Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η Ελληνική Επανάσταση και οι άδικες αναλύσεις από Μαρξ και Ένγκελς

Το αντικείμενο της κριτικής δεν είναι ο ίδιος ο ιστορικός υλισμός, αλλά ορισμένες πρώιμες εφαρμογές του, οι οποίες τείνουν να υποβαθμίζουν τις εμπειρίες εθνικής χειραφέτησης υπέρ γεωπολιτικών και προοδευτικιστικών σχημάτων ερμηνείας. Άρθρο του Ταμέρ Τσιλινγκίρ.

Δημοσιεύτηκε στις

Η Αντίληψη του Μαρξ και του Ένγκελς για την Ελληνική Επανάσταση του 1821: Μια Κριτική στα Όρια του Ιστορικού Υλισμού

Γράφει ο Tamer Çilingir

Η Προσέγγιση του Μαρξ στο Ανατολικό Ζήτημα και στο Ελληνικό Ζήτημα

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν αποτελεί απλώς έναν αγώνα ανεξαρτησίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποτελεί επίσης ένα σύγχρονο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα που αναδύθηκε μέσα από την κοινή πολιτική κινητοποίηση των κύκλων της Φιλικής Εταιρείας, των νησιωτών ναυτικών, της εμπορικής αστικής τάξης, των τοπικών προκρίτων και των αγροτικών στρωμάτων. Η Επανάσταση συνιστά έκφραση της βούλησης του ελληνικού λαού για αυτοδιάθεση και της εμφάνισής του ως πολιτικού υποκειμένου στην ιστορική σκηνή. Για τον λόγο αυτό, η Ελληνική Επανάσταση δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσω των διπλωματικών ισορροπιών ή των παρεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων. Διαθέτει τις δικές της εσωτερικές κοινωνικές δυναμικές, τη δική της πολιτισμική αφύπνιση και το δικό της ιδανικό της ανεξαρτησίας.

Στα άρθρα που δημοσίευσε ο Μαρξ στην New York Daily Tribune μεταξύ 1853 και 1856, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα παρουσιάζεται συνήθως όχι ως ένα αυτόνομο ιστορικό υποκείμενο, αλλά ως στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Ρωσίας και της Βρετανίας.[1]

Για παράδειγμα, στα κείμενά του σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα, ο Μαρξ τοποθετεί διαρκώς στο επίκεντρο τον ρωσικό επεκτατισμό. Στο άρθρο του Russian Policy Against Turkey (όπου ο όρος «Turkey» αναφέρεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και όχι στο σύγχρονο τουρκικό κράτος), καθώς και σε άλλα κείμενα για το Ανατολικό Ζήτημα, το βασικό ζήτημα δεν είναι η απελευθέρωση του ελληνικού λαού αλλά η στρατηγική πίεση που ασκεί η Ρωσία επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[2]

Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει το επίκεντρο της ιστορικής ανάλυσης του Μαρξ. Για τον ίδιο, το βασικό ερώτημα δεν είναι πώς οι Έλληνες κατέκτησαν την ελευθερία τους, αλλά πώς η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επηρεάζει τις ισορροπίες δυνάμεων στην Ευρώπη.[3]

Το πρόβλημα που ανακύπτει εδώ είναι ότι η ιστορική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης ως διαδικασίας πολιτικής αυτονόμησης ενός λαού περνά σε δεύτερο πλάνο. Στις αναλύσεις του Μαρξ, ο ελληνικός λαός εμφανίζεται συχνά όχι ως ιστορικό υποκείμενο που διαμορφώνει την ιστορία, αλλά ως στοιχείο που επηρεάζεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών. Έτσι, η Επανάσταση ερμηνεύεται όχι μέσα από τις δικές της κοινωνικές δυναμικές και τα ιδεώδη της ελευθερίας, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο Ένγκελς και η Ιστορική Ιεραρχία

Μετά τις Επαναστάσεις του 1848, ο Ένγκελς δεν αντιμετώπισε όλα τα εθνικά κινήματα ως ισότιμους ιστορικούς δρώντες. Στο άρθρο του The Magyar Struggle (1849) παρουσιάζει τους Ούγγρους ως έναν από τους κύριους φορείς της ευρωπαϊκής επανάστασης, ενώ στο Democratic Pan-Slavism, που γράφτηκε την ίδια περίοδο, τοποθετεί ορισμένα σλαβικά κινήματα απέναντι στην ιστορική πρόοδο.[4][5]

Στη βάση αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η αξιολόγηση των εθνών σύμφωνα με τον ρόλο τους μέσα στην ιστορική διαδικασία. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, ορισμένοι λαοί αποτελούν φορείς του εκσυγχρονισμού, της επανάστασης και της ιστορικής προόδου. Άλλοι, αντίθετα, δεν καθοδηγούν τις ιστορικές εξελίξεις αλλά παραμένουν υπό την επιρροή τους.

Η πλέον αμφιλεγόμενη συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η προσέγγιση που αργότερα θα χαρακτηριστεί ως θεωρία των «λαών χωρίς ιστορία».[6] Ο Ένγκελς υποστήριζε ότι ορισμένες μικρές εθνικές κοινότητες δεν διέθεταν την ικανότητα να οικοδομήσουν ένα ανεξάρτητο ιστορικό μέλλον. Έτσι, η πολιτική νομιμοποίηση των αιτημάτων ενός λαού δεν απορρέει από την επιθυμία του για ελευθερία, αλλά από τη συμβολή του στην ιστορική πρόοδο.

Σε αυτό το σημείο, το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι πλέον: «Θέλει ένας λαός να είναι ελεύθερος;». Το βασικό ερώτημα μετατρέπεται σε: «Προωθεί αυτός ο λαός την ιστορική πρόοδο;». Κατά συνέπεια, οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες δεν αξιολογούνται ως καθολικό δικαίωμα, αλλά σύμφωνα με τη λειτουργία τους μέσα στην ιστορική διαδικασία.

Ο Φόβος της Ρωσίας και η Καχυποψία απέναντι στους Βαλκανικούς Λαούς

Καθοριστικός παράγοντας στην προσέγγιση του Μαρξ και του Ένγκελς απέναντι στις βαλκανικές πολιτικές εξελίξεις υπήρξε η αντίληψή τους ότι η τσαρική Ρωσία αποτελούσε το κύριο κέντρο της ευρωπαϊκής αντεπανάστασης.[7] Και οι δύο αντιμετώπιζαν τη Ρωσία όχι απλώς ως ένα κράτος, αλλά ως το σημαντικότερο πολιτικό εμπόδιο απέναντι στα επαναστατικά κινήματα της Ευρώπης. Για τον λόγο αυτό, η ρωσική επιρροή διαδραμάτιζε συχνά καθοριστικό ρόλο στις αναλύσεις τους σχετικά με τα Βαλκάνια.

Στα κείμενα του Μαρξ για το Ανατολικό Ζήτημα, η ρωσική εξωτερική πολιτική βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της ανάλυσης. Ιδιαίτερα στις συζητήσεις για το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το βασικό του μέλημα δεν είναι η απελευθέρωση των βαλκανικών λαών, αλλά η πιθανότητα ρωσικής επέκτασης προς τη Μεσόγειο και τα Στενά.[1][2]

Η προσέγγιση αυτή δεν είναι αποκλειστικά μαρξική. Κατά τα χρόνια του Κριμαϊκού Πολέμου, και ο Ένγκελς θεωρούσε τον ρωσικό απολυταρχισμό ως τον κύριο εχθρό της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Όπως επισημαίνει ο Mustafa Yavuz, ο Ένγκελς αντιμετώπιζε τη σύγκρουση ανάμεσα στον ρωσικό απολυταρχισμό και την ευρωπαϊκή δημοκρατία ως τη θεμελιώδη πολιτική αντίθεση της εποχής και θεωρούσε πρωταρχικό στόχο την αποτροπή της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τη Ρωσία.[8]

Χαρακτηριστικά, ο Ένγκελς έγραφε το 1853:

«Η Αγγλία δεν μπορεί ποτέ να επιτρέψει στους Ρώσους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη. Μαζί με τους εχθρούς του Τσάρου, οφείλει να υποστηρίξει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου σλαβικού κράτους στη θέση της γερασμένης και παρακμασμένης Υψηλής Πύλης.» (Ένγκελς, 1853, όπως παρατίθεται στον Yavuz, σ. 42).[8]

Το απόσπασμα αυτό δείχνει ότι στο επίκεντρο της προβληματικής του Ένγκελς δεν βρίσκονται τα αιτήματα ελευθερίας των Ελλήνων, των Βουλγάρων ή άλλων βαλκανικών λαών, αλλά η αποτροπή της ρωσικής προέλασης προς την Κωνσταντινούπολη. Με άλλα λόγια, το βαλκανικό ζήτημα αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πρόβλημα ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων και όχι ως ζήτημα εθνικής χειραφέτησης.

Παρομοίως, στο άρθρο του Democratic Pan-Slavism, ο Ένγκελς συνδέει σημαντικό μέρος των σλαβικών εθνικών κινημάτων με τη ρωσική επιρροή και παρουσιάζει τον πανσλαβισμό όχι ως ένα αυτόνομο εθνικό κίνημα, αλλά ως ιδεολογική προέκταση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.[5]

Παρά τις διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες τους, ο Μαρξ και ο Ένγκελς καταλήγουν συχνά σε ένα κοινό συμπέρασμα. Ο Μαρξ εστιάζει περισσότερο στις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων, ενώ ο Ένγκελς χρησιμοποιεί κυρίως τις έννοιες της ιστορικής προόδου και της αντεπανάστασης. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, οι αγώνες των βαλκανικών λαών τείνουν να επισκιάζονται από το «ρωσικό ζήτημα».

Από το Εθνικό Ζήτημα στη Θεωρία των Τριών Κόσμων

Οι συνέπειες αυτής της προσέγγισης δεν περιορίστηκαν μόνο στην ελληνική περίπτωση. Η τάση να ερμηνεύονται τα εθνικά κινήματα των Βαλκανίων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσα από τη σχέση τους με τις Μεγάλες Δυνάμεις συνέχισε να επηρεάζει ορισμένα τμήματα της σοσιαλιστικής παράδοσης και κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Ιδιαίτερα κατά την ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι διεκδικήσεις των Αρμενίων και των Ρωμιών συχνά ερμηνεύθηκαν όχι μέσα στο δικό τους ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, αλλά μέσα από τη σύνδεσή τους με τις παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων.[8]

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην γίνουν πλήρως κατανοητές οι εμπειρίες καταπίεσης, εκτοπισμού, μαζικών σφαγών και γενοκτονίας που βίωσαν αυτοί οι πληθυσμοί. Σε ορισμένες σοσιαλιστικές προσεγγίσεις, μεγαλύτερη έμφαση δόθηκε στις σχέσεις αυτών των κινημάτων με τις Μεγάλες Δυνάμεις παρά στις ίδιες τις εμπειρίες των θυμάτων.[8]

Μια παρόμοια λογική μπορεί να παρατηρηθεί και στις συζητήσεις γύρω από τη Θεωρία των Τριών Κόσμων που αναπτύχθηκε κατά τον 20ό αιώνα. Και εδώ, το επίκεντρο δεν ήταν τόσο οι αγώνες χειραφέτησης των λαών, όσο οι παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες. Η αντίληψη ότι η Σοβιετική Ένωση αποτελούσε την κύρια απειλή οδήγησε ορισμένες φορές σε πολιτικές επιλογές που νομιμοποιούσαν συγκλίσεις με ασθενέστερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή περιφερειακά κράτη.

Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να διαπιστωθεί μια αξιοσημείωτη ομοιότητα ανάμεσα στη γεωπολιτική προσέγγιση που υιοθέτησαν κατά καιρούς ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τις σχέσεις μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των βαλκανικών λαών και στις μεταγενέστερες θέσεις ορισμένων σοσιαλιστικών ρευμάτων στο πλαίσιο της Θεωρίας των Τριών Κόσμων. Και στις δύο περιπτώσεις, το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι διεκδικήσεις των καταπιεσμένων λαών δεν αξιολογούνται πρωτίστως με βάση τη δική τους ιστορική εμπειρία, αλλά ως μέρος ευρύτερων διεθνών ανταγωνισμών.

Συμπέρασμα

Η ιστορική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 αναδεικνύεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Για τον ελληνικό λαό, η Επανάσταση δεν υπήρξε μια κίνηση πάνω στη σκακιέρα των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά ένας αγώνας για ελευθερία και αυτοδιάθεση.

Οι αναλύσεις του Μαρξ και του Ένγκελς, παρά το βάθος και την ιστορική τους οξυδέρκεια, συχνά τοποθέτησαν αυτή την εμπειρία πολιτικής αυτονόμησης στη σκιά της γεωπολιτικής και της ιστορικής αναγκαιότητας. Για τον λόγο αυτό, το αντικείμενο της κριτικής δεν είναι ο ίδιος ο ιστορικός υλισμός, αλλά ορισμένες πρώιμες εφαρμογές του, οι οποίες τείνουν να υποβαθμίζουν τις εμπειρίες εθνικής χειραφέτησης υπέρ γεωπολιτικών και προοδευτικιστικών σχημάτων ερμηνείας.

Σημειώσεις

[1] Karl Marx, The Eastern Question, International Publishers, New York.

[2] Karl Marx, “Russian Policy Against Turkey”, New York Daily Tribune, 1853.

[3] Shlomo Avineri, Karl Marx on Colonialism and Modernization, Doubleday, 1969, σσ. 127-140.

[4] Friedrich Engels, “The Magyar Struggle”, Neue Rheinische Zeitung, 1849.

[5] Friedrich Engels, “Democratic Pan-Slavism”, Neue Rheinische Zeitung, 1849.

[6] Roman Rosdolsky, Engels and the ‘Nonhistoric’ Peoples, Critique Books, 1986.

[7] Karl Marx, The Eastern Question· βλ. επίσης Shlomo Avineri, όπ. παρ.

[8] Mustafa Yavuz, Şark Meselesi [Türkiye] ve Marksizm: İttihat-Terakki Diktatörlüğü ve Hristiyan Milletlerin Eşit Vatandaşlık Tahayyülünün Trajik Sonu, Belge Yayınları, Κωνσταντινούπολη, σσ. 41-42.

Ο Ταμέρ Τσιλιγκίρ είναι Τούρκος στην εθνικότητα ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αγωνιστής για τη δικαίωση του ιερού αγώνα του Ποντιακού Ελληνισμού. Γεννήθηκε το 1965 στο χωριό Λιβερά της επαρχίας Ματσούκας που βρίσκεται στην Τραπεζούντα (περιοχή που παρέμειναν ελληνόφωνοι πληθυσμοί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών)». Η οικογένειά του μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τελείωσε το σχολείο. Το 1978 εισήλθε στη Σχολή Αξιωματικών, του στρατιωτικού Λυκείου Kuleli, ένα ίδρυμα παραγωγής Τούρκων εθνικιστών. Ωστόσο δεν άντεξε από το αυταρχικό και ακραία εθνικιστικό περιβάλλον και εξαιτίας του επαναστατικού του χαρακτήρα εκδιώχθηκε από τη σχολή στον τρίτο χρόνο φοίτησης. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την κεραμική τέχνη, δεν προχώρησε όμως τις σπουδές του σε κάποιο κρατικό πανεπιστήμιο της Τουρκίας από επιλογή. Ασχολούμενος με την κεραμική τέχνη της Ανατολής μελέτησε τον λαϊκό πολιτισμό, μία έρευνα που στην ουσία του άνοιξε τα μάτια για την κατάσταση στην Τουρκία, αφού στη συνέχεια ξεκίνησε ο αγώνας του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Εξαιτίας αυτής της δράσης φυλακίστηκε τρεις φορές, από το 1986 μέχρι το 1994, στην τελευταία εκ των οποίων καταδικάστηκε ισόβια κάθειρξη. Τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τον εγκλεισμό του δεν τα χωρά ανθρώπινος νους. Βίωσε απάνθρωπες καταστάσεις, χειρότερες από την ταινία αμερικανικής παραγωγής «Εξπρές του μεσονυκτίου». Έκανε απεργία πείνας για 91 ημέρες προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για τις άθλιες συνθήκες και το 2004 αποφυλακίστηκε προσωρινά εξαιτίας προβλημάτων απώλειας μνήμης. Με τη βοήθεια της οικογένειάς του φυγαδεύτηκε στην Ελβετία, όπου ζει μέχρι σήμερα και μάχεται για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Έχει εκδώσει το βιβλίο “Pontus Gerceği” δηλαδή «Η Αλήθεια για τον Πόντο», ενώ η παρουσία του στο διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι πολύ σημαντική. Σε αυτό το βιβλίο ο Τσιλιγκίρ, το επίθετο του οποίου σημαίνει «κλειδαράς» στα τουρκικά, ξεκλειδώνει όλα τα μυστικά των Οθωμανών και των Τούρκων και θεμελιώνει την ύπαρξη της Γενοκτονίας! Ο συγγραφέας ερευνώντας πηγές από το οθωμανικό κράτος αλλά και αυτό της τουρκικής δημοκρατίας ανακάλυψε αποκαλυπτικά στοιχεία. «Οι πηγές μιλούν ξεκάθαρα για αυτήν τη σφαγή και παραδέχονται την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Υπάρχουν μυστικές (κρυφές) συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στο κοινοβούλιο την τριετία 1920-1923 και οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο το 1985. Εκεί υπάρχει ομολογία για την Γενοκτονία των Ποντίων.

Άμυνα

Χρυσή ευκαιρία για Ινδία και Γαλλία για το μαχητικό 6ης γενιάς

Μετά το γαλλογερμανικό ναυάγιο, η Ινδία μπαίνει στο παιχνίδι του μαχητικού 6ης γενιάς

Δημοσιεύτηκε

στις

Η κατάρρευση του ευρωπαϊκού προγράμματος FCAS ανοίγει ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας για την Ινδία, η οποία θα μπορούσε να πάρει τη θέση της Γερμανίας δίπλα στη Γαλλία στην ανάπτυξη μαχητικού 6ης γενιάς.

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Το πρόγραμμα Future Combat Air System, που ξεκίνησε το 2017 ως φιλόδοξο σχέδιο ύψους περίπου 100 δισ. ευρώ, είχε στόχο τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου «περιβάλλοντος συστημάτων», του νέου μαχητικού NGF, μη επανδρωμένων συνοδευτικών αεροσκαφών και combat cloud για διασύνδεση πλατφορμών. Ωστόσο, οι χρόνιες διαφωνίες ανάμεσα στη Dassault, που εκπροσωπεί τη Γαλλία, και την Airbus, που εκπροσωπεί Γερμανία και Ισπανία, έφεραν το πρόγραμμα σε αδιέξοδο.

Η τελευταία προσπάθεια διάσωσης έγινε στη συνάντηση του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν στο περιθώριο της Συνόδου ΕΕ–Δυτικών Βαλκανίων στο Μαυροβούνιο. Από εκεί έγινε οριστικά αντιληπτό, ότι το βιομηχανικό αδιέξοδο δεν μπορούσε να σπάσει. Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό Τύπο, το Παρίσι και το Βερολίνο βάζουν τέλος στην κοινή ανάπτυξη του μαχητικού, αν και η συνεργασία σε επιμέρους ψηφιακά συστήματα και combat cloud ενδέχεται να συνεχιστεί.

Η ουσία της σύγκρουσης ήταν απλή αλλά καθοριστική. Η Dassault ζητούσε ηγετικό ρόλο στην ανάπτυξη του μαχητικού, επικαλούμενη την εμπειρία της στα Rafale. Η Airbus απαιτούσε ισότιμη κατανομή έργου, θεωρώντας ότι η γαλλική πλευρά άφηνε πολύ μικρό χώρο στη γερμανική βιομηχανία.

Πέρα από τη βιομηχανική μοιρασιά, υπήρχε και δογματική διαφορά! Η Γαλλία ήθελε αεροσκάφος ικανό για πυρηνική αποτροπή και επιχειρήσεις από αεροπλανοφόρο, ενώ η Γερμανία προτιμούσε βαρύτερο αεροσκάφος, με έμφαση στην εμβέλεια, το φορτίο, την αεροπορική υπεροχή και το stealth.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει στο κάδρο η Ινδία. Ο πρώην πτέραρχος της ινδικής Αεροπορίας Ανίλ Τσόπρα δήλωσε στο EurAsian Times ότι το Νέο Δελχί πρέπει να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία και να ενώσει δυνάμεις με τη Γαλλία. Όπως υποστήριξε, η Ινδία διαθέτει ταλέντο, βιομηχανική βάση και μια Πολεμική Αεροπορία που θα μπορούσε να δώσει μεγάλες παραγγελίες για ένα τέτοιο μαχητικό.

Η πρόταση δεν είναι αβάσιμη. Ινδία και Γαλλία έχουν βαθιά αμυντική σχέση από τη δεκαετία του 1950, όταν η Ινδία απέκτησε τα γαλλικά Ouragan, γνωστά στην Ινδία ως Toofani. Ακολούθησαν τα Mystère IVA, τα Mirage 2000, τα Rafale και, πιο πρόσφατα, η συμφωνία του 2025 για Rafale-M του ινδικού Ναυτικού. Το υπό συζήτηση ινδικό πρόγραμμα για 114 Rafale θα μπορούσε να κάνει την Ινδία τον μεγαλύτερο χρήστη Rafale εκτός Γαλλίας, εφόσον ολοκληρωθεί.

Για τη Γαλλία, μια ινδική συμμετοχή θα έφερνε χρηματοδότηση, μεγάλο αριθμό μελλοντικών παραγγελιών και δυνατότητα συμπαραγωγής. Για την Ινδία, θα άνοιγε πρόσβαση σε τεχνολογίες 6ης γενιάς: Stealth νέας εποχής, προηγμένη πρόωση, διασυνδεδεμένο πεδίο μάχης, τεχνητή νοημοσύνη, συνεργασία επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Το ενδιαφέρον είναι ότι Παρίσι και Νέο Δελχί φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη στρατηγική συμβατότητα από ό,τι είχαν Παρίσι και Βερολίνο. Και οι δύο πλευρές ενδιαφέρονται για αεροναυτική ισχύ, επιχειρήσεις από αεροπλανοφόρα και πυρηνική αποτροπή. Η Ινδία, με δύο αεροπλανοφόρα σε υπηρεσία και τρίτο σε σχεδιασμό, έχει ανάγκες που μοιάζουν περισσότερο με τις γαλλικές παρά με τις γερμανικές.

Παράλληλα, η Ινδία ήδη χτίζει υποδομές γύρω από το γαλλικό οικοσύστημα. Η Safran προχωρά σε εγκατάσταση MRO για τον κινητήρα M88 του Rafale στο Χαϊντεραμπάντ, ενώ υπάρχουν συζητήσεις για συνεργασία στον κινητήρα του ινδικού AMCA, του εγχώριου μαχητικού 5ης γενιάς. Υπενθυμίζεται, ότι η Safran είναι η εταιρεία, η οποία πριν λίγο καιρό υπέγραψε συμφωνία με την τουρκική Baykar. Η συνεργασία με τη Γαλλία στο FCAS θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως τεχνολογικός επιταχυντής για το ίδιο το AMCA.

Υπάρχει, όμως, και σοβαρός κίνδυνος. Η Ινδία δεν θέλει να γίνει απλώς ταμείο χρηματοδότησης ενός γαλλικού μαχητικού. Το κρίσιμο ζήτημα θα είναι το ποσοστό συμμετοχής, η μεταφορά τεχνογνωσίας, τα δικαιώματα συμπαραγωγής και ο πραγματικός ρόλος της ινδικής βιομηχανίας. Αν η Dassault επιδιώξει απόλυτο έλεγχο, το Νέο Δελχί θα βρεθεί μπροστά στο ίδιο πρόβλημα που διέλυσε τη συνεργασία με το Βερολίνο.

Η κατάρρευση του FCAS, λοιπόν, δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό ναυάγιο. Είναι και στρατηγικό άνοιγμα. Η Γερμανία ήδη κοιτά προς Saab ή άλλα σχήματα, ενώ η Γαλλία πρέπει να αποφασίσει αν θα προχωρήσει μόνη ή με νέο εταίρο. Για την Ινδία, η συγκυρία είναι σπάνια! Μπορεί να μπει στο τραπέζι της 6ης γενιάς όχι ως απλός πελάτης, αλλά ως συμπαραγωγός.

Το ερώτημα είναι αν Παρίσι και Νέο Δελχί μπορούν να συμφωνήσουν σε αυτό που δεν κατάφεραν Παρίσι και Βερολίνο, δηλαδή να διαμοργώσουν μια πραγματική στρατηγική σύμπραξη και όχι μια απλή βιομηχανική μοιρασιά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Το «American Dream» ως αλλοίωση της εθνικής υπόστασης ενός Έθνους

Δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Το λεγόμενο «American Dream» δεν συνιστά απλώς ένα κοινωνικο-οικονομικό πρότυπο ανόδου, αλλά έναν ολοκληρωμένο πολιτισμικό και ανθρωπολογικό μηχανισμό αναδιαμόρφωσης των παραδοσιακών εθνικών ταυτοτήτων.
Στο πλαίσιο του πρώην ανατολικού ρωμαϊκού κράτους των ορθοδόξων εθνών, η επίδρασή του υπήρξε ιδιαιτέρως έντονη, διότι εισήγαγε μια νέα κοσμοθεωρία μία νέα θρησκεία, βασισμένη στον ατομο-κεντρισμό, την οικονομική επιτυχία ως υπέρτατη αξία και την αποδυνάμωση των ιστορικών, πνευματικών και κοινοτικών δεσμών που συγκροτούσαν διαχρονικά την εθνική συνοχή.
Η καθ ημάς Ανατολή με την ορθόδοξη παράδοση άρχισε να γίνεται η ψεύτικη πολιτική βιτρίνα των πολιτικών, απομακρύνοντας από έννοιες που ιστορικά θεμελιώθηκε επί της έννοιας του προσώπου, της κοινότητας, της συλλογικής μνήμης και της πνευματικής συνέχειας του έθνους. Αντιθέτως, το αμερικανικό πρότυπο οικοδομήθηκε επί της λογικής του «self-made individual», δηλαδή του ανθρώπου που αυτο-προσδιορίζεται με προτεσταντίζοντα τρόπο αποκλειστικά μέσω της οικονομικής και κοινωνικής του επιτυχίας, με αυτόν τον ιδιόμορφο προτεσταντίζοντα τρόπο, που κάποιοι νεοέλληνες μας τον εμφανίζουν ως επιστημονικό υψηλό φρούτο, φρούδας ελπίδας.
Η μετάβαση από την καθ’ ημάς Ανατολή και παραδοσιακή ορθόδοξη κοινοτική δομή προς έναν δυτικό ατομο-κεντρικό φιλελευθερισμό, προκάλεσε τη σταδιακή αποσύνθεση της πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας πολλών ορθοδόξων κοινωνιών και φερόμενων ηγετών, που έγιναν οικτροί ηγετίσκοι.
Ιδιαιτέρως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η πολιτισμική διείσδυση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν περιορίστηκε σε οικονομικούς ή γεωπολιτικούς όρους, αλλά εξελίχθηκε σε μορφή «ήπιας ισχύος» (soft power), η οποία επηρέασε την παιδεία, τη γλώσσα, τη μαζική κουλτούρα, την πολιτική σκέψη και ακόμη και την αντίληψη περί ιστορίας και εθνικής αποστολής. Το «American Dream» παρουσιάστηκε ως οικουμενικό πρότυπο ευτυχίας και προόδου, υποκαθιστώντας σταδιακά τα εθνικά ιδεώδη, την ιστορική μνήμη και την πνευματική αποστολή των ορθοδόξων λαών.
Στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας και της θεωρίας του κράτους και του δικαίου, το φαινόμενο αυτό μπορεί να αναλυθεί ως διαδικασία πολιτισμικής απο-εθνοποίησης. Το έθνος παύει να νοείται ως ιστορική και πνευματική κοινότητα και μετατρέπεται σε απλή οικονομική μονάδα εντός της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Η παράδοση της καθ ημάς Ανατολής αντιμετωπίζεται ως αναχρονισμός. Η θρησκευτική ταυτότητα ως μία ιδιωτική υπόθεση ενός προτεσταντικού τύπου και προτεσταντίζουσας πολιτικής φιλοσοφίας και η ιστορική συνέχεια ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό του δήθεν μετανθρωπισμού της απώλειας και ερημίας των πόλεων.
Κατ’ αυτόν τον προτεσταντίζοντα τρόπο, η εθνική υπόσταση αποδυναμώνεται όχι μέσω στρατιωτικής βίας, αλλά μέσω πολιτισμικής μεταβολής των αξιών και των προτύπων ζωής.
Η περίπτωση πολλών ορθοδόξων βαλκανικών κοινωνιών είναι χαρακτηριστική. Η μαζική μετανάστευση, η ιδεολογική εξάρτηση από δυτικά πρότυπα και η σταδιακή εγκατάλειψη της ιστορικής αυτογνωσίας οδήγησαν σε εθνική κρίση ταυτότητας.
Η κοινωνική επιτυχία άρχισε να μετράται με αμερικανικά καταναλωτικά κριτήρια και όχι με βάση την προσφορά προς το έθνος, την κοινότητα ή την πνευματική καλλιέργεια, πάντων μέτρο όχι άνθρωπος άλλο χρήμα.. Η μεταβολή αυτή δεν επηρέασε μόνο τις οικονομικές δομές, αλλά και την ίδια την πολιτική και δομική ανθρωπολογική συγκρότηση των κοινωνιών.
Παράλληλα, η πολιτισμική ηγεμονία της αμερικανικής μαζικής κουλτούρας επέφερε σταδιακή αποϊεροποίηση της δημόσιας ζωής.
Η καθ’ ημάς Ανατολή με την Ορθοδοξία, που αποτελούσε θεμελιώδη άξονα της ιστορικής ύπαρξης των ορθοδόξων εθνών, περιορίστηκε συχνά σε συμβολικό ή εθιμοτυπικό επίπεδο. Η εθνική μνήμη αντικαταστάθηκε από έναν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό εικόνας, κατανάλωσης και πολιτισμικού συγκρητισμού.
Ωστόσο, η κριτική προς το «American Dream» δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως άρνηση της τεχνολογικής προόδου ή της κοινωνικής κινητικότητας.
Το ουσιώδες ζήτημα αφορά το κατά πόσον ένα ορθόδοξο έθνος μπορεί να υιοθετεί στοιχεία εκσυγχρονισμού και μετανθρωπισμού χωρίς να απολέσει την ιστορική και πνευματική του ταυτότητα. Η πρόκληση για τα ορθόδοξα έθνη του 21ου αιώνα είναι η διατήρηση της πολιτισμικής τους αυτο-συνειδησίας απέναντι σε μια παγκόσμια ομογενοποίηση αξιών και προτύπων του μετανθρωπισμού.
Εν κατακλείδι, το «American Dream» δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού. Τα τελευταία κυρίως πενήντα χρόνια οι πολιτικοί της Ελλάδας προσκύνησαν ξένα πρότυπα. Στην περίπτωση των ορθοδόξων εθνών, η ανεξέλεγκτη υιοθέτησή τους οδηγεί σε σταδιακή αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης, της πνευματικής παραδόσεως και της εθνικής συνοχής. Οικτρή κατάντια για την νέα Γενιά, του Ναι, σε Όλα. Η υπεράσπιση της εθνικής υπόστασης προϋποθέτει, όχι απομονωτισμό, αλλά τη συνειδητή πολιτισμική αυτογνωσία και την κοινωνική και πολιτική επαναθεμελίωση της σχέσης μας μεταξύ έθνους, ιστορίας και ορθόδοξης πνευματικότητας. Αλλιώς η πόλη Εάλω, εκ των ένδω.
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Οι Αλβανοί διακινητές και το νομικό κενό που εκμεταλλεύτηκε ο δράστης του Μπέλφαστ!

Εκμεταλλεύονται την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Επιμέλεια: Μπάμπης Πετράκης

Πώς έφτασε ο Σουδανός στην Ιρλανδία; Σύμφωνα με την αστυνομία, ο άνδρας πέταξε πιθανότατα από το Παρίσι στο Δουβλίνο και στη συνέχεια συνέχισε με λεωφορείο προς τη Βόρεια Ιρλανδία.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «The Telegraph», ακριβώς αυτή η διαδρομή διαφημίζεται ενεργά στα social media από Αλβανούς διακινητές ανθρώπων.

Μετά την επίθεση με μαχαίρι στο Μπέλφαστ, γίνονται όλο και περισσότερα γνωστά για τον τρόπο εισόδου του 30χρονου υπόπτου, ο οποίος κατάγεται από το Σουδάν. Σύμφωνα με την αστυνομία, ο Χάντι Αλοντίντ (Hadi Alodid) κατάφερε τον Φεβρουάριο του 2023 να εισέλθει στη Βόρεια Ιρλανδία μέσω της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, αφού είχε ταξιδέψει προηγουμένως με πτήση γραμμής από το Παρίσι στο Δουβλίνο. Μόνο στη Βόρεια Ιρλανδία υπέβαλε αίτηση ασύλου και έλαβε τον Σεπτέμβριο του 2023 άδεια παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το 2028.

Όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα «The Telegraph», αλβανικές συμμορίες διακινητών προσφέρουν αυτό το νομικό κενό για είσοδο στα social media, εκμεταλλευόμενοι την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας. Ο Αλοντίντ φέρεται μετά την άφιξή του στο Δουβλίνο να πήρε λεωφορείο για το Μπέλφαστ. Αυτή η διαδρομή, σύμφωνα με την Telegraph, διαφημίζεται σε διαδικτυακά βίντεο και αγγελίες ως εναλλακτική λύση στις παράνομες διασχίσεις της Μάγχης – με «εγγυημένη» επιτυχία και «μέγιστη ασφάλεια», όπως αναφέρεται.

Η πληρωμή των 7.000 λιρών (8.100 ευρώ) γίνεται μόνο μετά την άφιξη. Η επικοινωνία με τους διακινητές γίνεται μέσω συνδέσμων ή WhatsApp.

Επιπλέον, όπως αναφέρει και η εφημερίδα «Daily Mail», ο Αλοντίντ επωφελήθηκε από το βρετανικό πρόγραμμα «Fast-Track», μια επιταχυνόμενη διαδικασία ασύλου που εισήχθη ακόμα επί πρωθυπουργίας Ρίσι Σουνάκ. Το πρόγραμμα προβλέπει την ταχεία εξέταση αιτήσεων από άτομα προερχόμενα από χώρες που η βρετανική κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως «ασφαλείς».

Ο ύποπτος φέρεται τη Δευτέρα να επιτέθηκε επανειλημμένα με μαχαίρι σε έναν άνδρα και να προσπάθησε να του κόψει τον λαιμό. Το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά. Από τότε το Μπέλφαστ συγκλονίζεται από ταραχές. Ταραξίες, εν μέρει καλυμμένοι, περιφέρονταν στους δρόμους μετά το περιστατικό και έβαλαν φωτιά σε αρκετά οχήματα, μεταξύ των οποίων και ένα λεωφορείο.

Επίσης, πυρπολήθηκαν σπίτια και χρειάστηκε να διασωθούν κάτοικοι. Λίγο νωρίτερα, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για να διαδηλώσουν κατά των μεταναστών και της μετανάστευσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα7 λεπτά πριν

Πάλμας: Θέλουμε πιο ενεργή εμπλοκή της ΕΕ στο Κυπριακό – Η Τουρκία να κάνει επιτέλους την αυτοκριτική της

Το μήνυμα προς τις Βρυξέλλες είναι ότι η Κύπρος χρειάζεται περισσότερη ευρωπαϊκή στήριξη στο Κυπριακό. Το μήνυμα προς την Άγκυρα...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ1 ώρα πριν

Είμαι ο χάρτης της Σεβίλλης! Είμαι ζωντανός

Επιτέλους κάντε κάτι. Γράφει ο Χρήστος Κηπουρός.

Άμυνα2 ώρες πριν

Χρυσή ευκαιρία για Ινδία και Γαλλία για το μαχητικό 6ης γενιάς

Μετά το γαλλογερμανικό ναυάγιο, η Ινδία μπαίνει στο παιχνίδι του μαχητικού 6ης γενιάς

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

ΗΠΑ–Halkbank: Η Ουάσιγκτον αφήνει τον Ερντογάν χωρίς το «βαρίδι» που τον πίεζε

Η υπόθεση Halkbank ήταν ένα από τα λίγα πραγματικά χαρτιά πίεσης των ΗΠΑ απέναντι στον Ερντογάν. Με την αρχειοθέτησή της,...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Στην Ουάσιγκτον η «μάχη» για την Κύπρο: Σήμερα ολοκληρώνεται το 41ο Συνέδριο της ΠΣΕΚΑ με επαφές στο Κογκρέσο και την αμερικανική κυβέρνηση

Οι διοργανωτές θεωρούν ότι η φετινή συγκυρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η Κύπρος έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο γεωστρατηγικό εταίρο της...

Δημοφιλή