Αναλύσεις
Η Γαλλία καίγεται την ώρα που η Ελλάδα σιωπά: Γιατί η απώλεια εμπιστοσύνης είναι πιο επικίνδυνη από τη φωτιά
Η Γαλλία δεν καίγεται επειδή κερδίζει η PSG. Καίγεται επειδή η νίκη της PSG λειτουργεί ως αφορμή για να εκραγεί μια κοινωνία που έχει χάσει κοινό νόμο, κοινή ταυτότητα και κοινό πολιτικό κέντρο.
Η Γαλλία δεν καίγεται επειδή κερδίζει η PSG. Καίγεται επειδή η νίκη της PSG λειτουργεί ως αφορμή για να εκραγεί μια κοινωνία που έχει χάσει κοινό νόμο, κοινή ταυτότητα και κοινό πολιτικό κέντρο.
Οι πρόσφατες ταραχές μετά τη νίκη της PSG δεν είναι απλώς «χουλιγκανισμός». Ούτε όμως εξηγούνται μόνο με το εύκολο σχήμα «φταίει η μετανάστευση». Το πιο βαθύ είναι ότι η Γαλλία έχει μπει σε κατάσταση κοινωνικού κατακερματισμού, όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν βιώνουν πλέον το κράτος ως κοινή πατρίδα, αλλά ως ξένη εξουσία, κατασταλτικό μηχανισμό ή αντίπαλο σύμβολο.
Στα γεγονότα του 2026, οι διεθνείς αναφορές μιλούν για εκατοντάδες συλλήψεις μετά τους πανηγυρισμούς της PSG, με επεισόδια σε Παρίσι και άλλες πόλεις, τραυματισμούς αστυνομικών, βανδαλισμούς, φωτιές και επιθέσεις σε σημεία δημόσιας τάξης. Οι αριθμοί διαφέρουν ανά πηγή και χρονική στιγμή, αλλά η τάξη μεγέθους είναι σαφής: δεν πρόκειται για μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά για επαναλαμβανόμενο μοτίβο αστικής έκρηξης.

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στις Ανιχνεύσεις τοποθετείται το γεγονός σε ένα σχήμα «κοινωνίας υπό διάλυση»: η νίκη της PSG παρουσιάζεται ως αφορμή για βίαιες εκδηλώσεις σε πολλές πόλεις, ενώ η ανάλυση επιμένει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η δημόσια ασφάλεια, αλλά η αποσάθρωση της κοινωνικής συνοχής, η κρίση ταυτότητας και η αδυναμία του γαλλικού κράτους να επιβάλει κοινό νόμο χωρίς να φαίνεται είτε αδύναμο είτε αυταρχικό.
Και οι δύο βλέπουν ένα κομμάτι της αλήθειας, αλλά καμία μόνη της δεν αρκεί.
Η Γαλλία έχει πράγματι εθνοπολιτισμικό πρόβλημα, όχι όμως επειδή η καταγωγή από μόνη της παράγει βία. Το πρόβλημα είναι ότι η γαλλική πολιτεία δεν κατάφερε να μετατρέψει μαζικούς πληθυσμούς σε κοινό πολιτικό σώμα. Η γαλλική δημοκρατική υπόσχεση ήταν: «δεν με ενδιαφέρει από πού έρχεσαι, θα γίνεις πολίτης μέσα από σχολείο, γλώσσα, εργασία, στρατό, δημόσιο χώρο». Αυτός ο μηχανισμός ενσωμάτωσης έχει ραγίσει.
Άρα το κεντρικό φαινόμενο δεν είναι απλώς «νεολαία που ξεφεύγει». Είναι εξέγερση χωρίς πολιτικό πρόγραμμα. Είναι βία που δεν ζητά κάτι σαφές. Δεν έχει μανιφέστο, δεν έχει ηγεσία, δεν έχει σχέδιο εξουσίας. Έχει όμως τεράστια συμβολική φόρτιση: χτυπάει ό,τι θυμίζει τάξη, κράτος, ιδιοκτησία, δημόσιο χώρο, κανονικότητα.
Εδώ βρίσκεται το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η κοινωνική δυσφορία δεν οργανώνεται πολιτικά, μετατρέπεται σε μηδενιστική ενέργεια. Δεν λέει «θέλω δικαιοσύνη» με τρόπο συγκροτημένο. Λέει «δεν αναγνωρίζω τίποτα». Δεν είναι επανάσταση. Είναι αποσύνθεση.
Η PSG (Παρί Σεν Ζερμέν) λειτουργεί ως τέλειο σύμβολο αυτής της αντίφασης. Είναι ομάδα του Παρισιού, αλλά ταυτόχρονα παγκόσμιο brand, αραβικό χρήμα, μεταεθνικό ποδόσφαιρο, μηχανισμός θεάματος και ταυτότητας. Η νίκη της γίνεται πανηγύρι, αλλά το πανηγύρι γίνεται σκηνή εκτόνωσης. Εκεί εμφανίζεται η νέα Γαλλία: μια χώρα που μπορεί να παράγει παγκόσμιο θέαμα, αλλά δεν μπορεί να ελέγξει το κοινωνικό σώμα που συγκεντρώνεται γύρω από αυτό.
Το κράτος απαντά με αστυνομία. Και εδώ αρχίζει ο φαύλος κύκλος. Όσο περισσότερο η Γαλλία χάνει την κοινωνική της συνοχή, τόσο περισσότερο χρειάζεται καταστολή. Όσο περισσότερο χρειάζεται καταστολή, τόσο περισσότερο οι αποκλεισμένες περιοχές νιώθουν ότι το κράτος δεν είναι κοινός θεσμός, αλλά εχθρική δύναμη. Έτσι, το κράτος γίνεται ταυτόχρονα πολύ ισχυρό ως αστυνομία και πολύ αδύναμο ως πατρίδα.
Αυτή είναι η κεντρική πολιτική κρίση της Γαλλίας.
Ο Μακρονισμός είναι η ιδεολογία αυτής της αντίφασης. Από τη μία, εκπροσωπεί την τεχνοκρατική, ευρωπαϊστική, παγκοσμιοποιημένη Γαλλία των κέντρων, των αγορών, των χρηματοροών, των μητροπολιτικών ελίτ. Από την άλλη, κυβερνά μια χώρα όπου μεγάλα κοινωνικά τμήματα νιώθουν εγκαταλελειμμένα: τα προάστια, η επαρχία, οι εργάτες που χάθηκαν με την αποβιομηχάνιση, οι μικρομεσαίοι που συμπιέζονται, οι νέοι που δεν βλέπουν ανοδική κινητικότητα.
Γι’ αυτό και η Γαλλία μοιάζει να ζει πολλαπλές κρίσεις ταυτόχρονα: τα Κίτρινα Γιλέκα ήταν η εξέγερση της περιφερειακής και λαϊκής Γαλλίας. Οι ταραχές των banlieues είναι η έκρηξη της αποκλεισμένης μεταναστευτικής και μετα-μεταναστευτικής Γαλλίας. Οι ταραχές γύρω από ποδοσφαιρικές νίκες είναι η πιο ωμή μορφή: βία χωρίς πολιτική γλώσσα, αλλά με τεράστιο πολιτικό νόημα.
Ούτε η «δεξιά» απάντηση αρκεί, αν μείνει μόνο στο «νόμος και τάξη». Χωρίς κοινή πολιτική ταυτότητα, ο νόμος γίνεται απλή καταστολή. Ούτε η «αριστερή» απάντηση αρκεί, αν λέει απλώς «φταίει η αστυνομία». Χωρίς κράτος, κοινό σχολείο, ασφάλεια και κανόνες, οι πιο αδύναμοι είναι οι πρώτοι που συνθλίβονται από την παραβατικότητα.
Η κεντρική κοινωνιολογική διάγνωση είναι:
Η Γαλλία περνά από το μοντέλο της ενσωμάτωσης στο μοντέλο της παράλληλης συμβίωσης.

Δηλαδή, δεν έχουμε πια μια κοινωνία που αφομοιώνει, ενσωματώνει, δημιουργεί κοινό πολιτικό άνθρωπο. Έχουμε ομάδες που συνυπάρχουν γεωγραφικά, αλλά όχι αξιακά. Μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά δεν συμμετέχουν στον ίδιο συμβολικό κόσμο. Κατοικούν στο ίδιο κράτος, αλλά δεν νιώθουν ότι ανήκουν στην ίδια ιστορική κοινότητα.
Αυτό εξηγεί γιατί κάθε αφορμή μπορεί να γίνει πυρκαγιά: ένας θάνατος από αστυνομικό, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, μια πολιτική απόφαση, μια φήμη στα social media. Η αφορμή αλλάζει. Η υπόγεια ύλη παραμένει ίδια.
Πρώτον, κρίση κυριαρχίας. Το κράτος δεν ελέγχει πλήρως τον δημόσιο χώρο. Μπορεί να επέμβει, να συλλάβει, να καταστείλει, αλλά δεν εμπνέει αυτονόητη νομιμοποίηση.
Δεύτερον, κρίση εθνικής αφήγησης. Η Γαλλία δεν ξέρει πλέον τι σημαίνει να είσαι Γάλλος χωρίς είτε να κατηγορηθείς για αποκλεισμό είτε να καταλήξεις σε άδειο πολυπολιτισμικό σύνθημα.
Τρίτον, κρίση κοινωνικής ανόδου. Όταν η εργασία, το σχολείο και η γειτονιά δεν λειτουργούν ως γέφυρες ένταξης, τότε η ταυτότητα οργανώνεται γύρω από θυμό, φυλή, θρησκεία, περιοχή, ομάδα, συμμορία ή απλώς αντι-κρατική διάθεση.
Η τελική ανάλυση λοιπόν είναι αυτή:
Οι ταραχές στη Γαλλία είναι η μορφή που παίρνει μια κοινωνία όταν χάνει το κοινό της κέντρο.

Δεν είναι μόνο ζήτημα μεταναστευτικό. Δεν είναι μόνο ταξικό. Δεν είναι μόνο αστυνομικό. Δεν είναι μόνο πολιτισμικό. Είναι όλα μαζί, επειδή ακριβώς η Γαλλία δεν έχει πια έναν ισχυρό μηχανισμό που να μεταφράζει τις διαφορές σε κοινή πολιτική συμμετοχή.
Η παλιά Γαλλία έλεγε: «Γίνε πολίτης και θα ανήκεις».
Η νέα Γαλλία μοιάζει να λέει: «Ζήσε εδώ, αλλά μόνος σου, με τη δική σου ομάδα, τον δικό σου θυμό, τη δική σου μνήμη, τη δική σου γειτονιά».
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ: ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΣ

Η ελληνική περίπτωση δεν είναι ίδια με τη γαλλική. Στη Γαλλία το πρόβλημα είναι ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν αναγνωρίζουν πια το κράτος ως κοινή πατρίδα. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες αναγνωρίζουν ακόμη την Ελλάδα ως πατρίδα, αλλά δεν εμπιστεύονται το ελληνικό κράτος ως εκφραστή της πατρίδας.
Στη Γαλλία η κρίση εκρήγνυται στον δρόμο. Στην Ελλάδα η κρίση συσσωρεύεται μέσα στην απογοήτευση, στην ειρωνεία, στην ιδιώτευση, στη φυγή, στην αίσθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει».
Η Ελλάδα έχει κρίση θεσμικής εμπιστοσύνης.
Στη Γαλλία το ερώτημα είναι: ποιος ανήκει στη Γαλλία;
Στην Ελλάδα το ερώτημα είναι: ποιος υπηρετεί πραγματικά την Ελλάδα;
Ο πολίτης μπορεί να αγαπά τη σημαία, την ιστορία, τον τόπο, την οικογένεια, την εκκλησία, το χωριό, τη μνήμη, αλλά να θεωρεί ταυτόχρονα ότι το κράτος είναι ξένο σώμα: πελατειακό, αθηνοκεντρικό, γραφειοκρατικό, αναξιόπιστο, συχνά αδιάφορο ή και εχθρικό προς τον ίδιο τον πολίτη. Δεν έχουμε λοιπόν διάλυση της εθνικής ταυτότητας με τον γαλλικό τρόπο. Έχουμε διάσταση ανάμεσα στο έθνος και στο κράτος.
Ο Έλληνας δεν έχει πάψει να νιώθει Έλληνας. Έχει πάψει να πιστεύει ότι το κράτος του λειτουργεί ελληνικά.
Εκεί που ο Γάλλος νέος του προαστίου μπορεί να συγκρουστεί με την αστυνομία, ο Έλληνας νέος συχνά φεύγει για το εξωτερικό ή αποσύρεται σε μια ιδιωτική ζωή χωρίς προσδοκία από το δημόσιο.
Αυτή είναι η ελληνική μορφή αποσύνθεσης: όχι φωτιά στους δρόμους, αλλά σιωπηλή αποχώρηση από το κοινό μέλλον.
Η Ελλάδα δεν έχει banlieues με τη γαλλική έννοια. Έχει όμως περιφέρειες που νιώθουν εγκαταλειμμένες. Έχει χωριά που αδειάζουν. Έχει νησιά που θυμούνται το κράτος μόνο όταν υπάρχει κρίση. Έχει Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο, Αιγαίο, Κύπρο, που συχνά αντιμετωπίζονται από το κέντρο όχι ως οργανικά μέρη εθνικής στρατηγικής, αλλά ως φάκελοι διαχείρισης. Η Αθήνα λειτουργεί πολλές φορές όπως τα παρισινά κέντρα που περιγράφει ο Husson: ως μητροπολιτική ελίτ που μιλά εξ ονόματος της χώρας, αλλά δεν ζει τις αγωνίες της χώρας.
Στην Ελλάδα η αποτυχία είναι η εκπροσώπηση.
Ο Έλληνας δεν ζητά να ενσωματωθεί στο κράτος του. Είναι ήδη μέρος του έθνους. Ζητά να μη νιώθει ότι το κράτος τον κοροϊδεύει.
Γι’ αυτό η ελληνική κρίση έχει τόσο έντονο αντιθεσμικό φορτίο. Δεν είναι πάντα αντιπατριωτικό. Συχνά είναι ακριβώς το αντίθετο: είναι πατριωτική αγανάκτηση απέναντι σε ένα κράτος που θεωρείται κατώτερο της ιστορίας, των κινδύνων και των θυσιών του ελληνισμού. Ο πολίτης δεν λέει «δεν με νοιάζει η Ελλάδα». Λέει: «αυτοί που κυβερνούν δεν είναι στο ύψος της Ελλάδας».
Εδώ βρίσκεται και η διαφορά με τη Γαλλία. Η Γαλλία φοβάται ότι χάνει το κοινό της σώμα. Η Ελλάδα φοβάται ότι έχει κοινό σώμα, αλλά όχι άξια κεφαλή.
Η γαλλική κρίση παράγει σύγκρουση ταυτοτήτων. Η ελληνική κρίση παράγει δυσπιστία προς κάθε επίσημη αφήγηση. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα ο κόσμος δυσκολεύεται να πιστέψει τις ανακοινώσεις, τις επιτροπές, τις υποσχέσεις, τις μεταρρυθμίσεις, τα «θα», τα «σχέδια», τις «εθνικές στρατηγικές». Η δυσπιστία δεν είναι τυχαία. Είναι ιστορικά συσσωρευμένη εμπειρία διαψεύσεων.

Το ελληνικό κράτος ζητά εμπιστοσύνη, αλλά συχνά προσφέρει διαχείριση. Ζητά υπομονή, αλλά δεν δίνει λογοδοσία. Ζητά εθνική ενότητα, αλλά λειτουργεί πελατειακά. Ζητά θυσίες, αλλά δεν πείθει ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο. Έτσι, η κοινωνία μένει πατριωτική στο βάθος, αλλά δύσπιστη στην επιφάνεια. Αγαπά την πατρίδα, αλλά δεν εμπιστεύεται τους διαχειριστές της.
Αυτό είναι το ελληνικό παράδοξο.
Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει σήμερα από μια γαλλικού τύπου αστική έκρηξη. Κινδυνεύει από την απώλεια πίστης ότι υπάρχει συλλογικό σχέδιο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει τα τρένα, τα σύνορα, την παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, τη δημόσια περιουσία, τότε δεν χρειάζεται να επαναστατήσει. Απλώς αποσύρει την εμπιστοσύνη του. Και όταν αποσύρει την εμπιστοσύνη του, το κράτος υπάρχει τυπικά, αλλά δεν εμπνέει.

Άρα, η ελληνική κρίση δεν είναι κρίση «κοινής ταυτότητας» όπως στη Γαλλία. Είναι κρίση κοινής εμπιστοσύνης.
Η Γαλλία ρωτά:
μπορούμε ακόμη να ζήσουμε ως ένας λαός;
Η Ελλάδα ρωτά:
υπάρχει ακόμη κράτος άξιο αυτού του λαού;
Και αυτό είναι ίσως πιο βαρύ, γιατί η Ελλάδα έχει ακόμη ισχυρά αποθέματα ταυτότητας, μνήμης και ιστορικής συνοχής. Δεν της λείπει η ψυχή. Της λείπει η οργανωμένη πολιτική βούληση που θα μετατρέψει αυτή την ψυχή σε κράτος, στρατηγική, παραγωγή, παιδεία, δικαιοσύνη και ισχύ.
Η Γαλλία καίγεται όταν χάνει τον κοινό νόμο.
Η Ελλάδα σιωπά όταν δεν πιστεύει πια ότι ο νόμος είναι κοινός.
Και η σιωπή, καμιά φορά, είναι πιο επικίνδυνη από τη φωτιά.
anixneusis.gr
GEOPOLITICO
Συμπτώματα Παρακμής…
Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες της σε ουσιαστική αποτροπή. Ο Θανάσης Κ. ασκεί αιχμηρή κριτική στην πολιτική της ελληνοτουρκικής «φιλίας» και θέτει το κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί η Ευρώπη να οικοδομεί στρατηγική αυτονομία, όταν εξοπλίζει μια χώρα που απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο;
Του Θανάση Κ.
* Η Τουρκία ξαναμπαίνει, βήμα-βήμα, στη δυτική αμυντική αγορά.
Γαλλία και Τουρκία υπέγραψαν πρόσφατα έναν «οδικό χάρτη» για την αμυντική τους συνεργασία. Δεν είναι συνθήκη αμυντικής συνδρομής. Δεν είναι κάτι ανάλογο με την ελληνογαλλική συμφωνία του 2021. Δεν “δεσμεύει” τη Γαλλία να υπερασπιστεί στρατιωτικά την Τουρκία.
Ας μην υπερβάλλουμε, λοιπόν.
Αλλά ας μην το υποτιμούμε κιόλας.,,
Τα Eurofighter προχωρούν. Οι Meteor, οι γαλλικοί πύραυλοι αέρος-αέρος, ανοίγουν τον δρόμο τους προς την Τουρκία. Και η Τουρκία ξαναμπαίνει σταδιακά στην αλυσίδα της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Όχι χωρίς εμπόδια…
Τα F-35 δεν τα πήρε.
Τα 40 αμερικανικά F-16 Block 70 καθυστερούν.
Τα 79 αμερικανικά πακέτα αναβάθμισης παλαιών F-16 σε Viper εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο, αλλά στη συνέχεια η Άγκυρα απέσυρε αυτή την αμερικανική λύση και επέλεξε να προχωρήσει στην αναβάθμιση με δικές της δυνατότητες.
Οι αμερικανικοί κινητήρες F110 για το KAAN τελικά αποδεσμεύθηκαν. Αλλά δεν αποτελούν “αναβάθμιση”. Και ο τουρκικός κινητήρας, δεν αναμένεται πριν από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Το αντι-αεροπορικό SAMP/T εξακολουθεί να συναντά γαλλικές αντιρρήσεις.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία δεν κέρδισε τα πάντα.
Αλλά κερδίζει έδαφος.
Και αυτό είναι το σημαντικό.
Γιατί κάθε φορά που συναντά ένα εμπόδιο δεν εγκαταλείπει.
Πιέζει.
Διαπραγματεύεται.
Αλλάζει δρόμο.
Αναζητά άλλη λύση.
Υπέρ-προβάλλει κι ύστερα αξιοποιεί στο μέγιστο τη “γεωπολιτική της αξία”.
Και περιμένει την κατάλληλη στιγμή.
Έτσι λειτουργούν οι χώρες που θέλουν να γίνουν περιφερειακές δυνάμεις.
Η Ελλάδα, αντιθέτως, έχει αναλάβει έναν παράξενο ρόλο: να εξηγεί στους άλλους ότι η Τουρκία είναι… “φίλη μας”.
* Η “Διακήρυξη των Αθηνών” του Δεκεμβρίου 2023 δεν είναι συνθήκη ούτε νομικά δεσμευτική συμφωνία. Είναι πολιτική διακήρυξη φιλίας και καλής γειτονίας.
Και αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Γιατί η διπλωματία δεν κρίνεται μόνο από το νομικό περιεχόμενο των κειμένων.
Κρίνεται και από τα μηνύματα που εκπέμπεις.
Και το μήνυμα που εκπέμψαμε τότε ήταν σαφές:
Η Τουρκία είναι “φίλη” μας!
Την ώρα που δημιουργεί συνεχώς νέα τετελεσμένα και κλιμακώνει ασταμάτητα τις προκλήσεις σε βάρος μας.
Αφού εμείς λέμε ότι, παρ’ όλα αυτά, “η Τουρκία είναι φίλη μας”,
γιατί να μην το πιστέψουν και οι άλλοι;
Γιατί οι Γάλλοι να θεωρούν ότι υπάρχει πρόβλημα, όταν συζητούν την πώληση όπλων στην Τουρκία;
Γιατί οι Γερμανοί να διστάζουν να πουλήσουν Eurofighter;
Και, κυρίως, γιατί οι χώρες της περιοχής, που έχουν δικά τους προβλήματα με την Τουρκία, να θεωρούν την Ελλάδα “φυσικό σύμμαχο” απέναντί της;
Εμείς οι ίδιοι τους διαμηνύουμε να μη περιμένουν τίποτα από μας.
* Κι εδώ βρίσκεται η ευθύνη της κυβερνητικής πολιτικής.
Δεν είναι λάθος “να συνομιλείς” με την Τουρκία. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ μας.
Δεν είναι λάθος να επιδιώκεις αποκλιμάκωση.
Λάθος είναι να βαφτίζεις «φιλική» μια συμπεριφορά που δεν είναι φιλική!
Και να στέλνεις παντού το λάθος μήνυμα…
Γιατί η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα δεν είναι συμπεριφορά “φίλου”.
Κι αυτό πρέπει να ειπωθεί ψύχραιμα, καθαρά και απερίφραστα.
Προς πάσαν κατεύθυνση…
* Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Και αυτό πρέπει να λέγεται στην Ευρώπη ξανά και ξανά.
Η Τουρκία απειλεί δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και κατέχει παράνομα έδαφος ενός κράτους-μέλους: Της Κύπρου…
Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, η Ευρώπη να εξοπλίζει την Τουρκία και ταυτόχρονα να μιλά για “ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία”;
Πώς μπορεί να θέλει να γίνει “αμυντικά ανεξάρτητη” – όταν μόνη της καθίσταται αμυντικά “ανύπαρκτη”;
Όταν απειλούνται κράτη-μέλη από τρίτη χώρα και άλλα κράτη-μέλη εξοπλίζουν την τρίτη χώρα, γεωπολιτικά δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό πρέπει να διακηρύσσει η Ελλάδα.
Σε κάθε ευρωπαϊκό συμβούλιο.
Σε κάθε Σύνοδο Κορυφής.
Στο ΝΑΤΟ.
Στα Ηνωμένα Έθνη.
Παντού.
Για να γίνει στρατηγικά αυτόνομη η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει προηγουμένως να υπάρχει. Και εξοπλίζοντας την Τουρκία την ώρα που η Τουρκία απειλεί κράτη μέλη της, η Ευρώπη αυτο-ακυρώνεται.
Αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο.
Αφορά την Ευρώπη συνολικά.
Δεν είναι “κραυγή αγωνίας” της Ελλάδας προς την Ευρώπη.
Είναι “καμπανάκι” για την Ευρώπη συνολικά.
* Και μετά υπάρχει το τρίτο, το αυτονόητο.
Η Ελλάδα πρέπει να ξαναβρεί τους φυσικούς της συμμάχους στην περιοχή.
Το Ισραήλ.
Την Αίγυπτο.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Την Ανατολική Λιβύη.
Την Ινδία.
Να τους πει καθαρά:
Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό – αναθεωρητισμό. Δεν είναι «φίλη» της τουρκικής πολιτικής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει “αντί-τουρκική” η Πολιτική της Ελλάδας,,,
Σημαίνει ότι πρέπει να γίνει, επιτέλους, Ελληνική!
Να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.
Να αξιοποιήσει τις δυνητικές συμμαχίες της.
Να δημιουργήσει νέες.
Να προσφέρει στους άλλους λόγο να στηρίζονται στην Ελλάδα.
Γιατί σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο:
Όταν η Αθήνα διακηρύσσει ότι η Τουρκία είναι “φίλη” της, απογοητεύει όσους έχουν λόγους να φοβούνται την Τουρκία.
Και ενθαρρύνει άλλες χώρες να τα βρουν απευθείας με την Άγκυρα.
Γιατί να επενδύσει περισσότερο το Κάιρο στην Αθήνα, όταν η ίδια η Αθήνα διαβεβαιώνει ότι οι σχέσεις της με την Άγκυρα είναι “σχέσεις φιλίας”;
Φτάσαμε στο παράδοξο να υπερασπίζεται ο Νετανιάχου, στα Ηνωμένα Έθνη, την Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις με μεγαλύτερη καθαρότητα από εκείνη που επιδεικνύουν οι ίδιες οι ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες.
Αυτό δεν είναι εξωτερική πολιτική. Είναι αυτοϋπονόμευση.
* Και δεν είναι η πρώτη φορά.
— Στη Λιβύη, η Τουρκία μπήκε δυναμικά και άλλαξε τον συσχετισμό.
Η Γαλλία είχε τότε κοινά συμφέροντα με εμάς.
Η Αίγυπτος και τα Εμιράτα επίσης.
Η Ανατολική Λιβύη επίσης.
Εμείς;
Χαρακτηρίσαμε τον Χαφτάρ που αντιστεκόταν στην τουρκική διείσδυση “καμένο χαρτί” και “τελειωμένο”.
Τελικά οι Γάλλοι σταμάτησαν την τουρκική διείσδυση στη Λιβύη με τη βοήθεια της Αιγύπτου και των Εμιράτων.
Μετά η Τουρκία έκανε άνοιγμα στον Χαφτάρ (που οι δικοί μας φωστήρες των είχαν “τελειωμένο”). Τώρα ο υιός Χαφτάρ τα βρήκε με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Κι εμείς απλώς είμαστε απόντες. Γιατί όλοι μας υπολογίζουν ως “φίλους” της Τουρκίας…
— Η Γαλλία μάς είχε προτείνει συμφωνία αμυντικής συνδρομής και μας πήρε πάνω από έναν χρόνο για να απαντήσουμε.
Τελικά, χρειάστηκε η κρίση των γαλλικών υποβρυχίων με την Αυστραλία για να ανοίξει ο δρόμος προς τις Belharra και την ελληνογαλλική συμφωνία. Από “σπόντα”…
Εμείς περιμέναμε την ευκαιρία. Η ευκαιρία πέρασε από μπροστά μας. Και παρά λίγο να τη χάσουμε…
Κι ύστερα διακηρύξαμε την “φιλία μας” προς την Τουρκία και τα ακυρώσαμε όλα…
Εμείς διστάζουμε και καρκινοβατούμε!
Η Τουρκία δεν περιμένει.
Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα…
* Δεν χρειάζεται να υπερτιμούμε την Τουρκία.
Πρέπει να πάψουμε να υποτιμούμε την Ελλάδα!
Γιατί η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της περιοχής που ανήκει ταυτόχρονα στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
Έχει ναυτική θέση που δεσπόζει στην Ανατολική Μεσόγειο.
Έχει ενεργειακές, εμπορικές και στρατηγικές δυνατότητες.
Έχει ευκαιρίες.
Πολύ περισσότερες απ’ όσες αξιοποιεί.
Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη διαφορά μας με την Τουρκία.
Η Τουρκία συναντά εμπόδια και προσπαθεί να τα ξεπεράσει.
Εμείς συναντάμε ευκαιρίες και συχνά τις αφήνουμε να περάσουν.
Εκείνη πιέζει.
Εμείς καθησυχάζουμε.
Εκείνη διεκδικεί.
Εμείς εξηγούμε γιατί είμαστε “καλά παιδιά” – σε ένα σύγχρονο κόσμο ανάστατο, που κανείς δεν δίνει σημασία πια στα “καλά παιδιά”…
Εκείνη οικοδομεί επιρροή.
Εμείς διακηρύσσουμε «φιλία» με όσους μας απειλούν!
Εκείνη θέλει να γίνει περιφερειακή δύναμη.
Εμείς διστάζουμε, μήπως η διεκδίκηση του δικού μας ρόλου ενοχλήσει κάποιον.
Αυτό πρέπει να τελειώσει!
* Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει επιθετική.
Χρειάζεται να γίνει παρούσα. Και Αξιόπιστη…
Δεν χρειάζεται να ψάχνει εχθρούς.
Χρειάζεται να αναγνωρίζει τους πραγματικούς φίλους της.
Δεν χρειάζεται να κόψει τις γέφυρες με την Τουρκία.
Χρειάζεται να πάψει να στρώνει μόνη της τον δρόμο στην Τουρκία.
Γιατί η Τουρκία θα συνεχίσει να πιέζει.
Θα συνεχίσει να αναζητά όπλα.
Θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων.
Θα συνεχίσει να διεκδικεί.
Και αν εμείς συνεχίσουμε να αποκαλούμε
«φιλία» την υποχώρηση,
«σταθερότητα» την αδράνεια
και «επιτυχία» την απουσία κρίσης,
κάποια στιγμή θα ανακαλύψουμε κάτι πολύ δυσάρεστο:
η Τουρκία θα έχει γίνει περιφερειακός ηγεμόνας — κι εμείς θα έχουμε αυτοϋποβιβαστεί σε παρατηρητή της δικής μας ανυπαρξίας.
Μαζί, και της ανυπαρξίας της Ευρώπης…
Οι ευκαιρίες δεν χάνονται όλες μαζί.
Χάνονται μία-μία.
Μέχρι να μην υπάρχουν άλλες.
Και τότε θα είναι πολύ αργά.
* Η “Συμφωνία των Αθηνών” που τώρα έχει οριστικά χρεοκοπήσει,
– αλλά ακόμα δεν έχει οριστικά εγκαταλειφθεί – δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό.
Είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της Παρακμής του πολιτικού συστήματος, για την οποία μίλησε χθες και ο Αντώνης Σαμαράς.
Η Ελλάδα αγοράζει Belharra και Rafale, αλλά την ίδια στιγμή παραιτείται από την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων (ορίζει την “κόκκινη γραμμή” στα 6 μίλια!) και διακηρύσσει τη… “φιλία” της με εκείνους που της τα καταπατούν. Την ίδια στιγμή ξεπλένει την Τουρκία, ώστε να εξοπλιστεί κι εκείνη με οπλικά συστήματα που πριν δεν της τα έδιναν.
Η Ελλάδα ακυρώνει την Αποτροπή της και απογοητεύει συνεχώς δυνητικούς συμμάχους της στην περιοχή.
Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί ούτε τις δυνατότητές που έχει
ούτε τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται.
Ούτε οικονομικά, ούτε διπλωματικά, ούτε γεωπολιτικά.
* Κι αν πάμε ακόμα βαθύτερα: Στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό, αλλά το “Εξωτερικό”μέσα στη χώρα!
Δεν οικοδομεί συμμαχίες έναντι κοινού εχθρού.
Αναζητεί προστάτες! Που εμφανίζονται όλο και πιο απρόθυμοι…
Και δεν θέλει ούτε να εμπνεύσει ούτε να εκπροσωπήσει τους Έλληνες.
Επιδιώκει απλώς να τους “ελέγξει”.
Και γι’ αυτό απογοητεύει όλο και περισσότερους.
Να τους ελέγξει για λογαριασμό μιας “δυτικής πολιτικής” που είτε είναι βαθιά διχασμένη, είτε έντονα αμφισβητούμενη στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι “Προπύργιο” της Ευρώπης και της Δύσης στην περιοχή – και γίνεται η “Αχίλλειος πτέρνα” της.
Και η Ευρώπη θα μπορούσε να είναι η “ατμομηχανή” της Δυτικής επιρροής στον κόσμο – και κοντεύει να γίνει η “μαύρη Τρύπα” της Δύσης.
Ό,τι άλλο συμβεί δίπλα μας ή γύρω μας,
η Ελλάδα πρέπει να σταθεί όρθια στα πόδια της
και να σταματήσει τον κατήφορο της Παρακμής της…
Κι ίσως έτσι βοηθήσουμε πραγματικά, την αληθινή Ευρώπη.
Αλλά για την ώρα πρέπει να σώσουμε τους εαυτούς μας.
Είναι πιο “επείγον” απ’ ό,τι φανταζόμαστε
και λιγότερο “ανέφικτο” απ’ ό,τι προσπαθούν να μας πείσουν…
Αναλύσεις
Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν
Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να επικαλείται μεταναστευτικές πιέσεις και απειλές για τη δημόσια ασφάλεια, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά επαρκέστερη τεκμηρίωση και σταδιακή άρση των ελέγχων, το ερώτημα γίνεται επιτακτικό: πότε ένα προσωρινό μέτρο αρχίζει να μετατρέπεται σε μόνιμο καθεστώς;
Το καθεστώς της επαναφοράς/παράτασης του ελέγχου των συνόρων στα εσωτερικά σύνορα των Κρατών – Μελών Schengen διέπεται από το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1717, συγκεκριμένα:
Όταν απαιτείται άμεση δράση για «απρόβλεπτες απειλές», ένα Κράτος-Μέλος μπορεί να επαναφέρει ελέγχους μέγιστης αρχικής διάρκειας ως ένα μήνα. Αν η απειλή επιμένει, μπορεί να παραταθεί με ανώτατο συνολικό όριο τους τρεις μήνες.
Για «προαναγγελλόμενες ή αναμενόμενες απειλές», η αρχική επαναφορά μπορεί να γίνει για χρονικό διάστημα μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Κάθε παράταση μπορεί να διαρκεί ως έξι μήνες, με ανώτατο συνολικό όριο τα δύο έτη.
Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η «σοβαρή απειλή» επιμένει μετά το πέρας των δύο ετών, επιτρέπεται η παράταση των ελέγχων για επιπλέον έξι μήνες κάθε φορά, με απόλυτο μέγιστο όριο το ένα επιπλέον έτος (συνολικά 3 έτη). Ωστόσο, αυτό απαιτεί ειδική κοινοποίηση, επικαιροποιημένη εκτίμηση κινδύνου και ενεργοποιεί αυστηρότερο έλεγχο αναλογικότητας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι έλεγχοι πρέπει να επιβάλλονται μόνο ως έσχατη ανάγκη. Τα Κράτη-Μέλη υποχρεούνται πλέον:
• Ν’ αποδεικνύουν ότι εξέτασαν εναλλακτικά μέτρα, όπως η αυξημένη αστυνομική συνεργασία ή οι στοχευμένοι έλεγχοι σε παραμεθόριες ζώνες αντί για πλήρεις συνοριακούς ελέγχους.
• Να υποβάλλουν λεπτομερή εκτίμηση κινδύνου (risk assessment) που να δικαιολογεί ότι η κλίμακα και διάρκεια των ελέγχων δεν υπερβαίνουν το απολύτως απαραίτητο.
Αν οι έλεγχοι παρατείνονται για περισσότερους από δώδεκα μήνες συνολικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται (άρθρο 27α) να εκδώσει επίσημη γνώμη (opinion), ενώ δύναται να ξεκινήσει και διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των εμπλεκόμενων Κρατών-Μελών.
Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει τουλάχιστον:
• αξιολόγηση του κατά πόσο η επαναφορά ή η επέκταση του ελέγχου συνόρων στα εσωτερικά σύνορα συμμορφώνεται με τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας
• αξιολόγηση του κατά πόσο διερευνήθηκαν επαρκώς εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής.
Επαναφορά ελέγχου στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα της Γερμανίας
Από το Σεπτέμβριο 2024, η Γερμανία επανέφερε τους ελέγχους στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα με Γαλλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Αυστρία, Τσεχία και Πολωνία και τους διατήρησε με διαδοχικές εξάμηνες παρατάσεις, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια.
Στις 02 Ιουνίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε γνώμες για εννέα χώρες, μεταξύ αυτών και για τη Γερμανία [έγγραφο C (2026) 3557], με τις οποίες είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των ελέγχων σ’ όλα τα εσωτερικά σύνορα χωρίς διάκριση, συστήνοντας τη σταδιακή κατάργησή τους.
Ειδικά για τη Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι οι κοινοποιήσεις (παράτασης επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα) δεν τεκμηριώνουν επαρκώς γιατί χρειάζονται έλεγχοι σ’ όλα τα κοινά χερσαία σύνορα χωρίς διάκριση, γιατί επιλέγονται εξάμηνες περίοδοι κι όχι συντομότερες, ούτε γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα (π.χ. στοχευμένοι αστυνομικοί έλεγχοι). Συνέστησε σταδιακή κατάργηση των εσωτερικών ελέγχων, ωστόσο δεν διαπίστωσε ρητά ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι ασύμβατοι με το δίκαιο της Ένωσης και, συνεπώς, δεν τους σταμάτησε.
Η τελευταία παράταση (16/09/2026 – 15/03/2027), κοινοποιήθηκε τον Αύγουστο 2026 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στ’ άλλα Κράτη-Μέλη από το Γερμανό Υπουργό Εσωτερικών Alexander Dobrindt, μ’ επίσημη αιτιολογία τις συνεχιζόμενες σοβαρές απειλές για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, λόγω: υψηλών επιπέδων παράνομης μετανάστευσης, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, καθώς και της επίδρασης της διεθνούς κατάστασης ασφαλείας (πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία).
Η παράταση αυτή καταχωρήθηκε στο Μητρώο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ισχύει. Η διατύπωση «ισχύει αν δεν αντιταχθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή» είναι δημοσιογραφική.
Νομικά, το μέτρο ενεργοποιείται με την κοινοποίηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί ν’ ασκήσει διαδικασία παράβασης, αλλά ως τώρα δεν έχει μπλοκάρει τις παρατάσεις της επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Γερμανίας.
Με αφορμή τις διαδοχικές παρατάσεις που έχουν σημειωθεί στην επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά (κοινά χερσαία) σύνορα της Γερμανίας με τις εννέα γειτονικές της χώρες, εγείρονται γενικοί και σοβαροί προβληματισμοί:
• Αρχικά, οι συνεχείς παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων και, συνεπώς της αναστολής λειτουργίας του Σένγκεν στο συγκεκριμένο είδος συνόρων (εν προκειμένω στα χερσαία σύνορα) για διάστημα δύο ετών, με πιθανότητα να διευρυνθεί συνολικά σε 3 έτη (ήδη το Μάρτιο 2027 θα είναι 2,5 χρόνια επαναφοράς εσωτερικών ελέγχων) εγείρουν θεμελιώδεις και σοβαρές αιτιάσεις αμφισβήτησης της ομαλής κι εύρυθμης λειτουργίας του χώρου Σένγκεν, καθώς και της βασικής φιλοσοφίας του χώρου Σένγκεν «ως χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης», λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι Γερμανικές Αρχές δεν αιτιολόγησαν επαρκώς: την ανάγκη ελέγχων στα κοινά χερσαία σύνορα της Γερμανίας μ’ όλες τις γειτονικές της χώρες, χωρίς διάκριση, γιατί επέλεξαν εξάμηνες κι όχι συντομότερες περιόδους, καθώς και γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα αντί για συνεχόμενες παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων
• Αν «οποιεσδήποτε σοβαρές απειλές στα σύνορα» δεν αιτιολογούνται κατάλληλα ή δεν είναι δυνατό ν’ αντιμετωπιστούν σε διάστημα έξι μηνών ή ενός έτους, από τις αρχές μίας χώρας όπως η Γερμανία των 85 εκατ. κατοίκων, η οποία διαθέτει επαρκή αριθμό αστυνομικών και συνοριοφυλάκων σ’ όλα τα σύνορά της (εξωτερικά κι εσωτερικά), τότε τίθενται στο τραπέζι γενικοί προβληματισμοί για τη συνολική κι εύρυθμη λειτουργία του χώρου Σένγκεν, ειδικά όσον αφορά μικρότερα Κράτη-Μέλη σε πληθυσμό, υποδομές/δυνατότητες/μέσα και προσωπικό επιβολής του νόμου
• Ενώ η Γερμανία διατηρεί, από το Σεπτέμβριο 2024, την επαναφορά ελέγχων στα κοινά χερσαία της (εσωτερικά) σύνορα με γειτονικά Κράτη – Μέλη, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια, η Ελλάδα, παρότι τη θερινή περίοδο 2025 επικαλέστηκε «κατάσταση ανωτέρας βίας», λόγω των αυξημένων προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών δια θαλάσσης, από την Ανατολική Λιβύη στα νησιά Γαύδο και Κρήτη, καθώς και της συνακόλουθης μεγάλης πίεσης στο εθνικό μας σύστημα υποδοχής και ασύλου (με την πίεση αυτή στο σύστημα υποδοχής και ασύλου μάλιστα να εκδηλώνεται και φέτος κατά τη θερινή περίοδο 2026), δεν αιτήθηκε την επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά της σύνορα
• Με βάση πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων, από υπηκόους τρίτων χωρών, στη Γερμανία αλλά και σε άλλα Κράτη – Μέλη ΕΕ, σε ανυποψίαστους πολίτες, η παραβατικότητα κάποιων από τους οποίους ήταν ήδη γνωστή στις αρχές επιβολής του νόμου, είναι προφανές ότι η αποτελεσματικότητα των ελέγχων στα σύνορα συνδέεται άμεσα με το επίπεδο και την ποιότητα της εσωτερικής ασφάλειας των Κρατών – Μελών ΕΕ, ενώ εγείρονται επίσης ερωτήματα γιατί αυτοί κυκλοφορούσαν ελεύθεροι ή γιατί δεν είχαν απελαθεί από την ΕΕ.
GEOPOLITICO
Το καλωσόρισμα της Γκίλφοϊλ στον Ρούμπιο και το like στην παρέμβαση Σαμαρά
Η Αμερικανίδα πρέσβης προβάλλει άμυνα, ενέργεια και επενδύσεις ως προτεραιότητες της επίσκεψης Ρούμπιο. Εντύπωση προκάλεσε η διαδικτυακή αντίδρασή της σε ανάρτηση με την κριτική του πρώην πρωθυπουργού.
Τη στρατηγική σημασία της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα υπογράμμισε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, συνδέοντας τον 6ο Στρατηγικό Διάλογο των δύο χωρών με την αμυντική συνεργασία, την ενέργεια, το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Σε ανάρτησή της το βράδυ της Τρίτης 6 Οκτωβρίου, η Αμερικανίδα πρέσβης καλωσόρισε τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος ηγείται της αμερικανικής αντιπροσωπείας, και χαρακτήρισε την επίσκεψη ένδειξη της ισχύος της διμερούς συμμαχίας.
«Η εταιρική σχέση ΗΠΑ–Ελλάδας δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη», ανέφερε, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες εργάζονται για ένα ασφαλέστερο και ευημερούν μέλλον, τόσο για τις ίδιες όσο και για την περιοχή.
Οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον
Η Γκιλφόιλ ενέταξε την επίσκεψη Ρούμπιο στην προώθηση των προτεραιοτήτων του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, κατονομάζοντας τρεις βασικούς τομείς: την αμυντική συνεργασία, το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και την ενεργειακή συνεργασία.
Η αναφορά της αποτυπώνει το εύρος της ατζέντας του Στρατηγικού Διαλόγου. Πέρα από τις διπλωματικές επαφές, η αμερικανική πλευρά δίνει έμφαση στις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις, παράλληλα με τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Η ίδια σημείωσε ότι η παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών υπογραμμίζει τη δύναμη της συμμαχίας και την κοινή δέσμευση για την περαιτέρω ανάπτυξή της.
Το like στην ανάρτηση για τον Σαμαρά
Παράλληλα, ενδιαφέρον προκάλεσε μια διαφορετική κίνηση της πρέσβεως στα κοινωνικά δίκτυα: το like σε ανάρτηση που παρουσίαζε την κριτική του Αντώνη Σαμαρά για τη Βόρεια Μακεδονία και τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.
Στην ανάρτηση περιλαμβάνονταν οι θέσεις του πρώην πρωθυπουργού για τις δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σχετικά με την ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό της Βόρειας Μακεδονίας.
Ο Αντώνης Σαμαράς είχε επίσης επικρίνει τη συμφωνία που συνέδεσε την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στην Ελλάδα με την παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία. Υποστήριξε ότι η Αθήνα όφειλε να διεκδικήσει το σύνολο των θρησκευτικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάνοντας λόγο για υποχώρηση της ελληνικής πλευράς.
Η Γκιλφόιλ ακολουθεί, μεταξύ άλλων πολιτικών προσώπων, και τον λογαριασμό του πρώην πρωθυπουργού. Ο λόγος του συγκεκριμένου like, ωστόσο, δεν έχει διευκρινιστεί. Η διαδικτυακή αντίδραση δεν αρκεί για να συναχθεί ότι η πρέσβης υιοθετεί το σύνολο των θέσεων της ανάρτησης ή ότι αυτές εκφράζουν την επίσημη αμερικανική πολιτική.
Το σαφές δημόσιο μήνυμά της αφορά την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Η επίσκεψη Ρούμπιο και οι εργασίες του Στρατηγικού Διαλόγου αποτελούν το πεδίο στο οποίο αυτό το μήνυμα καλείται να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
