρις δεν ήταν απλώς η αλαζονεία. Ήταν η υπέρβαση των φυσικών και ηθικών ορίων της κοσμικής εξουσίας. Όταν η πολιτική εξουσία θεωρεί ότι μπορεί να γνωρίζει, να παρακολουθεί και να ελέγχει κάθε πτυχή της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, τότε η δημοκρατία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια μορφή ψηφιακού δεσποτισμού. Ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και ηλεκτρονικής σκλαβιάς και δουλείας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε πάνω στις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Η διατήρηση αυτών των θεσμικών αρχών απαιτεί τον συνεχή θεσμικό έλεγχο, τη διαφάνεια και τόν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο. Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι να μετατρέπει τον πολίτη σε αντικείμενο διαρκούς επιτήρησης.
Η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται μόνο από εξωτερικούς εχθρούς. Απειλείται και όταν, στο όνομα της προστασίας της, περιορίζει τις ίδιες τις ελευθερίες που οφείλει να εγγυάται. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η υβριδική δημοκρατία: ένα σύστημα που διατηρεί τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με λογικές ελέγχου, επιτήρησης και συγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια μιας αόρατης Ελίτ.
Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας. Είναι να αποδείξουμε ότι μια πραγματική δημοκρατία οφείλει να επιστρέψει στη αρχαιοελληνική άμεση δημοκρατία, ώστε να μπορεί να προστατεύει αποτελεσματικά και τα δύο, χωρίς να διολισθαίνει στα σύγχρονα όρια μιας διεθνικής ή παγκόσμιας λεγόμενης ηλεκτρονικής «Δικτατορίας της Ύβρης», γιατί τότε θα λειτουργήσουν οι θεϊκοί νόμοι ως πάντοτε η παγκόσμια ιστορία μας θυμίζει.
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Δεν φταίνε οι πολίτες – Φταίει το πολιτικό σύστημα

Ο Σταύρος Καλεντερίδης αναλύει γιατί η φράση «έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν» είναι, κατά την άποψή του, ένας βολικός μύθος του πολιτικού συστήματος. Μιλά για εκλογικό νόμο, κόμματα, Δικαιοσύνη, Παιδεία, περιφέρεια, κοινωνία των πολιτών και εξηγεί γιατί θεωρεί ότι η κρίση της Ελλάδας είναι πρωτίστως πολιτειακή.

Δημοσιεύτηκε

στις

Σε μια αιχμηρή πολιτική ανάλυση, ο Σταύρος Καλεντερίδης αποδομεί τη γνωστή φράση «έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν», υποστηρίζοντας ότι η ευθύνη για τη σημερινή κρίση δεν βαραίνει πρωτίστως τους πολίτες, αλλά το ίδιο το πολιτικό σύστημα, το Σύνταγμα, τον εκλογικό νόμο και τους μηχανισμούς εξουσίας που κρατούν τον πολίτη μακριά από την πραγματική λήψη αποφάσεων.

Ο αναλυτής ξεκινά από μια βασική θέση: ευθύνη χωρίς εξουσία δεν υπάρχει. Όπως σημειώνει, όσο η ουσιαστική πολιτική δύναμη παραμένει στα χέρια κομματικών μηχανισμών, κυβερνητικών κέντρων, οικονομικών συμφερόντων και κλειστών κύκλων εξουσίας, δεν μπορεί να φορτώνεται συλλήβδην στον λαό η αποτυχία του πολιτικού προσωπικού.

Κατά τον Σταύρο Καλεντερίδη, οι πολίτες δεν επιλέγουν πραγματικά τους ανθρώπους που κυβερνούν. Τα ψηφοδέλτια, όπως τονίζει, καταρτίζονται από τα κόμματα, ενώ οι βουλευτές επικρατείας και οι έδρες που προκύπτουν από τον εκλογικό νόμο απομακρύνουν ακόμη περισσότερο την αντιπροσώπευση από την άμεση λαϊκή βούληση. Ιδιαίτερη κριτική ασκεί και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η λευκή ψήφος, αλλά και στις ψήφους κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα λειτουργεί υπέρ των ισχυρών κομματικών σχηματισμών.

Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς πολιτική ή ηθική κρίση, αλλά πολιτειακή κρίση. Ο Καλεντερίδης υποστηρίζει πως οι πολίτες δεν έχουν ουσιαστικά εργαλεία συμμετοχής: δεν υπάρχουν δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών, δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκλησης αξιωματούχων, δεν υπάρχει νομοθετική πρωτοβουλία από τη βάση, ούτε θεσμοί ουσιαστικής λογοδοσίας.

Σκληρή είναι και η κριτική του στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την οποία συνδέει με τις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι ανώτατες δικαστικές ηγεσίες επηρεάζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση, γεγονός που, κατά την άποψή του, υπονομεύει την ανεξαρτησία των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Αντίστοιχα, αναφέρεται στην Παιδεία, την οποία θεωρεί ελεγχόμενη από το πολιτικό σύστημα. Σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, τα κόμματα και οι κυβερνήσεις καθορίζουν το περιεχόμενο, την κατεύθυνση και τη νοοτροπία της εκπαίδευσης, ενώ τα πανεπιστήμια, αντί να λειτουργούν ως χώροι ελεύθερης παραγωγής εναλλακτικών προτάσεων, συχνά εντάσσονται στο ίδιο καθεστωτικό πλαίσιο.

Ένα ακόμη σημείο της ανάλυσης αφορά το υδροκέφαλο κράτος των Αθηνών και την περιφέρεια. Ο Καλεντερίδης υποστηρίζει ότι η ελληνική περιφέρεια παραμένει πολιτικά και οικονομικά εξαρτημένη, χωρίς ουσιαστική αυτονομία, ενώ οι τοπικοί εκπρόσωποι λειτουργούν κυρίως με βάση την κομματική γραμμή και όχι τις ανάγκες των κοινωνιών που εκπροσωπούν.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην κοινωνία των πολιτών, λέγοντας ότι αντί να αποτελεί αντίβαρο στην κομματική εξουσία, συχνά έχει πληγεί από πελατειακές πρακτικές, χρηματοδοτήσεις, ΜΚΟ και μηχανισμούς που αλλοιώνουν τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της κοινωνικής συμμετοχής.

Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι σαφές: ο Σταύρος Καλεντερίδης ζητά νέο, πραγματικά δημοκρατικό Σύνταγμα και πολίτευμα, με ενεργό ρόλο των Ελλήνων πολιτών. Όπως τονίζει, το ζητούμενο δεν είναι να αποδεχθεί ο λαός την ενοχή που του φορτώνει το σύστημα, αλλά να διεκδικήσει πραγματική δύναμη, συμμετοχή και πολιτειακή αλλαγή.

Με άλλα λόγια, η ανάλυσή του μεταφέρει τη συζήτηση από το «φταίνε οι πολίτες» στο «ποιος έχει πραγματικά την εξουσία». Και εκεί, κατά τον ίδιο, βρίσκεται η καρδιά του ελληνικού προβλήματος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Παυλόπουλος: «Το Σύνταγμα δεν είναι πεδίο εντυπώσεων – Θεσπίζεται για να εφαρμόζεται στο ακέραιο»

Με αιχμές για τον «συνταγματικό εντυπωσιασμό», αυστηρή κριτική στις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2019 και σαφείς προειδοποιήσεις για την αποδυνάμωση του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Προκόπης Παυλόπουλος παρενέβη στη συζήτηση για τη νέα συνταγματική αναθεώρηση, ξεκαθαρίζοντας ότι το Σύνταγμα «θεσπίζεται για να εφαρμόζεται στο ακέραιο και όχι για να υπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σαφές μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται η αναθεώρηση του Συντάγματος έστειλε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Προκόπης Παυλόπουλος, μιλώντας σε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Αντώνη Παπαγιαννίδη, στο πλαίσιο εκδήλωσης του «Κύκλου Ιδεών» με θέμα «Η Ελλάδα Μετά ΙΧ: Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας».

Ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα, ως «Θεμελιώδης Νόμος» της έννομης τάξης και λόγω του αυστηρού χαρακτήρα του, θεσπίζεται για να εφαρμόζεται στο ακέραιο. Κατά συνέπεια, η αναθεώρησή του δεν πρέπει να γίνεται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή εντυπωσιασμού, αλλά μόνο όταν συγκεκριμένες διατάξεις έχουν ξεπεραστεί από τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις ή έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς στην πράξη.

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν στην αποτίμηση προηγούμενων συνταγματικών αναθεωρήσεων. Όπως σημείωσε, ορισμένες από αυτές απέκτησαν σχεδόν προσχηματικό χαρακτήρα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2019.

Για την αναθεώρηση του 1986, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε ότι οδήγησε σε κανονιστική αποδυνάμωση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και στην εμπέδωση ενός έντονα πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Κατά την ανάλυσή του, ο Πρόεδρος, αν και μη εκτελεστικός, κατέληξε σε μεγάλο βαθμό «μη ενεργός», περιορισμένος σε διακοσμητικό και εθιμοτυπικό ρόλο.

Αναφερόμενος στην αναθεώρηση του 2019, στάθηκε στην κατάργηση της αυξημένης πλειοψηφίας για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία εξασφάλιζε σε σημαντικό βαθμό συναινετική επιλογή. Όπως επισήμανε, πλέον η εκλογή μπορεί να γίνει ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, γεγονός που δημιουργεί τον κίνδυνο μονοκομματικώς προτεινόμενων και εκλεγόμενων Προέδρων της Δημοκρατίας, υπονομεύοντας εξαρχής το θεσμικό και πολιτικό κύρος του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα.

Ο κ. Παυλόπουλος άσκησε επίσης κριτική στη λογική προσθήκης διατάξεων που, όπως είπε, δεν είναι πραγματικά αναγκαίες, διότι το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο επαρκεί. Έκανε λόγο για «συνταγματικό εντυπωσιασμό», προειδοποιώντας ότι και πρόσφατες προτάσεις αναθεώρησης φαίνεται να κινούνται εν μέρει προς αυτή την κατεύθυνση.

Ως πρώτο παράδειγμα ανέφερε την πρόταση ειδικής συνταγματικής διάταξης για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Κατά τον ίδιο, οι ήδη ισχύουσες διατάξεις, ιδίως εκείνες που αφορούν την προστασία της αξίας του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, επαρκούν για να καλύψουν τις σχετικές ανάγκες.

Δεύτερο παράδειγμα αποτέλεσε η πρόταση για ειδική συνταγματική ρύθμιση ως προς τη δημοκρατική οργάνωση και δράση των πολιτικών κομμάτων. Ο πρώην Πρόεδρος αναγνώρισε ότι ορισμένα κόμματα απέχουν από το να υπηρετούν πλήρως την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως προβλέπει το άρθρο 29 του Συντάγματος. Ωστόσο, εκτίμησε ότι δεν απαιτείται αναθεώρηση, αλλά ενδεχομένως ένας πιο σύγχρονος και αποτελεσματικός εκτελεστικός νόμος με τις αναγκαίες κυρώσεις.

Τρίτο παράδειγμα ήταν η πρόταση για προσθήκη διάταξης στο άρθρο 16 σχετικά με την προστασία, καλλιέργεια και διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Ο κ. Παυλόπουλος χαρακτήρισε αυτονόητη την υποχρέωση του κράτους απέναντι στη γλώσσα, αλλά διερωτήθηκε τι εμποδίζει σήμερα την κυβέρνηση να αναλάβει ολοκληρωμένη νομοθετική πρωτοβουλία χωρίς να απαιτείται ειδική συνταγματική διάταξη.

Μάλιστα, υπενθύμισε ότι μεγάλες γλωσσικές τομές, όπως η καθιέρωση της δημοτικής το 1976 και του μονοτονικού το 1982, έγιναν χωρίς ειδική συνταγματική πρόβλεψη. Παράλληλα, επισήμανε ότι η χρήση του όρου «μέριμνα» αντί του όρου «υποχρέωση» καθιστά την προτεινόμενη διάταξη γενικόλογη και κανονιστικά ασθενή.

Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης Παυλόπουλου ήταν σαφές: το Σύνταγμα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικών εντυπώσεων, ούτε σε χώρο γενικόλογων διακηρύξεων. Ως αυστηρός και κανονιστικά στιβαρός Θεμελιώδης Νόμος, πρέπει να περιέχει σαφείς, πλήρεις και εφαρμόσιμες ρυθμίσεις.

Όπως τόνισε, το Σύνταγμα βασίζεται στο κανονιστικώς δέον και δεν μπορεί να συμβιβάζεται με νομικά αδύναμες ή επικοινωνιακές διατυπώσεις.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO21 λεπτά πριν

Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου θα κρίνει την αποφασιστικότητα της Αθήνας – Προβληματισμός για τους Meteor στην Τουρκία

Την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου ως κρίσιμη δοκιμασία για την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αϋφαντής–Μαρτζούκος: Το καλώδιο, η Τουρκία και το μεγάλο ερώτημα της συμμαχικής συνδρομής

Ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής και ο αντιναύαρχος ε.α. και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ Βασίλειος Μαρτζούκος αναλύουν στο ΑΡΤ τις κρίσιμες...

Άμυνα2 ώρες πριν

Μπαλτζώης: «Αν δώσουν Meteor στην Τουρκία, θα αισθανθούμε προδομένοι»

Ο αντιστράτηγος ε.α. και πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ Γιάννης Μπαλτζώης παρεμβαίνει στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου και αναλύει τις...

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Συμπτώματα Παρακμής…

Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες...

Αναλύσεις15 ώρες πριν

Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν

Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να...

Δημοφιλή