ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Μητσοτάκης για Τουρκία, συνάντηση με Ερντογάν, NAVTEX, δικαίωμα επέκτασης 12 ν.μ. Casus Belli
«Δεν έχω κάποια επίσημη ενημέρωση αν επίκειται κάποιο ταξίδι του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην πατρίδα μας, αυτά είναι ζητήματα τα οποία συζητιώνται πάντα», δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Αλέξη Παπαχελά για λογαριασμό του ΣΚΑΪ, μετά τη δήλωση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ ότι Τραμπ πρόκειται να επισκεφθεί τη χώρα μας. «Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω», συνέχισε ο πρωθυπουργός, «είναι ότι σε αυτόν τον κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες είναι απολύτως κατανοητό η ελληνική κοινωνία να ανησυχεί για το πού πηγαίνουμε συνολικά ως χώρα, πού πηγαίνει η Ευρώπη, πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών και ελπίζω να μας δοθεί η δυνατότητα να εξηγήσουμε με απλά λόγια ποια είναι η στρατηγική της χώρας μας και πώς μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματά μας, ώστε να παραμείνουμε ένας πόλος σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή».
«Πριν τις 15 Φεβρουαρίου η συνάντηση με τον Ερντογάν»
Ερωτηθείς για το ότι οι πρόεδροι Τουρκίας και ΗΠΑ, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Ντόναλντ Τραμπ, επικοινωνούν συχνά τηλεφωνικά και ότι γίνεται συζήτηση για τι θα σήμαινε μια αμερικανική μεσολάβηση και αν συμμερίζεται αυτές τις ανησυχίες, ο πρωθυπουργός απάντησε χαρακτηριστικά πως «όχι, δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτές τις ανησυχίες», τονίζοντας ότι η Ελλάδα έχει μια στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Οι στρατηγικές σχέσεις Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο καλύτερο σημείο που ήταν ποτέ και πρέπει κάποιος να αντιληφθεί ότι, όταν μιλάμε για στρατηγικές σχέσεις της Ελλάδος με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αναφερόμαστε μόνο στις σχέσεις που έχουμε με τον πρόεδρο Τραμπ ή το γραφείο του. Αναφερόμαστε και σε διαχρονικές και σταθερές σχέσεις που έχουμε με το Κογκρέσο και με τους υπόλοιπους πόλους εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Όσον αφορά τις σχέσεις με την Τουρκία, τόνισε ότι είναι αυτοτελείς. Ο κ. Μητσοτάκης πρόσθεσε πως θα έχει την ευκαιρία να βρεθεί στην Άγκυρα τις επόμενες εβδομάδες «και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ και νομίζω ότι αυτή την άποψη τη συμμερίζεται και η Τουρκία ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες».
Ακόμη, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι θα βρεθεί με τον κ. Ερντογάν πριν τις 15 Φεβρουαρίου.
«Η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία και μόνη»
Ερωτηθείς για τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, στις οποίες ανέφερε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να συζητήσει και να προχωρήσει σε μια λύση στο Αιγαίο, ο πρωθυπουργός απάντησε ότι «καταρχάς, από τότε που υπογράψαμε πριν από δύο και κάτι χρόνια τη Διακήρυξη των Αθηνών, θεωρώ ότι έχουμε κάποια σημαντικά κεκτημένα τα οποία δεν πρέπει να τα αμελούμε. Υπάρχει μια πολύ σημαντική μείωση της έντασης, ειδικά στον αέρα, σε επίπεδο παραβιάσεων και παραβάσεων του εθνικού εναέριου χώρου. Έχουμε δει έναν σημαντικότατο περιορισμό. Έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία με την Τουρκία στα ζητήματα του μεταναστευτικού. Έχουμε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους επισκέπτες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το καθεστώς της γρήγορης βίζας για να στηρίζουν τον τουρισμό μας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και έχουμε οικοδομήσει ανοιχτούς δίαυλος επικοινωνίας, έτσι ώστε να μπορούμε, εάνπροκύπτει οποιαδήποτε ένταση, να την εκτονώσουμε σχετικά γρήγορα».
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι δεν τρέφει αυταπάτες, σημειώνοντας παράλληλα ότι το μείζον ζήτημα, η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία και μόνη και αυτή είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδος στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. «Και όσο η Τουρκία προσθέτει σε αυτό το μενού και άλλα θέματα, καταλαβαίνετε ότι το να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτή την κατεύθυνση είναι κάτι το οποίο σε αυτή τη συγκυρία το θεωρώ δύσκολο». «Παρά ταύτα, εγώ κρατώ την δήλωση του κυρίου Φιντάν ως μια θετική αναγνώριση ότι η Τουρκία ενδεχομένως να μπορεί και να εξετάζει κάποια από τα πάγια θέματά της, να μην τα αναδεικνύει με την ίδια ένταση που το έκανε στο παρελθόν. Βέβαια, μετά τη δήλωση Φιντάν είχαμε τις πάγιες θέσεις του τουρκικού υπουργείου Άμυνας. Αυτά δεν είναι πράγματα τα οποία με εκπλήσσουν», πρόσθεσε ο κ. Μητσοτάκης.
Συνεχίζοντας, ο πρωθυπουργός εξέφρασε την πεποίθηση πως είναι καλό το ότι μπορεί να συνομιλεί απευθείας με τον κ. Ερντογάν, «διότι προφανώς δεν συζητούμε μόνο τα ελληνοτουρκικά». «Η Ελλάδα θα είχε κάθε διάθεση να αναπτύξει και περισσότερες πρωτοβουλίες στην ευρύτερη περιοχή. Θα μπορούσαμε να δούμε το ζήτημα μιας ευρύτερης περιφερειακής διάσκεψης που να εμπλέκει και την Τουρκία. Είμαστε γείτονες, καταδικασμένοι από τη γεωγραφία να συνυπάρχουμε και πρέπει σταθερά να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας», πρόσθεσε ο ίδιος και τόνισε ότι τα δύο μεγάλα αγκάθια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι πάντα οι γκρίζες ζώνες και το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης.
Ερωτηθείς για το αν βλέπει κάποιο σημάδι ότι μήπως αυτά τα ζητήματα να μπορούν να βγουν από το τραπέζι, ο κ. Μητσοτάκης απάντησε πως θα το ήλπιζε, «διότι για την Ελλάδα είναι θέματα τα οποία δεν υφίστανται και για αυτό και εμείς δεν υποκύπτουμε ποτέ να μπούμε σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση. Και νομίζω ότι αυτό είναι και κάτι το οποίο θα πρέπει η Τουρκία να το καταλάβει».
Ο πρωθυπουργός σημείωσε ακόμη πως η Άγκυρα πρέπει να αντιληφθεί ότι μια επίλυση της μεγάλης διαφοράς μεταξύ των δύο χωρών, θα είχε και άλλα παράπλευρα οφέλη ως προς τη δυνατότητα της Τουρκίας να προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως τη συμμετοχή της σε σε κάποια μελλοντικά προγράμματα τα οποία θα χρηματοδοτούν την αμυντική της βιομηχανία με ευρωπαϊκούς πόρους.
«Όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση»
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός έστειλε και σαφές μήνυμα προς την Τουρκία. «Αλλά εμείς ήμασταν απολύτως σαφείς: Όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Και παρά την αμφισβήτηση κάποιων ότι αυτή η στάση μας είχε ουσιαστική αξία, απεδείχθη εκ του αποτελέσματος ότι μπορέσαμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο μας».
Όπως τόνισε ο πρωθυπουργός, ο στόχος της Αθήνας δεν είναι να αποκλειστεί στο διηνεκές η Τουρκία από μία πιο ισχυρή συνεργασία με την Ευρώπη. «Ο στόχος μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το διαπραγματευτικό μας χαρτί για να πείσουμε την Τουρκία ότι αυτές οι διεκδικήσεις είναι παντελώς άστοχες, αχρείαστες και εν πάση περιπτώσει, τριάντα και τόσα χρόνια πια μετά την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του ’95, όταν μιλάμε για καλές σχέσεις μεταξύ γειτόνων, τι νόημα μπορεί να έχει το casus belli; Έχουμε αρκετά προβλήματα στην περιοχή μας και στον κόσμο γενικότερα, ώστε να προσθέτουμε κι άλλα».
Για την τουρκική NAVTEX
Σχολιάζοντας την επ’ αόριστον τουρκική NAVTEX στο Αιγαίο, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε: «Έχουμε την πάγια μας θέση για αυτές τις NAVTEX και για τον παράνομο νομικό χαρακτήρα τους. Και σίγουρα η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν αν, παραδείγματος χάριν, θέλει να κάνει μια ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ ελληνικών νησιών στο Αιγαίο. Νομίζω ότι επαναλαμβάνονται μερικές φορές τα έργα και λίγο αυτιστικά από τις τουρκικές γραφειοκρατίες, πάγιες θέσεις, αλλά σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι αν ο Πρόεδρος Ερντογάν πραγματικά θέλει να αφήσει αυτό το κεφάλαιο στο παρελθόν και να μπορέσουμε να εστιάσουμε στο μέλλον, αν υπάρχει αυτή η επιθυμία, τότε εγώ θα ήμουν προφανώς διατεθειμένος να μπω ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση. Αν με ρωτάτε πόσο πιθανό είναι, δεν το θεωρώ πολύ πιθανό στην παρούσα συγκυρία».
Χωρικά ύδατα
Αναφερόμενος στο ζήτημα των χωρικών υδάτων, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι η Ελλάδα επί αυτής της κυβέρνησης έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο. «Μεγάλωσε η Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια και το δικαίωμα επέκτασης έως τα δώδεκα μίλια, όπως κατοχυρώνεται από το διεθνές δίκαιο, είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδος, το οποίο θα ασκηθεί όταν κρίνουμε ότι είναι οι πιο κατάλληλες συνθήκες».
Συνεχίζοντας, σημείωσε ότι οφείλει να επισημάνει πως «εδώ και δεκαετίες η Ελλάδα δεν έχει ασκήσει καθόλου αυτό το δικαίωμα. Για πρώτη φορά το κάναμε εμείς στο Ιόνιο. Δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο δημόσια για το ζήτημα αυτό, παρά μόνο να επαναλάβω ότι είναι ένα μονομερές δικαίωμα της πατρίδος μας, το οποίο σίγουρα δεν απαιτεί την έγκριση κανενός άλλου, προκειμένου αυτό να ασκηθεί. Από την άλλη, πρέπει να έχουμε μία αίσθηση ότι όταν μιλάμε για το Αιγαίο και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, δεν είναι ζήτημα το οποίο αφορά προφανώς μόνο την Ελλάδα και την και την Τουρκία. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο για το ζήτημα αυτό».
Σε ερώτηση του κ. Παπαχελά για το αν υπάρχει στο μυαλό του μια λύση με την Τουρκία, η οποία είναι εθνικά αποδεκτή και πολιτικά διαχειρίσιμη ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός απάντησε: «Ναι, υπάρχει λύση, η οποία μπορεί να συμφωνηθεί με την Τουρκία. Καταρχάς, μπορεί η λύση από μόνη της να είναι η παραπομπή της διαφοράς μας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Αλλά προφανώς καταλαβαίνετε ότι όσο υπάρχει στο τραπέζι η εντός εισαγωγικών θεωρία των γκρίζων ζωνών, όσο δηλαδή έστω και εμμέσως αμφισβητείται η κυριαρχία – όχι κυριαρχικά δικαιώματα των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο – και όσο επικρέμεται από πάνω μας μια απειλή πολέμου, είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Εγώ θα κρατήσω ότι η δήλωση του κ. Φιντάν ήταν ένα δειλό βήμα, θα έλεγα, στη σωστή κατεύθυνση, αλλά περισσότερα θα μπορώ να σας πω μετά τη συνάντηση που θα έχω με τον κ. Ερντογάν».
«Οι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής»
«Το ζητούμενο εδώ πέρα δεν είναι τι έγινε στο παρελθόν. Είναι τι γίνεται τώρα. Και η δικιά μου υποχρέωση ως Πρωθυπουργός της χώρας είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα να ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση της πατρίδας μας, να κρατάω τη χώρα μας ασφαλή. Εμείς δεν επενδύσαμε ποτέ στη στασιμότητα ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Έγιναν πολύ σημαντικές κινήσεις τον τελευταίο χρόνο και με τα θαλάσσια χωροταξικά πάρκα, με τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και με τον εθνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και με την ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός σημαντικού γεωστρατηγικού παίκτη στον τομέα της ενέργειας», δήλωσε ο πρωθυπουργός και συνέχισε: «Άρα, η Ελλάδα κινείται. Η Ελλάδα εξοπλίζεται. Όχι γιατί οι εξοπλισμοί μας πρέπει να είναι σε μόνιμη αντιδιαστολή με αυτά τα οποία κάνει η Τουρκία, αλλά γιατί έχουμε μία υποχρέωση να θωρακίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας. Γιατί οι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής. Άρα, εμείς δεν περιμένουμε να δούμε ένα παράθυρο ευκαιρίας με την Τουρκία, χωρίς να επενδύουμε στη δικιά μας την ισχύ. Η Ελλάδα είναι πάντα προσκολλημένη στο διεθνές δίκαιο. Άρα, εμείς θα υπερασπιζόμαστε την ισχύ των αξιών μας. Αλλά έχει έρθει ώρα να επενδύσουμε και στην αξία της ισχύος μας. Και τα δύο πρέπει να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Και αυτή την πολιτική υπηρετεί η χώρα μας».
Οι σχέσεις με το Ισραήλ
Ερωτηθείς για τις σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ και τα διλήμματα που έχει αντιμετωπίσει η χώρα λόγω του τι συνέβη στη Γάζα, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι οι σχέσεις με το Ισραήλ οικοδομήθηκαν από αρκετές προηγούμενες κυβερνήσεις και σίγουρα είναι μία σχέση η οποία έχει μεγάλο στρατηγικό βάθος. «Συνδέεται προφανώς και με τις σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έβλεπα τη σχέση αυτή ως μία ανταγωνιστική σχέση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ή μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Και αν κάποιοι προσπαθούν να την παρουσιάσουν με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω ότι κάνουν ένα μεγάλο λάθος», σημείωσε.
«Η Ελλάδα, για παράδειγμα, είναι μια χώρα η οποία επιδιώκει με το Ισραήλ μια στρατηγική σχέση στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Ήδη έχουμε κάνει σημαντικές επενδύσεις και πιστεύω ότι ειδικά σε συστήματα που έχουν να κάνουν με την αεράμυνα μπορούν να γίνουν πολλές περισσότερες με σημαντική προστιθέμενη αξία», τόνισε ακόμη ο κ. Μητσοτάκης.
Σημείωσε επίσης ότι η Ελλάδα υποδέχεται παραπάνω από ένα εκατομμύριο επισκέπτες από το Ισραήλ. «Το Ισραήλ είναι μια χώρα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή σε ζητήματα όπως η αγροτεχνολογία, η διαχείριση των υδάτων. Άρα μη βλέπουμε τη σχέση μας με το Ισραήλ μόνο μέσα από το στενό πλέγμα της γεωπολιτικής διάστασης. Υπάρχει μία οικονομική διάσταση. Υπάρχει μία διάσταση που αφορά τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Το Ισραήλ χρειάζεται ένα πάτημα για να μπει στην ευρωπαϊκή αγορά. Άρα είναι μία σχέση με βάθος και με μεγάλο πλάτος, στην οποία ναι, και εγώ προσωπικά έχω επενδύσει πολλά. Αλλά δεν είναι μονοσήμαντη. Δείτε τις σχέσεις που έχουμε με τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου. Σε λίγες εβδομάδες θα πάω στην Ινδία. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη η οποία μίλησε για την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να έρθει κοντά με την Ινδία. Έχουμε απευθείας πτήση τώρα μεταξύ Ινδίας και Ελλάδος. Οι προοπτικές που ανοίγονται για την ελληνική οικονομία είναι τεράστιες. Λίγο πριν πάω στην Ινδία θα βρεθώ στο Αμπού Ντάμπι. Έχω στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. Άρα, η σχέση μας με το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν έχει δράσει ανταγωνιστικά προς τα πολύ μεγάλα ανοίγματα τα οποία έχει κάνει Ελλάδα στον αραβικό κόσμο. Διότι οι χώρες αυτές αποκτούν μια αυξημένη ισχύ σε έναν κόσμο όπου πολλές από τις σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια».
Για την Ουκρανία: «Αλίμονο αν η Ελλάδα δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθόμενο»
Σε άλλα διεθνή ζητήματα, ερωτηθείς για την κριτική που δέχεται ότι ενδεχομένως το τράβηξε πολύ με τη Ρωσία και ότι ακολούθησε την πολιτική απέναντι στη Μόσχα γιατί ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ ο Τζο Μπάιντεν και ότι ίσως αυτή η πολιτική είναι τώρα μετέωρη, ο πρωθυπουργός ήταν σαφής: «Αλίμονο αν η Ελλάδα δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθόμενο, ο οποίος επωφελεί διεκδικήσεις». Ειδικότερα, απάντησε: «Καταρχάς, η στήριξη της Ουκρανίας ήταν μια θέση η οποία υποδείχθηκε όχι μόνο από την προσήλωση στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και από, θα έλεγα, στενά εθνικά συμφέροντα. Αλίμονο αν η Ελλάδα δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθόμενο, ο οποίος επωφελεί διεκδικήσεις. Με τι ηθικό ανάστημα θα μπορούσαμε εμείς ο μη γένοιτο να ζητήσουμε μια αντίστοιχη στήριξη, όταν έχουμε απέναντί μας έναν γείτονα μεγαλύτερο, ο οποίος στο παρελθόν έχει εκφράσει ενίοτε επιθετική ρητορική απέναντι στη χώρα μας. Αλλά θέλω να θυμίσω ότι οι ίδιοι, οποίοι μας άσκησαν αυτή την κριτική, θεωρούσαν ότι η Ελλάδα δεν θα είχε κανένα δίαυλο επικοινωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι περίπου θα ήμασταν αποκλεισμένοι από τη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Η ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός κρίσιμου παίκτη στο νέο ενεργειακό θα έλεγα γήπεδο, το οποίο διαμορφώνεται, έχει πάρα πολύ μεγάλη γεωπολιτική αξία για τη χώρα μας. Ερχόμαστε εμείς ως Ελλάδα και λέμε εμείς έχουμε τις υποδομές, δημιουργούμε αυτόν τον κάθετο διάδρομο. Ήδη τα πρώτα συμβόλαια υπογράφονται. Αυτό δεν έχει μόνο οικονομικό όφελος για την πατρίδα μας», σημείωσε και πρόσθεσε πως αυτό το ζήτημα ενισχύει τη σταθερότητα στην περιοχή μας και ότι η Ελλάδα ανάγεται σε έναν κρίσιμο παίκτη για μία πολιτική η οποία είναι προς όφελος τελικά και της Ευρώπης. «Διότι εμείς τι είπαμε; Θέλουμε να απεξαρτηθούμε από το ρωσικό φυσικό αέριο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να πουλήσουν αέριο και εμείς μπορούμε να είμαστε μία γέφυρα, ώστε αυτό το στρατηγικό σχέδιο να γίνει πράξη. Άρα αποδίδω πολύ μεγάλη σημασία σε αυτές τις ενεργειακές συμφωνίες και νομίζω ότι καταρρίπτουν και με μεγάλη ευκολία τα επιχειρήματα ότι δήθεν εμείς δεν είχαμε κανένα δίαυλο επικοινωνίας με την κυβέρνηση».
Κάθετος διάδρομος
Όσον αφορά τον κάθετο διάδρομο, αν πρόκειται για μια ιδιωτική συμφωνία ή αν έχει κάποια άλλη διάσταση, ο πρωθυπουργός σημείωσε: «Είναι ιδιωτικές συμφωνίες, αλλά στον βαθμό που θέλω να θυμίσω ότι υπάρχουν υποδομές οι οποίες είναι κρατικές, όπως υποδομές της ΔΕΠΑ. Υπάρχουν ιδιωτικές υποδομές, όπως το FSRU στην Αλεξανδρούπολη. Πρακτικά υπάρχει ένας κάθετος διάδρομος με δύο παρακλάδια. Ο ένας αφορά τη Ρεβυθούσα, ο άλλος αφορά την Αλεξανδρούπολη. Σημαντικό και οι δύο να είναι οικονομικά ανταγωνιστικοί. Αλλά προφανώς δεν μιλάμε μόνο για ιδιωτικές συμφωνίες. Μιλάμε για μια στρατηγική κατεύθυνση, η Ελλάδα να μπορεί να είναι πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για χώρες μέχρι τη Ρουμανία. Και τονίζω μέχρι Ρουμανία, διότι στον Βορρά υπάρχουν χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Βόρεια Μακεδονία, η Σερβία. Η Ελλάδα καθίσταται καθοριστικός παίκτης πια για την ενεργειακή ασφάλεια αυτών των χωρών και αυτό προφανώς είναι κάτι το οποίο ουσιαστικά και συνολικά αναβαθμίζει τη πατρίδα μας».
GEOPOLITICO
Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.
Του Νίκου Ι. Σπανού, Ναυάρχου Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. ε.α. – Διεθνούς Πραγματογνώμονα Ναυτιλιακών Θεμάτων
Η παγκόσμια ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Τα πλοία καλούνται να περιορίσουν δραστικά τις εκπομπές τους, να εγκαταλείψουν σταδιακά τα συμβατικά καύσιμα και να υιοθετήσουν τεχνολογίες φιλικότερες προς το περιβάλλον.
Πίσω όμως από τη μεγάλη υπόσχεση της πράσινης μετάβασης αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα:
Μήπως, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε το περιβάλλον, δημιουργούμε νέους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων;
Δεν πρόκειται για κινδυνολογία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί πλέον σοβαρά τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.
Το καύσιμο του μέλλοντος μπορεί να γίνει ο κίνδυνος του παρόντος
Η αμμωνία, η μεθανόλη και το υδρογόνο βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης της ναυτιλίας.
Κάθε καύσιμο, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά επικινδυνότητας.
Η αμμωνία είναι ιδιαίτερα τοξική και μια ανεξέλεγκτη διαρροή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Η μεθανόλη είναι εύφλεκτη και τοξική, ενώ το υδρογόνο απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές αποθήκευσης και διαχείρισης, λόγω της υψηλής ευφλεκτότητάς του.
Φανταστείτε ένα εμπορικό πλοίο που ανεφοδιάζεται με αμμωνία σε λιμάνι κοντά σε κατοικημένη περιοχή.
Ένα τεχνικό σφάλμα, μια αστοχία σύνδεσης ή η ανεπαρκής εφαρμογή διαδικασιών ασφαλείας θα μπορούσαν, υπό δυσμενείς συνθήκες, να οδηγήσουν σε επικίνδυνη έκλυση αερίου.
Τότε το ζήτημα δεν θα αφορούσε αποκλειστικά το πλήρωμα.
Θα αφορούσε τους χρήστες λιμένων, τις γειτονικές εγκαταστάσεις, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και ενδεχομένως τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής.
Ποιος θα αντιμετωπίσει το πρώτο μεγάλο περιστατικό;
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός επανέφερε στο επίκεντρο την ανάγκη εκπαίδευσης των ναυτικών στα εναλλακτικά καύσιμα και την αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικών ρύπανσης που συνδέονται με αυτά.
Το μήνυμα είναι ουσιαστικό.
Δεν αρκεί να σχεδιάζουμε πλοία νέας τεχνολογίας. Πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι τα πληρώματα και οι λιμενικές υπηρεσίες είναι πραγματικά προετοιμασμένα να διαχειριστούν τους νέους κινδύνους.
Ένα συμβατικό περιστατικό διαρροής πετρελαιοειδών δεν αντιμετωπίζεται με τις ίδιες επιχειρησιακές μεθόδους που απαιτεί μια διαρροή αμμωνίας.
Η αντιμετώπιση προϋποθέτει διαφορετικό εξοπλισμό, ειδική εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, σχέδια έκτακτης ανάγκης και σαφείς διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ εμπλεκόμενων αρχών.
Η Ελλάδα μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση
Για την Ελλάδα, με τη μεγάλη εμπορική ναυτιλία, τα πολυάριθμα λιμάνια και τη στενή σύνδεση λιμενικών δραστηριοτήτων με αστικές περιοχές, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η προετοιμασία δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση νέων υποδομών ανεφοδιασμού.
Απαιτείται προηγουμένως ολοκληρωμένη εκτίμηση επικινδυνότητας, καθορισμός ζωνών ασφαλείας, επικαιροποίηση σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού.
Το Λιμενικό Σώμα, οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένων, οι πυροσβεστικές υπηρεσίες και οι ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να διαθέτουν σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες και επιχειρησιακά δοκιμασμένες διαδικασίες.
Η περιβαλλοντική πρόοδος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της ανθρώπινης ασφάλειας.
Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται πρώτα μια κόκκινη γραμμή
Η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας αποτελεί αναγκαίο στρατηγικό στόχο. Δεν πρέπει όμως να εξελιχθεί σε αγώνα τεχνολογικής ταχύτητας χωρίς αντίστοιχη εξέλιξη των κανόνων ασφαλείας.
Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο σε μειωμένες εκπομπές ρύπων, αλλά και στην ικανότητα πρόληψης ατυχημάτων, προστασίας της ανθρώπινης ζωής και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς να κατασκευάσουμε το πλοίο του μέλλοντος. Είναι να διασφαλίσουμε ότι το πλοίο του μέλλοντος δεν θα μεταφέρει μαζί με το φορτίο του και έναν νέο, ανεπαρκώς ελεγχόμενο κίνδυνο.
Γιατί η ναυτιλία δεν θα γίνει πραγματικά πράσινη εάν προηγουμένως δεν παραμείνει απολύτως προσηλωμένη στην ασφάλεια.
Και το επόμενο μεγάλο ναυτικό ατύχημα δεν πρέπει να αποτελέσει την αφορμή για να ανακαλύψουμε όσα οφείλαμε να έχουμε προβλέψει σήμερα.
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα δεν πρέπει να περιμένει την εκδήλωση ενός σοβαρού ατυχήματος για να αναγνωρίσει τις αδυναμίες της. Χρειάζεται προληπτικός σχεδιασμός, διαρκής αξιολόγηση των νέων κινδύνων και ουσιαστική επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα. Γιατί η μεγαλύτερη ευθύνη της σύγχρονης ναυτιλίας δεν είναι μόνο να παραδώσει στις επόμενες γενιές καθαρότερες θάλασσες, αλλά και να διασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές, καθώς και οι κοινωνίες που ζουν δίπλα τους, θα παραμείνουν ασφαλείς. Η πράσινη μετάβαση θα αποτελεί πραγματική επιτυχία μόνο όταν η περιβαλλοντική βιωσιμότητα συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης
Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.
Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.
Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.
Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.
Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].
Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.
Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .
Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.
Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.
Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.
Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].
Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].
Σημειώσεις και παραπομπές
[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.
[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.
[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.
[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.
[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν
Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.
Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.
Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.
Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία
Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.
Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.
«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.
Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.
Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.
Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.
Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.
Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.
Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.
Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.
Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ
Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.
Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.
Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.
«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.
Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.
Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.
Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.
Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.
Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.
Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».
Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.
Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.
Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»
Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.
Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.
Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.
Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.
Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.
Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.
Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες
Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.
Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.
Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.
Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.
Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ
Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.
Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.
Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.
Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.
Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.
Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.
Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.
Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.
Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.
Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.
Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας