Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ποιος είναι τελικά ο τρομοκράτης;

Οι πολίτες που αντιστέκονται, οι γυναίκες και η νεολαία που διεκδικούν ελευθερίες, η μεσαία τάξη που πλέον μάχεται για την επιβίωση, συνιστούν την αντίθεση στη βία. Ένα καθεστώς που καταπιέζει, σκοτώνει, και φιμώνει πως ονομάζεται;

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει η Μανταλένα Παπαδοπούλου, ΕΣΤΙΑ

«Το Ιράν διεξάγει έναν πόλεμο εναντίον των «τρομοκρατών», δήλωσε ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου της «Ισλαμικής Δημοκρατίας» Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάρ και το ερώτημα που τίθεται πλέον ανοιχτά είναι ποιος είναι τελικά ο τρομοκράτης.

Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν τις τελευταίες ημέρες του 2025 και συνεχίζουν μέχρι σήμερα, είχαν αφετηρία την οικονομική κατάρρευση. Τη ραγδαία υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό και μια ακρίβεια που καθιστά αβέβαιη την ίδια την επιβίωση, ακόμα και της μεσαίας τάξης. Η ανακοίνωση περί διανομής κουπονιών διατροφής για τους επόμενους τέσσερις μήνες ώστε να καλύπτει έως και το 92% του πληθυσμού, υπογράμμισε μια πραγματικότητα που παραπέμπει σε συνθήκες πολέμου.

Στην πρώτη γραμμή βρέθηκαν οι έμποροι, παρόλο που σαν κοινωνική ομάδα είναι παραδοσιακά προσκείμενη στο καθεστώς και είχαν υποστηρίξει οικονομικά την θεοκρατία με την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Ωστόσο, 47 χρόνια καταπίεσης του ιρανικού λαού από την κατ’ ευφημισμό δημοκρατία (θεοκρατικό καθεστώς κατ’ ουσίαν), οδήγησαν στην μετατροπή μιας οικονομικής διαμαρτυρίας σε ευρεία αντικαθεστωτική εξέγερση, η οποία εξαπλώθηκε ταχύτατα σε περισσότερες από 100 πόλεις σε όλη την χώρα.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο. Από το 1979 μέχρι σήμερα, το Ιράν έχει γνωρίσει αλλεπάλληλες εξεγέρσεις, με κορύφωση το 2022, όταν ο θάνατος της Μαχσά Αμινί πυροδότησε τη μαζική αντίδραση των γυναικών απέναντι στη θεοκρατική καταπίεση. Σήμερα, η νεολαία και οι γυναίκες βρίσκονται και πάλι στον πυρήνα της αντίστασης.

Ο ιρανικός λαός φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι το καθεστώς ως έχει, δεν μεταρρυθμίζεται, δεν εξευγενίζεται, δεν αλλάζει εκ των έσω. Δεν διαθέτει την πολιτική και διπλωματική ισχύ να πείσει για άρση του εμπάργκο, δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί από τον ιδεολογικό και γεωπολιτικό του προσανατολισμό, ώστε να επιδιώξει σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος με τις ισχυρές χώρες της Δύσης. Η προοπτική οικονομικής ανάκαμψης παραμένει ανύπαρκτη. Το καθεστώς του Αλί Χαμενεΐ  έχει αποδυναμωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, ενώ η περιφερειακή του επιρροή έχει συρρικνωθεί και δεν διαφαίνεται πλέον ουσιαστική εξωτερική στήριξη αντίστοιχη του παρελθόντος.

Οι Ιρανοί βγήκαν στους δρόμους με κίνδυνο της ζωής τους, ζητώντας ανατροπή. Το καθεστώς απάντησε με ακραία βία και μαζική χρήση πραγματικών πυρών εναντίον των πολιτών του. Η χώρα βρέθηκε σε σχεδόν πλήρη επικοινωνιακό αποκλεισμό, χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο και κατ’ επέκταση στον έξω κόσμο. Οι αρχές «κλείδωσαν» τους πολίτες τους εντός των τειχών και προχώρησαν σε μια από τις σκληρότερες κατασταλτικές επιχειρήσεις των τελευταίων δεκαετιών. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος, καθώς η διάχυση αξιόπιστης πληροφορίας είναι σχεδόν αδύνατη. Οι εκτιμήσεις, ωστόσο, κάνουν λόγο για χιλιάδες συλλήψεις, εκατοντάδες ή χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες. Ενώ οι διαδηλωτές καταγγέλλουν αιματηρή καταστολή, οι αρχές, καλώντας τους Ευρωπαίες πρεσβευτές, επιχείρησαν να μεταθέσουν την ευθύνη της βίας στους ίδιους τους διαμαρτυρόμενους, υποβαθμίζοντας τα τραγικά γεγονότα σε απλές «ταραχές».

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τις διαδηλώσεις και τη βία υποκίνησαν Αμερικανοί πράκτορες και η Μοσάντ. Ωστόσο, μισός αιώνας πολιτικής καταπίεσης, οικονομικής και κοινωνικής ασφυξίας αρκεί για να εξηγήσει τον επαναλαμβανόμενο ξεσηκωμό. Η άοπλη κοινωνία δεν βγαίνει στους δρόμους απέναντι σε πολυβόλα από καθοδήγηση, αλλά από απόγνωση. Δεν μπορεί να θεωρούμε ότι όλος αυτός ο κόσμος που αντιστέκεται τόσες μέρες είναι εξαγορασμένος από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Είναι τουλάχιστον άδικο για τους Ιρανούς.

Κι αν από τη μια πλευρά οι ΗΠΑ και το Ισραήλ τάσσονται υπέρ μιας αλλαγής στο Ιράν ενάντια στον σκοταδισμό, όπως την αξιώνει μεγάλο μέρος της κοινωνίας, από την άλλη πλευρά είναι αποκαλυπτική η επιλεκτική ευαισθησία των διεθνών «ανθρωπιστών». Διατηρείται μια προκλητική σιωπή. Όταν μια εξέγερση δεν εντάσσεται στο επιθυμητό γεωπολιτικό αφήγημα, όταν εμφανίζεται να στηρίζεται από το Ισραήλ, τότε ως φαίνεται η ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ισοτιμία, οι αγώνες ενάντια στην έμφυλη καταπίεση πάνε περίπατο. Και τότε, μαζί με τις μπούρκες, πέφτουν και οι μάσκες.

Το διεθνές σύστημα διανύει μια περίοδο κατά την οποία ο αναθεωρητισμός τείνει να υπερισχύει της αναζήτησης ισορροπίας και φαίνεται να επανακαθορίζονται σφαίρες επιρροής από τις μεγάλες δυνάμεις. Σε αυτό το περιβάλλον, ευνοείται η εξέγερση αυτή. Γεωπολιτικά η θέση του Ιράν είναι κομβική και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να αφεθεί στην τύχη του.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι πρόκειται για ένα από τα ανθεκτικότερα καθεστώτα στον κόσμο. Η εμπειρία του 1979 λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί υποσχέθηκε ελευθερίες, κοινωνική δικαιοσύνη, πλουραλισμό, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα κυβερνά η θρησκεία. Μόλις, όμως, σταθεροποίησε την εξουσία του, δεν εξόντωσε πρώτα τους «εχθρούς της επανάστασης», αλλά τους πρώην συμμάχους του, αριστερούς και άλλους ιδεολογικούς συνοδοιπόρους. Την ίδια τύχη ακριβώς έχουν και οι σημερινοί αντιφρονούντες, παρόλο που ο σημερινός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν είναι μετριοπαθέστερος και έχουν σημειωθεί ορισμένα βήματα τα τελευταία χρόνια.

Η εξέλιξη της κρίσης παραμένει αβέβαιη και τα διακινούμενα σενάρια πολλά. Υπό τις παρούσες συνθήκες, η άμεση και πλήρης ανατροπή του καθεστώτος δεν αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο, καθώς δεν υπάρχει δομημένη αντιπολίτευση. Εξάλλου κάθε τέτοια προσπάθεια δημιουργίας αντίπαλου δέους θα ήταν καταδικασμένη εν τη γενέσει της και πιθανότατα θα πνιγόταν στον αίμα.

Πιθανότερη φαίνεται μια ελεγχόμενη μετάβαση σε ηπιότερη ηγεσία στο πλαίσιο της «Ισλαμικής Δημοκρατίας», η οποία όμως προϋποθέτει την «απομάκρυνση» του Αλί Χαμενεΐ . Ο 86χρονος ανώτατος ηγέτης δεν αναμένεται να παραδοθεί ή να φύγει οικειοθελώς. Ούτε είναι ρεαλιστικό να θεωρηθεί ότι μπορεί να ανατραπεί αποκλειστικά από έναν άοπλο λαό.

Η πιθανότητα εξωτερικής παρέμβασης θεωρείται ιδιαίτερα αυξημένη, ιδίως υπό το πρίσμα των τοποθετήσεων του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Παρέμβαση, ωστόσο, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη άμεση στρατιωτική εμπλοκή. Μπορεί να λάβει και οικονομική ή διπλωματική μορφή, μέσω αυστηρότερων κυρώσεων, ενίσχυσης του εμπάργκο, με στόχο την στήριξη αλλαγών εντός του συστήματος εξουσίας. Σε μια συγκυρία όπου η Ρωσία και η Κίνα δεν εμφανίζονται έτοιμες να υπερασπιστούν ενεργά το καθεστώς, μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να έχει «χειρουργικό» χαρακτήρα, που δεν θα έχει στόχο την άμεση και ολοκληρωτική ανατροπή της ηγεσίας, αλλά μια ελεγχόμενη μετεξέλιξη του συστήματος εξουσίας, και τη δημιουργία προϋποθέσεων νέας σχέσης αμοιβαίου συμφέροντος με τη Δύση. Τυχόν απαντήσεις του Ιράν σε πλήγματα είναι πιθανόν να υπάρξουν, δύσκολα όμως θα ανατρέψουν τον διαφαινόμενο σχεδιασμό για αλλαγή εντός του καθεστώτος, ίσως με τον Πεζεσκιάν να παραμένει.

Κλείνοντας, το ερώτημα «ποιος είναι ο τρομοκράτης» δεν είναι μόνο ρητορικό. Ούτε, δυστυχώς, αυταπόδεικτο. Οι πολίτες που αντιστέκονται, οι γυναίκες και η νεολαία που διεκδικούν ελευθερίες, η μεσαία τάξη που πλέον μάχεται για την επιβίωση, συνιστούν την αντίθεση στη βία. Ένα καθεστώς που καταπιέζει, σκοτώνει, και φιμώνει πως ονομάζεται;

Είναι διεθνολόγος με ειδίκευση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και σε ευρύτερα θέματα υψηλής στρατηγικής, ζητήματα ασφαλείας, διεθνείς διαπραγματεύσεις, ενώ έχει εκτεταμένη εμπειρία στην πολιτική επικοινωνία και διαχείριση κρίσεων. Αποφοίτησε από το Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με κατεύθυνση στις Διεθνείς Σχέσεις και Οργανισμούς. Συνέχισε τις σπουδές της αποκτώντας μεταπτυχιακό δίπλωμα στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, ενώ ολοκλήρωσε και δεύτερο μεταπτυχιακό στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων από το Τμήμα Government του Πανεπιστημίου του Essex στη Μεγάλη Βρετανία. Έχει παρακολουθήσει, συμμετάσχει και διοργανώσει πλήθος συνεδρίων και σεμιναρίων, ενώ έχει πραγματοποιήσει έρευνα και αρθρογραφία για διεθνολογικά ινστιτούτα και think tanks στην Ελλάδα, στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία. Πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας και στο think tank The Henry Jackson Society στο Λονδίνο, με έρευνα, αρθρογραφία και διοργάνωση εκδηλώσεων στο Βρετανικό Κοινοβούλιο. Δραστηριοποιήθηκε ενεργά στον χώρο της πολιτικής την περίοδο 2012-2018. Παράλληλα, έχει εργασθεί και συνεχίζει να εργάζεται σε διάφορες εταιρείες, ανεξαρτήτως των ακαδημαϊκών της ενδιαφερόντων, κυρίως στον τομέα των πωλήσεων και σε διοικητικές θέσεις. Σήμερα διδάσκει στο State University of New York – Empire State University, μέσω του Κολλεγίου της Νέας Υόρκης στην Αθήνα, όπου εργάζεται επίσης και ως σύμβουλος σπουδών σε Έλληνες και διεθνείς υποψήφιους φοιτητές. Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Τουρκικά.

Αναλύσεις

Αβί Αβιντάν: Η γεωπολιτική στρατηγική του Τραμπ παίζει επικίνδυνα στην παγκόσμια σκακιέρα

Η προσέγγιση του Τραμπ σε αυτή την αναμέτρηση είναι επιθετική και οπορτουνιστική. Χρησιμοποιεί τη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική ισχύ των ΗΠΑ για να τραβήξει ουδέτερες ή αμφισβητούμενες χώρες προς τη Δύση.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σήμερα, η παγκόσμια πολιτική είναι μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο βασικά μπλοκ. Το ένα είναι η δημοκρατική Δύση υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Το άλλο είναι μια χαλαρή ομάδα αυταρχικών κρατών με επικεφαλής την Κίνα, στην οποία περιλαμβάνονται η Ρωσία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.

Η προσέγγιση του Τραμπ σε αυτή την αναμέτρηση είναι επιθετική και οπορτουνιστική. Χρησιμοποιεί τη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική ισχύ των ΗΠΑ για να τραβήξει ουδέτερες ή αμφισβητούμενες χώρες προς τη Δύση.

Αυτή η στρατηγική έχει πολλούς αλληλένδετους στόχους:

  1. Να μετατοπίσει την ισορροπία ισχύος υπέρ της Δύσης.

  2. Να εξασφαλίσει κρίσιμους πόρους, τεχνολογίες και αποθέματα για το μπλοκ υπό τις ΗΠΑ.

  3. Να απομακρύνει αμφισβητούμενες περιοχές και ζώνες επιρροής από τον αυταρχικό έλεγχο και να τις φέρει πιο κοντά στη Δύση.

  4. Να αναγκάσει τους αντιπάλους να αντιδρούν αμυντικά, συνήθως με δυσμενείς όρους.

  5. Να αποδυναμώσει τα προηγούμενα διπλωματικά τους κέρδη και τα σύμβολα επιτυχίας τους.

  6. Να μειώσει τη συνολική οικονομική τους παραγωγή και την παραγωγή βασικών εμπορευμάτων (ιδίως πετρελαίου).

  7. Να συρρικνώσει τις οικονομίες τους σε βάθος χρόνου.

  8. Να δείξει ότι δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλό κόστος για τους συμμάχους τους.

  9. Να περιορίσει την εμβέλεια της επιρροής τους.

  10. Να καταστήσει την ευθυγράμμιση με αυτούς πιο ριψοκίνδυνη, αποθαρρύνοντας έτσι νέους εταίρους.

Ο καλύτερος τρόπος να κατανοήσει κανείς αυτή την προσέγγιση είναι μέσα από το επιτραπέζιο παιχνίδι Risk. Ο Τραμπ παίζει σαν τον επιθετικό παίκτη που καταλαμβάνει νωρίς μια ήπειρο. Έτσι αποκτά μπόνους στρατιές σε κάθε γύρο. Στη συνέχεια εξαπολύει συνεχείς μικρές έως μεσαίες επιθέσεις σε πολλαπλά μέτωπα.

Ο στόχος δεν είναι ένα μεγάλο, συντριπτικό χτύπημα. Είναι η σταθερή καταστολή. Διατηρεί την ανάπτυξη κάθε αντιπάλου πιο αργή από τη δική του για όσο το δυνατόν περισσότερους γύρους. Με τον χρόνο, ακόμη και ένα μικρό αρχικό προβάδισμα μετατρέπεται σε μεγάλη κυριαρχία. Η απώλεια μερικών εδαφών πού και πού δεν έχει σημασία. Το συνολικό μοτίβο φθοράς των αντιπάλων ευνοεί τον παίκτη που καθορίζει τον ρυθμό.

Η γεωπολιτική δεν είναι σαν το Risk. Το Risk τελειώνει. Η γεωπολιτική συνεχίζεται επ’ αόριστον, χωρίς τελικό σκορ. Όμως η βασική λογική είναι η ίδια. Η επιτυχία προκύπτει από τη σχετική θέση ισχύος. Σημαίνει να πηγαίνεις καλύτερα από τους αντιπάλους σου κάθε μέρα και κάθε χρόνο, όχι να κερδίζεις μία και μοναδική αποφασιστική μάχη.

Δοκιμάζοντας αδυναμίες, διαλύοντας τα κέρδη των αντιπάλων και αναγκάζοντάς τους να απλώνονται υπερβολικά, ο επιτιθέμενος μειώνει τους δικούς του κινδύνους. Ταυτόχρονα, περιορίζει το περιθώριο λάθους των αντιπάλων. Όταν οι αντίπαλοι παραμένουν εκτός ισορροπίας για αρκετό καιρό, τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματά τους γίνονται προβλέψιμα και ελέγξιμα.

Η μέθοδος του Τραμπ εστιάζει λιγότερο σε εντυπωσιακές νίκες και περισσότερο σε σταθερά, μικρά κέρδη. Βάφει όλο και μεγαλύτερο μέρος του χάρτη με το χρώμα του, γύρο με τον γύρο. Φροντίζει οι αντίπαλοι να έχουν λιγότερους «στρατούς» να τοποθετήσουν και λιγότερες καλές επιλογές για να αναπτυχθούν. Σε ένα ατελείωτο παιχνίδι, ο παίκτης που υπερέχει πιο σταθερά από τους άλλους και μπλοκάρει αποτελεσματικότερα την πρόοδό τους είναι εκείνος που ελέγχει το ταμπλό.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

O Μπιν Σαλμάν ακολουθεί το εγχειρίδιο του Ερντογάν

Ο Σαουδάραβας ηγέτης προσποιείται μεταρρυθμίσεις ενώ επιδιώκει εδραίωση εξουσίας, με στόχο μια ισλαμιστική τάξη πραγμάτων αντίθετη προς την περιφερειακή ασφάλεια και τη ευρύτερη φιλελεύθερη διεθνή τάξη.

Δημοσιεύτηκε

στις

Μήπως ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας επαναλαμβάνει απλώς την εξαπάτηση της Τουρκίας;

Γράφει ο Μάικλ Ρούμπιν, Middle East Forum

Όταν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θριάμβευσε στις εκλογές της Τουρκίας τον Νοέμβριο του 2002, επιχείρησε να διαβεβαιώσει τη διεθνή κοινότητα ότι είχε εγκαταλείψει τον ισλαμισμό του παρελθόντος του και είχε διδαχθεί από την αποπομπή του το 1998 από τη δημαρχία της Κωνσταντινούπολης και τη φυλάκισή του το 1999 για ισλαμιστική υποκίνηση. «Είμαστε οι εγγυητές της κοσμικότητας», δήλωσε. «Δεν είμαστε ισλαμιστικό κόμμα. Eίμαστε υπέρ της δημοκρατίας, της υγιούς οικονομίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης», είπε, αγγίζοντας όλα τα προοδευτικά σημεία που εκτιμούσε η Δύση.

Και αυτό λειτούργησε. Κατά την επίσκεψή του στην Άγκυρα το 2004, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους δήλωσε: «Εκτιμώ βαθύτατα το παράδειγμα που έχει θέσει η χώρα σας για το πώς μπορεί να είναι μια μουσουλμανική χώρα και ταυτόχρονα μια χώρα που υιοθετεί τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την ελευθερία». Ο Μπους δεν ήταν ο μόνος. Ο υπουργός Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ χαρακτήρισε την Τουρκία πρότυπο που αντιπροσωπεύει «μια μουσουλμανική δημοκρατία που ζει ειρηνικά με τους φίλους και τους γείτονές της».

«Δεν είμαστε ισλαμιστικό κόμμα. Eίμαστε υπέρ της δημοκρατίας, της υγιούς οικονομίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης».

Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το 2002

Σε συνέδριο το 2004, ο Τζέιμς Χολμς, βετεράνος διπλωμάτης στην Τουρκία που τότε ασκούσε πιέσεις υπέρ της Άγκυρας ως πρόεδρος του Αμερικανοτουρκικού Συμβουλίου, φάνηκε εμφανώς εκνευρισμένος με όποιον αμφισβητούσε την πορεία της Τουρκίας. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Ντάνιελ Φριντ περιέγραψε το AKP ως «ένα είδος μουσουλμανικής εκδοχής ενός χριστιανοδημοκρατικού κόμματος». Ο επιχειρηματίας και ιδρυτικό στέλεχος του AKP, Τζουνέιτ Ζαψού, επικοινωνούσε παρασκηνιακά με Αμερικανούς νεοσυντηρητικούς όπως οι Πολ Γούλφοβιτς, Ρίτσαρντ Περλ και Μπέρναρντ Λιούις, για να κατευνάσει τις ανησυχίες τους. Η ευσεβής προσδοκία, αν όχι η απόλυτη αφέλεια, συνεχίστηκε και επί διοίκησης Ομπάμα. Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα χαρακτήρισε τον Ερντογάν έναν από τους πιο έμπιστους ξένους φίλους του. Μάλιστα είπε ότι ζητούσε συμβουλές γονεϊκότητας από τον Ερντογάν, ίσως αγνοώντας ότι μέσα στις πρώτες επτά ημέρες διακυβέρνησής του το ποσοστό δολοφονιών γυναικών στην Τουρκία αυξήθηκε κατά 1.400%.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Ερντογάν εδραίωσε τον έλεγχό του, καταλαμβάνοντας τη διοίκηση τεχνοκρατικών φορέων όπως τα συμβούλια τραπεζικής εποπτείας και ελέγχου, τα οποία αργότερα χρησιμοποίησε εναντίον ανταγωνιστών και αντιπάλων. Σταδιακά απέδειξε ότι παρέμενε πιστός στην παλαιότερη ρήση του: «Η δημοκρατία είναι σαν τραμ. Το χρησιμοποιείς μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου και μετά κατεβαίνεις». Όχι μόνο διέλυσε κάθε μηχανισμό ελέγχου και ισορροπίας μέσα στην Τουρκία και φυλάκισε εκατοντάδες χιλιάδες πολιτικούς αντιπάλους, αλλά ανέστρεψε πλήρως και την εξωτερική πολιτική της χώρας. Από σταθερός σύμμαχος του Ισραήλ στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, έγινε ίσως ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της Χαμάς. Τους τελευταίους μήνες μάλιστα φέρεται να έχει επεκτείνει αυτή τη βοήθεια και στη Χεζμπολάχ. Σήμερα, αντί να στρέφεται προς τη Δύση, ο Ερντογάν κλίνει προς τη Ρωσία, την Κίνα και τον «Άξονα της Ιχουάν», δηλαδή τα κράτη που ενώνονται από την αποδοχή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η Τουρκία μπορεί να παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, όμως λίγοι στο Κογκρέσο θα τη χαρακτήριζαν πιστό σύμμαχο. Οι περισσότεροι τη βλέπουν ως Δούρειο Ίππο και ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της αναγνωρίζουν ότι, στην καλύτερη περίπτωση, η Τουρκία είναι ένα πρόβλημα προς διαχείριση.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Έχει περάσει σχεδόν μία δεκαετία από τότε που ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έγινε διάδοχος του θρόνου στη Σαουδική Αραβία. Η θέση του διαδόχου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία καθώς η άνοια του 90χρονου βασιλιά Σαλμάν μπιν Αμπντουλαζίζ επιδεινώνεται. Στην πράξη, ο MBS –όπως αποκαλείται ευρέως– είναι ο κυβερνήτης της Σαουδικής Αραβίας, ακόμη και χωρίς την τυπική στέψη.

Από την αρχή, Αμερικανοί και Άραβες αξιωματούχοι επαινούσαν τον MBS και τις μεταρρυθμίσεις του. Το 2015, ο Ομπάμα τον χαρακτήρισε «σοφό πέρα από την ηλικία του» και είπε ότι «του φάνηκε εξαιρετικά ενημερωμένος και πολύ έξυπνος». Οι επενδυτές έδειξαν ενθουσιασμό. «Θέλει σίγουρα να ταρακουνήσει τη σαουδαραβική οικονομία», δήλωσε ο Σεμπαστιάν Ενέν, επικεφαλής διαχείρισης κεφαλαίων της εταιρείας The National Investor. «Ασχολείται με τα πάντα».

Μια μεταρρυθμισμένη απόλυτη μοναρχία δεν είναι δημοκρατία· είναι απλώς μια μεταρρυθμισμένη μοναρχία.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ, ανέπτυξαν στενή σχέση με τον MBS. Ο Τραμπ τον χαρακτήρισε «οραματιστή» και «εντυπωσιακό» ηγέτη. Ο Κούσνερ δήλωσε ότι η ηγεσία του MBS θα μπορούσε να είναι πραγματικά «μεταμορφωτική». Και όπως ο Ερντογάν αρχικά επιδίωξε μεταρρυθμίσεις για να βελτιώσει τη λειτουργία της Τουρκίας, έτσι και ο MBS προσπάθησε να δώσει ώθηση στις επιχειρήσεις στο Βασίλειο. Προώθησε επίσης πολλές μεταρρυθμίσεις που ζητούσαν επί γενιές διπλωμάτες και Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, απογοητευόμενος εύλογα όταν έλαβε ελάχιστη αναγνώριση, ειδικά μετά τη δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι, πρώην αξιωματικού των σαουδαραβικών μυστικών υπηρεσιών και υποστηρικτή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ο οποίος αργότερα έγινε αρθρογράφος της Washington Post. Πολλοί Αμερικανοί επικριτές μπέρδεψαν επίσης λανθασμένα τον μεταρρυθμισμό με τον φιλελευθερισμό. Μια μεταρρυθμισμένη απόλυτη μοναρχία δεν είναι δημοκρατία. Eίναι απλώς μια μεταρρυθμισμένη μοναρχία.

Όπως ο Ερντογάν, έτσι και ο MBS ήταν πάντοτε τακτικιστής. Καθώς ο Ερντογάν εδραίωνε τον έλεγχό του, εγκατέλειψε τον πραγματισμό του και άφησε την ιδεολογία του να φανεί. Μέρος του αρχικού του συμβιβασμού ήταν να χρησιμοποιήσει τη Δύση εναντίον του εαυτού της. Το πέτυχε όταν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι απαίτησαν ο τουρκικός στρατός να παραμείνει εκτός πολιτικής και να εγκαταλείψει τον ρόλο του ως συνταγματικού εγγυητή. Με την εξάλειψη αυτού του μηχανισμού ελέγχου, η αυταρχική φύση του Ερντογάν φάνηκε καθαρά.

Ο MBS υιοθέτησε την ίδια στρατηγική. Χρησιμοποίησε τον υποτιθέμενο μεταρρυθμισμό και φιλελευθερισμό του για να κερδίσει τη δυτική στήριξη, την οποία στη συνέχεια αξιοποίησε εναντίον των πολλών αντιπάλων του. Τώρα που έχει παραμερίσει επιτυχώς τον ανταγωνισμό του, δεν χρειάζεται πλέον να προσποιείται ότι στόχος του είναι να μεταμορφώσει το Βασίλειο με δυτικούς όρους. Η στροφή της Σαουδικής Αραβίας προς ένα ισλαμιστικό όραμα και η προσέγγισή του με την Τουρκία, το Κατάρ και το Πακιστάν ενδέχεται να ήταν εξαρχής ο τελικός στόχος του.

Το γεγονός ότι το Κατάρ χρηματοδότησε τόσο τον Ερντογάν και ενδέχεται τώρα να στηρίζει και την αιμορραγούσα οικονομία της Σαουδικής Αραβίας ολοκληρώνει την ομοιότητα.

Για δεκαετίες, ο Ερντογάν παραπλανούσε τους Αμερικανούς συνομιλητές του. Τώρα φαίνεται πως ο MBS ακολουθεί το ίδιο εγχειρίδιο, προσποιούμενος μεταρρυθμίσεις ενώ επιδιώκει εδραίωση εξουσίας, με στόχο μια ισλαμιστική τάξη πραγμάτων αντίθετη προς την περιφερειακή ασφάλεια και τη ευρύτερη φιλελεύθερη διεθνή τάξη.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Διπλωματική λύση ή θα μιλήσουν τα όπλα!

Direct News με τον Ανδρέα Μουντζουρούλια

Δημοσιεύτηκε

στις

Σε κλίμα «ζωντανής κρίσης» και με διαρκείς ανατροπές, το Direct News με τον Ανδρέα Μουντζουρούλια κατέγραψε λεπτό προς λεπτό το μπρα-ντε-φερ ΗΠΑ–Ιράν, με φόντο την ολοένα αυξανόμενη εκτίμηση ότι η διπλωματία μπαίνει στον τελευταίο γύρο πριν ανοίξει ο δρόμος της στρατιωτικής επιλογής.

Η εκπομπή ξεκίνησε από το βασικό δεδομένο της ημέρας: μέσα σε λίγες ώρες το αφήγημα πέρασε από «κατάρρευση συνομιλιών» σε «τελικά πάμε σε συνάντηση στο Ομάν», με τον Ανδρέα να επισημαίνει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και πως όλα παραμένουν «στον αέρα». Στο τραπέζι μπήκαν οι δηλώσεις Ρούμπιο, με τον σαφή αμερικανικό «τριπλό» άξονα: πυρηνικά, βαλλιστικοί πύραυλοι και οργανώσεις-πληρεξούσιοι (proxies). Από την άλλη πλευρά, το ιρανικό μήνυμα –όπως μεταφέρθηκε– δείχνει επιμονή ότι συνομιλίες γίνονται μόνο για το πυρηνικό, κάτι που η εκπομπή χαρακτήρισε ως δομικό αδιέξοδο.

Καθοριστικό σημείο αποτέλεσε η πρώτη επίσημη αμερικανική αντίδραση που αναγνώστηκε on air: ο αντιπρόεδρος Vance φέρεται να ξεκαθαρίζει ότι ο Τραμπ θα επιχειρήσει «ό,τι μπορεί» με μη στρατιωτικά μέσα, αλλά αν κρίνει ότι η στρατιωτική λύση είναι «η μόνη επιλογή», θα την επιλέξει. Η εκπομπή το μετέφρασε ως σήμα αποτροπής προς την Τεχεράνη, αλλά και ως προετοιμασία κοινής γνώμης για κλιμάκωση.

Στο ίδιο κάδρο μπήκαν πληροφορίες για «νέες εγκαταστάσεις» και ενδείξεις επιτάχυνσης δραστηριοτήτων, με την κουβέντα να γυρίζει γρήγορα στο γιατί το κλίμα “σκληραίνει” και από ποιον. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην αίσθηση ότι το Ισραήλ δεν περιμένει κανέναν: αναφέρθηκε έκτακτο, κλειστό συμβούλιο ασφαλείας, με αιφνιδιαστικό τρόπο ειδοποίησης, «άγνωστο θέμα» μεν, προφανές δε ως προς την κατεύθυνση.

Παράλληλα, η εκπομπή στάθηκε στη μεγάλη εικόνα των μετακινήσεων: έντονη επιχειρησιακή κινητικότητα, πτήσεις και μεταφορές υλικού στην ευρύτερη περιοχή, που –όπως ειπώθηκε– δεν γίνονται «για το θεαθήναι». Η βασική ανάγνωση ήταν ότι οι πλευρές κερδίζουν χρόνο όχι για συμφωνία, αλλά για καλύτερες θέσεις πριν την επόμενη μέρα.

Ο Τζιοβάνης πρόσθεσε μια κρίσιμη παρατήρηση που «κούμπωσε» με τις δηλώσεις Vance: το πρόβλημα δεν είναι μόνο το τι συζητούν, αλλά και με ποιον ακριβώς συνομιλούν στο Ιράν, καθώς η πραγματική εξουσία αποδίδεται στον ανώτατο ηγέτη και όχι απαραίτητα σε πρόσωπα της κυβέρνησης. Αυτό, σύμφωνα με την εκπομπή, κάνει τη διπλωματία να μοιάζει με «συζήτηση με σκιές» και αυξάνει τον κίνδυνο παρερμηνειών ή ελεγχόμενων “μπρος-πίσω” για τακτικό χρόνο.

Στο δεύτερο σκέλος, το Direct News άνοιξε και μέτωπα που ακουμπούν άμεσα την Ελλάδα: τουρκικές κινήσεις και προπαγανδιστική πίεση σε διεθνή/αγγλόφωνα μέσα, εργαλειοποίηση θεμάτων θρησκευτικών χώρων, αλλά και το ζήτημα αγοράς ακινήτων στη Θράκη μέσω τρίτων χωρών. Το μήνυμα ήταν καθαρό: σε περιβάλλον γενικευμένης περιφερειακής ανάφλεξης, οι υβριδικές κινήσεις πολλαπλασιάζονται και οι «λεπτομέρειες» γίνονται εργαλεία πίεσης.

Η συνολική εικόνα που έδωσε η εκπομπή ήταν ωμή: η «συνάντηση στο Ομάν», αν γίνει, παρουσιάστηκε περισσότερο ως διαδικαστικό άλλοθι και λιγότερο ως δρόμος λύσης. Με τις πιθανότητες επιτυχίας να χαρακτηρίζονται χαμηλές, το Direct News κράτησε ως κεντρικό συμπέρασμα ότι η περιοχή μπαίνει σε φάση όπου οι αποφάσεις θα παρθούν εκτός τραπεζιών – και γρήγορα.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Αβί Αβιντάν: Η γεωπολιτική στρατηγική του Τραμπ παίζει επικίνδυνα στην παγκόσμια σκακιέρα

Η προσέγγιση του Τραμπ σε αυτή την αναμέτρηση είναι επιθετική και οπορτουνιστική. Χρησιμοποιεί τη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική ισχύ των...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

O Μπιν Σαλμάν ακολουθεί το εγχειρίδιο του Ερντογάν

Ο Σαουδάραβας ηγέτης προσποιείται μεταρρυθμίσεις ενώ επιδιώκει εδραίωση εξουσίας, με στόχο μια ισλαμιστική τάξη πραγμάτων αντίθετη προς την περιφερειακή ασφάλεια...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Διπλωματική λύση ή θα μιλήσουν τα όπλα!

Direct News με τον Ανδρέα Μουντζουρούλια

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Μπαλτζώης: «Η Ευρώπη ηττήθηκε, τώρα ψάχνει την “κομψή” έξοδο»

Παρέμβαση του αντιστράτηγου ε.α. Ιωάννη Μπαλτζώη στην τηλεόραση της "Ναυτεμπορικής"

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ10 ώρες πριν

Παυλόπουλος από Θεσσαλονίκη: «Δεν ξεχνάμε – Ποτέ ξανά» και “φάρος” μνήμης το Μουσείο Ολοκαυτώματος

Ομιλία του τέως προέδρου της Δημοκρατίας στο πλαίσιο της εκδήλωσης της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης για την Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων...

Δημοφιλή