Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Κυπριακό, Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ: μια νέα θεώρηση των σχέσεών τους *

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Γιώργος Κρεμλής*

Η νέα υπό διαμόρφωση τάξη πραγμάτων και οι πρωτόγνωρες εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα, ειδικότερα όμως στην Ευρώπη με την περίπτωση της Γροιλανδίας που ανήκει στη Δανία, δεν είναι όμως έδαφος της ΕΕ και τη συνεχιζόμενη σύρραξη στην Ουκρανία, καθώς και οι πρόσφατες μνήμες από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα – που αξιολογούνται από τη διεθνή δικαιοταξία – όπως και ο κίνδυνος επαπειλούμενης σύρραξης με το Ιράν, αναδεικνύουν τη σημασία της Κύπρου από γεωπολιτική και γεωστρατηγική άποψη. Η σημασία αυτή τονίζεται ακόμη περισσότερο με τη συμμετοχή της Κύπρου στο πρόγραμμα SAFE – Security Action for Europe – το νέο μεγάλο πρόγραμμα για την άμυνα και την ασφάλεια της Ευρώπης, που ενδυναμώνει τον αμυντικό της βραχίονα. Ενισχύεται επίσης από το ενδιαφέρον και την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω Ιράν, το ρόλο των βάσεων του Ηνωμένου Βασίλειου στην Κύπρο, και τη στενότερη συνεργασία σε αμυντικά θέματα Ελλάδος, Ισραήλ και Κύπρου. Η Κύπρος καθίσταται έτσι από γεωστρατηγικής άποψης η σημαντικότερη έπαλξη και προπύργιο του δυτικού κόσμου, της ΕΕ και έμμεσα του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ αλλά και του Ισραήλ στην  ανατολική Μεσόγειο. Διαμορφώνεται έτσι momentum υπέρ της Κύπρου που πρέπει να αξιοποιηθεί πολλαπλά προς όφελος της με κύριο στόχο την ευνοϊκή επίλυση του Κυπριακού και την εφαρμογή του ευρωενωσιακού κεκτημένου στο σύνολο του νησιού.

Ι. Η ευρωενωσιακή δικαιοταξία και η ενίσχυση του ρόλου της ΕΕ στην επίλυση του Κυπριακού  

I.1 Το status quo και οι ευθύνες της Τουρκίας

Η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε στην ΕΕ το 2004 με την Πράξη Προσχωρήσεως (ΠΠ) του 2003, ως ενιαίο, κυρίαρχο κράτος.

Ωστόσο, το Πρωτόκολλο αριθ.10, που προσαρτάται στην ΠΠ, ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι «Η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου αναστέλλεται στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου η κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο». Συνακόλουθα, αναγνωρίζεται ότι ολόκληρη η Κύπρος είναι έδαφος της ΕΕ, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου μόνο στις περιοχές που δεν τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης. Είναι προφανές ότι το γράμμα της διάταξης δεν αναφέρεται στις αγγλικές βάσεις που δεν αποτελούν έδαφος της Κύπρου και οι οποίες διέπονται από το Πρωτόκολλο αριθ. 3.

Από τη διατύπωση του Πρωτοκόλλου αριθ. 10 προκύπτει ότι η αναστολή είναι προσωρινή, έως τη «διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος» (βλ. άρθρο 4), μέχρι δηλαδή την επίλυση του Κυπριακού. Το άρθρο 4 αναφέρεται στην «τουρκοκυπριακή κοινότητα» και παραπέμπει έτσι σιωπηρά στα κατεχόμενα, στο βόρειο τμήμα του νησιού το οποίο δεν ελέγχει η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η διατύπωση του Πρωτοκόλλου είναι σιβυλλική. Διερωτάται κανείς πως οι Κύπριοι διαπραγματευτές – υπό την καθοδήγηση και της Ελλάδος (Κρανιδιώτης γαρ) – δεν επεδίωξαν μια πιο σαφή διατύπωση που να κατονομάζει την Τουρκία ως δύναμη κατοχής, να καταδικάζει τη στρατιωτική εισβολή, τη συνεχιζόμενη κατοχή και παρουσία τουρκικών στρατευμάτων ή τουλάχιστον να παραπέμπει στα ψηφίσματα του ΟΗΕ και στο διεθνές δίκαιο. Προφανώς η διατύπωση ήταν  αποτέλεσμα πολιτικονομικού συμβιβασμού, αφού στόχος ήταν η ταχύτερη δυνατή, απρόσκοπτη ένταξη, στη λογική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Πράγματι, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ήταν το σημαντικότερο γεγονός μετά την ανακήρυξή  της στις 16 Αυγούστου 1960 σε ανεξάρτητο κράτος. Μια σωτηρία εξέλιξη!

Με το Πρωτόκολλο αριθ.10, η  ΕΕ προτίμησε μια «λύση Πόντιου Πιλάτου» η οποία δεν έλυσε το πολιτικό πρόβλημα, κατέληξε όμως σε μια νομική διατύπωση που δεν συνεπάγεται από πλευράς της ανάληψη ρόλου επιβολής λύσης. Οι υπέρμαχοι της συμβιβαστικής διατύπωσης ισχυρίζονται ότι το Πρωτόκολλο είναι «όσο σαφές χρειαζόταν νομικά» και «όσο ασαφές χρειαζόταν πολιτικά», ώστε η Κύπρος να ενταχθεί στο σύνολό της στην ΕΕ χωρίς να κλείσει ή να  προκαθορίσει – βεβιασμένα – τη λύση του Κυπριακού. Το Πρωτόκολλο έπρεπε να διευκολύνει την ένταξη χωρίς λύση αλλά να μπορεί να προσαρμοστεί αν προκύψει λύση. Άλλωστε το 2003 υπήρχε προσδοκία για λύση λόγω του σχεδίου Ανάν. Τα πλεονεκτήματα της – κατά την κοντόφθαλμη αντίληψη των συντακτών της –  ήταν ότι η Κύπρος προσχώρησε στο σύνολο της στην ΕΕ που αναγνώρισε την Κυπριακή Δημοκρατία ως το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, με προσωρινή αναστολή του κεκτημένου στα κατεχόμενα που όμως θεωρούνται έδαφος της ΕΕ. Δεν αναγνωρίζει καμμία άλλη οντότητα,

Η Πράσινη Γραμμή θεωρείται ως εσωτερική διαχωριστική γραμμή, όχι ως εξωτερικό σύνορο της ΕΕ – έστω και προσωρινό. Οι Τουρκοκύπριοι παραμένουν πολίτες της ΕΕ και ως πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν πλήρη δικαιώματα, ακόμη και αν ζουν στο βόρειο τμήμα. Η ΕΕ άφησε ανοικτή την προοπτική λύσης με τη διατύπωση ότι αν επιτευχθεί πολιτική λύση, το Συμβούλιο της ΕΕ «αποφασίζοντας ομόφωνα κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, αποφασίζει για τις αναγκαίες προσαρμογές των όρων προσχώρησης της Κύπρου στην Ένωση όσον αφορά την τουρκοκυπριακή κοινότητα». Μια διαφορετική ανάγνωση θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι με πρωτοβουλία της ΕΕ θα μπορούσαν να γίνουν εκ των προτέρων οι απαραίτητες προσαρμογές υπέρ της τουρκοκυπριακής κοινότητας που θα οδηγούσαν ή θα διευκόλυναν την επίλυση του Κυπριακού. Τα προαναφερόμενα πιστώνονται στα θετικά του Πρωτοκόλλου, ενώ στα αρνητικά θα μπορούσε κανείς να σημειώσει τα εξής: παρότι το Κυπριακό είναι αποτέλεσμα παράνομης στρατιωτικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, το Πρωτόκολλο δεν κατονομάζει την Τουρκία ούτε καν αναφέρεται στην παράνομη κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε και που αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Μετατρέπει ένα διεθνές ζήτημα παραβίασης κυριαρχίας σε τεχνικό πρόβλημα εφαρμογής του κεκτημένου, με συνέπεια την αποπολιτικοποίηση σε μεγάλο βαθμό του ζητήματος εντός ΕΕ, αφού δεν προβλέπεται χρονοδιάγραμμα επίλυσης και μηχανισμό συμμόρφωσης ή κυρώσεων για την άρση της παρανομίας, ενώ δεν συνδέεται η άρση της αναστολής με αποχώρηση στρατευμάτων ή τερματισμό της κατοχής που θα επέτρεπε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα να εκφραστεί ελεύθερα και να «καθίσει αυτοτελώς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Έτσι, η Τουρκία από μέρος του προβλήματος εμφανίζεται ως εξωτερικός παρατηρητής και έμμεσα και ως μέρος της λύσης. Μετακυλίεται έτσι όλο το βάρος στην Κυπριακή Δημοκρατία ενώ είναι προφανές ότι χωρίς την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας που ελέγχει πλήρως την τουρκοκυπριακή κοινότητα, λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Οι παραπάνω διαπιστώσεις επιτρέπουν τη διαιώνιση της αναστολής και μια «κανονικοποίηση» της de facto διχοτόμησης που φεύ προσφέρει επιχειρήματα στην Τουρκία υπέρ της ύπαρξης δύο κρατικών οντοτήτων. Προφανώς, αν οι συντάκτες του Πρωτοκόλλου μπορούσαν να προβλέψουν την εξέλιξη των πραγμάτων θα είχαν προτιμήσει μια διαφορετική, πιο θαρραλέα διατύπωση, που θα συνέβαλε μέσω πρωτοβουλιών της ΕΕ στην επίλυση του Κυπριακού, σε συνδυασμό με αιρεσιμότητες συνδεδεμένες με τη συμφωνία σύνδεσης, την τελωνειακή ένωση και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας αλλά και τις εν γένει σχέσεις της με την ΕΕ.   

Η παράνομη αυτή κατάσταση πραγμάτων επιτείνεται και από μια άλλη σειρά σημαντικών παραβιάσεων από πλευράς Τουρκίας, που αμφισβητούν τόσο το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ, όσο και τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ αλλά και γενικότερα την ευρωενωσιακή δικαιοταξία καθώς και τις υποχρεώσεις που υπέχει από το διεθνές δίκαιο:

  1. Μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει κράτος μέλος της ΕΕ αμφισβητώντας έτσι κατάφωρα την ίδια την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, την Πράξη Προσχωρήσεως της Κύπρου και το Πρωτόκολλο αριθ. 10 που αποτελούν πρωτογενές δίκαιο. Η άρνηση αυτή παραβιάζει και θεμελιώδεις αρχές του ευρωενωσιακού οικοδομήματος και της δικαιοταξίας του, μέρος της οποίας είναι και η Συμφωνία σύνδεσης της Τουρκίας καθώς και το πλέγμα κανόνων δικαίου σχετικά με την τελωνειακή ένωση και τις προενταξιακές της υποχρεώσεις. Παραβιάζει επίσης και τη διεθνή δικαιοταξία αγνοώντας τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, τον σεβασμό της κυριαρχίας κρατών μελών και την αρχή της καλής γειτονίας.

  1. Μη εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας του 2005.

Η Τουρκία παρά το ότι είχε την υποχρέωση να επεκτείνει την τελωνειακή ένωση προς όλα τα νέα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, εξέδωσε μονομερή δήλωση μη αναγνώρισης, δεν άνοιξε τα λιμάνια και αεροδρόμια της σε κυπριακά πλοία και αεροσκάφη και αγνόησε επανειλημμένα αποφάσεις του Συμβουλίου. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν και είναι η κατ´εξακολούθηση παραβίαση των υποχρεώσεων της έναντι της ίδιας της ΕΕ αλλά και η παραβίαση κανόνων πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ ως προς τους οποίους η ΕΕ επέδειξε  ανοχή σε ό,τι αφορά την επιβολή τους, τηρώντας όμως τα προσχήματα με  πολιτική κατά περίπτωση καταδίκη της Τουρκίας.

  1. Παρεμπόδιση εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου.

Η Τουρκία διατηρεί στρατιωτικό έλεγχο σε έδαφος της ΕΕ, επηρεάζει άμεσα τη διοίκηση και παρενέβη θεσμικά στα κατεχόμενα, προώθησε τετελεσμένα στα Βαρώσια, ευθύνεται για τον εποικισμό που αλλοίωσε τη δημογραφική ταυτότητα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, παραβίασε το δικαίωμα ιδιοκτησίας και άλλα θεμελιώδη δικαιώματα κατά παραβίαση της ΕΣΔΑ, ενώ αρνείται να εφαρμόσει καταδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

  1. Εργαλειοποίηση των Τουρκοκυπρίων

Η Τουρκία προβάλλει την αναστολή του κεκτημένου ως «απόδειξη αποκλεισμού» των Τουρκοκυπρίων επιρρίπτοντας τις ευθύνες στην Κυπριακή κυβέρνηση, ενώ η ίδια εμποδίζει τη νόμιμη ενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων στην ΕΕ μέσω της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ι.2 Οι ευθύνες της ΕΕ

Οι ευθύνες αυτές είναι πολυεπίπεδες. Παραβιάζουν βασικές αρχές «συνταγματικού χαρακτήρα» της Ένωσης, το πρωτογενές δίκαιο της ίδιας της ΕΕ αλλά και την ΠΠ και το Πρωτόκολλο που αποτελούν μεταγενέστερο πρωτογενές δίκαιο και υπερέχουν έναντι των κανόνων της Συμφωνίας σύνδεσης, του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας και κάθε σχετικού κανόνα ή ρύθμισης έναντι της Τουρκίας. Συγκεκριμένα η ΕΕ αλλά και τα κράτη μέλη της δεσμεύονται μεταξύ τους από την αρχή της αλληλεγγύης που είναι καταστατική αρχή της ΕΕ και λειτουργεί αμφίδρομα.

Η αλληλεγγύη της ΕΕ προς τα κράτη μέλη προκύπτει από διάφορες διατάξεις των Συνθηκών και από τη μεταξύ τους διάδραση: Άρθρο 2 ΣΕΕ που ανάγει την αλληλεγγύη σε θεμελιώδη – οιονεί συνταγματικού χαρακτήρα – κανόνα της ΕΕ. Άρθρο 3 ΣΕΕ που προωθεί την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ κρατών μελών, που η ΕΕ έχει επίσης  την υποχρέωση να διασφαλίσει. Άρθρα 174-178 ΣΛΕΕ για την πολιτική συνοχής και τα Ταμεία της ΕΕ για στήριξη των λιγότερο ανεπτυγμένων περιοχών. Άρθρο 222 ΣΛΕΕ ως ειδική έκφανση της ρήτρας αλληλεγγύης που προβλέπει ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη ενεργούν από κοινού αν ένα κράτος μέλος πληγεί από τρομοκρατική επίθεση ή φυσική/ανθρωπογενή καταστροφή. Άρθρο 122 ΣΛΕΕ που προβλέπει τη δυνατότητα παροχής οικονομικής βοήθειας σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες. Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει και το άρθρο 42 παρ. 7 ΣΕΕ, που θεσπίζει τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας (βλ. κατωτέρω).

Είναι προφανές ότι η ΕΕ αλλά και τα κράτη μέλη της δεν τήρησαν την αρχή της αλληλεγγύης στην περίπτωση του Κυπριακού, παρά μόνο ως προς τα προσχήματα.

Στην ολιγωρία της ΕΕ μπορεί να καταλογιστούν και τα εξής: Η ΕΕ δεν ανέδειξε κατά τρόπο εμφατικό έναντι της Τουρκίας σε ό,τι αφορά στις μεταξύ τους σχέσεις τις παραβιάσεις του ευρωενωσιακού δικαίου για τις οποίες την ευθύνη επιβολής έναντι της Τουρκίας έχει η ΕΕ, έστω και αν πρόκειται για έμμεσες παραβιάσεις έναντι της Κύπρου ως κράτους μέλους. Παραβιάσεις δηλαδή στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Δεν ανέδειξε επίσης τις παραβιάσεις της Τουρκίας έναντι της Κύπρου που πηγάζουν από το ευρωενωσιακό δίκαιο, τη Συμφωνία σύνδεσης, το Πρωτόκολλο της Άγκυρας, την τελωνειακή ένωση, ενώ δεν ενσωμάτωσε το Κυπριακό στην ενταξιακή πορεία κατά τρόπο δεσμευτικό.

Με άλλα λόγια, η ΕΕ μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι ο θεματοφύλακας του ευρωενωσιακού δικαίου δεν χρησιμοποίησε την ΠΠ και το Πρωτόκολλο ως εργαλεία πίεσης κατά της Τουρκίας, ανέχθηκε τις παραβιάσεις που οδηγούν σε άρνηση αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας με όλες τις συνεπακόλουθες παραβιάσεις της τελωνειακής ένωσης, αποδέχθηκε στην πράξη μία θεσμική ανωμαλία εντός της ΕΕ, δεν ενεργοποίησε ουσιαστικές κυρώσεις έναντι της Τουρκίας, συνέχισε τις χρηματοδοτήσεις της προς την Τουρκία και διατήρησε τον πολιτικό διάλογο. Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τουρκία καταγράφει παραστατικά τα περισσότερα από τα ανωτέρω καθώς και άλλες παραβιάσεις του κράτους δικαίου, ελευθερίας του τύπου, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ είναι προφανές ότι τα κριτήρια της Κοπεγχάγης δεν πληρούνται, η Τουρκία όμως εξακολουθεί να επιδιώκει την ένταξη της στην ΕΕ και από τυπικής άποψης είναι υποψήφιο κράτος μέλος. Η στάση της Τουρκίας έναντι της έκθεσης της Επιτροπής είναι πάντα η ίδια, καταλογίζοντας τις ευθύνες που τις αποδίδονται για την έντονη κριτική που της ασκείται στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Από τα προαναφερόμενα και παρά τις κατά καιρούς καλές προθέσεις της Επιτροπής ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση για την επίλυση του Κυπριακού, παρά το ότι το ζήτημα είναι αμιγώς ευρωπαϊκό, από οποιαδήποτε πτυχή και να εξετασθεί. Η στάση αυτή ανοχής της ΕΕ και η πάροδος του χρόνου ενισχύει τα τετελεσμένα και παγιώνει μια κατάσταση de facto διχοτόμησης.

Η ολιγωρία αυτή έναντι της Τουρκίας εκδηλώνεται γενικότερα και ενόψει άλλων παραβιάσεών της έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου που δεν έχουν άμεση σχέση με το Κυπριακό. Μεταξύ άλλων, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τις θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδος και της Κύπρου και δεν έχει καν υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, του 1982, UNCLOS. Την UNCLOS έχουν κυρώσει  Ελλάδα, Κύπρος και ΕΕ και έτσι η Σύμβαση αυτή αποτελεί μέρος του ευρωενωσιακού κεκτημένου και μάλιστα με αυξημένη ιεραρχική ισχύ. Σημειωτέον ότι η UNCLOS θεωρείται εθιμικό διεθνές δίκαιο και μάλιστα δεσμεύει  ως προς τις βασικές της αρχές ακόμη και τα κράτη που δεν την έχουν υπογράψει. Ως μέρος του ευρωενωσιακού κεκτημένου δημιουργεί δικαιώματα υπέρ των κρατών μελών της που η ΕΕ οφείλει να διασφαλίσει είτε δηλαδή να υποστηρίξει τα κράτη μέλη της στην επέκταση των χωρικών τους υδάτων στα 12 ν.μ. είτε με μια διασταλτική ερμηνεία να επιδιώξει η ίδια να καθορίσει τα εξωτερικά θαλάσσια σύνορά της – ακόμη και την ίδια την ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα της – διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτόν το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, ως σχεδιασμό της ίδιας της ΕΕ, που της εξασφαλίζει σημαντικούς ενεργειακούς πόρους αλλά και κρίσιμες πρώτες ύλες, μέσω deep-sea mining (εξόρυξη στον θαλάσσιο πυθμένα μεγάλου βάθους).

Σημειωτέον ότι το Δικαστήριο της ΕΕ δεν έχει αρμοδιότητα έναντι της Τουρκίας όσον αφορά στην ΑΟΖ. Μπορεί μόνο να επιληφθεί έμμεσα στο πλαίσιο των κατ´απονομήν αρμοδιοτήτων του, λχ. για παράνομες δραστηριότητες εντός των χωρικών υδάτων της ΕΕ και συγκεκριμένα των κρατών μελών, όπως παράνομη αλιεία ή παράνομη εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Στις περιπτώσεις αυτές η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να επιβάλει κυρώσεις μέσω του μηχανισμού κατά της παράνομης αλιείας που θεσπίζει ο κανονισμός της ΕΕ για την καταπολέμηση παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας – IUU fishing.

Ι.3 Μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η ΕΕ κατά της Τουρκίας ώστε να την αναγκάσει σε συμμόρφωση με το ευρωενωσιακό κεκτημένο και σε επίλυση του Κυπριακού

α) Σύγκληση διεθνούς διάσκεψης υπό ευρωπαϊκή αιγίδα.

Η ΕΕ θα μπορούσε να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στην επίλυση του Κυπριακού προωθώντας τη σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης είτε αυτόνομα είτε συμπληρωματικά προς τον ΟΗΕ. Ο τελευταίος είναι ο βασικός θεσμικός – όχι όμως αποκλειστικός – διαμεσολαβητής στο Κυπριακό με την εμπλοκή του να αρχίζει από τη δεκαετία του 1960. Ενόψει της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ και με την ένταξή της, η ίδια η ΕΕ θα έπρεπε στην ΠΠ, ως πρωτογενές ευρωενωσιακό δίκαιο, να αναλάβει θεσμικό ρόλο επίλυσης του Κυπριακού που θα είχε υπέρτερη ισχύ έναντι της Συμφωνίας Σύνδεσης και της τελωνειακής ένωσης της Τουρκίας. Παρά το ότι η Συμφωνία σύνδεσης θεωρείται πρωτογενές δίκαιο, το πρωτογενές δίκαιο των ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ υπερέχει. Το ίδιο ισχύει και για την ΠΠ της Κύπρου που υπερέχει ratione materiae αλλά και ratione temporis, ως «lex posterior derogat priori». Δυστυχώς, η ΕΕ επαναπαύθηκε στην προϋπάρχουσα διαμεσολάβηση του ΟΗΕ, η οποία ήταν – παρά τη σημασία της πανθομολογούμενης παραβίασης των αρχών του – συμβολικού χαρακτήρα. Οι διαπραγματευτές, ένθεν κακείθεν, της ΠΠ και του σχετικού Πρωτοκόλλου, θα έπρεπε να προβλέψουν αυτό το θεσμικό διαμεσολαβητικό ρόλο της ΕΕ, με συγκεκριμένο οδικό χάρτη και μέτρα επιβολής. Το Κυπριακό θα είχε ήδη επιλυθεί στο πλαίσιο αυτό. Οι ευθύνες, αν καταλογιστούν, βαρύνουν κυρίως την πλευρά των διαπραγματευτών της ΕΕ, αφού η Κυπριακή πλευρά είχε ως κύριο στόχο της την απρόσκοπτη ένταξη που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να καθυστερήσει. Ευθύνες υπάρχουν όμως και στην ελληνική πλευρά που δεν έθεσε το θέμα αυτό κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και με την τρέχουσα ουδέτερη διατύπωση της ΠΠ και του Πρωτοκόλλου 10, η ΕΕ θα μπορούσε να αναλάβει ενεργότερο ρόλο, αφού μετά την ένταξη της Κύπρου το ζήτημα έγινε «interna corporis».

Η διαμεσολάβηση/διάσκεψη, με πρωτοβουλία και υπό την αιγίδα της ΕΕ θα μπορούσε:

– πρωτίστως να  είναι απλώς «κυπριακή», με τις δύο κοινότητες του νησιού,

– διευρυμένη με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις

– ή τέλος μια ευρώ-διεθνής διάσκεψη.

Οι προαναφερόμενες διαμεσολαβήσεις/διασκέψεις θα έχουν ως πλαίσιο το ευρωενωσιακό, με ρητή σύνδεση των όρων τους με το ευρωενωσιακό κεκτημένο, ως εκ των ουκ άνευ αιρεσιμότητα. Θα ενίσχυε τη θέση ότι το Κυπριακό είναι πρόβλημα παράνομης κατοχής σε έδαφος της ΕΕ και όχι απλώς μια διακοινοτική διαφορά στην οποία η Τουρκία αυτοεμφανίζεται κατά περίπτωση ως αμέτοχος, άνευ ευθυνών παρατηρητής ή ως εγγυήτρια δύναμη, ενώ στην πραγματικότητα αυτή καθορίζει την στάση και διαμορφώνει τις θέσεις των Τουρκοκυπρίων. Έτσι η ΕΕ, θα έθετε στο ίδιο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπό την αιγίδα της, την Τουρκία όχι τόσο ως εγγυήτρια δύναμη αλλά ως υποψήφιο κράτος μέλος, συνδεδεμένο και με τελωνειακή ένωση, που έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις προαναφερόμενες ιδιότητές του. Επιπρόσθετα, η ΕΕ θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι η επίλυση του Κυπριακού θα γίνει σύμφωνα με το ευρωενωσιακό θεσμικό πλαίσιο και τις θεμελιώδεις αρχές του και να υποκατασταθεί στην πράξη στις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις οι οποίες σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 εγγυώνται την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και συνταγματική τάξη της Κύπρου, της οποίας απαγορεύεται η ένωση με άλλο κράτος ή η διχοτόμηση. Είναι προφανές ότι μόνο η ΕΕ ως de facto εγγυήτρια θα μπορούσε να διασφαλίσει τα ανωτέρω. Άλλωστε σε μια Κύπρο πλήρως ενταγμένη στην ΕΕ καθεστώς εγγυήσεων από τρίτες χώρες σε έδαφος της ΕΕ θα ήταν αδιανόητο και η Συνθήκη Εγγυήσεως θα έπαυε να ισχύει, έχοντας χάσει το λόγο ύπαρξής της. Συμπερασματικά, υπό το φως των νέων διεθνών εξελίξεων – Γροιλανδίας, Ουκρανίας – διαμορφώνεται momentum υπέρ του Κυπριακού που πρέπει να αξιοποιηθεί με πρωτοβουλίες της ΕΕ, αυτοτελώς ή και σε συμφωνία με τον ΟΗΕ.

β) Πίεση προς την Τουρκία ως υποψήφιο, νομικά εξαρτώμενο και χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ κράτος. 

Αυτό είναι το ισχυρότερο και λιγότερο αξιοποιημένο εργαλείο/μοχλός πίεσης έναντι της Τουρκίας. Ως πολιτική αιρεσιμότητα η ΕΕ μπορεί να συνδέσει τη χρηματοδότηση προς την Τουρκία (IPA, αναπτυξιακά και προενταξιακά κονδύλια), την πρόοδο στην τελωνειακή ένωση και τη φιλελευθεροποίηση των θεωρήσεων (visa), με συγκεκριμένα, μετρήσιμα βήματα στο Κυπριακό:

– άνευ όρων συμμετοχή στην κατά τα ανωτέρω διεθνή διάσκεψη υπό την αιγίδα της ΕΕ και σε κάθε περίπτωση, εναλλακτικά, συμμετοχή σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις εντός του πλαισίου του ΟΗΕ, με ισχυρό παρεμβατικό ρόλο της ΕΕ.

Σημειωτέον ότι ο Εκπρόσωπος της ΕΕ για το Κυπριακό είναι ο Ειδικός  απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κύπρο, πρώην Επίτροπος Johannes Hahn, ο οποίος διορίστηκε με απόφαση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ιδανικά θα έπρεπε να είχε διοριστεί με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή κοινή απόφαση των Προέδρων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ώστε να έχει αυξημένη νομιμοποίηση και ενισχυμένο ειδικό βάρος, εκπροσωπώντας την ΕΕ στο σύνολο της και όχι μόνο το τεχνοκρατικό της Όργανο. 

– αποφυγή ενεργειών στα Βαρώσια

– σεβασμός της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στην πράξη, η ΕΕ μέχρι σήμερα επιλέγει μια ήπια ρητορική χωρίς ουσιαστικό κόστος για την Τουρκία. Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει επιδείξει κινητικότητα με επίσημες συναντήσεις, διερευνητικές επαφές και συντονισμό με διεθνείς εταίρους, που προκάλεσαν τις αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς και της Τουρκίας στην ανάδειξη του Κυπριακού ως «εσωτερικού θέματος» της ΕΕ. 

Πέραν όμως από την πολιτική αιρεσιμότητα, η ΕΕ θα μπορούσε να επιβάλει στοχευμένες κυρώσεις και να θεσπίσει μηχανισμούς συνεχούς πίεσης έναντι της Τουρκίας με διεθνές πολιτικό κόστος για την τελευταία. Ένας τέτοιος μηχανισμός πίεσης θα μπορούσε να είναι η συμπερίληψη του Κυπριακού ως μόνιμου ή σταθερής περιοδικότητας θέματος στην ημερήσια διάταξη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με παρουσία του Ειδικού απεσταλμένου για το Κυπριακό, ενημέρωση από πλευράς του και καθοδήγηση  του με οδηγίες του ίδιου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις περαιτέρω ενέργειες του. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να προσκληθεί σε ειδική συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Κυπριακό, παρουσία των Προέδρων και των δύο άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, και η Maria Angela Holguin ειδική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό, ώστε να διερευνηθούν από κοινού, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερόμενες προτάσεις για ευρωπαϊκή ή κοινή Διάσκεψη. 

Τέλος, θα μπορούσαν να προβλεφθούν και στοχευμένες κυρώσεις σε πρόσωπα και φορείς της Τουρκίας ή της τουρκοκυπριακής κοινότητας που παραβιάζουν το ευρωενωσιακός δίκαιο ή εμπλέκονται σε παράνομες ενέργειες στα κατεχόμενα. 

γ) Οικονομικά και θεσμικά κίνητρα για τη λύση του Κυπριακού.

Στόχος τους θα ήταν η χειραφέτηση των Τουρκοκυπρίων έναντι της Τουρκίας. Η ΕΕ θα μπορούσε να καταθέσει δέσμη μέτρων με δελεαστικά οικονομικά κίνητρα και εγγυήσεις προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα ώστε να την απαλλάξει από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, μεγάλης κλίμακας χρηματοδότηση για ανοικοδόμηση και επανένωση, πλήρη ενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και εγγυήσεις για λειτουργικό κράτος εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, σύμφωνα με τις αρχές του και το ευρωενωσιακό δίκαιο. Μέχρι στιγμής τέτοια κίνητρα, ακόμη και αν έχουν διατυπωθεί, παραμένουν γενικόλογα και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. 

δ) Ενσωμάτωση του Κυπριακού στη στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ.

Υπό το φως των παγκόσμιων εξελίξεων και της αναδυόμενης νέας τάξης πραγμάτων και ειδικότερα της σημασίας που αποκτά από γεωστρατηγική άποψη η ανατολική Μεσόγειος, η ΕΕ θα μπορούσε να επαναπροσδιορίσει το Κυπριακό ως ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας και θωράκισης των νοτιοανατολικών συνόρων της και να αναδείξει την Κύπρο ως παράγοντα σταθερότητας και κρίσιμο ενεργειακό κόμβο της ΕΕ αλλά και κόμβο θαλάσσιων μεταφορών. Η Κύπρος θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση του αμυντικού βραχίονα της ΕΕ είτε αυτοτελώς είτε και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ (βλ. κατωτ.), ενισχύοντας την αμυντική παρουσία της ΕΕ στην ευαίσθητη αυτή περιοχή – με δεδομένη και την καταρχήν μη δυνατότητα χρησιμοποίησης των βρετανικών βάσεων στο νησί, λόγω Brexit. Θα μπορούσε επίσης να ενταχθεί σε περισσότερα σχήματα της Κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και να συνεργαστεί στενότερα με κράτη της περιοχής, Ελλάδα, Ιταλία, Κύπρο αλλά και με χώρες φίλα προσκείμενες. Ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της ΕΕ έχουν υπό την προαναφερόμενη οπτική γωνία, έναντι των τουρκικών στρατευμάτων στα κατεχόμενα και των εν δυνάμει ευρύτερων απειλών στην ευαίσθητη περιοχή, οι ρήτρες των Συνθηκών που εκφράζουν την αρχή της αλληλεγγύης (βλ. σχετικά και άρθρο 222 ΣΛΕΕ , ρήτρα αλληλεγγύης σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης και φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής). Κορυφαίο  είναι εν προκειμένω το άρθρο 42 παρ. 7 ΣΕΕ που καθιερώνει τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης στο έδαφος κράτους μέλους. Το άρθρο αυτό μπορεί να επικαλεστεί η Κύπρος έναντι της Τουρκίας σε περίπτωση που δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφος της από τουρκικά στρατεύματα είτε αυτά σταθμεύουν στα κατεχόμενα είτε προέρχονται από την Τουρκία, λχ. αεροπορικός βομβαρδισμός. 

Τα προαναφερόμενα νέα δεδομένα συνηγορούν υπέρ μιας de facto «rebus sic stantibus» (βλ. και άρθρο 62 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών) άρσης των στρατιωτικών περιορισμών του 1960 ως αποτέλεσμα του προγράμματος SAFE – Security Action for Europe – στο οποίο συμμετέχει και η Κύπρος. Πρόκειται για το νέο χρηματοδοτικό μέσο της ΕΕ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και της αμυντικής βιομηχανίας, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της ΕΕ στις 27 Μαΐου 2025 ως μέρος της στρατηγικής «Readiness 2030», με κονδύλια μέχρι 150 δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό παρέχει μακροπρόθεσμα χαμηλότοκα δάνεια στα κράτη μέλη για: κοινές προμήθειες αμυντικού υλικού, ενίσχυση της αμυντικής τους βιομηχανίας και κάλυψης σημαντικών κενών ικανοτήτων στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε επίσημη πρόταση συμμετοχής στο SAFE τον Ιούλιο του 2025, παράλληλα με την Ελλάδα. Για να ενεργοποιήσει τα 1,18 δισεκατομμύρια ευρώ που της αναλογούν, η Κύπρος όφειλε έως 30 Νοεμβρίου 2025 να υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα αναλυτικό επενδυτικό σχέδιο εφαρμογής με τα προγράμματα και τις εξοπλιστικές προτεραιότητες που σκοπεύει να χρηματοδοτήσει μέσω SAFE. To σχέδιο περιλαμβάνει εξειδίκευση προγραμμάτων που περιλαμβάνουν εξοπλιστικά και αμυντικές δαπάνες με βάση τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς, με ενδεικτική shopping list για μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αντιαρματικά όπλα, πυρομαχικά και άλλα αποθέματα. Τα στοιχεία αυτά αντανακλούν τις εθνικές ανάγκες άμυνας και αποτρεπτικής ισχύος της Κύπρου, ενταγμένες στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών στόχων για ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας. Στο πλαίσιο αυτό δίνεται έμφαση και σε έργα αμυντικών υποδομών υψηλής στρατηγικής σημασίας, όπως η αναβάθμιση της αεροπορικής βάσης Ανδρέας Παπανδρέου στην Πάφο και της ναυτικής βάσης Μάρι. Πρόκειται για αμιγείς βάσεις τις ΕΕ, σε αντίθεση με τις δύο βάσεις του Ηνωμένου Βασίλειου που δεν ανήκουν στην ΕΕ, μπορεί όμως περιστασιακά να συνεργαστούν με αυτήν.

Αυτές οι επιλογές στοχεύουν στην ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και της συνεργασίας με άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο κοινών προγραμμάτων και ασκήσεων της υπό διαμόρφωση πολυεπίπεδης ευρωπαϊκής άμυνας της ΕΕ, που αποτελείται από τις εξής συνιστώσες: 

– Στρατηγική κατεύθυνση (Strategic Compass) ως κοινό στρατηγικό πλαίσιο για την ασφάλεια και άμυνα της ΕΕ με ορίζοντα το 2030 και τέσσερεις πυλώνες. Δράση και αντίδραση σε κρίσεις, επενδύσεις σε αμυντικές δυνατότητες, ενίσχυση συνεργασιών, προστασία και ανθεκτικότητα.

 – Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO) ως βασικό μηχανισμό συνεργασίας των κρατών μελών για την ανάπτυξη κοινών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Περιλαμβάνει περισσότερα από 75 κοινά έργα (εκπαίδευση, εξοπλιστικά προγράμματα, στρατηγικά υποστηρικτικά συστήματα), που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF).

 – Χρηματοδότηση και επένδυσεις στην άμυνα, μέσω του SAFE αλλά και του Ευρωπαϊκού προγράμματος αμυντικής βιομηχανίας (EDIP), ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και της παραγωγικής ικανότητας, την περίοδο 2025-2027.

Σημειωτέον ότι η Κύπρος είναι πλήρες μέλος της PESCO από την ίδρυση της το 2017 με συμμετοχή σε διάφορα έργα που αφορούν σε θαλάσσια επιτήρηση, κυβερνοάμυνα, στρατιωτική εκπαίδευση και ιατρική υποστήριξη επιχειρήσεων. Συμμετέχει επίσης στο EDF με χρηματοδοτήσεις σε κυπριακές εταιρίες και ερευνητικά ιδρύματα για έρευνα σε τεχνολογίες άμυνας, μη επανδρωμένα συστήματα και ψηφιακές εφαρμογές ασφαλείας. Η Κύπρος συμμετέχει επίσης σε αποστολές της Κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, παρέχοντας προσωπικό και διευκολύνσεις.

Η Κύπρος αλλά και η Ελλάδα, στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στο SAFE, έθεσαν και σαφείς πολιτικούς όρους ως προς τη λειτουργία του, που έγιναν αποδεκτοί από την ΕΕ:

– όρους αποκλεισμού τρίτων χωρών που αποτελούν απειλή για την ασφάλεια των κρατών μελών, ώστε να μην αποκτήσουν πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κονδύλια του προγράμματος. Οι όροι απηχούν τη θέση Κύπρου και Ελλάδος ότι χώρες με γεωπολιτικές διαφορές ή τριβές με κράτη μέλη, όπως η Τουρκία, δεν πρέπει να συμμετέχουν σε ένα κοινό αμυντικό εργαλείο της ΕΕ. Στην πράξη, η Τουρκία συμμετέχει εμμέσως, αφού κάποιες ιταλικές εταιρίες, τουρκικών συμφερόντων, θα αντλήσουν κονδύλια από το πρόγραμμα. Ωστόσο, η απόρριψη της ίδιας της Τουρκίας για τους προαναφερόμενους λόγους λειτούργησε ως «πολιτικό ράπισμα» και εργαλείο πίεσης που μπορεί περαιτέρω να αξιοποιηθεί. 

Εν κατακλείδι, η Κύπρος ολοκλήρωσε την υποβολή του σχεδίου της και αναμένει την έγκρισή του από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να αρχίσει η εκταμίευση των δανείων με τις πρώτες πληρωμές το Μάρτιο. Η αξιολόγηση εστιάστηκε στη συμμόρφωση των εθνικών προγραμμάτων με τους στόχους του SAFE, ιδίως στην συμμετοχή σε κοινές προμήθειες με άλλα κράτη μέλη και στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. 

Η συμμετοχή της Κύπρου στα προαναφερόμενα αμυντικά προγράμματα της ΕΕ και πρόσφατα στο πρόγραμμα SAFE αποτελούν προθάλαμο δυνητικής  προσχώρησής της στο ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο και της στρατηγικής εταιρικής σχέσης ΕΕ-ΝΑΤΟ.

 ΙΙ. Η εν δυνάμει προσχώρηση της Κύπρου στο ΝΑΤΟ

Από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, τα 23 είναι επίσης μέλη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ ούτε του προγράμματος «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη», κατάσταση πραγμάτων που δημιουργεί ένα ιδιότυπο στρατηγικό κενό. Το ΝΑΤΟ ως βασικός πυλώνας συλλογικής ασφάλειας της Δύσης, περιλαμβάνει τόσο την Ελλάδα όσο και την Τουρκία, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες εγγυήτριες, με άμεση εμπλοκή στο Κυπριακό. Η απουσία της Κύπρου από τη Συμμαχία έχει ιστορικές, πολιτικές και εσωτερικές αιτίες, ταυτόχρονα όμως περιορίζει τη δυνατότητά της να συμμετέχει ισότιμα στις συζητήσεις που αφορούν στην περιφερειακή ασφάλεια, αν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή δείχνουν μια μινιμαλιστική μόνο συμμετοχή του ΝΑΤΟ υπό μορφή συμβολικής διαβούλευσης ως προς το Παλαιστινιακό και ακόμη λιγότερο το θέμα του Ιράν. Το Ισραήλ δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, έχει όμως καθεστώς εταίρου συμμετέχοντας στο Μεσογειακό Διάλογο του ΝΑΤΟ από το 1994, ενώ οι ΗΠΑ έχουν αναγνωρίσει το Ισραήλ ως « Major Non-NATO Ally» που του παρέχει προνομιακή πρόσβαση σε αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό και εκπαίδευση, χωρίς όμως τις δεσμεύσεις αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής του άρθρου 5. 

Η Τουρκία αξιοποιεί την ιδιότητα κράτους μέλους στο ΝΑΤΟ για να ενισχύσει τη στρατηγική της σημασία, συχνά παρακάμπτοντας τις υποχρεώσεις της έναντι της ΕΕ. Το γεγονός ότι κράτος μέλος της ΕΕ, η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι εκτός ΝΑΤΟ, ενώ μια μη αμιγώς ευρωπαϊκή χώρα, η Τουρκία, αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο και μέλος του, αναδεικνύει τις αντιφάσεις του δυτικού συστήματος ασφαλείας. 

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, με την ενίσχυση της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας και τη συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, δημιουργούν νέα δεδομένα για την Κύπρο. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως κράτος μέλος της ΕΕ, μπορεί να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Προφανώς, οι βάσεις του Ηνωμένου Βασίλειου στην Κύπρο μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και εν δυνάμει θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν και τις ανάγκες των ΗΠΑ σε σχέση με τα σενάρια εμπλοκής τους στο Ιράν – δυνατότητα την οποία όμως απέκλεισε το Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως η Κύπρος λόγω της στενής αμυντικής συνεργασίας της με το Ισραήλ – κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, συνεργασία σε εξοπλισμούς και ασφάλεια – αλλά και την τριμερή συνεργασία Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ, αντιλαμβάνεται ότι αποτελεί εν δυνάμει στόχο εντός της εμβέλειας των πυραυλικών συστημάτων των εχθρών του Ισραήλ και των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.

Για τις εν δυνάμει αυτές επιθέσεις κατά της Κύπρου είναι προφανές ότι η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ μπορεί να τύχει εφαρμογής. Λόγω όμως της μη συμμετοχής της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί.

Εύλογα τίθεται το ερώτημα, αν το άρθρο 5 μπορεί να ενεργοποιηθεί, αν δεχθούν επίθεση οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο που ανήκουν στην πλήρη κυριαρχία του Ηνωμένου Βασίλειου. Ωστόσο, η εφαρμογή του εξαρτάται και από το άρθρο 6 που ορίζει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του που αναφέρεται σε επιθέσεις στο έδαφος κράτους μέλους στην Ευρώπη ή Βόρεια Αμερική καθώς και σε νησιά υπό δικαιοδοσία κράτους μέλους στο Βόρειο Ατλαντικό, βόρεια του Τροπικού του Καρκίνου. Από την προαναφερόμενη διατύπωση και τη διάκριση μεταξύ εδάφους κράτους και νησιών δεν είναι προφανές από νομική άποψη – εκτός αν πρυτανεύσει διασταλτική ερμηνεία – ότι το άρθρο 5 εφαρμόζεται σε περίπτωση επίθεσης κατά βρετανικής βάσης στην Κύπρο. Η απόφαση θα είναι μάλλον πολιτική αν υπάρξει αίτημα ενεργοποίησής του.

Οι ανάγκες που εξυπηρετεί η Κύπρος είναι – στην παρομοίωση της ως το σταθερό αεροπλανοφόρο στην ευρύτερη περιοχή – περισσότερο ανάγκες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και από την σκοπιά αυτή το ίδιο το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να επιδιώξει την συμπερίληψη της Κύπρου στους κόλπους του μια που οι ανάγκες που η Κύπρος εξυπηρετεί είναι νευραλγικές για το τελευταίο. Το ίδιο συμφέρον για συμμετοχή της Κύπρου στο ΝΑΤΟ έχει και το Ηνωμένο Βασίλειο για να προστατεύσει τις βάσεις του στην Κύπρο – που δεν προστατεύονται από τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42 παρ. 7, λόγω Brexit – ενώ στασιάζεται η προστασία τους που το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.

Συμφέρον θα είχε, αν το αξιολογήσει  αντικειμενικά και η ίδια η Τουρκία – έναντι της οποίας δεν επιτρέπεται επίκληση του άρθρου 5 – με την ιδιότητα της ως εγγυήτριας δύναμης, αφού οποιαδήποτε επίθεση στην Κύπρο θα μπορούσε να πλήξει και τα κατεχόμενα. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία στη λογική του «παζαριού» που τη διαπνέει, που ήταν εμφανέστατη στην περίπτωση της προσχώρησης της Σουηδίας και της Φινλανδίας, θα εναντιωθεί στην προσχώρηση της Κύπρου και θα τη χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης προς ίδιον όφελος ή για την αναγνώριση των κατεχομένων ως κρατικής οντότητας. Μόνο αν οι ΗΠΑ υποστήριζαν την άνευ όρων ένταξη της στο ΝΑΤΟ ο στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί. Ο κίνδυνος όμως είναι να συνδεθεί η προσχώρηση αυτή με την επίλυση του Κυπριακού και μια απευκταία εμπλοκή των ΗΠΑ.

Υπό το φως των ανωτέρω, και παρά τα ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της προσχώρησης στο ΝΑΤΟ, είναι προτιμότερη μια σταδιακή προσέγγιση Κύπρου-ΕΕ και ΝΑΤΟ που δεν προϋποθέτει άμεση ένταξη της Κύπρου στη Συμμαχία. Ως πρώτο βήμα η Κύπρος θα μπορούσε να εμβαθύνει τη συνεργασία της με το ΝΑΤΟ μέσω της Εταιρικής σχέσης για την ειρήνη (Partnership for Peace) και μέσω κοινών ασκήσεων, ανταλλαγής πληροφοριών ασφαλείας και συνεργασίας υπηρεσιών πληροφοριών. Η σταδιακή αυτή προσέγγιση θα μπορούσε να κάμψει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και να οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό, στη βάση της λογικής και του κοινού συμφέροντος, της θέσης της στο συγκεκριμένο θέμα που δεν έχει όμως τεθεί και αν είναι να τεθεί θα πρέπει να γίνει με πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ ή των κρατών της ΕΕ που είναι μέλη του. Πάντως, είναι προφανές ότι η επίλυση του Κυπριακού θα είχε ως αποτέλεσμα την άρση κάθε αντίθεσης της Τουρκίας στην προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ. 

 

Συμπερασματικά, το Κυπριακό δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται αποκομμένο από τη νέα τάξη πραγμάτων και τις ευρύτερες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και διεθνή ασφάλεια, ιδίως υπό το φως των όσων διαδραματίζονται στην ανατολική Μεσόγειο.

Η ΕΕ καλείται να διαδραματίσει εφεξής, λόγω της νέας προσέγγισης του Προέδρου Trump, σημαντικότερο ρόλο στο ΝΑΤΟ από πλευράς κόστους και λειτουργίας του, αποκτώντας έτσι εκ των πραγμάτων «ownership» που μέχρι τώρα είχαν μόνο οι ΗΠΑ. Παράλληλα, αναπτύσσει την αμυντική της αυτονομία, συνειδητοποιώντας πόσο ευάλωτο μπορεί να γίνει το ΝΑΤΟ στο ενδεχόμενο προοδευτικής απουσίας των ΗΠΑ.

Επί του παρόντος, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ αποτελούν δύο αλληλένδετους, όχι όμως ταυτόσημους πυλώνες του δυτικού κόσμου, μέσα στους οποίους η Κύπρος με ενεργότερη στήριξη της ΕΕ καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση και το ρόλο της αναδεικνύοντας τη γεωστρατηγική  σημασία και συμβολή της στην υπηρεσία του συγκεκριμένου διδύμου. Μια νέα θεώρηση των σχέσεων αυτών μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ αλλά και στη δημιουργία πιο ρεαλιστικών προϋποθέσεων για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, η οποία σε κάθε περίπτωση – σε περίπτωση στάθμισης ή επιλογής – προτάσσεται έναντι της προσχώρησης στο ΝΑΤΟ. 


*O Γιώργος Κρεμλής είναι Διευθυντής ε.τ. της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μέλος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (EPLO) και πρέσβυς του στη Βουλγαρία 

* *Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν είναι αυστηρά προσωπικές

 

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Νίκος Ταμουρίδης Αντγος (ε.α)-Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ

Η χώρα μας, η Ελλάδα, θα έπρεπε φυσιολογικά να αποτελεί πολιτικό και πολιτιστικό πρότυπο παγκόσμιας εμβέλειας, αξιοποιώντας το όνομα, την γεωπολιτική της αξία, την τεράστια πολιτιστική της κληρονομιά, την ιστορία της, την κλασσική παιδεία, την μοναδική-υπέροχη ελληνική γλώσσα, τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές, την ευφυΐα των Ελλήνων, την πολεμική αρετή και την ναυτοσύνη.

Αντιθέτως ζει σε ένα θυελλώδες περιβάλλον κρίσης αξιών, που μετετράπη σε κρίση πρωτίστως πνευματική, αλλά και πολιτική, οικονομική, κοινωνική και εθνική. Ένας πραγματικός ιδιότυπος κατακλυσμός καταπνίγει το Γένος. Μέσα στο έλεος αυτού του καταστροφικού κατακλυσμού, ο Ελληνικός λαός, ως άλλος Νώε, είναι καταδικασμένος αυτός ο ίδιος να κατασκευάσει την κιβωτό του!

Ο Ελληνισμός έχει τεράστια πνευματικά αποθέματα, με τα οποία έχει την δύναμη να αναγεννηθεί και να μεγαλουργήσει ξανά. Αρκεί να ενεργοποιηθεί η κρίσιμη μάζα των αγνών Ελλήνων πατριωτών, οι οποίοι «πνευματικά ελεύθεροι» και ενωμένοι να ορθώσουν ανάστημα και να αναλάβουν τις τύχες του Γένους μας στα χέρια τους.

Απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε επιστροφή στις αξίες! Να θυμηθούμε και να πορευτούμε σύμφωνα με τις βασικές ανθρώπινες αρχές.

Αυτό σημαίνει ότι, αρχικά στο εσωτερικό πλαίσιο επιβάλλεται η ανατροπή του σαθρού και ενίοτε προδοτικού πολιτικού κατεστημένου. Απαιτείται ριζική ανανέωση, αλλαγή νοοτροπίας και χάραξη νέας πορείας. Στο πλαίσιο των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών απαιτείται μια νέα έκφραση της γνήσιας πολιτικής δημοκρατίας.

Άμεσος πολιτικός στόχος θα πρέπει να είναι η βαθιά και ριζική ανανέωση του δημόσιου βίου, η εισαγωγή ενός νέου πολιτικού ήθους, η αναμόρφωση των λειτουργιών της Πολιτείας με νέο ελληνοκεντρικό Σύνταγμα, θεσμικές αλλαγές και τολμηρές μεταρρυθμίσεις.

Η νέα «πολιτική» θα απορρίπτει τις ολιγαρχίες του σκληρού συντηρητισμού και του αθεϊστικού μαρξιστικού κομμουνισμού και προ παντός την καπηλεία των ιδεών, τον πολιτικό φενακισμό και τον αδίστακτο αμοραλισμό των δημαγωγών και των επαγγελματιών του δήθεν προοδευτισμού. Θα αρνείται τον διαλεκτικό υλισμό και τον αθεϊσμό. Θα στηρίζεται στον ανθρωπισμό, την χριστιανική ηθική και την ελληνική φιλοσοφία του μέτρου και του άριστου.

Προφανής είναι λοιπόν η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες θα γαλβανίσουν το αλλοτριωμένο πνεύμα των Ελλήνων και θα διεγείρουν την θύελλα, η οποία θα αλλάξει την πολιτική οπτική τους!

Κάθε νέα πολιτική κίνηση πρέπει να αγκαλιάζει όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, το επάγγελμα και την οικονομική τους κατάσταση. Να είναι αδογμάτιστη, ριζοσπαστική και ανανεωτική. Να υπηρετεί μόνο τα ιδεώδη του Ελληνισμού και να ατενίζει στους θόλους της εθνικής κιβωτού που κατασκεύασε ο Ελληνισμός για την σωτηρία του. Εκεί όπου οι πατέρες μας έστησαν την ελευθερία μαζί με την πίστη και δίπλα τους τοποθέτησαν την ισονομία, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια και την αρετή των Ελλήνων.

Στο πλαίσιο της αφύπνισης και της ενεργοποίησης των Ελλήνων πολιτών, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε πλήρως την άυλη και υλική μας αξεπέραστη κληρονομιά. Από την θαυμάσια πανελλήνια ιστορία μας, θα πάρουμε ως παραδείγματα εκείνες τις στιγμές τις νικηφόρες, τις περίλαμπρες, τις περιλάλητες, τις δοξασμένες, τις απαράμιλλες. Θα τις διδάξουμε στους Έλληνες και στις Ελληνίδες κάθε ηλικίας και με κεντρική ιδέα την ειρήνη θα φτιάξουμε ένα ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα! Μην ξεχνάμε ότι είμαστε ένας πολεμικός λαός, που λατρεύει την ειρήνη!

Η ύψιστη αυτή πρόκληση απευθύνεται στην καρδιά των αγνών Ελλήνων πατριωτών, που μάχονται μεν αλλά μεμονωμένα, οπότε η δυναμική του αγώνα τους εξαντλείται γρήγορα. Από την απόφασή τους θα εξαρτηθεί η πορεία της φιλτάτης πατρίδας μας! Από την ελεύθερη δε πορεία της Ελλάδας μπορεί να προέλθει και η συντριβή των δηλητηριωδών πλοκαμιών της απάνθρωπης και ανώμαλης νέας παγκόσμιας τάξης!

Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, ας αγωνιστούμε έτσι ώστε η Ελλάδα μας να εξέλθει από τα χαρακώματα της κατάθλιψης, να υψώσει ανάστημα και να μεγαλουργήσει ξανά!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Δημοσιεύτηκε

στις

Υπάρχουν υποδομές που αποκτούν σημασία επειδή αυξάνεται η εμπορική τους δραστηριότητα και υπάρχουν άλλες που αποκτούν σημασία επειδή αλλάζει το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Η Αλεξανδρούπολη ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες του ίδιου του λιμανιού. Βρίσκεται κυρίως στη θέση του μέσα σε ένα δίκτυο που συνδέει το Αιγαίο με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα και, δυνητικά, την Ουκρανία. Στο ίδιο γεωγραφικό σημείο συναντώνται πλέον στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακές ροές, οδικοί και σιδηροδρομικοί διάδρομοι, αμερικανικά και νατοϊκά συμφέροντα, η ευρωπαϊκή πολιτική στρατηγικής διασυνδεσιμότητας και, σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καινούργια. Η Αλεξανδρούπολη είχε ιστορικά τη δυνατότητα να λειτουργεί ως βόρειος θαλάσσιος σύνδεσμος του Αιγαίου με τα Βαλκάνια και τον Δούναβη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το στρατηγικό περιβάλλον. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών προς την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η προσπάθεια ενεργειακής διαφοροποίησης της Ευρώπης και η επαναξιολόγηση των χερσαίων διαδρόμων έχουν προσδώσει στην πόλη μια βαρύτητα που πριν από δύο δεκαετίες δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί. Η Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS) καταλήγει σε παρόμοια εκτίμηση, περιγράφοντας την Αλεξανδρούπολη ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των στρατηγικών, στρατιωτικών, ενεργειακών και οικονομικών διαδρόμων μεταξύ Αιγαίου και Βαλτικής. [1]

Το σημαντικό δεν είναι μόνο ποιος ενδιαφέρεται για το λιμάνι αλλά και ποιος χρειάζεται τη γεωγραφία του και τι προσπαθεί να επιτύχει μέσω αυτής.

Η γεωγραφία είναι το πρώτο στρατηγικό πλεονέκτημα

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Αιγαίου, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και σε μικρή απόσταση από τους βόρειους βαλκανικούς διαδρόμους. Η θέση της επιτρέπει την ανάπτυξη ενός άξονα προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και, μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η πόλη εξεταστεί σε σχέση με τα Στενά.

Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει ένα μοναδικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα λόγω του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Η Σύμβαση του Μοντρέ παρέχει στην Άγκυρα σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τη διέλευση πολεμικών πλοίων και, συνεπώς, τα Στενά παραμένουν αναντικατάστατος παράγοντας για την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας.

Η Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να «αντικαταστήσει» τον Βόσπορο. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι διαφορετικό: έναν χερσαίο άξονα που επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων, στρατιωτικού υλικού, εμπορευμάτων και ενέργειας από το Αιγαίο προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς η κάθε επιμέρους ροή να εξαρτάται από τη θαλάσσια διέλευση των Στενών.

Αυτή η διάσταση είχε γίνει αντιληπτή πολύ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ίδια η FRS υπενθυμίζει ότι η ιδέα της Αλεξανδρούπολης ως εναλλακτικού βόρειου άξονα προς τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία απλώς μετέτρεψε μια παλαιότερη δυνατότητα σε ζήτημα στρατηγικής προτεραιότητας. [1]

Η Αλεξανδρούπολη δεν καταργεί τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας. Δημιουργεί όμως μια πρόσθετη επιλογή για όσους επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτήν.

Η αμερικανική διάσταση είναι πλέον επιχειρησιακή πραγματικότητα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Αλεξανδρούπολη απλώς ως μια δυνητικά χρήσιμη ελληνική υποδομή. Στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών του 2024 χαρακτήρισαν το λιμάνι ζωτικής σημασίας κόμβο για τη νατοϊκή αμυντική στάση στην ανατολική πτέρυγα και για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. [2]

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η χρήση έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της πολιτικής διακήρυξης στο επίπεδο της επιχειρησιακής εφαρμογής.

Στις 11 Μαρτίου 2024, αμερικανικές και ελληνικές δυνάμεις διακίνησαν μέσω του λιμανιού περίπου 3.000 τεμάχια στρατιωτικού εξοπλισμού της 3rd Armored Brigade Combat Team, 4th Infantry Division. Το φορτίο περιλάμβανε άρματα M1 Abrams, τεθωρακισμένα M2 Bradley και άλλα οχήματα. Ο αμερικανικός στρατός χαρακτήρισε την επιχείρηση ιστορική, καθώς ήταν η πρώτη μετακίνηση ολόκληρης βαριάς ταξιαρχίας μέσω ελληνικού λιμανιού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάπτυξης. [3]

Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 ακολούθησε η άσκηση Steadfast Dart, κατά την οποία η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη ανάπτυξη της Allied Reaction Force (Συμμαχικής Δύναμης Αντίδρασης) προς την ανατολική πτέρυγα. Το ΝΑΤΟ περιέγραψε την άσκηση ως την πρώτη μεγάλης κλίμακας επιχειρησιακή ανάπτυξη της νέας δύναμης μετά την ίδρυσή της. [4]

Επομένως, το αμερικανικό ενδιαφέρον δεν χρειάζεται να συναχθεί από δηλώσεις. Υπάρχει ήδη επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αμερικανικό λιμάνι». Ο λιμένας παραμένει ελληνική υποδομή. Η ουσία είναι διαφορετική: ένα ελληνικό στρατηγικό σημείο έχει ενσωματωθεί σε αμερικανικές και νατοϊκές ανάγκες στρατιωτικής κινητικότητας.

Αυτό αυξάνει τη σημασία της Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την έκθεση της υποδομής σε πιέσεις που υπερβαίνουν το καθαρά ελληνικό επίπεδο.

Ο διάδρομος προς τη Μαύρη Θάλασσα είναι το δεύτερο μεγάλο στοίχημα

Η στρατιωτική χρήση είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη είναι η δημιουργία ενός βόρειου δικτύου που θα συνδέει τα ελληνικά λιμάνια με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και, τελικά, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνία για την ανάπτυξη του λεγόμενου Αιγαίο–Μαύρη Θάλασσα Vertical Corridor (Κάθετου Διαδρόμου), ενός οδικού και σιδηροδρομικού άξονα που περιλαμβάνει την Αλεξανδρούπολη και συνδέεται με το ευρύτερο δίκτυο προς τη Ρουμανία. [5]

Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημανουμε ότι ο υπό κατασκευή διάδρομος δεν είναι πλήρως λειτουργικός.

Η στρατηγική κατεύθυνση είναι πραγματική. Η επιχειρησιακή και εμπορική ωριμότητα όμως παραμένει άνιση. Η κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα, ενώ ακόμη και η υφιστάμενη σιδηροδρομική δραστηριότητα στην περιοχή δημιουργεί πιέσεις στο δίκτυο. Ενδεικτικά, τον Μάρτιο του 2025 η Hellenic Train ανακοίνωσε αναστολές επιβατικών δρομολογίων στις γραμμές Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο και Αλεξανδρούπολη–Ορεστιάδα λόγω μεταφοράς εμπορευμάτων. [6]

Αυτό μπορεί να φαίνεται ως τεχνική λεπτομέρεια, στην πραγματικότητα όμως είναι στρατηγικό ζήτημα. Ένας γεωπολιτικός διάδρομος έχει αξία μόνο όταν μπορεί να μεταφέρει με συνέπεια τον όγκο και την ταχύτητα που απαιτεί η στρατηγική του λειτουργία.

Η Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιόμορφη κατάσταση: η γεωγραφία έχει ήδη αποκτήσει στρατηγική αξία, αλλά οι υποδομές δεν έχουν ακόμη φτάσει στο επίπεδο που θα επέτρεπε την πλήρη αξιοποίηση αυτής της αξίας.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα κενά ανάμεσα στη γεωπολιτική ρητορική και την πραγματική ισχύ της Αλεξανδρούπολης.

Η Ουκρανία μπορεί να αλλάξει τη μακροπρόθεσμη αξία του λιμανιού

Η σύνδεση με την Ουκρανία είναι πιο σύνθετη.

Από τη μία πλευρά, η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για την υποστήριξη της ανατολικής πτέρυγας. Από την άλλη, η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από την ολοκλήρωση πολλών ενδιάμεσων υποδομών και, κυρίως, από την εξέλιξη του ίδιου του πολέμου.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και αβεβαιότητα.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η σύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και ενέργειας και η ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή οικονομία μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη σημασία των βόρειων ελληνικών λιμανιών. Όμως δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε δεδομένο ότι η Αλεξανδρούπολη θα είναι ο κυρίαρχος κόμβος αυτών των ροών. Θα ανταγωνιστεί άλλες διαδρομές και άλλα λιμάνια της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης.

Η σωστή προσέγγιση, συνεπώς, δεν είναι ότι «η Αλεξανδρούπολη οδηγεί στην Ουκρανία». Είναι ότι η Αλεξανδρούπολη μπορεί να αποτελέσει το νότιο άκρο ενός μελλοντικού δικτύου που θα συνδέει την Ουκρανία με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις είναι ουσιώδης.

Η ενέργεια προσθέτει μια διαφορετική μορφή γεωπολιτικής ισχύος

Η ενεργειακή διάσταση είναι σήμερα περισσότερο ώριμη από ορισμένες από τις μεταφορικές προοπτικές.

Το Alexandroupolis FSRU (Floating Storage and Regasification Unit – Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης) άρχισε εμπορική λειτουργία τον Οκτώβριο του 2024 και διαθέτει δυναμικότητα επαναεριοποίησης έως 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Το αέριο μπορεί να διοχετευθεί στο ελληνικό δίκτυο και από εκεί προς τη Βουλγαρία και ευρύτερα προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. [7]

Η σημασία είναι προφανής: η Αλεξανδρούπολη συμμετέχει πλέον σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών της περιοχής.

Ωστόσο, και εδώ απαιτείται διάκριση μεταξύ υποδομής και χρησιμοποιούμενης χωρητικότητας.

Το Vertical Gas Corridor (Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου) έχει στρατηγική λογική, αλλά η εμπορική του αξιοποίηση δεν έχει ακόμη φτάσει στο επίπεδο που υπονοεί η πολιτική ρητορική. Τον Δεκέμβριο του 2025, τρεις δημοπρασίες δυναμικότητας για τον Ιανουάριο δεν προσέλκυσαν προσφορές, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 οι διαθέσιμες ποσότητες που δεσμεύθηκαν ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.

Αυτό δεν ακυρώνει τον διάδρομο. Δείχνει όμως ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μιας υποδομής δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπορική βιωσιμότητα.

Και αυτό είναι κρίσιμο για την Αλεξανδρούπολη. Το στρατηγικό πλεονέκτημα θα αποκτήσει μόνιμη αξία μόνο εάν οι διάδρομοι που ξεκινούν από αυτήν αποκτήσουν πραγματικούς χρήστες, σταθερές ροές και οικονομική βιωσιμότητα.

Η Ρωσία και η Τουρκία: όχι ιδιοκτησία, αλλά στρατηγικός ανταγωνισμός

Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η Ρωσία ή η Τουρκία επιδιώκουν να αποκτήσουν ιδιοκτησιακό έλεγχο της Αλεξανδρούπολης. Το ενδιαφέρον τους αφορά περισσότερο τις συνέπειες της στρατηγικής αναβάθμισης του λιμανιού.

Η FRS παρέχει μάλιστα συγκεκριμένα στοιχεία για τη ρωσική διάσταση. Σύμφωνα με την έρευνα της, η Μόσχα είχε επιχειρήσει από τη δεκαετία του 2010 να αποκτήσει επιρροή στην περιοχή μέσω οικονομικών, πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και τοπικών δικτύων, ενώ η αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Αλεξανδρούπολη προκάλεσε εμφανή ρωσική ανησυχία. Η ίδια μελέτη καταγράφει ρωσικές αντιδράσεις και σημειώνει ότι η Μόσχα είχε λόγο να προσπαθήσει να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή. [1]

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Το ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει την Αλεξανδρούπολη ως πιθανό κρίσιμο σημείο των γραμμών στρατιωτικού εφοδιασμού του ΝΑΤΟ και, συνεπώς, ως υποδομή που θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο ρωσικών προσπαθειών παρεμπόδισης σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης. [8]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί σήμερα «ρωσικό στόχο». Μια τέτοια άποψη είναι λάθος. Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της αναβάθμιση αυξάνει την αξία της μέσα στον ανταγωνισμό Ρωσίας–ΝΑΤΟ.

Η Τουρκία βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να αποκτήσει την Αλεξανδρούπολη για να ενδιαφέρεται για αυτήν. Εάν ένας ελληνικός διάδρομος αποκτήσει τη δυνατότητα να μεταφέρει σημαντικό μέρος των ροών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς διέλευση από τα Στενά, τότε μειώνεται, έστω και οριακά, η αποκλειστικότητα της τουρκικής γεωγραφικής θέσης.

Η FRS καταγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση: η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως συμπληρωματική εναλλακτική προς τα Στενά και η στρατηγική της αναβάθμιση έχει ενοχλήσει κατά περιόδους και την Άγκυρα. [1]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει τη γεωστρατηγική της σημασία. Το αντίθετο. Η τουρκική θέση παραμένει αναντικατάστατη σε πολλά επίπεδα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Ελλάδα αποκτά μια επιπλέον επιλογή και, μαζί με αυτήν, ένα μικρότερο αλλά υπαρκτό περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας.

Το ινδικό ενδιαφέρον είναι πραγματικό, αλλά βρίσκεται ακόμη σε διαφορετική χρονική κλίμακα

Η Ινδία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον μελλοντικό στοιχείο της υπόθεσης, ακριβώς επειδή εδώ πρέπει να αποφύγουμε την υπερβολή.

Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα και Ινδία επανέλαβαν τη στρατηγική κατεύθυνση εμβάθυνσης των ελληνοϊνδικών σχέσεων στους τομείς της άμυνας, της ναυτιλίας, της ναυπηγικής και των υποδομών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη και εξέφρασε τη βούληση της Αθήνας να συμμετάσχει στο India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC – Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης). [9] Αυτό είναι σημαντικό.

Δεν αποδεικνύει όμως ότι η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη καταστεί ινδικός κόμβος ή ότι συγκεκριμένος ινδικός όμιλος έχει αποφασίσει να επενδύσει σε αυτήν.

Η πραγματική γεωπολιτική σημασία της Ινδίας βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργίας μελλοντικών εμπορικών ροών μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης και στη θέση που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα σε αυτές. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει μιλήσει για την Ελλάδα ως «natural entry point» για τη Νοτιοανατολική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και έχει συνδέσει το ζήτημα με την ανάγκη ανάπτυξης νέων εμπορικών και ψηφιακών διαδρομών. [10]

Το πρόβλημα είναι ότι το IMEC παραμένει ένα σχέδιο με σημαντικά γεωπολιτικά και τεχνικά εμπόδια.

Η Carnegie έχει επισημάνει ότι ο διάδρομος σχεδιάστηκε ως πολυκρατικό σύστημα με σύνθετες νομικές, πολιτικές και κανονιστικές απαιτήσεις και ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στη Γάζα και η διακοπή της προσπάθειας εξομάλυνσης Ισραήλ–Σαουδικής Αραβίας δημιούργησαν σοβαρές αβεβαιότητες.

Ακόμη και από την ινδική πλευρά, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται συχνά. Η Carnegie India σημειώνει ότι η Ινδία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για εναλλακτικές διαδρομές προς την Ευρώπη, αλλά οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των απαιτούμενων υποδομών δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί περιορίζουν την άμεση δυναμική του IMEC.

Επομένως, η σύνδεση Αλεξανδρούπολης–Ινδίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη γεωπολιτική δυνατότητα, όχι ως ήδη ολοκληρωμένη πραγματικότητα.

Αυτό δεν την κάνει λιγότερο ενδιαφέρουσα. Την κάνει απλώς πιο σοβαρή ως αναλυτική υπόθεση.

Ποιος πραγματικά «θέλει» την Αλεξανδρούπολη;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδεδειγμένη επιχειρησιακή χρήση. Το ΝΑΤΟ έχει εντάξει την Αλεξανδρούπολη στη στρατιωτική κινητικότητα προς την ανατολική πτέρυγα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον στην ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενεργειακής διαφοροποίησης. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τις βόρειες προεκτάσεις των διαδρόμων. Η Ουκρανία έχει συμφέρον σε περισσότερες και ασφαλέστερες διαδρομές προς την Ευρώπη. Η Ινδία βλέπει την Ελλάδα ως πιθανή πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι ένας ενιαίος, πλήρως λειτουργικός «διάδρομος Αλεξανδρούπολης» που να συνδέει όλες αυτές τις ροές.

Υπάρχουν κομμάτια ενός δικτύου.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε.

Η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη στρατιωτική χρησιμότητα. Έχει ενεργειακή υποδομή. Διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν συμφωνίες και χρηματοδοτήσεις για τη βελτίωση των βόρειων συνδέσεων. Υπάρχει στρατηγικό ενδιαφέρον για σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία. Υπάρχει, τέλος, μια μακροπρόθεσμη συζήτηση για σύνδεση της Ελλάδας με τις ινδικές ροές.

Αλλά το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη συνοχή.

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά ο έλεγχος των ροών

Η συζήτηση γύρω από την Αλεξανδρούπολη συχνά περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν θα εμφανιστεί κάποιος μεγάλος ξένος επενδυτής

Η Αλεξανδρούπολη Port Authority (Οργανισμός Λιμένος Αλεξανδρούπολης) βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ιδιοκτησία του Growthfund, του ελληνικού κρατικού επενδυτικού ταμείου. Το Growthfund καταγράφει την εταιρεία ως «Full Ownership», ενώ το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει μακροχρόνια παραχώρηση της χρήσης των λιμενικών υποδομών. [11]

Το γεγονός αυτό έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί για να περιγράψει τη στρατηγική εικόνα.

Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την ιδιοκτησία μιας υποδομής και ταυτόχρονα να επιτρέπει σε ξένες δυνάμεις, επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς να αποκτούν σημαντική πρόσβαση στη λειτουργία της.

Γι’ αυτό, από πλευράς εθνικής ασφάλειας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει τις μετοχές. Είναι ποιος μπορεί να επηρεάζει:

τις στρατιωτικές ροές,

τις εμπορικές αλυσίδες,

τις ενεργειακές ροές,

τις επενδύσεις,

τα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα,

τις πληροφοριακές και ψηφιακές υποδομές,

και, τελικά, τις αποφάσεις για το πώς και πότε χρησιμοποιείται η υποδομή.

Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από την ιδιοκτησία.

Η μεγάλη αδυναμία: η Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει στρατηγικός κόμβος πριν γίνει πραγματικά αποτελεσματικός κόμβος

Η πολιτική και στρατιωτική αξία της Αλεξανδρούπολης έχει αυξηθεί ταχύτερα από την ωριμότητα όλων των υποδομών που απαιτούνται για να στηρίξουν αυτή την αξία.

Το λιμάνι μπορεί να δεχθεί βαριά στρατιωτικά φορτία. Το απέδειξε. Η FSRU λειτουργεί. Το απέδειξε. Το ΝΑΤΟ έχει χρησιμοποιήσει την υποδομή. Το απέδειξε.

Αλλά ένας πραγματικός στρατηγικός κόμβος δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί να ξεφορτώσει ένα πλοίο. Κρίνεται από το αν μπορεί να διακινήσει γρήγορα, με ασφάλεια και σε μεγάλη κλίμακα το φορτίο από το λιμάνι προς τον τελικό προορισμό.

Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι σιδηρόδρομοι, οι δρόμοι, τα σύνορα, οι τελωνειακές διαδικασίες, οι δυνατότητες αποθήκευσης, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και η ανθεκτικότητα ολόκληρης της αλυσίδας.

Η ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει αυτή τη διττή διάσταση της στρατιωτικής κινητικότητας: η Αλεξανδρούπολη και η Θεσσαλονίκη μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί κόμβοι, αλλά η αξιοποίηση της γεωγραφικής τους θέσης προϋποθέτει επενδύσεις σε ευρύτερες μεταφορικές υποδομές. [12]

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν έχει κερδίσει ακόμη ολόκληρο το γεωστρατηγικό παιχνίδι. Έχει αποκτήσει ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα θέσης και πρέπει τώρα να το μετατρέψει σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.

Τι μπορεί να αλλάξει εάν οι υποδομές ολοκληρωθούν

Εάν οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις προς Βουλγαρία και Ρουμανία αναβαθμιστούν ουσιαστικά, εάν η ενεργειακή διασύνδεση αποκτήσει σταθερή εμπορική χρήση και εάν οι συνδέσεις προς την Ουκρανία αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, τότε η Αλεξανδρούπολη θα αποκτήσει ένα χαρακτηριστικό που δεν έχει σήμερα στον ίδιο βαθμό:

τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πραγματικός πολυτροπικός κόμβος.

Τότε οι στρατιωτικές, ενεργειακές και εμπορικές ροές δεν θα είναι παράλληλες δραστηριότητες. Θα αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου δικτύου.

Η στρατηγική σημασία αυξάνεται ακριβώς όταν η ίδια υποδομή εξυπηρετεί περισσότερες από μία λειτουργίες.

Ένα λιμάνι που χρησιμοποιείται μόνο για εμπορικά φορτία έχει μία μορφή αξίας.

Ένα λιμάνι που μπορεί να υποστηρίξει ταυτόχρονα στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση, εμπορική διακίνηση και περιφερειακή συνδεσιμότητα αποκτά πολύ διαφορετικό βάρος.

Και εδώ η χώρα μας έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Η χώρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η Αλεξανδρούπολη μπορεί να λειτουργήσει ως βόρεια πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.

Η ινδική προοπτική και ο Ινδο-Ειρηνικός πρέπει να παραμείνουν μακροπρόθεσμο σενάριο

Η σύνδεση της Αλεξανδρούπολης με την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο τμήμα της ανάλυσης και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν υπάρχει σήμερα καμία απόδειξη ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί ήδη επίσημο κόμβο ενός λειτουργικού ευρωϊνδικού δικτύου.

Υπάρχει όμως μια ευρύτερη γεωπολιτική τάση: η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική και οικονομική παρουσία στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών εταίρων, ενώ η Ελλάδα επιδιώκει να τοποθετήσει τις λιμενικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές της μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία.

Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Αλεξανδρούπολη θα μπορούσε να επωφεληθεί όχι επειδή αποτελεί αυτοτελή «ινδικό λιμάνι», αλλά επειδή βρίσκεται πάνω σε ένα πιθανό ευρωπαϊκό δίκτυο που μπορεί να συνδέσει τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Και η διαφορά αυτή, είναι ουσιαστική.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουμε το σενάριο ως πραγματικότητα. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα στρατηγικό παράθυρο — όχι μια εγγυημένη επιτυχία

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό γεωγραφικό σημείο, αλλά η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί.

Το λιμάνι έχει ήδη αποδείξει τη στρατιωτική του χρησιμότητα. Η ενεργειακή υποδομή έχει πλέον πραγματική λειτουργία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έχουν επενδύσει επιχειρησιακά στη χρήση του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των βόρειων διαδρόμων. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο συμφέρον από τη σύνδεση με το Αιγαίο. Η Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει μελλοντικό προορισμό αυτών των ροών. Και η Ινδία προσφέρει έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα που υπερβαίνει τα σημερινά περιφερειακά δεδομένα.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί.

Οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν έχουν ακόμη την απαιτούμενη συνολική επάρκεια. Ο Vertical Gas Corridor έχει στρατηγική αξία αλλά ακόμη περιορισμένη εμπορική ζήτηση. Το IMEC εξακολουθεί να εξαρτάται από μια ασταθή Μέση Ανατολή και από υποδομές που σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από τον πόλεμο και τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της περιοχής. Και η στρατιωτική σημασία του λιμανιού αυξάνει ταυτόχρονα την ανάγκη προστασίας του.

Η Αλεξανδρούπολη, συνεπώς, δεν είναι ακόμη αυτό που ορισμένες πολιτικές δηλώσεις περιγράφουν ως «νέο γεωπολιτικό κέντρο της Ευρώπης».

Είναι κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα στρατηγικό σημείο που βρίσκεται στη διαδικασία μετατροπής του σε κόμβο.

Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να παρακολουθήσουμε.

Το πραγματικό παιχνίδι βρίσκεται στις ροές

Η ιδιοκτησία του λιμανιού είναι σημαντική, αλλά δεν είναι το μοναδικό ούτε το σημαντικότερο μέτρο γεωπολιτικής ισχύος.

Η πραγματική στρατηγική αξία θα κριθεί από το ποιος μπορεί να επηρεάζει τις ροές που περνούν από την Αλεξανδρούπολη, ποιος ελέγχει ή προστατεύει τα δίκτυα που τη συνδέουν με τον Βορρά και ποιος διαθέτει την ικανότητα να διατηρεί αυτές τις ροές σε λειτουργία σε περίοδο κρίσης.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα.

Όσο περισσότερη στρατιωτική, ενεργειακή και εμπορική δραστηριότητα συγκεντρώνεται γύρω από την Αλεξανδρούπολη, τόσο περισσότερο η υποδομή μετατρέπεται σε στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας αλλά και σε πιθανό σημείο πίεσης.

Η προστασία της δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στη φυσική ασφάλεια του λιμένα. Αφορά την κυβερνοασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών, τη διαθεσιμότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, την ενεργειακή ασφάλεια, την εφοδιαστική συνέχεια, την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και την έγκαιρη αναγνώριση προσπαθειών εξωτερικής επιρροής.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσιαστική γεωστρατηγική αξία της Αλεξανδρούπολης.

Δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό λιμάνι που απέκτησε ξαφνικά διεθνή δημοσιότητα.

Είναι ένα σημείο όπου μπορούν να συγκλίνουν διαφορετικά δίκτυα ισχύος: το αμερικανικό και νατοϊκό σύστημα στρατιωτικής κινητικότητας, η ευρωπαϊκή προσπάθεια ενεργειακής και μεταφορικής διαφοροποίησης, οι βαλκανικές συνδέσεις, η μελλοντική ανασυγκρότηση και ενσωμάτωση της Ουκρανίας και, σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει αποτελεσματικότερη πρόσβαση στην Ευρώπη.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν κάποιος θα αγοράσει την Αλεξανδρούπολη.

Ούτε αν το λιμάνι θα γίνει αύριο το «νέο Ρότερνταμ» ή ο νέος Πειραιάς.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει το γεωγραφικό της πλεονέκτημα σε διαρκή στρατηγική ικανότητα.

Γιατί η γεωγραφία προσφέρει την ευκαιρία. Οι υποδομές τη μετατρέπουν σε δυνατότητα. Και η πολιτική, οικονομική και στρατηγική διαχείριση αποφασίζει τελικά αν η δυνατότητα θα μετατραπεί σε ισχύ.

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο.

Και γι’ αυτό αξίζει να παρακολουθείται όχι μόνο ως λιμάνι, αλλά ως κόμβος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για τις ροές, τις υποδομές και τη γεωγραφία της ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Βιβλιογραφία – βασικές πηγές

[1] Aris Marghelis, Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS), The Port of Alexandroupolis: A Strategic and Geopolitical Assessment, Note No. 18/2024, 1 August 2024.

[2] U.S. Department of State, Joint Statement on the U.S.-Greece Strategic Dialogue, 9 February 2024.

[3] U.S. Army, Port of Alexandroupolis makes sustainment history with heavy brigade movement, 17 March 2024.

[4] NATO Supreme Headquarters Allied Powers Europe (SHAPE), NATO’s Allied Reaction Force Embarks on Eastern Europe’s Largest Military Training Exercise in 2025, 3 February 2025.

[5] Kathimerini / eKathimerini, Greece, Bulgaria and Romania sign agreement on Aegean-Black Sea corridor, 5 December 2025.

[6] Kathimerini / eKathimerini, Passenger trains suspended on Alexandroupoli lines due to freight transport, 9 March 2025.

[7] Reuters, LNG terminal off northern Greece diversifies gas routes to Europe, 1 October 2024.

[8] ΕΛΙΑΜΕΠ, Moscow’s Strategic Obsession with the Eastern Mediterranean: Lessons from pre-Cold-War History, Policy Paper No. 103/2022.

[9] Prime Minister of the Hellenic Republic, Prime Minister Kyriakos Mitsotakis’ meeting with the Prime Minister of India Narendra Modi, 19 February 2026.

[10] Prime Minister of the Hellenic Republic, Interview on Times Now, 18 February 2026.

[11] Growthfund, Our Subsidiaries & Participations Portfolio – Alexandroupolis Port Authority, current corporate information, 2026.

[12] ΕΛΙΑΜΕΠ, analysis on European defence policy and military mobility in Greece, including the strategic role of Thessaloniki and Alexandroupolis transport hubs.

[13] Carnegie Endowment for International Peace, The Geopolitics of Economic Development in the Middle East, 2024.

[14] Carnegie Endowment for International Peace, The India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC): Too Little, Too Late?, 2023.

[15] Carnegie India, Disquiet on the West Asian Front, 2024.

[16] Kathimerini / eKathimerini, Vertical Corridor gas tenders draw blank, 23 December 2025.

[17] Kathimerini / eKathimerini, Demand for Vertical Corridor gas auctions disappoints, 27 January 2026.

[18] Associated Press, Greek man accused of spying at NATO transit hub has been charged and jailed pending trial, 2025.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Γρίβας: Τα τρωτά σημεία της Τουρκίας

Ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών, στη συνέντευξή του στον Χρήστο Μουρτζούκου, προειδοποιεί για τη στρατηγική της Άγκυρας στο Αιγαίο, απορρίπτει την εικόνα μιας ανίκητης Τουρκίας και ζητά αποτροπή, συνολική εθνική στρατηγική και προστασία των κρίσιμων ελληνικών οπλικών συστημάτων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης, οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, η δραστηριότητα των αλιευτικών και οι κινήσεις γύρω από τα θαλάσσια πάρκα αποτελούν, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Γρίβα, διαφορετικές εκφάνσεις μιας ενιαίας στρατηγικής: της σταδιακής αποδόμησης της ελληνικής κυριαρχίας και της επιβολής τουρκικού ελέγχου στον θαλάσσιο χώρο.

Στη συνέντευξή του στον Χρήστο Μουρτζούκου, στην εκπομπή «Με τη ματιά του απόδημου», ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών άσκησε έντονη κριτική στην ελληνική διαχείριση των ελληνοτουρκικών. Υποστήριξε ότι το αφήγημα των «ήρεμων υδάτων» συγκαλύπτει την εξέλιξη μιας ευρύτερης τουρκικής εκστρατείας, ενώ επέμεινε ότι η αποφυγή του πολέμου προϋποθέτει αξιόπιστη αποτροπή.

Το καλώδιο και η στρατηγική της «σαλαμοποίησης»

Αφετηρία της συζήτησης αποτέλεσε το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και το ερώτημα εάν η αποδοχή τουρκικών απαιτήσεων για προηγούμενη ενημέρωση μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο για άλλες ελληνικές δραστηριότητες.

Ο Κωνσταντίνος Γρίβας ενέταξε την υπόθεση στη λογική της «σαλαμοποίησης»: της απόσπασης μικρών, διαδοχικών υποχωρήσεων, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά μια μεγάλη στρατιωτική αντιπαράθεση.

Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα επιδιώκει να καθιερώσει στην πράξη την αντίληψη ότι η Ελλάδα οφείλει να συνεννοείται μαζί της για τις κινήσεις της στο Αιγαίο. Εάν αυτή η λογική γίνει αποδεκτή, προειδοποίησε, θα προστεθεί ακόμη ένα βήμα στην υπονόμευση της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Το διακύβευμα, όπως το περιέγραψε, υπερβαίνει την οικονομική αξία ενός ενεργειακού έργου ή την εκμετάλλευση θαλάσσιων πόρων. Αφορά τη δυνατότητα της χώρας να ασκεί τα δικαιώματά της χωρίς να υπόκειται σε εξωτερική επιτήρηση.

Το Αιγαίο ως συνδετικός ιστός της χώρας

Κεντρικό σημείο της ανάλυσής του ήταν η γεωγραφική και στρατηγική σημασία του Αιγαίου για την ελληνική συνοχή.

Ο καθηγητής υποστήριξε ότι η συζήτηση συχνά παραγνωρίζει την παρουσία των ελληνικών νησιών και παρουσιάζει το Αιγαίο σαν έναν θαλάσσιο χώρο που απλώς παρεμβάλλεται μεταξύ δύο κρατών. Στη δική του γεωπολιτική προσέγγιση, οι θαλάσσιες επικοινωνίες μεταξύ των νησιών και της ηπειρωτικής χώρας αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής υπόστασης.

Με αυτό το σκεπτικό ερμήνευσε και τη «Γαλάζια Πατρίδα». Κατά τον ίδιο, η τουρκική επιδίωξη είναι να αντιμετωπίζονται ελληνικά νησιά ως θύλακες περιορισμένης κυριαρχίας μέσα σε έναν χώρο στον οποίο η Άγκυρα αξιώνει καθοριστικό έλεγχο.

Πρόκειται, όπως υποστήριξε, για απειλή που πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά και να εξηγηθεί με σαφήνεια στους συμμάχους της Ελλάδας.

«Ήρεμα ύδατα» και αντιφατικά μηνύματα προς τους συμμάχους

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε απέναντι στην αντίληψη ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε μια ουσιαστικά ομαλή περίοδο.

Κατά τον Γρίβα, η Τουρκία συνεχίζει να ασκεί πίεση με στρατιωτικά, πολιτικά και επικοινωνιακά μέσα, ενώ στην Ελλάδα υποβαθμίζεται η σημασία αυτών των κινήσεων. Υποστήριξε ότι αυτή η απόσταση μεταξύ πραγματικότητας και δημόσιας παρουσίασης δυσκολεύει και τη διεκδίκηση διεθνούς υποστήριξης.

Το ερώτημα που έθεσε ήταν συγκεκριμένο: πώς μπορεί η Αθήνα να περιμένει ουσιαστική κινητοποίηση τρίτων, εάν η ίδια εκπέμπει το μήνυμα ότι δεν αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με την Άγκυρα;

Στο ίδιο πλαίσιο διατύπωσε βαριές πολιτικές καταγγελίες για τμήματα του ελληνικού συστήματος εξουσίας, τα οποία, κατά την άποψή του, διευκολύνουν την τουρκική στρατηγική μέσω της υποβάθμισης της απειλής και της καλλιέργειας αντιλήψεων παραίτησης.

Η Τουρκία έχει τρωτά σημεία – Η αποτροπή αποσκοπεί στην αποφυγή του πολέμου

Ο καθηγητής απέρριψε την εικόνα ότι μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε ελληνική ήττα.

Αναγνώρισε ότι η Τουρκία διαθέτει πλεονεκτήματα, επέμεινε όμως ότι διαθέτει και σοβαρές τρωτότητες. Αντίστοιχα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα, τα οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζονται.

Στην ανάλυσή του έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Τουρκίας, καθώς και στην εξάρτηση της ηγεσίας της από την εικόνα μιας ισχυρής, ανερχόμενης δύναμης. Εκτίμησε ότι ένα πλήγμα σε αυτή την εικόνα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρούς εσωτερικούς κραδασμούς.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι μια ένοπλη σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα και να αποδειχθεί καταστρεπτική και για τις δύο χώρες. Απέρριψε, μάλιστα, ως παρανοϊκή τη λογική ενός δήθεν προσυμφωνημένου και ελεγχόμενου μικρού επεισοδίου.

«Πρέπει να το αποφύγουμε. Όντως πρέπει να το αποφύγουμε. Γι’ αυτό υπάρχει αποτροπή», τόνισε.

Το πρώτο πλήγμα και ο έλεγχος της κλιμάκωσης

Στη συζήτηση για το προληπτικό πλήγμα, ο Γρίβας υποστήριξε ότι η σχετική δυνατότητα πρέπει να εξετάζεται ως στοιχείο της στρατηγικής εργαλειοθήκης και της αποτροπής.

Η θέση του ήταν ότι ο αντίπαλος δεν πρέπει να θεωρεί δεδομένο πως μπορεί να επιλέγει κάθε φορά τον τόπο, τον χρόνο και την ένταση μιας κρίσης, εξασφαλίζοντας προβλέψιμες και περιορισμένες ελληνικές αντιδράσεις.

Έδωσε έμφαση στον έλεγχο της κλιμάκωσης: στη δυνατότητα της Ελλάδας να μην εγκλωβίζεται σε ένα παιχνίδι διαδοχικών μικρών πιέσεων που οργανώνει η άλλη πλευρά.

Ταυτόχρονα, διευκρίνισε ότι η αναφορά σε αυτή τη δυνατότητα δεν αποτελεί προτροπή για άμεση επίθεση. Την ενέταξε στη λογική αποτροπής μιας σύγκρουσης, επιμένοντας στους μεγάλους κινδύνους που θα συνεπαγόταν ο πόλεμος.

Τα αλιευτικά και τα θαλάσσια πάρκα στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο

Η συζήτηση επεκτάθηκε στη δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών κοντά σε ελληνικές ακτές και στις επιπτώσεις για τους Έλληνες ψαράδες.

Ο καθηγητής υποστήριξε ότι τέτοιες κινήσεις πρέπει να αξιολογούνται και υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας. Κατά την εκτίμησή του, η παρουσία αλιευτικών μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εμπέδωσης τουρκικής παρουσίας και αμφισβήτησης του ελληνικού ελέγχου.

Παρέπεμψε στο κινεζικό μοντέλο αξιοποίησης πολιτικών θαλάσσιων μέσων για στρατηγικούς σκοπούς, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία ακολουθεί ανάλογες μεθόδους.

Αλιευτικά, NAVTEX, θαλάσσια πάρκα και παρεμβάσεις στις έρευνες για το καλώδιο συνθέτουν, στη δική του ανάγνωση, ένα ολοκληρωμένο σύστημα πίεσης. Γι’ αυτό και ζήτησε συνολική ελληνική στρατηγική, αντί για αποσπασματική αντιμετώπιση κάθε περιστατικού.

Ουκρανία: Αντίθετος στην παραχώρηση κρίσιμων ελληνικών όπλων

Στο σκέλος της συνέντευξης για την Ουκρανία, ο Γρίβας εξέφρασε κατηγορηματική αντίθεση σε ενδεχόμενη παραχώρηση κρίσιμων ελληνικών οπλικών συστημάτων.

Χαρακτήρισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο «εθνικό έγκλημα», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει δικές της σοβαρές ανάγκες ασφαλείας και δεν μπορεί να διακινδυνεύσει κενά στην άμυνά της.

Αμφισβήτησε επίσης τη διαβεβαίωση ότι τα συστήματα που θα παραχωρούνταν θα μπορούσαν να αντικατασταθούν εύκολα και γρήγορα. Επικαλέστηκε τις πιέσεις στην παραγωγή και στην αναπλήρωση στρατιωτικών αποθεμάτων, συνδέοντας το ζήτημα με τις ευρύτερες αλλαγές στον σύγχρονο πόλεμο.

Η ευρωπαϊκή προσέγγιση στην Τουρκία και η ενεργειακή πίεση

Ο καθηγητής άσκησε κριτική και σε ευρωπαϊκές προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως αναγκαίο στήριγμα της ευρωπαϊκής άμυνας απέναντι στη Ρωσία.

Κατά την άποψή του, αυτή η λογική παραγνωρίζει τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα και δημιουργεί περιθώρια στην τουρκική ηγεσία να αξιοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ ως διπλωματικό διαπραγματευτικό χαρτί.

Παράλληλα, συνέδεσε τις κρίσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή με την ενεργειακή πίεση στην Ευρώπη. Εκτίμησε ότι το αυξημένο κόστος ενέργειας υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και ενισχύει τη θέση άλλων μεγάλων οικονομικών δυνάμεων.

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το διεθνές περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά ρευστό και ότι ασφαλείς προβλέψεις για τις επόμενες τουρκικές κινήσεις δεν μπορούν να γίνουν. Το ζητούμενο για την Ελλάδα, όπως το έθεσε, είναι να αναγνωρίσει τη φύση της απειλής, να προστατεύσει την αμυντική της επάρκεια και να αποκτήσει συνεκτική στρατηγική.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO21 λεπτά πριν

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Διεθνή2 ώρες πριν

Ο Ινδός πιλότος που έσωσε 182 ζωές από τρομοκρατική επίθεση στον αέρα – Η μάχη στο πιλοτήριο με το τσεκούρι και η ελληνική σύνδεση

Παγκόσμια αναγνώριση για τον Ινδό κυβερνήτη Smit Machchhar, ο οποίος, παρά τα σοβαρά τραύματα που υπέστη από επίθεση του συγκυβερνήτη...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Χτίζεται ισχυρός αμυντικός άξονας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας! Η κίνηση Δένδια και η γεωπολιτική απάντηση στη συνεργασία Τουρκίας–Πακιστάν

Η Αθήνα ανοίγει νέα σελίδα στη στρατηγική συνεργασία με το Νέο Δελχί, επενδύοντας στην αμυντική βιομηχανία, τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Φαραντούρης: Ναυάγιο IMEC όπως EastMed; Η απάντηση της Κομισιόν

Προειδοποίηση για τον κίνδυνο να ναυαγήσει το πρότζεκτ εμπορικής σύνδεσης Ινδίας – Ευρώπης μέσω Ελλάδας (ΙΜΕC), απηύθυνε σήμερα απ’ το...

Δημοφιλή