Ακολουθήστε μας

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

«Δαίδαλος»: Ο υπερυπολογιστής που φέρνει την Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της τεχνητής νοημοσύνης και της υπερυπολογιστικής

Με την πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία του μέσα στο επόμενο διάστημα, ο «Δαίδαλος» δεν θα αποτελεί απλώς τον ισχυρότερο υπολογιστή της Ελλάδας. Θα αποτελέσει το τεχνολογικό θεμέλιο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η επόμενη γενιά ελληνικής και ευρωπαϊκής καινοτομίας στην τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη και την ψηφιακή οικονομία.

Δημοσιεύτηκε στις

Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Ελλάδα αποκτά θέση ανάμεσα στις υπερδυνάμεις της υπολογιστικής υψηλών επιδόσεων. Ο υπερυπολογιστής «Δαίδαλος», που αναπτύσσεται από το Εθνικό Δίκτυο Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας (ΕΔΥΤΕ – GRNET), πέτυχε μια ιστορική διάκριση, καθώς εντάχθηκε τόσο στη λίστα TOP500 όσο και στη Green500, τις δύο κορυφαίες διεθνείς αξιολογήσεις υπερυπολογιστών.

Η κατάταξη ανακοινώθηκε στο διεθνές συνέδριο ISC 2026 στο Αμβούργο, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα διαθέτει πλέον μια υποδομή που μπορεί να ανταγωνιστεί τα ισχυρότερα ευρωπαϊκά και διεθνή υπολογιστικά συστήματα.

Με μετρημένη απόδοση 85,69 petaflops, ο «Δαίδαλος» κατέλαβε την 31η θέση παγκοσμίως στη λίστα TOP500, ενώ βρέθηκε και στην 23η θέση της Green500 χάρη στη χαμηλή ενεργειακή κατανάλωση και τον υψηλό βαθμό απόδοσής του.

Η επίδοση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι το ελληνικό σύστημα βρίσκεται πλέον στην ίδια ευρωπαϊκή οικογένεια με υπερυπολογιστές όπως ο γερμανικός JUPITER, ο φινλανδικός LUMI, ο ιταλικός Leonardo και ο σουηδικός Arrhenius.

Ο «Δαίδαλος» αποτελεί το ισχυρότερο υπολογιστικό σύστημα που απέκτησε ποτέ η Ελλάδα. Η τεχνολογική του υποδομή βασίζεται στην πλατφόρμα της Hewlett Packard Enterprise, αξιοποιώντας τους πανίσχυρους επιταχυντές NVIDIA GH200 και σύστημα άμεσης υγρής ψύξης, που μειώνει δραστικά τις ενεργειακές απαιτήσεις.

Η εγκατάστασή του πραγματοποιείται στο Λαύριο, σε έναν χώρο με ιδιαίτερο συμβολισμό: το ιστορικό κτίριο του πρώην Ηλεκτρικού Σταθμού στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου μετατρέπεται σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα δεδομένων της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Οι δυνατότητες του νέου υπερυπολογιστή είναι τεράστιες. Θα χρησιμοποιείται για ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων, ανάλυση πολύπλοκων επιστημονικών δεδομένων, κυβερνοασφάλεια, βιοϊατρική έρευνα, πρόβλεψη ακραίων καιρικών φαινομένων, μοντελοποίηση κλιματικών αλλαγών και επεξεργασία τεράστιων όγκων πληροφοριών.

Παράλληλα, θα αποτελέσει τον πυρήνα του ελληνικού AI Factory «PHAROS», ενός έργου στρατηγικής σημασίας που εντάσσεται στο ευρωπαϊκό δίκτυο υποδομών τεχνητής νοημοσύνης και φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα οικοσύστημα καινοτομίας για ερευνητές, πανεπιστήμια, νεοφυείς επιχειρήσεις και βιομηχανία.

Η επένδυση αυτή δεν αφορά μόνο την τεχνολογία αλλά και την εθνική στρατηγική. Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε βασικό πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης, αμυντικών εφαρμογών, επιστημονικής έρευνας και ψηφιακής κυριαρχίας, η ύπαρξη ενός υπερυπολογιστή τέτοιου μεγέθους δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά στις ευρωπαϊκές και διεθνείς τεχνολογικές εξελίξεις.

Το έργο χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0», το Ταμείο Ανάκαμψης NextGenerationEU και την EuroHPC JU, αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες ψηφιακές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ στη χώρα.

Με την πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία του μέσα στο επόμενο διάστημα, ο «Δαίδαλος» δεν θα αποτελεί απλώς τον ισχυρότερο υπολογιστή της Ελλάδας. Θα αποτελέσει το τεχνολογικό θεμέλιο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η επόμενη γενιά ελληνικής και ευρωπαϊκής καινοτομίας στην τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη και την ψηφιακή οικονομία.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Νέος πονοκέφαλος διαφάνειας για τη φον ντερ Λάιεν! Έρευνα για το «κρυφό» chat με Ζελένσκι και Ευρωπαίους ηγέτες

Η πρόεδρος της Κομισιόν βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ερωτήματα για το πώς χρησιμοποιεί ιδιωτικές ή ανεπίσημες μορφές επικοινωνίας σε κρίσιμα ευρωπαϊκά ζητήματα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Νέο μέτωπο διαφάνειας ανοίγει στις Βρυξέλλες για την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μετά την απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας Τερέζα Ανζίνιο να ξεκινήσει έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο η Κομισιόν χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης σε μηνύματα από κλειστή ομαδική συνομιλία Ευρωπαίων ηγετών και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Σύμφωνα με το ολλανδικό ερευνητικό μέσο Follow the Money, η έρευνα αφορά την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παραδώσει μηνύματα που φέρονται να αντηλλάγησαν σε κλειστό group chat, στο οποίο συμμετείχαν η φον ντερ Λάιεν, ο Ζελένσκι, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ. Το ίδιο μέσο αναφέρει ότι η Διαμεσολαβήτρια εξετάζει αν η Επιτροπή έκανε λάθη όταν απέρριψε το αίτημα πρόσβασης των δημοσιογράφων.

Η υπόθεση παρουσιάστηκε ως «ZelenskyGate» από ορισμένα Μέσα, όμως ο χαρακτηρισμός είναι περισσότερο πολιτικός και δημοσιογραφικός παρά θεσμικός. Η έρευνα δεν αφορά, τουλάχιστον με τα διαθέσιμα στοιχεία, ποινική υπόθεση ή απόδειξη παράνομης συνεννόησης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν τα μηνύματα αποτελούν έγγραφα που υπάγονται στους κανόνες πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα της ΕΕ και αν η Κομισιόν δικαιούται να τα κρατήσει μυστικά.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρεται να απέρριψε το αίτημα του Follow the Money με το επιχείρημα ότι η δημοσιοποίηση των μηνυμάτων θα μπορούσε να βλάψει τις διεθνείς σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της με τρίτες χώρες. Σύμφωνα με το Follow the Money, η Ανζίνιο ανέφερε σε επιστολή της ότι αποφάσισε να ανοίξει έρευνα για τον χειρισμό του αιτήματος από την Κομισιόν βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα.

Το γερμανικό Berliner Zeitung επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση αφορά μυστικό ομαδικό chat με συμμετοχή του Ζελένσκι και κορυφαίων Ευρωπαίων ηγετών, το οποίο έχει εξελιχθεί σε νέο πρόβλημα διαφάνειας για τη φον ντερ Λάιεν. Το δημοσίευμα τονίζει ότι η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια ερευνά την υπόθεση μετά την άρνηση της Επιτροπής να δώσει πρόσβαση στην αλληλογραφία.

Η ύπαρξη του κλειστού καναλιού επικοινωνίας είχε αναφερθεί νωρίτερα από το Politico, σύμφωνα με το οποίο η λεγόμενη «Washington Group» χρησιμοποιούνταν από Ευρωπαίους ηγέτες για συντονισμό γύρω από τη στάση τους απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Το Follow the Money αναφέρει ότι η ομάδα λειτουργούσε ως δίαυλος μεταξύ κορυφαίων Ευρωπαίων αξιωματούχων και του Ζελένσκι για την αντιμετώπιση της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Τραμπ.

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα επειδή δεν είναι η πρώτη φορά που η φον ντερ Λάιεν βρίσκεται στο επίκεντρο κριτικής για μηνύματα και διαφάνεια. Το Follow the Money υπενθυμίζει ότι είχε προηγηθεί η υπόθεση των μηνυμάτων με τον επικεφαλής της Pfizer, Άλμπερτ Μπουρλά, για την προμήθεια εμβολίων κατά την πανδημία, καθώς και υπόθεση διαγραφής μηνύματος που αφορούσε τον Εμανουέλ Μακρόν και τη συμφωνία ΕΕ-Mercosur.

Το πολιτικό διακύβευμα είναι σαφές: η Κομισιόν επιμένει ότι ορισμένες ευαίσθητες επικοινωνίες κορυφαίων ηγετών δεν μπορούν να δημοσιοποιούνται χωρίς να πληγούν οι διεθνείς σχέσεις της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, δημοσιογράφοι, οργανώσεις διαφάνειας και επικριτές της φον ντερ Λάιεν υποστηρίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να λειτουργεί με ιδιωτικά κανάλια επικοινωνίας για ζητήματα υψηλής πολιτικής και στη συνέχεια να αρνείται πλήρως τον έλεγχο.

Η έρευνα της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας αναμένεται να διαρκέσει μήνες. Σύμφωνα με το Follow the Money και άλλα μέσα που αναπαρήγαγαν την είδηση, η Ανζίνιο έχει ζητήσει συνάντηση με εκπροσώπους της Κομισιόν έως τα μέσα Ιουλίου, προκειμένου να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημα πρόσβασης.

Προς το παρόν, δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένα μηνύματα που να «καίνε» τη φον ντερ Λάιεν, ούτε επίσημο πόρισμα που να καταλογίζει παράβαση. Υπάρχει, όμως, ένα σαφές θεσμικό πρόβλημα: η πρόεδρος της Κομισιόν βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ερωτήματα για το πώς χρησιμοποιεί ιδιωτικές ή ανεπίσημες μορφές επικοινωνίας σε κρίσιμα ευρωπαϊκά ζητήματα.

Η υπόθεση, επομένως, δεν πρέπει να παρουσιαστεί πρόωρα ως τελεσίδικο σκάνδαλο ενοχής. Είναι, όμως, ένα σοβαρό επεισόδιο στη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη μυστική διπλωματία κορυφής και την απαίτηση για θεσμική λογοδοσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Ισραηλινές εταιρείες εγκαταλείπουν την Τουρκία – Η κρίση στις σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ περνά πλέον και στην οικονομία

Η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ έχει αρχίσει να επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις, τις επενδύσεις και τις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η συνεχής επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ δεν περιορίζεται πλέον στο διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τον επιχειρηματικό κόσμο, οδηγώντας ισραηλινές εταιρείες στην αποχώρηση από την τουρκική αγορά και προκαλώντας σημαντική συρρίκνωση του διμερούς εμπορίου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση της ισραηλινής εταιρείας ειδών υγιεινής Hamat να βάλει λουκέτο στη θυγατρική της MCP, η οποία λειτουργούσε στη Σμύρνη. Η διοίκηση της εταιρείας απέδωσε την απόφαση στις αυξανόμενες δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην προώθηση των προϊόντων της τόσο στην τουρκική αγορά όσο και σε τρίτες χώρες, εξαιτίας του δυσμενούς πολιτικού κλίματος που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία δύο χρόνια.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ έχει αρχίσει να επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις, τις επενδύσεις και τις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών.

Το εμπάργκο που άλλαξε τις ισορροπίες

Η επιδείνωση των οικονομικών σχέσεων ξεκίνησε μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα και κορυφώθηκε τον Μάιο του 2024, όταν η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προχώρησε στην επιβολή πλήρους εμπορικού εμπάργκο κατά του Ισραήλ.

Η απόφαση της Άγκυρας είχε άμεσο αντίκτυπο στις εμπορικές συναλλαγές, καθώς πολλές επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με σοβαρούς περιορισμούς στις εξαγωγές, στις εισαγωγές και στη λειτουργία των θυγατρικών τους.

Από τότε, αρκετές ισραηλινές εταιρείες εξετάζουν εναλλακτικές αγορές, ενώ άλλες έχουν ήδη περιορίσει σημαντικά ή διακόψει πλήρως τις δραστηριότητές τους στην Τουρκία.

Κατάρρευση του διμερούς εμπορίου

Τα στοιχεία που δημοσιεύει η ισραηλινή οικονομική εφημερίδα Globes αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος της αλλαγής.

Οι ισραηλινές εισαγωγές προϊόντων από την Τουρκία μειώθηκαν από περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 στα μόλις 924 εκατομμύρια δολάρια το 2025, καταγράφοντας πτώση άνω του 50%.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στις εξαγωγές του Ισραήλ προς την Τουρκία. Μέσα σε έναν χρόνο υποχώρησαν από 598,6 εκατομμύρια δολάρια σε μόλις 10,9 εκατομμύρια δολάρια, γεγονός που ουσιαστικά ισοδυναμεί με σχεδόν πλήρη κατάρρευση του εμπορίου προς την τουρκική αγορά.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών βρίσκονται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών.

Οι δυσκολίες για τις ισραηλινές επιχειρήσεις

Η ερευνήτρια του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ (INSS), Γκάλια Λίντενστραους, επισημαίνει ότι οι ισραηλινές εξαγωγές προς την Τουρκία έχουν ουσιαστικά μηδενιστεί.

Όπως αναφέρει, αρκετές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους, καθώς το πολιτικό περιβάλλον έχει γίνει ιδιαίτερα δυσμενές, ενώ οι περιορισμοί στις εμπορικές συναλλαγές δημιουργούν σοβαρά προβλήματα τόσο στις πωλήσεις όσο και στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Η περίπτωση της Hamat θεωρείται ενδεικτική αυτής της νέας πραγματικότητας, καθώς η εταιρεία εκτίμησε ότι πλέον δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη βιώσιμη λειτουργία της θυγατρικής της στη Σμύρνη.

Ποιες εταιρείες συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται

Παρά το αρνητικό κλίμα, δεν έχουν αποχωρήσει όλες οι ισραηλινές επιχειρήσεις από την Τουρκία.

Η Netafim εξακολουθεί να λειτουργεί παραγωγικές εγκαταστάσεις στη χώρα, εξυπηρετώντας αποκλειστικά την τουρκική αγορά με συστήματα άρδευσης.

Παρουσία διατηρεί και η ICL, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί εργοστάσιο στην πόλη Μπαντίρμα, ενώ η φαρμακευτική εταιρεία Teva Pharmaceutical Industries εξακολουθεί να έχει την έδρα των τουρκικών δραστηριοτήτων της στην Κωνσταντινούπολη, συνεχίζοντας την προώθηση φαρμακευτικών προϊόντων.

Αντίθετα, η εταιρεία εμφιάλωσης αναψυκτικών του ομίλου Coca-Cola, η οποία δραστηριοποιούνταν επί σειρά ετών στην Τουρκία, έχει ήδη αποχωρήσει πλήρως από τη χώρα κατά την τελευταία διετία.

Οι πολιτικές εξελίξεις θα κρίνουν την επόμενη ημέρα

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η εξομάλυνση των οικονομικών σχέσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς αντίστοιχη βελτίωση των πολιτικών σχέσεων μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ.

Ισραηλινός επιχειρηματίας, ο οποίος εξακολουθεί να συνεργάζεται με τουρκικές εταιρείες, εκτιμά ότι δύσκολα θα υπάρξει ουσιαστική αλλαγή όσο η τουρκική κυβέρνηση διατηρεί την ίδια στάση απέναντι στο Ισραήλ.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον ίδιο, συνεχίζονται παρασκηνιακές προσπάθειες αποκλιμάκωσης των εντάσεων και αναζήτησης κοινών σημείων επαφής μεταξύ των δύο πλευρών, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν προς το παρόν ενδείξεις για άμεση αλλαγή πορείας.

Οι οικονομικές σχέσεις δεν έχουν σπάσει ολοκληρωτικά

Παρά την πρωτοφανή επιδείνωση του πολιτικού κλίματος, οι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών δεν έχουν εξαλειφθεί πλήρως.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η γεωγραφική εγγύτητα της Τουρκίας και του Ισραήλ, οι ανεπτυγμένες μεταφορικές υποδομές, αλλά και η συμπληρωματικότητα των δύο οικονομιών εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα για το εμπόριο και τις επιχειρήσεις.

Ωστόσο, όσο παραμένει σε ισχύ το εμπάργκο και οι πολιτικές σχέσεις βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η επιστροφή στην προηγούμενη εποχή των στενών οικονομικών συνεργασιών μοιάζει ιδιαίτερα δύσκολη.

Η αποχώρηση της Hamat από τη Σμύρνη αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι η κρίση μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ έχει πλέον περάσει από το πεδίο της διπλωματίας στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας επενδύσεις, επιχειρήσεις και το μέλλον των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Αn “all-weather friendship”! How the China–Pakistan Nexus Turned Security Cooperation into a System of Repression

For decades, the relationship has rested on military cooperation, economic investment, and shared geopolitical interests. Yet recent developments suggest that this partnership has evolved beyond a traditional alliance.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

The strategic partnership between China and Pakistan has long been described by officials in both countries as an “all-weather friendship.” For decades, the relationship has rested on military cooperation, economic investment, and shared geopolitical interests. Yet recent developments suggest that this partnership has evolved beyond a traditional alliance. According to growing international research, it now increasingly functions as a mutually reinforcing security architecture in which Beijing’s model of authoritarian governance and Islamabad’s domestic coercive apparatus have become deeply intertwined.

At the heart of this transformation lies the China-Pakistan Economic Corridor (CPEC), a flagship project of China’s Belt and Road Initiative worth approximately USD 65 billion. While promoted as an ambitious infrastructure and economic development programme, CPEC has simultaneously expanded security cooperation between the two countries, linking China’s strategic investments with Pakistan’s internal security priorities. The result, analysts argue, has been a convergence that extends from counterterrorism operations to surveillance technologies, censorship, the treatment of ethnic minorities, and even the repression of critics beyond national borders.

China’s Global Campaign of Transnational Repression

The broader international context illustrates why this partnership deserves closer attention.

Recent international reports have documented 854 confirmed incidents of transnational repression worldwide between 2014 and 2022. Of these, 253 were attributed to the People’s Republic of China, making Beijing the world’s leading practitioner of cross-border repression.

These figures include physical intimidation, arbitrary detention, deportations, kidnapping attempts and other coercive measures directed against dissidents, activists and minority communities living abroad. Researchers stress that the true scale is likely much larger, since available statistics exclude digital harassment, intimidation of relatives inside China and unsuccessful attempts to coerce overseas critics.

This international campaign has increasingly intersected with Pakistan’s own security policies.

CPEC Changed More Than the Economy

When President Xi Jinping visited Islamabad in 2015 to launch CPEC formally, the agreement was celebrated as an economic milestone that would transform Pakistan’s infrastructure through highways, ports, railways and energy projects.

However, the initiative also fundamentally reshaped bilateral security cooperation.

As billions of dollars in Chinese investments flowed into Pakistan, particularly into sensitive regions such as Balochistan, protecting these assets became a shared strategic priority. Security concerns surrounding Chinese personnel, infrastructure projects and supply routes gradually expanded the operational cooperation between Chinese and Pakistani security institutions.

Official joint statements repeatedly emphasised “zero tolerance for terrorism,” respect for sovereignty and opposition to what both governments describe as the “politicisation” of counterterrorism.

Critics argue that these formulations have increasingly served as political justification for suppressing dissent.

For Beijing, they provide diplomatic cover for its policies in Xinjiang.

For Islamabad, similar language has been used to justify military operations, enforced disappearances and restrictions targeting political activists, journalists and civil society organisations.

The Uyghur Question

Perhaps the clearest example of this convergence concerns Pakistan’s treatment of Uyghur Muslims.

Cooperation between Islamabad and Beijing on Uyghur issues dates back to the late 1990s.

One of the earliest documented cases occurred in 1997, when Pakistan deported fourteen Uyghur students following Chinese allegations linking them to separatist activities after unrest in Xinjiang.

Over the following decades, what began as isolated deportations evolved into systematic security cooperation.

Research conducted by the Uyghur Human Rights Project and the Oxus Society identified at least twenty-one confirmed cases involving detention or deportation of Uyghurs through Pakistan and Afghanistan, while researchers estimate the real number may approach ninety undocumented incidents.

Those returned to China frequently disappeared into detention facilities associated with torture, prolonged imprisonment, forced political indoctrination and family separation.

After President Xi Jinping called in 2014 for authorities to cast “nets from the Earth to the sky,” China’s overseas surveillance of Uyghur communities intensified.

Pakistan increasingly became part of that broader monitoring system.

Reports indicate that Chinese officials pressured foreign governments through diplomatic channels, including efforts affecting Uyghurs residing in Pakistan. Individuals reportedly received warnings that refusing to return to China could lead to retaliation against family members.

As recently as November 2023, Pakistani authorities reportedly raided homes belonging to Uyghur families in Rawalpindi shortly before implementing migrant expulsion measures that affected nearly one hundred Uyghurs.

Η Άγκυρα πούλησε τους Ουιγούρους στο Πεκίνο – Η Ευρώπη μπορεί να τιμολογήσει την Τουρκία με το ίδιο νόμισμα

Balochistan and the Security Narrative

The same security logic has increasingly been applied to Pakistan’s internal political landscape.

Chinese investments in Balochistan have elevated local grievances into matters of strategic concern for both governments.

Opposition to CPEC projects, land acquisition, environmental concerns and resource extraction is increasingly treated through a counterterrorism framework rather than as political dissent.

International human rights organisations documented dozens of arrests, enforced disappearances and arbitrary detentions involving Baloch activists between January 2024 and March 2025.

Many of those targeted had engaged in peaceful advocacy concerning missing persons, alleged extrajudicial killings and demands for greater provincial autonomy.

One particularly significant incident occurred in July 2024, when Pakistan’s Frontier Corps opened fire on buses carrying participants travelling to the Baloch National Gathering in Gwadar.

According to international reporting, at least fourteen civilians associated with the non-violent Baloch Yakjehti Committee were injured.

Pressure on Pashtun Activists

The Pashtun Tahafuz Movement (PTM), another peaceful movement advocating civil rights and accountability for military operations, has also faced growing pressure.

Freedom House documented arrests targeting PTM rallies throughout 2023.

Prominent PTM leader Ali Wazir was charged with sedition despite simultaneously serving as a member of Pakistan’s parliament.

Lawyers, journalists and activists who criticised enforced disappearances allegedly carried out by security forces similarly found themselves facing criminal investigations and sedition charges.

The cumulative effect has been the shrinking of civic space, particularly where criticism intersects with issues considered sensitive by either Islamabad or Beijing.

How the China–Pakistan Axis Turns Security Cooperation into a Repression Mechanism

Digital Surveillance Expands State Control

Perhaps the most visible area of Chinese influence concerns Pakistan’s digital governance.

The Prevention of Electronic Crimes Act (PECA), originally introduced to combat cybercrime and online harassment, has gradually evolved into one of the country’s most controversial legal instruments.

Amendments adopted in January 2025 significantly broadened its scope.

Authorities gained wider powers to prosecute vaguely defined online content considered “false,” contrary to “the ideology of Pakistan,” or capable of generating “fear or panic.”

The revised legislation also created a government-controlled regulatory authority while introducing prison sentences of up to three years.

Since early 2025, multiple journalists have reportedly been prosecuted under PECA, while authorities blocked several YouTube channels critical of state institutions.

Digital rights advocates argue that the legislation forms part of a broader effort to centralise control over online information.

Technology has reinforced this trend.

Huawei’s Safe City projects in Islamabad, Lahore and Peshawar have introduced extensive surveillance systems linked to central command centres.

These integrated networks resemble surveillance infrastructures previously deployed in Xinjiang, raising concerns among human rights organisations that they may increasingly be used to monitor political activity rather than solely criminal threats.

Repression Beyond Pakistan’s Borders

The partnership has also acquired an increasingly transnational character.

Pakistani courts have recently convicted several journalists and commentators living abroad in absentia, with some receiving life sentences over allegations connected to protests following the arrest of former Prime Minister Imran Khan.

These prosecutions carry an important symbolic message: physical distance no longer guarantees protection from state coercion.

Analysts note similarities with China’s own methods of pressuring overseas critics by targeting family members, restricting travel, initiating legal proceedings or launching reputational campaigns.

Pakistan increasingly appears to employ comparable tools, including sedition charges, Exit Control Lists and pressure directed at relatives remaining inside the country.

Strategic Partnership or Shared Repression?

It would be inaccurate to suggest that Pakistan’s coercive institutions emerged because of Chinese influence.

Military dominance, censorship, enforced disappearances and security-driven governance have long characterised elements of Pakistan’s political system.

However, Beijing has strengthened these existing structures by providing advanced surveillance technologies, diplomatic protection, economic leverage and an internationally legitimising narrative centred on counterterrorism and state sovereignty.

This convergence has significantly enhanced institutional capacity while simultaneously narrowing opportunities for accountability, transparency and democratic oversight.

Limited International Response

Despite mounting evidence, the international response has remained cautious.

Hearings conducted by the Tom Lantos Human Rights Commission during 2025 and 2026 identified both China and Pakistan as countries of concern regarding transnational repression.

Nevertheless, geopolitical considerations, strategic competition, trade interests and counterterrorism cooperation continue to dilute meaningful international pressure.

For governments, balancing security partnerships with human rights concerns remains politically difficult.

For dissidents, journalists, minority communities and civil society activists, however, the consequences are immediate.

The China-Pakistan relationship has evolved beyond diplomatic rhetoric and economic cooperation.

Increasingly, it represents an integrated security model in which surveillance, legal coercion, digital control and political repression reinforce one another across borders.

For those living under its reach, the phrase “all-weather friendship” no longer signifies strategic partnership alone. It has become synonymous with an expanding system of coercive governance that extends far beyond the frontiers of either country.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ19 δευτερόλεπτα πριν

«Δαίδαλος»: Ο υπερυπολογιστής που φέρνει την Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της τεχνητής νοημοσύνης και της υπερυπολογιστικής

Με την πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία του μέσα στο επόμενο διάστημα, ο «Δαίδαλος» δεν θα αποτελεί απλώς τον ισχυρότερο υπολογιστή της...

Άμυνα31 λεπτά πριν

INTRACOM DEFENSE strengthens its international footprint at Eurosatory 2026

During the exhibition, IDE presented its new Hybrid Energy & Climate Control System (HECCS), specifically designed for air defense and...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Νέα ερωτήματα για τον ρόλο του Τουρκικού Προξενείου στη Θράκη – Στο επίκεντρο συναντήσεις, μειονοτικοί φορείς και η BTTÖB

Η κοινή παρουσία σε εστιατόριο της Αλεξανδρούπολης του Τούρκου Γενικού Προξένου στην Κομοτηνή, Αϊκούτ Ουνάλ, του Λεβέντ Σαδίκ Αχμέτ, της...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Νέος πονοκέφαλος διαφάνειας για τη φον ντερ Λάιεν! Έρευνα για το «κρυφό» chat με Ζελένσκι και Ευρωπαίους ηγέτες

Η πρόεδρος της Κομισιόν βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ερωτήματα για το πώς χρησιμοποιεί ιδιωτικές ή ανεπίσημες μορφές επικοινωνίας σε κρίσιμα...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Ισραηλινές εταιρείες εγκαταλείπουν την Τουρκία – Η κρίση στις σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ περνά πλέον και στην οικονομία

Η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ έχει αρχίσει να επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις, τις επενδύσεις και...

Δημοφιλή