Ακολουθήστε μας

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Η λεγόμενη «Ομοσπονδία των Τούρκων της Δυτικής Θράκης στην Ευρώπη» μιλά για τουρκική μειονότητα και καταγγέλλει τον ΟΗΕ

ΜΚΟ επιχειρεί να προωθήσει το αφήγημα της Άγκυρας περί «τουρκικής μειονότητας» στη Θράκη.

Δημοσιεύτηκε στις

Η λεγόμενη «Ομοσπονδία των Τούρκων της Δυτικής Θράκης στην Ευρώπη» επαναφέρει το τουρκικό αφήγημα περί εθνικής και όχι θρησκευτικής μειονότητας στη Θράκη και μέμφεται τον ΟΗΕ για παραποίηση των επιστολών της

Σε μία νέα γραπτή δήλωση που υιοθετεί πλήρως τη ρητορική της Τουρκίας όσον αφορά τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης προχώρησε η αυτοαποκαλούμενη «Ομοσπονδία Τούρκων της Δυτικής Θράκης στην Ευρώπη». Μία ΜΚΟ που επιχειρεί να προωθήσει το αφήγημα της Άγκυρας περί «τουρκικής μειονότητας» στη Θράκη.

Η δήλωση της «Ομοσπονδία Τούρκων της Δυτικής Θράκης στην Ευρώπη» έχει τίτλο «Παρεμπόδιση της ελευθερίας έκφρασης των ΜΚΟ και συνεχιζόμενη παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι της τουρκικής κοινότητας στη Δυτική Θράκη στην Ελλάδα» και ξεκινά με μομφή προς την γραμματεία του ΟΗΕ, καθώς υποστηρίζει ότι «το περιεχόμενο των γραπτών δηλώσεων που υπέβαλε η ABTTF, η οποία εκπροσωπεί την τουρκική κοινότητα της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, τροποποιήθηκε μετά την καταχώρισή του στο σύστημα. Μια αναδρομική εξέταση αποκάλυψε ότι όλες οι αναφορές στον όρο «Δυτική Θράκη» που χρησιμοποιήθηκαν στις γραπτές δηλώσεις που υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ κατά τη διάρκεια της 56ης, 57ης και 58ης συνόδου του, άλλαξαν σε «Θράκη»».

Η επιστολή υποστηρίζει ότι «όλες οι δηλώσεις που υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών ορίζουν ότι η γραπτή δήλωση που διανεμήθηκε σύμφωνα με την απόφαση 1996/31 του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου παραλήφθηκε από τον Γενικό Γραμματέα και δημοσιεύθηκε μόνο στη γλώσσα στην οποία υποβλήθηκε. Ωστόσο, η αντικατάσταση του όρου «Δυτική Θράκη», που είναι η ιστορική γεωγραφική ονομασία της περιοχής όπου κατοικεί η τουρκική κοινότητα της Δυτικής Θράκης, με τον όρο «Θράκη» στις γραπτές δηλώσεις που υπέβαλε η ABTTF συνιστά παρέμβαση στο περιεχόμενο μιας γραπτής δήλωσης που υπέβαλε μια ΜΚΟ και παραβίαση του ψηφίσματος 1996/31».

Και προσθέτει πως «στις 1 Απριλίου 2025, υποβάλαμε γραπτή καταγγελία στη Γραμματεία του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία. Καθώς δεν λάβαμε απάντηση, η ABTTF έστειλε επιπλέον ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Jürg Lauber, στις 29 Απριλίου 2025, κοινοποιώντας την αλληλογραφία που είχε υποβληθεί στη Γραμματεία την 1η Απριλίου 2025. Ζητήσαμε από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ να λάβει άμεσα μέτρα και να παράσχει εξηγήσεις στην ABTTF, δεδομένης της σκανδαλώδους φύσης της προαναφερθείσας κατάστασης. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει καμία απάντηση. Ως εκ τούτου, δηλώνουμε με την παρούσα ότι αναμένουμε ικανοποιητική εξήγηση από τον Πρόεδρο και τη Γραμματεία του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ σχετικά με το θέμα αυτό».

Όπως ισχυρίζεται η ΜΚΟ «σε αυτό το σημείο, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι η αντικατάσταση του όρου «Δυτική Θράκη» με τον όρο «Θράκη» στις γραπτές δηλώσεις που υπέβαλε η ABTTF αποτελεί παραβίαση της ελευθερίας έκφρασης της τουρκικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, την οποία εκπροσωπούμε, και μια προσπάθεια χειραγώγησης της φωνής των εθνικών μειονοτήτων ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ».

Την ίδια στιγμή κάνει λόγο κατά το τουρκικό αφήγμα για «τουρκική κοινότητα στη Δυτική Θράκη της Ελλάδας», η οποία «ζει στην περιοχή αυτή εδώ και αιώνες και αριθμεί περίπου 150.000 άτομα. Η τουρκική κοινότητα στη Δυτική Θράκη της Ελλάδας αποτελεί το 52% του πληθυσμού του νομού Ροδόπη και σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού του νομού Ξάνθης. Θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 παραχώρησε στην τουρκική κοινότητα της Δυτικής Θράκης της Ελλάδας το καθεστώς της «μειονότητας», εγγυώμενη την εκπαιδευτική και θρησκευτική της αυτονομία και τα δικαιώματά της. Σύμφωνα με το καθεστώς που έχει παραχωρηθεί στη μειονότητά μας, οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης έχουν ίσα δικαιώματα να ιδρύουν, να διαχειρίζονται και να ελέγχουν οποιαδήποτε φιλανθρωπική οργάνωση, θρησκευτικό και κοινωνικό ίδρυμα, σχολείο και άλλα εκπαιδευτικά και διδακτικά ιδρύματα με δικά τους έξοδα, καθώς και το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα και να ασκούν ελεύθερα τη θρησκεία τους».

Υποστηρίζει δε ότι «η κοινότητά μας έχει αναγνωριστεί από το κράτος ως η τουρκική μειονότητα στη Δυτική Θράκη της Ελλάδας. Το 1923, τα σχολεία μας ήταν γνωστά ως τουρκικά σχολεία και οι πινακίδες τους ήταν πάντα δίγλωσσες, στα τουρκικά και στα ελληνικά. Αυτή η αυτόνομη κατάσταση ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι το 1967, αλλά με την πάροδο των ετών, αυτή η αυτόνομη δομή στους τομείς της εκπαίδευσης και της θρησκείας καταργήθηκε».

Στην επιστολή υποστηρίζεται επίσης ότι «αν και οι ενώσεις με τη λέξη «τουρκική» στο όνομά τους λειτουργούσαν χωρίς εμπόδια για σχεδόν μισό αιώνα, το 1983, μετά από πολιτικά ζητήματα μεταξύ της Ελλάδας και της αδελφικής μας χώρας, της Τουρκίας, τρεις ενώσεις με τη λέξη «τουρκική» στο όνομά τους, η Τουρκική Ένωση Ξάνθης (ιδρύθηκε το 1927), η Τουρκική Ένωση Κομοτηνής (ιδρύθηκε το 1928) και η Ένωση Τουρκικών Εκπαιδευτικών της Δυτικής Θράκης (ιδρύθηκε το 1936) διαλύθηκαν».

Η ΜΚΟ αναφέει μεταξύ άλλων ότι «στις τρεις υποθέσεις που είναι γνωστές ως Bekir-Ousta και άλλοι κατά Ελλάδας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αποφάνθηκε το 2007 και το 2008 ότι η Ελλάδα είχε παραβιάσει το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το οποίο εγγυάται την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει περισσότερα από 17 χρόνια από τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ, τα τοπικά δικαστήρια δεν έχουν επανεξετάσει τις τοπικές υποθέσεις υπό το πρίσμα των αποφάσεων και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης συνεχίζει να εξετάζει αυτή την ομάδα υποθέσεων, αλλά η χώρα μας δεν έχει σημειώσει καμία ουσιαστική πρόοδο σε αυτή την ομάδα υποθέσεων, πέραν της λήψης μέτρων για την παράταση της διαδικασίας».

Συνεχίζοντας η επιστολή αναφέρει ότι «μετά τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ για αυτή την ομάδα υποθέσεων, η αίτηση για την εγγραφή του Πολιτιστικού Συλλόγου Τούρκων Γυναικών του Νομού Ξάνθης, ο οποίος επρόκειτο να ιδρυθεί στη Ξάνθη, απορρίφθηκε, και ο σύλλογος αυτός προσέφυγε επίσης στο ΕΔΑΔ το 2018.

Επιπλέον, ο «Πολιτιστικός και Αθλητικός Σύλλογος Φενερμπαχτσέ Δυτικής Θράκης», που ιδρύθηκε από οπαδούς ενός αθλητικού συλλόγου της περιοχής μας, καταχωρήθηκε επίσημα το 2022. Ωστόσο, στις 28 Μαΐου 2024, ο σύλλογος διαλύθηκε από δικαστήριο με την αιτιολογία ότι η φράση «Δυτική Θράκη» στο όνομά του ήταν αντίθετη προς το νόμο και τη δημόσια τάξη».

Η αποκαλούμενη «Ομοσπονδία Τούρκων της Δυτικής Θράκης στην Ευρώπη ισχυρίζεται ακόμα πως «προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχιση της ύπαρξης και της ταυτότητας της τουρκικής κοινότητας στη Δυτική Θράκη της Ελλάδας, η Ελλάδα πρέπει να εκτελέσει άμεσα και αποτελεσματικά τις προαναφερθείσες αποφάσεις του ΕΔΑΔ στην ομάδα υποθέσεων Bekir-Ousta και άλλοι, χωρίς καμία δικαιολογία.

Η τουρκική κοινότητα στη Δυτική Θράκη της Ελλάδας αγωνίζεται εδώ και πολλά χρόνια κατά της συστηματικής διάκρισης στην Ελλάδα. Όποτε το κράτος θέλει να αυξήσει την πίεση στην κοινότητά μας, καταφεύγει σε οικονομικές και δικαστικές έρευνες και διώκει τους ηγέτες μας για διάφορους λόγους. Σε σχέση με τρεις υποθέσεις που αφορούν την παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, έχει ασκηθεί δίωξη κατά του Οζάν Αχμετόγλου, πρώην προέδρου της παλαιότερης ένωσης της τουρκικής κοινότητας στη Δυτική Θράκη, της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης, η οποία διαλύθηκε λόγω της λέξης «Τουρκική» στο όνομά της.

Ο λόγος που αναφέρθηκε είναι ότι ο Οζάν Αχμέτογλου κατηγορήθηκε για υποκίνηση του λαού κατά τη διάρκεια ομιλίας που έδωσε σε διαδήλωση διαμαρτυρίας τον Ιούλιο του 2021 σχετικά με τη μη εκτέλεση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Το ειρωνικό είναι ότι η υπόθεση κατά του Αχμέτογλου κατατέθηκε επτά μήνες μετά τη διαδήλωση διαμαρτυρίας και ότι η δίκη πραγματοποιήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2025. Ομοίως, τον Μάρτιο του 2024, ξανανοίχθηκε έρευνα εναντίον του Ibrahim Şerif, του μουφτή της Κομοτηνής που εκλέχθηκε από την τουρκική κοινότητα της Δυτικής Θράκης, στην Ελλάδα, με την κατηγορία της «υφαρπαγής αξιώματος», και ο Şerif κλήθηκε να καταθέσει στην αστυνομία.

Πολλές εκθέσεις εκφράζουν ανησυχία για τις εκστρατείες δυσφήμισης και το εχθρικό περιβάλλον που στοχεύουν τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών στην Ελλάδα. Το 2023, η Dunja Mijatović1, τότε Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, επισήμανε ότι οι εκστρατείες δυσφήμισης που στοχεύουν τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι αυστηρές διαδικασίες εγγραφής των ΜΚΟ παρεμποδίζουν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιορίζουν τον χώρο της κοινωνίας των πολιτών στη χώρα.

Τον Μάρτιο του 2024, το Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων για το Δίκαιο των ΜΚΟ, το οποίο είναι συνδεδεμένο με τη Διάσκεψη των ΔΙΜΚ (CINGO) του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπογράμμισε σε μια μελέτη2 σχετικά με τον στιγματισμό των ΜΚΟ στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εργαζόμενοι στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας και ακτιβιστές έχουν κατηγορηθεί ότι είναι μέλη εγκληματικών δικτύων και ακόμη και για κατασκοπεία.

Τον Ιούλιο του 2024, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε στην Έκθεσή της για το κράτος δικαίου3 ότι εξακολουθούν να υφίστανται ανησυχίες σχετικά με τον τομέα της κοινωνίας των πολιτών. Επιπλέον, η Human Rights Watch σημείωσε στην έκθεσή της για την Ελλάδα του 20254 ότι υπάρχουν ζητήματα κράτους δικαίου που απορρέουν από κρατικές ενέργειες που αποδυναμώνουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και βλάπτουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου ενός εχθρικού περιβάλλοντος για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η χώρα μας, η Ελλάδα, πρέπει να αναπτύξει αποτελεσματικές πολιτικές κατά της διαρθρωτικής διάκρισης και της ανισότητας σε βάρος της τουρκικής κοινότητας στη Δυτική Θράκη. Η δυσφήμιση, ο στιγματισμός και η ρητορική μίσους κατά των υπερασπιστών των δικαιωμάτων της κοινότητάς μας πρέπει να καταδικάζονται και να τιμωρούνται σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας και πολιτικής ζωής».

Και καταλήγει σημειώνοντας ότι «ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για θέματα μειονοτήτων και ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι θα πρέπει να επισκεφθούν τη χώρα μας, την Ελλάδα, προκειμένου να διερευνήσουν τους περιορισμούς και την αυξανόμενη πίεση που ασκείται σε ΜΚΟ και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων μειονοτήτων που επηρεάζουν την τουρκική κοινότητα στη Δυτική Θράκη της Ελλάδας».

Όπως ανέφεραν διπλωματικές πηγές στο in η εν λόγω επιστολή θα πρέπει κατ΄αρχήν να τύχει απάντησης από τη Γραμματεία του ΟΗΕ, όσον αφορά τις κατηγορίες περί παραποίησης των επιστολών, ενώ αναμένεται ότι απάντηση θα υπάρξει και από την Αθήνα, όσον αφορά το αφήγημα περί μειονότητας των «τούρκων της Δυτικής Θράκης» στο οποίο επιμένει να αναφέρεται η συγκεκριμένη ΜΚΟ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε απάντηση της Αθήνας σε προηγούμενη απάντηση της αναφορικά με την εν λόγω ΜΚΟ, με δεδομένο ότι αυτή δεν έχει έδρα στην Ελλάδα, απευθυνόταν με διπλωματική νότα ημερομηνίας 16ης Οκτωβρίου 2024 στο Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών στη Γενεύη προς το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Σε αυτή τη διπλωματική νότα η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στον ΟΗΕ, επαναλάμβανε ότι:

«Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης είναι θρησκευτική μειονότητα σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η οποία καθόρισε το καθεστώς της στην Ελλάδα και δεν έκανε καμία αναφορά στην εθνοτική καταγωγή των μελών της (Τούρκοι, Πομάκοι και Ρομά). Η μειονότητα αριθμεί περισσότερα από 120.000 μέλη και αποτελεί περίπου το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της περιοχής της Θράκης. Τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας, ως Έλληνες πολίτες, απολαμβάνουν χωρίς καμία διάκριση όλες τις ελευθερίες και τα δικαιώματα που εγγυάται το ελληνικό Σύνταγμα, καθώς και όλα τα οφέλη που απορρέουν από την ευρωπαϊκή ιθαγένειά τους.

Τα εκπαιδευτικά και θρησκευτικά τους δικαιώματα και ελευθερίες προστατεύονται επίσης από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η οποία παραχώρησε ειδικά δικαιώματα μειονοτήτων στα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Σε σχέση με τα δικαιώματα αυτά, το ελληνικό κράτος χρηματοδοτεί 88 σχολεία της μειονότητας και 2 κορανικά σχολεία (Μαντράσες) στη Θράκη. Ο αριθμός των σχολείων της μειονότητας είναι επαρκής για να καλύψει όλες τις αιτήσεις εγγραφής. Ο αριθμός των λειτουργικών τζαμιών στη Θράκη, ο οποίος υπερβαίνει τα 240, μαρτυρά με τον πιο εύγλωττο τρόπο τον σεβασμό του ελληνικού κράτους προς το δικαίωμα των μελών της μειονότητας να ασκούν τη θρησκεία τους. Πρόκειται για την υψηλότερη αναλογία τζαμιών ανά πολίτη ισλαμικής θρησκείας στην Ευρώπη. Οι ιμάμηδες των τζαμιών αυτών αμείβονται από τα τρία μουφτιάτα που λειτουργούν, τα οποία είναι ιδρύματα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Επιπλέον, το ελληνικό κράτος έχει υιοθετήσει συστηματικά και με συνέπεια διάφορα ευνοϊκά μέτρα προς όφελος των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, προκειμένου να προωθήσει και να διευκολύνει τη συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή και στην αγορά εργασίας. Για να αναφέρουμε μερικά, έχει θεσπιστεί προνομιακή ποσόστωση 0,5 % στο σύστημα κρατικών εξετάσεων για τη δημόσια διοίκηση υπέρ των ατόμων που ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα, προκειμένου να ενθαρρυνθούν να ενταχθούν στον δημόσιο τομέα, ενώ από καιρό έχει θεσπιστεί ποσόστωση 0,5 % υπέρ τους για την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια.

Η ελευθερία, η ανεξαρτησία και ο πλουραλισμός των μέσων ενημέρωσης διασφαλίζονται από την ελληνική νομοθεσία. Όπως κάθε Έλληνας πολίτης, τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης έχουν το δικαίωμα να λειτουργούν όλα τα είδη μέσων ενημέρωσης, σύμφωνα με το σχετικό νομικό πλαίσιο. Επί του παρόντος, στη Θράκη, τα μέλη της μειονότητας διαχειρίζονται 5 ραδιοφωνικούς σταθμούς, 6 ημερήσιες εφημερίδες, 5 ιστοσελίδες ειδήσεων και ένα περιοδικό, τα οποία παρέχουν υπηρεσίες ενημέρωσης χωρίς καμία παρέμβαση εκ μέρους των ελληνικών αρχών όσον αφορά το περιεχόμενο των ειδήσεών τους. Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την καταπολέμηση απειλών ή επιθέσεων κατά Ελλήνων δημοσιογράφων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προέρχονται από τη μειονότητα. Οι σπάνιες δικαστικές υποθέσεις που αφορούν μέσα ενημέρωσης της μειονότητας δεν έχουν κινηθεί από τις ελληνικές αρχές, αλλά από ιδιώτες, οι οποίοι συχνά είναι και οι ίδιοι μέλη της μειονότητας.

Ως κράτος που σέβεται το κράτος δικαίου, η Ελλάδα σέβεται και προστατεύει τη θεμελιώδη ελευθερία της έκφρασης, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης και το δικαίωμα λήψης ή διάδοσης πληροφοριών ή ιδεών χωρίς την παρέμβαση δημόσιας αρχής. Ταυτόχρονα, τα άτομα και οι ομάδες ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται με βάση τη θρησκεία προστατεύονται από την ελληνική νομοθεσία (αριθ. 4491/2017) έναντι οποιουδήποτε προσώπου που υποκινεί, προκαλεί ή υποδαυλίζει δημοσίως, είτε προφορικά είτε μέσω του Τύπου, του Διαδικτύου ή οποιουδήποτε άλλου μέσου, πράξεις βίας ή μίσους κατά τρόπο που θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και εκθέτει τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την ελευθερία τους σε κίνδυνο».

Το ίδιο σκεπτικό εκτιμάται ότι θα διατυπωθεί και στην εκ νέου απάντηση της Αθήνας – όταν αποφασιστεί να σταλεί – στο αφήγημα που επιχειρεί να υποστηρίξει με αφορμή τη μομφή στη Γραμματεία του ΟΗΕ, περί «εθνικής τουρκικής μειονότητας», η οποία και πάλι δεν θα απευθύνεται στην «Ομοσπονδία».

ΠΗΓΗ: in.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα

Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Του Νίκου Ι. Σπανού, Ναυάρχου Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. ε.α. – Διεθνούς Πραγματογνώμονα Ναυτιλιακών Θεμάτων

Η παγκόσμια ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Τα πλοία καλούνται να περιορίσουν δραστικά τις εκπομπές τους, να εγκαταλείψουν σταδιακά τα συμβατικά καύσιμα και να υιοθετήσουν τεχνολογίες φιλικότερες προς το περιβάλλον.

Πίσω όμως από τη μεγάλη υπόσχεση της πράσινης μετάβασης αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα:

Μήπως, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε το περιβάλλον, δημιουργούμε νέους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων;

Δεν πρόκειται για κινδυνολογία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί πλέον σοβαρά τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.

Το καύσιμο του μέλλοντος μπορεί να γίνει ο κίνδυνος του παρόντος

Η αμμωνία, η μεθανόλη και το υδρογόνο βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης της ναυτιλίας.

Κάθε καύσιμο, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά επικινδυνότητας.

Η αμμωνία είναι ιδιαίτερα τοξική και μια ανεξέλεγκτη διαρροή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Η μεθανόλη είναι εύφλεκτη και τοξική, ενώ το υδρογόνο απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές αποθήκευσης και διαχείρισης, λόγω της υψηλής ευφλεκτότητάς του.

Φανταστείτε ένα εμπορικό πλοίο που ανεφοδιάζεται με αμμωνία σε λιμάνι κοντά σε κατοικημένη περιοχή.

Ένα τεχνικό σφάλμα, μια αστοχία σύνδεσης ή η ανεπαρκής εφαρμογή διαδικασιών ασφαλείας θα μπορούσαν, υπό δυσμενείς συνθήκες, να οδηγήσουν σε επικίνδυνη έκλυση αερίου.

Τότε το ζήτημα δεν θα αφορούσε αποκλειστικά το πλήρωμα.

Θα αφορούσε τους χρήστες λιμένων, τις γειτονικές εγκαταστάσεις, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και ενδεχομένως τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής.

Ποιος θα αντιμετωπίσει το πρώτο μεγάλο περιστατικό;

Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός επανέφερε στο επίκεντρο την ανάγκη εκπαίδευσης των ναυτικών στα εναλλακτικά καύσιμα και την αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικών ρύπανσης που συνδέονται με αυτά.

Το μήνυμα είναι ουσιαστικό.

Δεν αρκεί να σχεδιάζουμε πλοία νέας τεχνολογίας. Πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι τα πληρώματα και οι λιμενικές υπηρεσίες είναι πραγματικά προετοιμασμένα να διαχειριστούν τους νέους κινδύνους.

Ένα συμβατικό περιστατικό διαρροής πετρελαιοειδών δεν αντιμετωπίζεται με τις ίδιες επιχειρησιακές μεθόδους που απαιτεί μια διαρροή αμμωνίας.

Η αντιμετώπιση προϋποθέτει διαφορετικό εξοπλισμό, ειδική εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, σχέδια έκτακτης ανάγκης και σαφείς διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ εμπλεκόμενων αρχών.

Η Ελλάδα μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση

Για την Ελλάδα, με τη μεγάλη εμπορική ναυτιλία, τα πολυάριθμα λιμάνια και τη στενή σύνδεση λιμενικών δραστηριοτήτων με αστικές περιοχές, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η προετοιμασία δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση νέων υποδομών ανεφοδιασμού.

Απαιτείται προηγουμένως ολοκληρωμένη εκτίμηση επικινδυνότητας, καθορισμός ζωνών ασφαλείας, επικαιροποίηση σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού.

Το Λιμενικό Σώμα, οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένων, οι πυροσβεστικές υπηρεσίες και οι ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να διαθέτουν σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες και επιχειρησιακά δοκιμασμένες διαδικασίες.

Η περιβαλλοντική πρόοδος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της ανθρώπινης ασφάλειας.

Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται πρώτα μια κόκκινη γραμμή

Η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας αποτελεί αναγκαίο στρατηγικό στόχο. Δεν πρέπει όμως να εξελιχθεί σε αγώνα τεχνολογικής ταχύτητας χωρίς αντίστοιχη εξέλιξη των κανόνων ασφαλείας.

Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο σε μειωμένες εκπομπές ρύπων, αλλά και στην ικανότητα πρόληψης ατυχημάτων, προστασίας της ανθρώπινης ζωής και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων.

Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς να κατασκευάσουμε το πλοίο του μέλλοντος. Είναι να διασφαλίσουμε ότι το πλοίο του μέλλοντος δεν θα μεταφέρει μαζί με το φορτίο του και έναν νέο, ανεπαρκώς ελεγχόμενο κίνδυνο.

Γιατί η ναυτιλία δεν θα γίνει πραγματικά πράσινη εάν προηγουμένως δεν παραμείνει απολύτως προσηλωμένη στην ασφάλεια.

Και το επόμενο μεγάλο ναυτικό ατύχημα δεν πρέπει να αποτελέσει την αφορμή για να ανακαλύψουμε όσα οφείλαμε να έχουμε προβλέψει σήμερα.

Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα δεν πρέπει να περιμένει την εκδήλωση ενός σοβαρού ατυχήματος για να αναγνωρίσει τις αδυναμίες της. Χρειάζεται προληπτικός σχεδιασμός, διαρκής αξιολόγηση των νέων κινδύνων και ουσιαστική επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα. Γιατί η μεγαλύτερη ευθύνη της σύγχρονης ναυτιλίας δεν είναι μόνο να παραδώσει στις επόμενες γενιές καθαρότερες θάλασσες, αλλά και να διασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές, καθώς και οι κοινωνίες που ζουν δίπλα τους, θα παραμείνουν ασφαλείς. Η πράσινη μετάβαση θα αποτελεί πραγματική επιτυχία μόνο όταν η περιβαλλοντική βιωσιμότητα συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.

Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.

Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.

Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.

Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].

Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.

Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .

Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.

Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.

Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.

Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].

Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].

Σημειώσεις και παραπομπές

[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.

[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.

[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.

[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.

[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν

Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.

Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.

Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία

Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.

Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.

«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.

Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.

Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία

Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.

Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.

Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.

Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.

Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.

Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.

Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».

Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.

Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.

Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ

Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.

Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.

Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.

Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.

«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.

Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.

Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα

Эксперт: «Азербайджан и Израиль поддерживают доверительные отношения» - STMEGI

Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.

Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.

Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.

Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.

Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.

Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».

Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.

Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.

Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.

Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»

COP29 Azerbaïdjan : Ilham Aliyev envoie une lettre d'invitation au président turc Erdogan

Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.

Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.

Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.

Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.

Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.

Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.

Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες

Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.

Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.

Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.

Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.

Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ

Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.

Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.

Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.

Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.

Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων

Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.

Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.

Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.

Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.

Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.

Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.

Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.

Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή