Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η παγίδα της Γάζας: Η Τουρκία στον ορίζοντα νέας σύγκρουσης;

Το ψήφισμα του ΟΗΕ για διεθνή δύναμη σταθεροποίησης ανοίγει δρόμους αλλά και ασάφειες. Από την «υπό όρους κρατικότητα» μέχρι τον κίνδυνο διεθνοποίησης της σύγκρουσης και τη στρατηγική διεκδίκηση ρόλου από την Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε στις

Το ψήφισμα του ΟΗΕ για διεθνή δύναμη σταθεροποίησης ανοίγει δρόμους αλλά και ασάφειες. Από την «υπό όρους κρατικότητα» μέχρι τον κίνδυνο διεθνοποίησης της σύγκρουσης και τη στρατηγική διεκδίκηση ρόλου από την Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από την οπτική των διεθνών σχέσεων, η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης τής περιφερειακής τάξης ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Το σχέδιο επαναφέρει την έννοια της «ηγεμονικής σταθεροποίησης», κατά την οποία μια μεγάλη δύναμη – στην προκειμένη περίπτωση οι Ηνωμένες Πολιτείες – επιχειρεί να διαμορφώσει ένα θεσμικό-διπλωματικό πλαίσιο που θα διασφαλίσει την περιφερειακή ισορροπία ισχύος και θα περιορίσει την πιθανότητα συνέχισης της ένοπλης σύγκρουσης. Η υιοθέτηση του σχεδίου από κράτη-μέλη του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου, τα οποία αναμένεται να συνεισφέρουν στην ISF, καταδεικνύει την αναγκαιότητα πολυμερούς συνεργασίας για την παραγωγή ασφάλειας (security-building) στην περιοχή.

Ωστόσο, το ψήφισμα ενσωματώνει μια σειρά από στρατηγικές ασάφειες, οι οποίες δυνητικά θα καθορίσουν την αποτελεσματικότητα εφαρμογής του, όπως το πότε και αν θα απομακρυνθούν τα ισραηλινά στρατεύματα από τη Γάζα και από ποιες χώρες θα αποτελείται η ειρηνευτική δύναμη αφού ήδη τα ΗΑΕ, η Ιορδανία και η Αίγυπτος απέκλεισαν τη συμμετοχή τους. Παρά το γεγονός ότι το κείμενο αναφέρεται σε «πιθανή πορεία προς παλαιστινιακή αυτοδιάθεση και κρατική υπόσταση», η αναγνώριση αυτή παραμένει υπό όρους και εξαρτάται από την εκτίμηση ότι «θα έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες». Η έννοια τής υπό όρους κρατικότητας (conditional statehood) υποδηλώνει την προτεραιότητα της ασφάλειας έναντι της πολιτικής κυριαρχίας, στοιχείο που συνάδει με τη λογική της προτεραιοποίησης της στρατηγικής σταθερότητας έναντι της αυτοδιάθεσης του Ισραήλ.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ισραηλινή κυβέρνηση, υπό τον πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu, εξέφρασε έντονη αντίθεση σε οποιαδήποτε μορφή αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την επιτελεστικότητα του ψηφίσματος στην πράξη, ενώ την επομένη της έγκρισης του ψηφίσματος ο Ισραηλινός ΠΘ ευχαρίστησε τον Αμερικανό Πρόεδρο για την κατάθεση του σχεδίου στον ΟΗΕ, πράγμα που αποδεικνύει πως το σχέδιο δεν πρόκειται να εξελιχθεί προς μια κρατική οντότητα στη Γάζα, αλλά η Λωρίδα της Γάζας εν ευθέτω χρόνω κινείται προς ένταξή της στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Από την άλλη πλευρά, η Hamas απέρριψε το σχέδιο χαρακτηρίζοντάς το ως «μηχανισμό διεθνούς κηδεμονίας» και δήλωσε πως δεν πρόκειται να προχωρήσει σε αποστρατικοποίηση, στοιχείο που καθιστά δυνητικά αδύνατη την υλοποίηση της εξεταζόμενης αρχιτεκτονικής ασφαλείας, εκτός αν πλέον οι ΗΠΑ αποφασίσουν να επέμβουν στρατιωτικά στη Γάζα και να δημιουργήσουν μια αμερικανική βάση στην περιοχή.

Η δημιουργία της ISF εμπεριέχει επίσης τον κίνδυνο έμμεσης διεθνοποίησης της σύγκρουσης, καθώς η είσοδος στρατευμάτων τρίτων χωρών ενδέχεται να μετατρέψει τη σύγκρουση από ενδοπεριφερειακή σε πολυεπίπεδη διεθνή κρίση. Επιπλέον, δεν έχει ακόμη καθοριστεί το ποια κράτη θα συνεισφέρουν στρατεύματα, ούτε ποια μορφή εντολής εμπλοκής (rules of engagement) θα ισχύσει.

Καταληκτικά, παρά το γεγονός ότι το ψήφισμα παρουσιάζεται ως ιστορική διπλωματική επιτυχία, η επιτυχία του εξαρτάται από την πολιτική βούληση των βασικών δρώντων, την εσωτερική νομιμοποίηση στο παλαιστινιακό περιβάλλον και τη δυνατότητα των διεθνών θεσμών να επιβάλουν αποτελέσματα σε ένα βαθιά ασύμμετρο περιβάλλον ισχύος.

 

Οι Προκλήσεις της Ειρηνευτικής Δύναμης στη Γάζα και η Τουρκία

Η συγκρότηση μιας διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης στη Λωρίδα της Γάζας, ως μέσο σταθεροποίησης μετά από παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση, φέρνει στο προσκήνιο σύνθετα διλήμματα διεθνούς νομιμοποίησης και περιφερειακού ανταγωνισμού ισχύος. Η συμμετοχή πολλών αραβικών κρατών στη δύναμη αυτή συναντά σημαντικές ηθικές, πολιτικές και θρησκευτικές αντιστάσεις. Πολλά από τα κράτη αυτά φοβούνται ότι η εμπλοκή τους ενδέχεται να ερμηνευθεί ως νομιμοποίηση μιας ηγεμονικής και εν δυνάμει επεκτατικής στρατηγικής εις βάρος των Παλαιστινίων, ιδίως στον βαθμό που η ειρηνευτική δύναμη συνδέεται με πολιτικά σχέδια που δεν εγγυώνται την πλήρη αναγνώριση της παλαιστινιακής κυριαρχίας.

Η περιοχή φέρει έντονη συμβολική και θρησκευτική βαρύτητα για τον μουσουλμανικό κόσμο, αφού στην Ιερουσαλήμ βρίσκεται το τέμενος Αλ Άκσα και είναι και η πόλη που αναλήφθηκε στους ουρανούς ο Προφήτης Μωάμεθ. Υπό αυτή την έννοια η γη του Ισραήλ ως ιερή γη της Παλαιστίνης για τους μουσουλμάνους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Σαουδική Αραβία από την οποία ξεκίνησε ο Μωάμεθ και θεωρείται ως «η γη του Κορανίου» και ως εκ τούτου η ενδεχόμενη απόδοση ευθύνης για «κατοχικό ρόλο» θα μπορούσε να βλάψει την εσωτερική νομιμοποίηση των αραβικών κυβερνήσεων και να υπονομεύσει την πολιτική τους σταθερότητα.

Από την άλλη οι χώρες αυτές φοβούνται πως ο μη αφοπλισμός της Χαμάς ίσως οδηγήσει σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Αράβων ή ακόμη και σε επιθέσεις της Χαμάς εντός πολλών αραβικών χωρών που θα στηρίξουν ή θα συμμετάσχουν στην ειρηνευτική δύναμη.

Ταυτόχρονα, ορισμένοι περιφερειακοί δρώντες και ιδιαίτερα η Τουρκία, προσεγγίζουν τη συμμετοχή στη Γάζα με διαφορετικό στρατηγικό προσανατολισμό. Η Άγκυρα επιδιώκει να διασφαλίσει παρουσία με στρατεύματα εντός της Γάζας όχι μόνο υπό το πρόσχημα προστασίας των Παλαιστινίων, αλλά και στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής περιφερειακής επιρροής. Η τουρκική στρατηγική μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από το πρίσμα του οικονομικού επεκτατισμού με την ιστορική προσέγγιση προηγούμενων κτήσεων των Οθωμανών, καθώς μια στρατιωτική παρουσία στη Γάζα ενισχύει τη γεωπολιτική προβολή ισχύος της, επιτρέπει πρόσβαση σε στρατηγικές θαλάσσιες και ενεργειακές ζώνες και προσφέρει συμβολική ηγεσία επί του παλαιστινιακού ζητήματος.

Η επιδίωξη της Τουρκίας να αποκτήσει θεσμοποιημένη παρουσία στη Λωρίδα της Γάζας πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού αναδιάταξης ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Το τουρκικό όραμα συγκρότησης ενός γεωπολιτικού «κύκλου ασφαλείας» εκτείνεται από τον Εύξεινο Πόντο, διατρέχοντας τον άξονα Τίγρη–Ευφράτη και το βόρειο Ιράκ, συνεχίζει μέσω του Κατάρ προς τη Γάζα και καταλήγει έως τον Νείλο μέσω της Μάρσα Ματρούχ στη Βόρεια Αίγυπτο. Η προγραμματισμένη καταρινή επένδυση ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην περιοχή αυτή δεν αποτελεί απλώς οικονομική πρωτοβουλία, αλλά εργαλείο χάραξης σφαίρας επιρροής, που επηρεάζει άμεσα τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου.

Η συγκεκριμένη ζώνη βρίσκεται στο νοτιοδυτικό όριο της κυπριακής ΑΟΖ, σε σημείο κρίσιμης σημασίας για την ενεργειακή διασύνδεση Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας–ΗΠΑ. Η ενδεχόμενη διαμόρφωση ενός άτυπου θαλάσσιου συνεχούς Τουρκίας–Αιγύπτου, κατά το προηγούμενο της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας, θα μπορούσε να διακόψει τη σύνδεση των ελληνικών και κυπριακών θαλάσσιων ζωνών και να εγκλωβίσει γεωοικονομικά το Ισραήλ. Αυτό θα αμφισβητούσε την ασφάλεια των ενεργειακών κοιτασμάτων, θα μείωνε την επιχειρησιακή ελευθερία του Ισραήλ από τη Μεσόγειο έως τον Ατλαντικό και θα υπονόμευε τις Συμφωνίες του Αβραάμ, περιορίζοντας τις ναυτικές και αεροπορικές επιλογές του Ισραήλ στην περιοχή.

Η συγκρότηση ενός άξονα Τουρκίας–Ιράν–Κατάρ, σε σύμπραξη με την Αίγυπτο και επικουρούμενου από τους Χούθι στον έλεγχο των στενών του Άντεν και από την ιρανική επιρροή στα στενά του Χορμούζ, διαμορφώνει ένα εναλλακτικό σύστημα περιφερειακής ασφάλειας που λειτουργεί ως αντι-ηγεμονικό αντίβαρο στην αμερικανική αρχιτεκτονική ασφάλειας και τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Σε αυτό το περιβάλλον, η ομαλοποίηση των σχέσεων Λιβάνου και Συρίας με το Ισραήλ αποκτά στρατηγική σημασία για την Ουάσινγκτον, αφού θα ανέκοπτε την τουρκική γεωπολιτική διείσδυση προς την Κύπρο και τη Γάζα και θα επανέφερε αντισταθμιστική ισχύ στον άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ–Ελλάδα–Κύπρος.

Ως εκ τούτου, η διεθνής ειρηνευτική δύναμη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενα κίνητρα: από τη μια πλευρά, την ανάγκη ουδέτερης και θεσμικής σταθεροποίησης και από την άλλη, τον κίνδυνο εργαλειοποίησής της ως μέσου περιφερειακής επιρροής και νομιμοποίησης εθνικών στρατηγικών. Δημιουργείται έτσι το θεμελιώδες δίλημμα μεταξύ πραγματικής ειρηνευτικής επιχείρησης και μεταμφιεσμένης γεωπολιτικής ανακατανομής ισχύος.

 

Η τουρκική στάση και η αμερικανική εξωτερική πολιτική

Από μια ρεαλιστική–γεωπολιτική οπτική, η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην Ευρασία τείνει ολοένα και περισσότερο να «αγκαλιάζει» το Ισραήλ ως προωθημένο στρατηγικό εταίρο και εργαλείο διείσδυσης προς την Κεντρική Ασία. Ήδη από την πτώση της ΕΣΣΔ και μετέπειτα παρόλο του ισχνού αριθμού Εβραίων στην περιοχή μετά τον ΒΠΠ, οι καταγόμενοι Εβραίοι από χώρες όπως το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν επέστρεψαν επενδυτικά επιχορηγώντας και αναστηλώνοντας συναγωγές, την εβραϊκή κουλτούρα και προωθώντας την εκδυτικοποίηση του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν ανακόπτοντας Ιράν, Τουρκία και Σαουδική Αραβία που έκαστες για τα δικά τους συμφέροντα προσπάθησαν οικονομικά και θρησκευτικά να προσεταιριστούν τις μουσουλμανικές χώρες της Ευρασίας που ανήκαν στην ΕΣΣΔ. Η ένταξη του Καζακστάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ, με ρητή αμερικανική διαμεσολάβηση, καταδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί να επεκτείνει τη γεωπολιτική γεωμετρία των συμφωνιών πέραν του αραβικού κόσμου, προς τα μετασοβιετικά κράτη της Κεντρικής Ασίας, χρησιμοποιώντας το Ισραήλ ως γέφυρα και πολλαπλασιαστή ισχύος, καθώς και τους Εβραίους της πρώην ΕΣΣΔ.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια αυτονόμηση της Τουρκίας και η διαμόρφωσή της ως ηγεμονικού δρώντος που «ορίζει την τύχη» της Μέσης Ανατολής και της Ευρασίας συνιστά στρατηγική πρόκληση για τις ΗΠΑ. Η Άγκυρα ακολουθεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με ταυτόχρονη εμβάθυνση οικονομικών σχέσεων με την Κίνα, τη διατήρηση λειτουργικών δεσμών με το Ιράν και στενή –έστω συγκρουσιακή– διασύνδεση με τη Ρωσία στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας (π.χ. S-400, πυρηνική συνεργασία). Αυτό διαμορφώνει ένα ημι-ανεξάρτητο κέντρο ισχύος το οποίο δεν είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Στο οικονομικό επίπεδο, η Τουρκία έχει μετατραπεί σε κρίσιμο κόμβο του κινεζικού Belt and Road Initiative. Το διμερές εμπόριο Κίνας–Τουρκίας ανήλθε το 2024 σε περίπου 42,9–48,3 δισ. δολάρια, με την Κίνα να αποτελεί έναν από τους κορυφαίους προμηθευτές εισαγωγών της Τουρκίας. Παράλληλα, περισσότερες από 1.300 κινεζικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, με άμεσες επενδύσεις που προσεγγίζουν τα 6 δισ. δολάρια στα μέσα του 2024, ενώ κινεζικά κεφάλαια τοποθετούνται σε στρατηγικούς τομείς όπως ενέργεια, μεταφορές και υποδομές. Αυτό σημαίνει ότι η Άγκυρα λειτουργεί de facto ως εναλλακτικός δίαυλος της κινεζικής επιρροής στον νατοϊκό χώρο, περιορίζοντας το περιθώριο των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν οικονομική πίεση ως εργαλείο εξισορρόπησης.

Ανάλογη δυναμική παρατηρείται στις σχέσεις Άγκυρας–Τεχεράνης. Το διμερές εμπόριο Ιράν–Τουρκίας έχει υπερβεί τα 14 δισ. δολάρια σε ετήσια βάση, με τις δύο χώρες να θέτουν ως ρητό στόχο τα 30 δισ. δολάρια εμπορικών συναλλαγών. Αυτό περιπλέκει τις αμερικανικές προσπάθειες «στρατηγικής απομόνωσης» του Ιράν, καθώς η Τουρκία –μέλος του ΝΑΤΟ– λειτουργεί ως οικονομικός και ενεργειακός πνεύμονας για την ιρανική οικονομία, αποδυναμώνοντας την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών κυρώσεων, αλλά και αμφισβητώντας ευθέως την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν και την Κίνα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, από τη σκοπιά της στρατηγικής τους και της πολιτικής ασφαλείας, εκφράζουν έντονη ανησυχία για πληροφορίες που φέρονται να αποδεικνύουν ότι η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών Milli Istihbarat Teskilati (ΜΙΤ) προβαίνει σε διαμοιρασμό πληροφοριών και διευκόλυνση παράκεντρων προς συμμάχους της Τεχεράνης (όπως η Hezbollah), προς την Hamas και προς το Ansar Allah, ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου που αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της ασφάλειας του Ισραήλ. Για παράδειγμα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ κατήγγειλε ότι η Τουρκία συνεργάζεται με το Ιράν για τη μεταφορά κεφαλαίων προς τη Hezbollah μέσω τουρκικού εδάφους.

Παράλληλα, ισραηλινές πηγές υποστηρίζουν ότι η Τουρκία επιτρέπει ή διευκολύνει τη μετακίνηση στελεχών της Hamas, καθώς και τη διατήρηση γραφείων της Οργάνωσης στην Τουρκία, μέσω των οποίων οργανώνονται επιχειρήσεις κατά του Ισραήλ. Η ανησυχία είναι πολλαπλή: εφόσον η Τουρκία λειτουργεί ως ενδιάμεσος κόμβος πληροφοριών προς Οργανώσεις που αντιμάχονται το Ισραήλ ή υπονομεύουν την αμερικανική γραμμή, τότε η ισραηλινή ικανότητα αποτροπής αποδυναμώνεται, η αμερικανική αξιοπιστία στον χώρο ασφαλείας μειώνεται και η συνοχή μιας φιλοδυτικής συμμαχίας που βασίζεται στο Ισραήλ τίθεται υπό αμφισβήτηση. Επίσης, θεαματική ήταν η αύξηση των τουρκικών εξαγωγών προς τα παλαιστινιακά εδάφη κατά 526% στους πρώτους εννέα μήνες του 2024 – με συνολική αξία 571,2 εκατ. δολαρίων, έναντι μόλις 49,4 εκατ. δολαρίων στο αντίστοιχο διάστημα των πρώτων τεσσάρων μηνών – αποτελεί μια εξέλιξη με σημαντική γεωπολιτική και οικονομική σημασία. Η άνοδος αυτή σημειώθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά την επιβολή τουρκικού εμπάργκο στο εμπόριο με το Ισραήλ, ως αντίδραση της Άγκυρας στον πόλεμο στη Γάζα, με αποτέλεσμα η Τουρκία να ανακτήσει ρόλο ευνοούμενου στη Γάζα και ανά την περιοχή.

Από την αμερικανική πλευρά, η διπλωματική γραμμή επισημαίνει ότι η σταθερότητα του Ισραήλ και η διασφάλιση της ικανότητάς του να λειτουργεί ως «πυλώνας» της αμερικανικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να τίθεται σε κίνδυνο από ένα σύμμαχο – μέλος του ΝΑΤΟ όπως η Τουρκία – που εμπλέκεται έμμεσα ή άμεσα σε πληροφοριακά δίκτυα που εξυπηρετούν τον ιρανικό άξονα. Η διαμόρφωση αυτής της στάσης βασίζεται στην αρχή ότι η πληροφοριακή υπεροχή και η προστασία των κρίσιμων εποπτικών δομών του Ισραήλ συμβάλλουν στη διατήρηση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή.

Ως εκ των ως άνω, οι ΗΠΑ έχουν κίνητρο να ενισχύσουν τον ρόλο του Ισραήλ (και δευτερευόντως της Ελλάδας και της Κύπρου) ως αξιόπιστων πυλώνων της δικής τους στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και προς την Κεντρική Ασία, αντί να «αναθέσουν» τη διαχείριση της περιφερειακής ασφάλειας σε μια Τουρκία που συνδέεται οικονομικά με την Κίνα, λειτουργεί ως «βαλβίδα» για το Ιράν και διατηρεί κρίσιμες σχέσεις αμυντικής συνεργασίας με τη Ρωσία. Η προσπάθεια της Άγκυρας να δημιουργήσει θαλάσσια και γεωοικονομικά τόξα με την Αίγυπτο και τη Λιβύη –και να επεκταθεί πολιτικοστρατιωτικά μέχρι τη Γάζα– συγκρούεται έτσι με τη βούληση των ΗΠΑ να δομήσουν ένα φιλοδυτικό γεωπολιτικό συνεχές από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Κασπία μέσω Ισραήλ, Καζακστάν και των Συμφωνιών του Αβραάμ.

Η Στρατηγική Στόχευση του Ισραήλ έναντι της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο

Το ιστορικό Δόγμα της Περιφέρειας της δεκαετίας του 1960, το οποίο διαμόρφωσε η ισραηλινή στρατηγική σκέψη υπό τον David Ben-Gurion και τις ΗΠΑ, στηρίχθηκε στην αρχή ότι το Ισραήλ, για να εξισορροπήσει τον αραβικό περικυκλωτισμό, όφειλε να συγκροτήσει έναν άξονα συνεργασίας με μη-αραβικά κράτη στα όρια της Μέσης Ανατολής: Ιράν – Τουρκία – Ισραήλ. Το δόγμα αυτό επέτρεψε την εγκαθίδρυση ενός πλαισίου στρατιωτικής και πληροφοριακής συνεργασίας που διατηρήθηκε μέχρι την Ιρανική Επανάσταση του 1979, όταν η στρατηγική ισορροπία κατέρρευσε και η περιφερειακή γεωμετρία ανατράπηκε.

Σήμερα, σε ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού ισχύος και αλλαγής συμμαχικών δομών, το Ισραήλ επιδιώκει την ανασύνθεση ενός νέου Δόγματος Περιφέρειας, όχι πλέον με βάση τη συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών, αλλά με στόχο την αναδιάταξη των περιφερειακών αντιπαλοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η ισραηλινή στρατηγική θεωρεί ότι η αποδυνάμωση ή κατάρρευση του Ιράν – είτε μέσα από εσωτερική αστάθεια είτε μέσω εξωτερικής στρατιωτικής πίεσης – θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την ανακατεύθυνση της ισραηλινής στρατιωτικής ισχύος προς την Τουρκία, η οποία αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια σε πρωτεύοντα γεωπολιτικό ανταγωνιστή.

Η Τουρκία, μέσω της διεκδίκησης ευρύτερου θαλάσσιου ελέγχου και πρόσβασης στα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου και των νοτίων παραλίων της, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες να διευρύνει τον έλεγχο στον θαλάσσιο διάδρομο των Δαρδανελλίων, προκαλεί μια στρατηγική απειλή για το Ισραήλ και τους συμμάχους του. Η δυνατότητα της Άγκυρας να λειτουργεί ως πυλώνας γεωοικονομικής και ενεργειακής διπλωματίας – σε συνδυασμό με την τοποθέτησή της απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα και την αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ – έχει μεταβάλει την ισορροπία ισχύος, μετατρέποντας την Τουρκία σε κυρίαρχο ανταγωνιστικό δρώντα.

Υπό αυτό το πρίσμα, ένα αναδυόμενο στρατηγικό σενάριο είναι η προοπτική μιας τριμερούς στρατιωτικής συνάρθρωσης Ισραήλ – Ελλάδας (Κύπρου) – ενός μετα-επαναστατικού ή μετα-αναθεωρητικού Ιράν. Μια τέτοια συνεργασία ειδικά με το πολυάριθμο στρατιωτικό Ιράν θα μπορούσε να λειτουργήσει:

  1. Ως ανασχετικός μηχανισμός του θαλάσσιου επεκτατισμού της Τουρκίας, εμποδίζοντας την πρόσβαση σε ενεργειακές πηγές και την υλοποίηση του δόγματος «Γαλάζια Πατρίδα».
  2. Ως στρατηγική αποτροπή έναντι του τουρκικού ελέγχου των Δαρδανελλίων – ο οποίος θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά την ισορροπία ισχύος στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
  3. Ως εργαλείο ενεργειακού αναπροσανατολισμού, ενισχύοντας τον άξονα Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας–ΗΠΑ και αποκόπτοντας την Τουρκία από κρίσιμα θαλάσσια δίκτυα παραγωγής και μεταφοράς φυσικού αερίου που θα οδηγήσει στην απελευθέρωση της Κύπρου.

Στο θεωρητικό πλαίσιο του επιθετικού ρεαλισμού, η επιδίωξη του Ισραήλ δεν είναι απλώς η διατήρηση ισορροπίας ισχύος, αλλά η ανατροπή της δυνατότητας της Τουρκίας να καταστεί ηγεμονική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως συνεργάτης του Δόγματος του 1960, αλλά ως αναθεωρητικός δρων, ο οποίος επιδιώκει συμμαχίες με Ιράν, Κατάρ, Ρωσία και Κίνα, ανατρέποντας την αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, η Ουάσινγκτον επανεξετάζει τον ρόλο του Ισραήλ ως βασικού πυλώνα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας και ως γέφυρας στρατηγικής επιρροής προς την Κεντρική Ασία, όπως κατέδειξε η ένταξη του Καζακστάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ. Παράλληλα, το Ισραήλ επιδιώκει την αναδιατύπωση του ιστορικού Δόγματος της Περιφέρειας, όχι πλέον με την Τουρκία ως σύμμαχο, αλλά ως πρωτεύοντα ανταγωνιστή, του οποίου η περιφερειακή ηγεμονική άνοδος πρέπει να ανακοπεί.

Η αναβίωση ενός νέου Δόγματος της Περιφέρειας δεν αποτελεί αναπαραγωγή του μοντέλου συνεργασίας Ιράν–Τουρκίας–Ισραήλ της δεκαετίας του 1960, αλλά επιχειρεί την ανασύνταξη των περιφερειακών συμμαχιών σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, η οποία δεν νοείται πλέον ως σύμμαχος αλλά ως αναθεωρητικός και ανταγωνιστικός δρων. Ο αγώνας για έλεγχο ενεργειακών πόρων, για θαλάσσιες διόδους και για στρατηγική επιρροή διαμορφώνει ένα νέο χώρο αντιπαράθεσης όπου το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εμποδίσουν τη διαμόρφωση τουρκικής ηγεμονίας.

Επομένως, το επόμενο διάστημα αναμένεται να καθοριστεί από μια κλιμακούμενη στρατηγική σύγκρουση ισχύος, στην οποία:

  • η Τουρκία παλεύει να δημιουργήσει έναν άξονα Ευρασίας–Νείλου,
  • το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιχειρούν να συγκροτήσουν ένα θαλάσσιο άξονα Ανατολικής Μεσογείου–Κεντρικής Ασίας ίσως και σε ένα σχήμα μακριά από τις Συμφωνίες του Αβραάμ που θα αποτελεί σχήμα εντός της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής
  • και η ενεργειακή γεωοικονομία λειτουργεί ως το βασικό πεδίο αναμέτρησης.

Το διακύβευμα δεν είναι απλώς περιφερειακό, είναι ένα νέο γεωπολιτικό σύστημα ισχύος που θα καθορίσει την παγκόσμια στρατηγική ισορροπία των επόμενων δεκαετιών.

 

Η πιθανή κατάρρευση του Ιράν και η αναβίωση ενός ενδεχόμενου αραβο–ισραηλινού Πολέμου

Η ενδεχόμενη αποδυνάμωση ή κατάρρευση του Ιράν συνιστά μία από τις πλέον κρίσιμες μεταβλητές στην περιφερειακή εξίσωση ασφάλειας της Μέσης Ανατολής. Ως βασικός στρατηγικός πυλώνας τού αντι-ηγεμονικού άξονα που συσπειρώνεται απέναντι στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν λειτουργεί ως θεμελιώδες αντισταθμιστικό μέσο ισχύος για αραβικά κράτη τα οποία ιστορικά διατηρούν επιφυλακτική ή αντιθετική στάση έναντι του Ισραήλ. Επομένως, η κατάρρευση του ιρανικού συστήματος ασφάλειας θα παρήγαγε ένα κενό ισχύος με σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τις περιφερειακές συμμαχίες όσο και για την ευρύτερη διεθνή τάξη.

Μετά το πλήγμα του Ισραήλ στη Ντόχα (Σεπτέμβριος 2025), αρκετά αραβικά κράτη έχουν υιοθετήσει στάση στρατηγικής απόστασης, επιδεικνύοντας έλλειψη εμπιστοσύνης προς το ισραηλινό δόγμα αποτροπής. Σε περίπτωση απουσίας του Ιράν ως περιφερειακού ισοζυγιστή, τα κράτη αυτά ενδέχεται να εκλάβουν την ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή ως άμεση απειλή για την πολιτική τους επιβίωση, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα αναζήτησης νέου προστάτη–ηγέτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τουρκία εμφανίζεται ως ο πλέον πιθανός δρων ικανός να υποδυθεί ρόλο περιφερειακού στρατηγικού «εγγυητή», λόγω της στρατιωτικής της ισχύος, του αναθεωρητικού της προσανατολισμού και της ικανότητάς της να αξιοποιεί το θρησκευτικό και πολιτισμικό πλαίσιο.

Εφόσον η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και άλλα κράτη του Κόλπου επιλέξουν να ευθυγραμμιστούν με την Τουρκία σε μία αντι-ισραηλινή αρχιτεκτονική ασφάλειας, τότε η προοπτική αναβίωσης ενός γενικευμένου αραβο–ισραηλινού πολέμου καθίσταται ρεαλιστικά πιθανή. Μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να αποτελέσει ελκυστικό πλαίσιο εμπλοκής για μεγάλες εξω-περιφερειακές δυνάμεις. Η Ρωσία διαθέτει ιστορική συνέχεια παρουσίας στην περιοχή, καθώς κατά τους τρεις αραβο–ισραηλινούς πολέμους (1948, 1967, 1973) παρείχε εκτεταμένη στρατιωτική υποστήριξη στους Άραβες ηγέτες της Δαμασκού και του Καΐρου. Αντίστοιχα, η Κίνα, αξιοποιώντας τα εργαλεία οικονομικής διπλωματίας και την πρωτοβουλία Belt and Road, έχει ισχυρό κίνητρο να επεκτείνει την παρουσία της σε ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας στην περιοχή και να διεκδικήσει νέες συμφωνίες σε θαλάσσια περάσματα όπως το Σουέζ και την επιθυμητή έξοδο στη Μεσόγειο, διεκδικώντας μια θέση στην ανοικοδόμηση και ασφάλεια της Γάζας μέσω της Τουρκίας.

Υπό το πρίσμα του «διλήμματος ασφάλειας», η πτώση του Ιράν θα λειτουργούσε όχι ως μέσο σταθεροποίησης εκτός αν οι ΗΠΑ εγκαλέσουν τη Σαουδική Αραβία, αλλά ως καταλύτης αποσταθεροποίησης ικανός να μετασχηματίσει την περιοχή σε πολυεπίπεδο πεδίο ανταγωνισμού με τη συμμετοχή περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων. Το ενδεχόμενο αυτό αναδεικνύει τη δομική ευθραυστότητα του περιφερειακού συστήματος και αποκαλύπτει την πιθανότητα επανεμφάνισης συγκρούσεων συστημικής κλίμακας στον 21ο αιώνα.

Της Πωλίνας Άνιφτου

Συμβούλου Επενδύσεων και Εξωτερικής Πολιτικής

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Θα πυροδοτήσουν οι συγκρούσεις Συρίας–Κούρδων έναν εμφύλιο πόλεμο στην Τουρκία;

Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν δείχνει στους Κούρδους και στους υποστηρικτές τους την ανειλικρίνειά του

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Μάικλ Ρούμπιν, Middle East Forum

Στις 12 Μαΐου 2025, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) έθεσε επίσημα τέλος στην τεσσαρακονταετή ένοπλη εξέγερσή του κατά της Τουρκίας και αυτοδιαλύθηκε. Παρότι το PKK είχε εγκαταλείψει εδώ και πάνω από μία δεκαετία το αποσχιστικό του πρόγραμμα υπέρ μιας ευρύτερης ομοσπονδιακής λύσης, και παρότι Κούρδοι μαχητές είχαν καταθέσει τα όπλα ή είχαν μετακινηθεί στη Συρία στο πλαίσιο συμφωνίας μιας ειρηνευτικής διαδικασίας πριν από δέκα χρόνια, ο φυλακισμένος ηγέτης του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, διέταξε τη διάλυση της οργάνωσης. Και αυτή διαλύθηκε.

Για τους Κούρδους, ο Οτσαλάν είναι μια μορφή τύπου Νέλσον Μαντέλα· για τους Τούρκους εθνικιστές και όσους τρέφονται από το σύστημα της Άγκυρας, είναι ένας αρχιτρομοκράτης. Εκείνο στο οποίο μπορούν να συμφωνήσουν τόσο οι υποστηρικτές όσο και οι επικριτές του είναι ότι είναι αφοσιωμένος στην κουρδική υπόθεση. Γιατί λοιπόν συμφώνησε να διαλύσει το PKK;

Ο Ερντογάν προσφέρει συνομιλίες ειρήνης κάθε φορά που χρειάζεται κουρδική στήριξη και στρέφεται εναντίον των Κούρδων όταν θέλει να καλλιεργήσει την εθνικιστική του βάση.

Η δημόσια εξήγηση είναι ότι το έκανε στο πλαίσιο μιας συνεχιζόμενης ειρηνευτικής διαδικασίας με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Όμως, παρότι υπήρξαν συνομιλίες και συνεχείς επαφές, η υπόσχεση μιας ειρηνευτικής διαδικασίας δεν αρκεί για να εξηγήσει την έκκληση του Οτσαλάν και τη συμμόρφωση του PKK. Άλλωστε, ο Ερντογάν προσφέρει συνομιλίες ειρήνης κάθε φορά που χρειάζεται κουρδική στήριξη και στρέφεται εναντίον των Κούρδων όταν θέλει να καλλιεργήσει την εθνικιστική του βάση. Αυτό που δεν αλλάζει είναι ότι οι πιο γνωστοί και νομιμοποιημένοι πολιτικοί των Κούρδων —ο Οτσαλάν και ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς— παραμένουν στη φυλακή, στην περίπτωση του Ντεμιρτάς μάλιστα πολύ μετά τη λήξη της ποινής του.

Ο Οτσαλάν και το PKK άλλαξαν στάση για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν η επιθυμία να προστατευθεί η Ροζάβα, η κουρδική αυτόνομη περιοχή στη βορειοανατολική Συρία. Παρότι ορισμένοι ερευνητές και αναλυτές think tanks στην Ουάσινγκτον περιγράφουν την κουρδική περιοχή ως ένα μαρξιστικό καταφύγιο τρομοκρατών, αυτό είναι ανέντιμο: οι περισσότεροι που προωθούν αυτό το αφήγημα δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ την περιοχή ούτε έχουν δει τη λειτουργία της με τα ίδια τους τα μάτια. Είναι επίσης κακή ανάλυση να πιστεύει κανείς ότι ένα πολιτικό κίνημα που ξεκίνησε επίσημα το 1984, αλλά έχει τις ρίζες του στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον της δεκαετίας του 1970, δεν έχει εξελιχθεί. Η Ανατολική Γερμανία και η Πολωνία άλλαξαν δραματικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980· το ίδιο συνέβη και με το PKK. Το να χαρακτηρίζουν Αμερικανοί ακαδημαϊκοί τη Ροζάβα τρομοκρατική οντότητα implicates, ειρωνικά, τον ίδιο τον Ερντογάν, δεδομένου ότι οι Σύροι Κούρδοι πωλούσαν πετρέλαιο με μεγάλη έκπτωση στους γιους του Ιρακινού Κούρδου ηγέτη Μασούντ Μπαρζανί, οι οποίοι με τη σειρά τους το μεταπωλούσαν στην Τουρκία με μικρότερη έκπτωση, κρατώντας τη διαφορά.

Σε κάθε περίπτωση, η Αυτόνομη Διοίκηση αποτελεί τεράστια επιτυχία για τους Κούρδους και είναι η πρώτη φορά που εφαρμόζεται σε ουσιαστική κλίμακα η φιλοσοφία του Οτσαλάν. Οι Κούρδοι πολέμησαν σκληρά για να απελευθερώσουν την περιοχή από τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους, σε μια περίοδο που ο Ερντογάν παρεμπόδιζε τον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, επιδιώκοντας να επωφεληθεί από την οργάνωση, αν δεν τη στήριζε ενεργά.

Με τη διάλυση του PKK, ο Οτσαλάν επιδίωξε να προστατεύσει τη συριακή κουρδική οντότητα. Παρά την απομόνωσή της, ευημερούσε και αποτελούσε πρότυπο για όλα όσα οι Ηνωμένες Πολιτείες απαιτούσαν να είναι η Συρία — ανεκτική, πολυπολιτισμική και μετριοπαθής. Ο τερματισμός του PKK, πίστευε ο Οτσαλάν, θα μπορούσε να βάλει τέλος στη συκοφαντία που προωθούσε η Τουρκία ότι επρόκειτο για τρομοκρατική οντότητα. Ταυτόχρονα, οι Κούρδοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερα μέσω της πολιτικής παρά μέσω της ένοπλης εξέγερσης, ιδίως αν η διαδικασία σήμαινε το τέλος των αυθαίρετων συλλήψεων Κούρδων πολιτικών και την αποφυλάκιση του Ντεμιρτάς και ενδεχομένως του ίδιου του Οτσαλάν. Άλλωστε, για τους Κούρδους, ειρήνη σημαίνει συμφιλίωση.

Υποστηρίζοντας μια επίθεση πλήρους κλίμακας, που περιλαμβάνει ακόμη και τη ρίψη Κουρδισσών κρατουμένων από ψηλά κτίρια, κατά το πρότυπο του Ισλαμικού Κράτους, ο Ερντογάν δείχνει στον Οτσαλάν και στους πρώην υποστηρικτές του PKK ότι έκαναν λάθος υπολογισμό και ότι ο Ερντογάν είναι ανειλικρινής.

Απονομιμοποιώντας τη λογική της ειρήνης, ωθούν τους Κούρδους να επιστρέψουν στον ένοπλο αγώνα, όχι μόνο στη Συρία αλλά ενδεχομένως και στην Τουρκία.

Αυτό δημιουργεί μια επικίνδυνη δυναμική. Πρώτον, μαχητές του PKK κατέθεσαν τα όπλα και μετακινήθηκαν στη Συρία στο πλαίσιο μιας ειρηνευτικής διαδικασίας με την Τουρκία. Στη συνέχεια πολέμησαν το Ισλαμικό Κράτος —με αμερικανική στήριξη, εξοπλισμό και ενθάρρυνση— χωρίς να αποτελούν απειλή για την Τουρκία. Παρ’ όλα αυτά, ο Ερντογάν επανέλαβε τις επιθέσεις, με αεροσκάφη που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν προηγουμένως πουλήσει στην Τουρκία, με drones και με τους σύρους πληρεξουσίους της Άγκυρας. Πλέον, η Τουρκία δείχνει ότι οι διαπραγματεύσεις της με τον Οτσαλάν δεν ήταν ποτέ ειλικρινείς.

Οι Κούρδοι δεν έχουν πού να πάνε. Ο Ερντογάν και οι σύμβουλοί του, όπως ο Χακάν Φιντάν, ή εταίροι όπως ο πρέσβης των ΗΠΑ Τομ Μπάρακ, μπορεί να πανηγυρίζουν, αλλά θα πρέπει να είναι προσεκτικοί. Οι Κούρδοι δεν θα πορευτούν προς τη σφαγή. Απονομιμοποιώντας τη λογική της ειρήνης, τους ωθούν να επιστρέψουν στον πόλεμο, όχι μόνο στη Συρία αλλά ίσως και στην Τουρκία, αν η πολιτική δεν προσφέρει άλλη διέξοδο. Η δημιουργία συνθηκών τύπου μαζικής απόδρασης κρατουμένων του Ισλαμικού Κράτους απλώς ρίχνει λάδι στη φωτιά.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να επιθυμεί το δικό του Νόμπελ Ειρήνης, αλλά, αποτυγχάνοντας να συγκρατήσει την Τουρκία και μάλιστα δίνοντας την εντύπωση ότι ανάβει το πράσινο φως στην Άγκυρα, στήνει το σκηνικό για βία στο εσωτερικό της Τουρκίας σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και σχεδόν μισό αιώνα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Γιατί ο Τομ Μπάρακ έχει βρεθεί στο στόχαστρο με βαρείς χαρακτηρισμούς;

Άλλοι τον λένε άνθρωπο της Τουρκίας, οι ίδιοι οι Τούρκοι τον βλέπουν ως «αποικιακό κυβερνήτη»

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ο Τομ Μπάρακ, ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και ταυτόχρονα ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας διπλής –και φαινομενικά αντιφατικής– κριτικής μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στο συριακό μέτωπο. Από τη μία, σε περιφερειακούς κύκλους και σε μέρος του δημόσιου λόγου εμφανίζεται ως αξιωματούχος που «εξυπηρετεί τουρκικά συμφέροντα», καθώς η Ουάσιγκτον κινείται σε μια φόρμουλα για τη Συρία που εφάπτεται με βασικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Από την άλλη, στην ίδια την Τουρκία, ο Μπάρακ βρέθηκε στο στόχαστρο με βαρείς χαρακτηρισμούς, όταν φωτογραφία από συνάντηση στο τουρκικό υπουργείο Άμυνας πυροδότησε θύελλα περί «αποικιακής» συμπεριφοράς και ταπεινωτικού πρωτοκόλλου.

Η Συρία ως «κλειδί» και η σκιά της Άγκυρας

Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται ο ρόλος του Μπάρακ στο συριακό πεδίο, σε μια περίοδο που η Δαμασκός πιέζει να επανακτήσει τον έλεγχο της βορειοανατολικής Συρίας και να ενσωματώσει τις κουρδικές δομές. Η πρόσφατη συμφωνία «ένταξης/ενοποίησης» ανάμεσα στη συριακή κυβέρνηση και τις κουρδοκρατούμενες δυνάμεις (SDF) αντιμετωπίστηκε στην Τουρκία ως «ιστορικό σημείο καμπής», με τουρκικές πηγές ασφαλείας να αποδίδουν ενεργό ρόλο στη ΜΙΤ και να τονίζουν ότι η συμφωνία εξυπηρετεί τον στόχο της Άγκυρας να «κλείσει» το κουρδικό αποτύπωμα που θεωρεί συνδεδεμένο με το PKK.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μπάρακ εμφανίζεται να λειτουργεί ως ο Αμερικανός «διαμεσολαβητής» που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη μέχρι πρότινος στρατηγική συνεργασία των ΗΠΑ με τις SDF για την αντιμετώπιση του ISIS και στη νέα πραγματικότητα όπου η Ουάσιγκτον συνομιλεί πιο ανοιχτά με τη Δαμασκό. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με το Reuters, ο Μπάρακ συναντήθηκε με την ηγεσία των SDF και ακολούθως με τον Σύρο πρόεδρο Άχμεντ αλ-Σαράα, λίγο πριν «κλειδώσει» η συμφωνία.

Από εκεί ξεκινά και το επιχείρημα όσων τον κατηγορούν ότι «σπρώχνει» μια λύση που βολεύει την Άγκυρα: ενοποίηση υπό τη Δαμασκό, αποδυνάμωση της κουρδικής αυτονομίας, και απομάκρυνση μη Σύρων στελεχών που σχετίζονται με PKK – σημεία που η Τουρκία έθετε επί χρόνια ως κόκκινες γραμμές.

Η φωτογραφία που άναψε φωτιές στην Τουρκία

Κι όμως, την ώρα που εκτός Τουρκίας «χρεώνεται» ως φιλοτουρκικός, μέσα στην Τουρκία ο Μπάρακ βρέθηκε αντιμέτωπος με καταιγίδα επικρίσεων λόγω ενός στιγμιότυπου πρωτοκόλλου. Η επίμαχη φωτογραφία, που δόθηκε στη δημοσιότητα από τις τουρκικές αρχές, τον δείχνει να κάθεται στην κεντρική πολυθρόνα σαν να προεδρεύει σύσκεψης, με τον υπουργό Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ και ανώτατους αξιωματικούς να κάθονται πλάγια. Επικριτές μίλησαν για εικόνα «κυριαρχίας» και «αποικιακού κυβερνήτη», ενώ πολιτικοί της αντιπολίτευσης ζήτησαν εξηγήσεις για το πώς στήθηκε το πρωτόκολλο.

Τουρκικές πηγές, σύμφωνα με δημοσιεύματα, απάντησαν ότι το συγκεκριμένο «στήσιμο» δεν εφαρμόστηκε μόνο στον Μπάρακ και ότι έχει χρησιμοποιηθεί και σε άλλες επισκέψεις (και με ξένους αξιωματούχους), όμως η δημόσια συζήτηση δεν κόπασε: το θέμα πήρε διαστάσεις όχι μόνο αντι-αμερικανικές αλλά και εσωτερικής κριτικής προς κρατικούς μηχανισμούς για «αδικαιολόγητη» εικόνα υποβάθμισης θεσμών.

Το βιογραφικό που «κουβαλά» πολιτικό βάρος

Ο Μπάρακ δεν είναι κλασικός καριερίστας διπλωμάτης. Είναι επιχειρηματίας και παλαιός σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ, με ρόλους στο πολιτικό παρασκήνιο ήδη από την προεκλογική περίοδο του 2016.

Το 2021 είχε βρεθεί στο επίκεντρο ομοσπονδιακής δίωξης στις ΗΠΑ: το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι κατηγορείται (μαζί με άλλους) πως ενήργησε ως μη δηλωμένος πράκτορας ξένης κυβέρνησης υπέρ των ΗΑΕ και ότι αντιμετώπιζε επίσης κατηγορίες για παρεμπόδιση δικαιοσύνης και ψευδείς δηλώσεις.

Η υπόθεση κατέληξε αργότερα σε αθώωση: το Reuters έχει μεταδώσει ότι ο Μπάρακ κρίθηκε μη ένοχος το 2022 για το σκέλος της παράνομης δράσης ως ξένος πράκτορας.

Αυτό το παρελθόν εξηγεί γιατί ο Μπάρακ προκαλεί τόσο έντονα αντανακλαστικά: είναι πρόσωπο που «διαβάζεται» περισσότερο ως πολιτικός παίκτης παρά ως ουδέτερος διπλωματικός διαχειριστής.

Γιατί τον «χτυπούν» και οι δύο πλευρές

Στην πράξη, η διπλή κριτική δεν είναι τόσο παράλογη όσο φαίνεται.

  • Όσοι τον κατηγορούν ως φιλοτουρκικό, βλέπουν ότι η αμερικανική διαχείριση στη Συρία περνά μέσα από τουρκικά φίλτρα: η Τουρκία έχει αυξημένη επιρροή στη νέα συριακή πραγματικότητα και η Ουάσιγκτον, μέσω του ίδιου προσώπου που είναι πρέσβης στην Άγκυρα, επιδιώκει «πακέτο» λύσεων (ενοποίηση, φυλακές ISIS, ασφάλεια συνόρων, έλεγχος κουρδικών δομών).

  • Οι Τούρκοι επικριτές του, αντίθετα, δεν του προσάπτουν ότι είναι «μαλακός» με την Τουρκία, αλλά ότι εμφανίζεται ως εκπρόσωπος μιας υπερδύναμης που φέρεται με όρους επιβολής. Η φωτογραφία στο Υπουργείο Άμυνας λειτούργησε ως μήνυμα: στην τουρκική πολιτική κουλτούρα, ειδικά σε έναν θεσμό που «ζει» από ιεραρχία και πρωτόκολλο, τέτοιες εικόνες γίνονται εύκολα πολιτικό καύσιμο.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο Μπάρακ –λόγω ρόλου, timing και προσωπικού προφίλ– έχει γίνει «καθρέφτης» πάνω στον οποίο προβάλλουν όλοι τη δική τους καχυποψία: άλλοι τον βλέπουν ως εργαλείο της Άγκυρας, άλλοι ως εργαλείο της Ουάσιγκτον που δεν σέβεται την τουρκική αξιοπρέπεια. Και η Συρία, με την αναδιάταξη ισχύος στη βορειοανατολική χώρα, είναι ακριβώς το πεδίο όπου αυτά τα δύο αφηγήματα συγκρούονται – ταυτόχρονα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

ΕΕ–Mercosur: Εξαναγκαστική μεταβίβαση της γης των αγροτών στα funds

Η συμφωνία ΕΕ–Μercosur, μέσω της εντατικοποίησης του ανταγωνισμού και της συμπίεσης των αγροτικών εισοδημάτων, διευκολύνει έμμεσα, διά των μηχανισμών της αγοράς και όχι διά θεσμικών ή κανονιστικών διατάξεων, τη μετατροπή της γης σε χρηματοοικονομικό ενεργητικό στοιχείο. 

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Του John D. Pappas*

Η συμφωνία ΕΕ–Μercosur αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ιδωθεί υπό το πρίσμα συνθηκών αυξανόμενης χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας. Τέτοιες συνθήκες διαμορφώνονται από τη συσσώρευση δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τη μακρόχρονη νομισματική χαλάρωση, την αποσύνδεση χρηματιστηριακών αξιών από την πραγματική οικονομία, κ.τ.λ. Σε τέτοιο περιβάλλον, και μάλιστα υπό το φάσμα διαρκώς εντεινόμενων ανησυχιών για μια παγκόσμια χρηματιστηριακή κατάρρευση (φούσκα),[i] η σταθερότητα των χρηματοοικονομικών τίτλων καθίσταται επισφαλής και η αναζήτηση «ασφαλών» υλικών αποθεμάτων αξίας (real assets) εντείνεται.

Η γη στο χρηματιστήριο

Η γη, υπό αυτές τις συνθήκες, λειτουργεί ως στρατηγικό αντιστάθμισμα περιουσιακού κινδύνου (hedge), δηλαδή ως μη αναπαραγώγιμο, απτό και διαχρονικά πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο, ικανό να διατηρεί αξία σε περιόδους νομισματικής ή χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Ως τέτοιο αντιστάθμισμα, θεωρείται από τις ευρωπαϊκές ελίτ ότι δεν αφορά πρωτίστως τους αγρότες, αλλά τις τράπεζες και τους θεσμικούς επενδυτές, όπως τα επενδυτικά κεφάλαια (funds), που επιδιώκουν διαφοροποίηση και προστασία των χαρτοφυλακίων τους.

Προς αυτόν τον σκοπό, η συμφωνία ΕΕ–Μercosur, μέσω της εντατικοποίησης του ανταγωνισμού και της συμπίεσης των αγροτικών εισοδημάτων, διευκολύνει έμμεσα, διά των μηχανισμών της αγοράς και όχι διά θεσμικών ή κανονιστικών διατάξεων, τη μετατροπή της γης σε χρηματοοικονομικό ενεργητικό στοιχείο. Η γη παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως κοινωνικός–παραγωγικός πόρος και μετατρέπεται σε στρατηγικό αποθεματικό αξίας.

Διαδικαστικά, αυτή η μετατροπή θα πραγματοποιηθεί διά της μεθόδου του οικονομικού εξαναγκασμού των αγροτών καθώς, στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ–Μercosur, (1) οι τιμές συμπιέζονται από εισαγωγές χαμηλότερου κόστους, (2) τα περιθώρια κέρδους μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων μηδενίζονται, και (3) το κόστος συμμόρφωσης με ευρωπαϊκά κανονιστικά πρότυπα παραμένει υψηλό. Κατά συνέπεια τότε η γη πωλείται ή ενοικιάζεται εξαναγκαστικά, δηλαδή συγκεντρώνεται σε μεγαλύτερες μονάδες, συχνά μέσω τραπεζών, funds, ή αγροβιομηχανικών ομίλων. Χωρίς βία, χωρίς νόμο απαλλοτρίωσης, αλλά ως διαρθρωτική αναγκαιότητα της διεθνούς αγοράς.

Κατ’ ουσία δηλαδή η συμφωνία ΕΕ–Μercosur σηματοδοτεί την εγκατάλειψη από την Ευρωπαϊκή Ένωση της κοινής αγροτικής πολιτικής, όπως τουλάχιστον τη ξέραμε μέχρι τώρα, και την απίσχναση των κοινοτικών ταμείων στήριξης του αγροτικού εισοδήματος.

Λατινικό νεοφεουδαλικό πρότυπο

Συγκεφαλαιωτικά, οι συνέπειες της συμφωνίας ΕΕ–Μercosur για τους μικρομεσαίους αγρότες είναι δομικές, σε βάρος της οικονομικής βιωσιμότητάς τους, οπότε αργά ή γρήγορα θα εξαναγκασθούν να ρευστοποιήσουν τη γη τους και να μετασχηματισθούν από ιδιοκτήτες–επιχειρηματίες σε ακτήμονες–μισθωτούς. Έτσι, διαμορφώνεται ένα «νεοφεουδαλικό» χρηματοοικονομικό πρότυπο,[ii] στο οποίο ο έλεγχος των πόρων αποσυνδέεται από την κοινωνική παραγωγή και συγκεντρώνεται σε κεφαλαιακούς φορείς, ήτοι σε τράπεζες και funds. Αυτό δηλαδή το πρότυπο που εφαρμόζεται στις λατινικές χώρες της Mercosur, όπως π.χ. στην Παραγουάη, όπου το 0.2% των ιδιοκτητών κατέχει πλέον το 40.8% της αγροτικής γης.[iii] Προσεχώς και στην Ελλάδα.



[i] Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα αντιμετωπίζει όλο και μεγαλύτερη συστημική έκθεση κινδύνου (risk exposure) καθώς το δημόσιο χρέος μεγάλων οικονομιών ξεπερνάει πλέον το 100% του ΑΕΠ τους και συνεχίζει να αυξάνεται: Ιαπωνία 237%ΗΠΑ 121%, %, Γαλλία 113%, Καναδάς 111%, Ηνωμένο Βασίλειο (UK) 101%, κ.τ.λ. (εκτιμήσεις: IMF / WorldEconomics για το έτος 2025).

[ii] Ο όρος «νεοφεουδαλικό χρηματοοικονομικό πρότυπο» χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά για να περιγράψει μορφές συγκέντρωσης ελέγχου επί παραγωγικών πόρων (όπως η γη) και απώλειας οικονομικής αυτονομίας μικρών παραγωγών, και όχι για να υποδηλώσει ιστορική επιστροφή σε φεουδαρχικές νομικές ή κοινωνικές σχέσεις.

[iii] Ioris, A.A.R. Socio-economic geography and the land rights of indigenous peoples in Paraguay. J. Soc. Econ. Dev. (2024). https://doi.org/10.1007/s40847-024-00347-3

*Νομικός και Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος.

Columbia University: B.S., M.A., Ph. D. Fellow in International Economics (1985).

Πρώην M.I.S. Director στην JP Morgan / MHT (Νέα Υόρκη), νυν Αντιπρόεδρος Ακαδημαϊκής Έρευνας στο Think Tank «Κιβωτός Ολιστικής Παιδείας Ενόπλων Δυνάμεων».

Συγγραφέας 56 δημοσιευθέντων ακαδημαϊκών άρθρων, βιβλίων και μονογραφιών:

https://columbia.academia.edu/JohnDPappas

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ36 λεπτά πριν

Reuters: Διορία τεσσάρων ημερών από Δαμασκό στους SDF – Επεισόδια στην Τουρκία σε κινητοποιήσεις υπέρ των Κούρδων – Έκαψαν τουρκικές σημαίες

Κομβικό στοιχείο της εικόνας, όπως μεταδίδει το Reuters, είναι η στάση των ΗΠΑ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ4 ώρες πριν

Μπάρακ: Η ενσωμάτωση στη νέα Συρία ως ιστορική ευκαιρία για τους Κούρδους! Τέλος οι SDF

Ο ανώτατος διπλωμάτης συνδέει την εξέλιξη αυτή άμεσα με τη μεταβατική περίοδο που ακολουθεί την εποχή του Μπασάρ αλ Άσαντ,...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Θα πυροδοτήσουν οι συγκρούσεις Συρίας–Κούρδων έναν εμφύλιο πόλεμο στην Τουρκία;

Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν δείχνει στους Κούρδους και στους υποστηρικτές τους την ανειλικρίνειά του

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ5 ώρες πριν

Ίμια: Στα πρόθυρα του πολέμου – Ντοκιμαντέρ στο OPEN του Αργύρη Ντινόπουλου

Αυτό δεν είναι απλώς ένα ρεπορτάζ. Είναι το χρονικό μιας νύχτας που θα μπορούσε να είχε γράψει την αρχή μιας...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Γιατί ο Τομ Μπάρακ έχει βρεθεί στο στόχαστρο με βαρείς χαρακτηρισμούς;

Άλλοι τον λένε άνθρωπο της Τουρκίας, οι ίδιοι οι Τούρκοι τον βλέπουν ως «αποικιακό κυβερνήτη»

Δημοφιλή