Αναλύσεις
Η Γαλλία καίγεται την ώρα που η Ελλάδα σιωπά: Γιατί η απώλεια εμπιστοσύνης είναι πιο επικίνδυνη από τη φωτιά
Η Γαλλία δεν καίγεται επειδή κερδίζει η PSG. Καίγεται επειδή η νίκη της PSG λειτουργεί ως αφορμή για να εκραγεί μια κοινωνία που έχει χάσει κοινό νόμο, κοινή ταυτότητα και κοινό πολιτικό κέντρο.
Η Γαλλία δεν καίγεται επειδή κερδίζει η PSG. Καίγεται επειδή η νίκη της PSG λειτουργεί ως αφορμή για να εκραγεί μια κοινωνία που έχει χάσει κοινό νόμο, κοινή ταυτότητα και κοινό πολιτικό κέντρο.
Οι πρόσφατες ταραχές μετά τη νίκη της PSG δεν είναι απλώς «χουλιγκανισμός». Ούτε όμως εξηγούνται μόνο με το εύκολο σχήμα «φταίει η μετανάστευση». Το πιο βαθύ είναι ότι η Γαλλία έχει μπει σε κατάσταση κοινωνικού κατακερματισμού, όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν βιώνουν πλέον το κράτος ως κοινή πατρίδα, αλλά ως ξένη εξουσία, κατασταλτικό μηχανισμό ή αντίπαλο σύμβολο.
Στα γεγονότα του 2026, οι διεθνείς αναφορές μιλούν για εκατοντάδες συλλήψεις μετά τους πανηγυρισμούς της PSG, με επεισόδια σε Παρίσι και άλλες πόλεις, τραυματισμούς αστυνομικών, βανδαλισμούς, φωτιές και επιθέσεις σε σημεία δημόσιας τάξης. Οι αριθμοί διαφέρουν ανά πηγή και χρονική στιγμή, αλλά η τάξη μεγέθους είναι σαφής: δεν πρόκειται για μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά για επαναλαμβανόμενο μοτίβο αστικής έκρηξης.

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στις Ανιχνεύσεις τοποθετείται το γεγονός σε ένα σχήμα «κοινωνίας υπό διάλυση»: η νίκη της PSG παρουσιάζεται ως αφορμή για βίαιες εκδηλώσεις σε πολλές πόλεις, ενώ η ανάλυση επιμένει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η δημόσια ασφάλεια, αλλά η αποσάθρωση της κοινωνικής συνοχής, η κρίση ταυτότητας και η αδυναμία του γαλλικού κράτους να επιβάλει κοινό νόμο χωρίς να φαίνεται είτε αδύναμο είτε αυταρχικό.
Και οι δύο βλέπουν ένα κομμάτι της αλήθειας, αλλά καμία μόνη της δεν αρκεί.
Η Γαλλία έχει πράγματι εθνοπολιτισμικό πρόβλημα, όχι όμως επειδή η καταγωγή από μόνη της παράγει βία. Το πρόβλημα είναι ότι η γαλλική πολιτεία δεν κατάφερε να μετατρέψει μαζικούς πληθυσμούς σε κοινό πολιτικό σώμα. Η γαλλική δημοκρατική υπόσχεση ήταν: «δεν με ενδιαφέρει από πού έρχεσαι, θα γίνεις πολίτης μέσα από σχολείο, γλώσσα, εργασία, στρατό, δημόσιο χώρο». Αυτός ο μηχανισμός ενσωμάτωσης έχει ραγίσει.
Άρα το κεντρικό φαινόμενο δεν είναι απλώς «νεολαία που ξεφεύγει». Είναι εξέγερση χωρίς πολιτικό πρόγραμμα. Είναι βία που δεν ζητά κάτι σαφές. Δεν έχει μανιφέστο, δεν έχει ηγεσία, δεν έχει σχέδιο εξουσίας. Έχει όμως τεράστια συμβολική φόρτιση: χτυπάει ό,τι θυμίζει τάξη, κράτος, ιδιοκτησία, δημόσιο χώρο, κανονικότητα.
Εδώ βρίσκεται το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η κοινωνική δυσφορία δεν οργανώνεται πολιτικά, μετατρέπεται σε μηδενιστική ενέργεια. Δεν λέει «θέλω δικαιοσύνη» με τρόπο συγκροτημένο. Λέει «δεν αναγνωρίζω τίποτα». Δεν είναι επανάσταση. Είναι αποσύνθεση.
Η PSG (Παρί Σεν Ζερμέν) λειτουργεί ως τέλειο σύμβολο αυτής της αντίφασης. Είναι ομάδα του Παρισιού, αλλά ταυτόχρονα παγκόσμιο brand, αραβικό χρήμα, μεταεθνικό ποδόσφαιρο, μηχανισμός θεάματος και ταυτότητας. Η νίκη της γίνεται πανηγύρι, αλλά το πανηγύρι γίνεται σκηνή εκτόνωσης. Εκεί εμφανίζεται η νέα Γαλλία: μια χώρα που μπορεί να παράγει παγκόσμιο θέαμα, αλλά δεν μπορεί να ελέγξει το κοινωνικό σώμα που συγκεντρώνεται γύρω από αυτό.
Το κράτος απαντά με αστυνομία. Και εδώ αρχίζει ο φαύλος κύκλος. Όσο περισσότερο η Γαλλία χάνει την κοινωνική της συνοχή, τόσο περισσότερο χρειάζεται καταστολή. Όσο περισσότερο χρειάζεται καταστολή, τόσο περισσότερο οι αποκλεισμένες περιοχές νιώθουν ότι το κράτος δεν είναι κοινός θεσμός, αλλά εχθρική δύναμη. Έτσι, το κράτος γίνεται ταυτόχρονα πολύ ισχυρό ως αστυνομία και πολύ αδύναμο ως πατρίδα.
Αυτή είναι η κεντρική πολιτική κρίση της Γαλλίας.
Ο Μακρονισμός είναι η ιδεολογία αυτής της αντίφασης. Από τη μία, εκπροσωπεί την τεχνοκρατική, ευρωπαϊστική, παγκοσμιοποιημένη Γαλλία των κέντρων, των αγορών, των χρηματοροών, των μητροπολιτικών ελίτ. Από την άλλη, κυβερνά μια χώρα όπου μεγάλα κοινωνικά τμήματα νιώθουν εγκαταλελειμμένα: τα προάστια, η επαρχία, οι εργάτες που χάθηκαν με την αποβιομηχάνιση, οι μικρομεσαίοι που συμπιέζονται, οι νέοι που δεν βλέπουν ανοδική κινητικότητα.
Γι’ αυτό και η Γαλλία μοιάζει να ζει πολλαπλές κρίσεις ταυτόχρονα: τα Κίτρινα Γιλέκα ήταν η εξέγερση της περιφερειακής και λαϊκής Γαλλίας. Οι ταραχές των banlieues είναι η έκρηξη της αποκλεισμένης μεταναστευτικής και μετα-μεταναστευτικής Γαλλίας. Οι ταραχές γύρω από ποδοσφαιρικές νίκες είναι η πιο ωμή μορφή: βία χωρίς πολιτική γλώσσα, αλλά με τεράστιο πολιτικό νόημα.
Ούτε η «δεξιά» απάντηση αρκεί, αν μείνει μόνο στο «νόμος και τάξη». Χωρίς κοινή πολιτική ταυτότητα, ο νόμος γίνεται απλή καταστολή. Ούτε η «αριστερή» απάντηση αρκεί, αν λέει απλώς «φταίει η αστυνομία». Χωρίς κράτος, κοινό σχολείο, ασφάλεια και κανόνες, οι πιο αδύναμοι είναι οι πρώτοι που συνθλίβονται από την παραβατικότητα.
Η κεντρική κοινωνιολογική διάγνωση είναι:
Η Γαλλία περνά από το μοντέλο της ενσωμάτωσης στο μοντέλο της παράλληλης συμβίωσης.

Δηλαδή, δεν έχουμε πια μια κοινωνία που αφομοιώνει, ενσωματώνει, δημιουργεί κοινό πολιτικό άνθρωπο. Έχουμε ομάδες που συνυπάρχουν γεωγραφικά, αλλά όχι αξιακά. Μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά δεν συμμετέχουν στον ίδιο συμβολικό κόσμο. Κατοικούν στο ίδιο κράτος, αλλά δεν νιώθουν ότι ανήκουν στην ίδια ιστορική κοινότητα.
Αυτό εξηγεί γιατί κάθε αφορμή μπορεί να γίνει πυρκαγιά: ένας θάνατος από αστυνομικό, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, μια πολιτική απόφαση, μια φήμη στα social media. Η αφορμή αλλάζει. Η υπόγεια ύλη παραμένει ίδια.
Πρώτον, κρίση κυριαρχίας. Το κράτος δεν ελέγχει πλήρως τον δημόσιο χώρο. Μπορεί να επέμβει, να συλλάβει, να καταστείλει, αλλά δεν εμπνέει αυτονόητη νομιμοποίηση.
Δεύτερον, κρίση εθνικής αφήγησης. Η Γαλλία δεν ξέρει πλέον τι σημαίνει να είσαι Γάλλος χωρίς είτε να κατηγορηθείς για αποκλεισμό είτε να καταλήξεις σε άδειο πολυπολιτισμικό σύνθημα.
Τρίτον, κρίση κοινωνικής ανόδου. Όταν η εργασία, το σχολείο και η γειτονιά δεν λειτουργούν ως γέφυρες ένταξης, τότε η ταυτότητα οργανώνεται γύρω από θυμό, φυλή, θρησκεία, περιοχή, ομάδα, συμμορία ή απλώς αντι-κρατική διάθεση.
Η τελική ανάλυση λοιπόν είναι αυτή:
Οι ταραχές στη Γαλλία είναι η μορφή που παίρνει μια κοινωνία όταν χάνει το κοινό της κέντρο.

Δεν είναι μόνο ζήτημα μεταναστευτικό. Δεν είναι μόνο ταξικό. Δεν είναι μόνο αστυνομικό. Δεν είναι μόνο πολιτισμικό. Είναι όλα μαζί, επειδή ακριβώς η Γαλλία δεν έχει πια έναν ισχυρό μηχανισμό που να μεταφράζει τις διαφορές σε κοινή πολιτική συμμετοχή.
Η παλιά Γαλλία έλεγε: «Γίνε πολίτης και θα ανήκεις».
Η νέα Γαλλία μοιάζει να λέει: «Ζήσε εδώ, αλλά μόνος σου, με τη δική σου ομάδα, τον δικό σου θυμό, τη δική σου μνήμη, τη δική σου γειτονιά».
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ: ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΣ

Η ελληνική περίπτωση δεν είναι ίδια με τη γαλλική. Στη Γαλλία το πρόβλημα είναι ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν αναγνωρίζουν πια το κράτος ως κοινή πατρίδα. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες αναγνωρίζουν ακόμη την Ελλάδα ως πατρίδα, αλλά δεν εμπιστεύονται το ελληνικό κράτος ως εκφραστή της πατρίδας.
Στη Γαλλία η κρίση εκρήγνυται στον δρόμο. Στην Ελλάδα η κρίση συσσωρεύεται μέσα στην απογοήτευση, στην ειρωνεία, στην ιδιώτευση, στη φυγή, στην αίσθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει».
Η Ελλάδα έχει κρίση θεσμικής εμπιστοσύνης.
Στη Γαλλία το ερώτημα είναι: ποιος ανήκει στη Γαλλία;
Στην Ελλάδα το ερώτημα είναι: ποιος υπηρετεί πραγματικά την Ελλάδα;
Ο πολίτης μπορεί να αγαπά τη σημαία, την ιστορία, τον τόπο, την οικογένεια, την εκκλησία, το χωριό, τη μνήμη, αλλά να θεωρεί ταυτόχρονα ότι το κράτος είναι ξένο σώμα: πελατειακό, αθηνοκεντρικό, γραφειοκρατικό, αναξιόπιστο, συχνά αδιάφορο ή και εχθρικό προς τον ίδιο τον πολίτη. Δεν έχουμε λοιπόν διάλυση της εθνικής ταυτότητας με τον γαλλικό τρόπο. Έχουμε διάσταση ανάμεσα στο έθνος και στο κράτος.
Ο Έλληνας δεν έχει πάψει να νιώθει Έλληνας. Έχει πάψει να πιστεύει ότι το κράτος του λειτουργεί ελληνικά.
Εκεί που ο Γάλλος νέος του προαστίου μπορεί να συγκρουστεί με την αστυνομία, ο Έλληνας νέος συχνά φεύγει για το εξωτερικό ή αποσύρεται σε μια ιδιωτική ζωή χωρίς προσδοκία από το δημόσιο.
Αυτή είναι η ελληνική μορφή αποσύνθεσης: όχι φωτιά στους δρόμους, αλλά σιωπηλή αποχώρηση από το κοινό μέλλον.
Η Ελλάδα δεν έχει banlieues με τη γαλλική έννοια. Έχει όμως περιφέρειες που νιώθουν εγκαταλειμμένες. Έχει χωριά που αδειάζουν. Έχει νησιά που θυμούνται το κράτος μόνο όταν υπάρχει κρίση. Έχει Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο, Αιγαίο, Κύπρο, που συχνά αντιμετωπίζονται από το κέντρο όχι ως οργανικά μέρη εθνικής στρατηγικής, αλλά ως φάκελοι διαχείρισης. Η Αθήνα λειτουργεί πολλές φορές όπως τα παρισινά κέντρα που περιγράφει ο Husson: ως μητροπολιτική ελίτ που μιλά εξ ονόματος της χώρας, αλλά δεν ζει τις αγωνίες της χώρας.
Στην Ελλάδα η αποτυχία είναι η εκπροσώπηση.
Ο Έλληνας δεν ζητά να ενσωματωθεί στο κράτος του. Είναι ήδη μέρος του έθνους. Ζητά να μη νιώθει ότι το κράτος τον κοροϊδεύει.
Γι’ αυτό η ελληνική κρίση έχει τόσο έντονο αντιθεσμικό φορτίο. Δεν είναι πάντα αντιπατριωτικό. Συχνά είναι ακριβώς το αντίθετο: είναι πατριωτική αγανάκτηση απέναντι σε ένα κράτος που θεωρείται κατώτερο της ιστορίας, των κινδύνων και των θυσιών του ελληνισμού. Ο πολίτης δεν λέει «δεν με νοιάζει η Ελλάδα». Λέει: «αυτοί που κυβερνούν δεν είναι στο ύψος της Ελλάδας».
Εδώ βρίσκεται και η διαφορά με τη Γαλλία. Η Γαλλία φοβάται ότι χάνει το κοινό της σώμα. Η Ελλάδα φοβάται ότι έχει κοινό σώμα, αλλά όχι άξια κεφαλή.
Η γαλλική κρίση παράγει σύγκρουση ταυτοτήτων. Η ελληνική κρίση παράγει δυσπιστία προς κάθε επίσημη αφήγηση. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα ο κόσμος δυσκολεύεται να πιστέψει τις ανακοινώσεις, τις επιτροπές, τις υποσχέσεις, τις μεταρρυθμίσεις, τα «θα», τα «σχέδια», τις «εθνικές στρατηγικές». Η δυσπιστία δεν είναι τυχαία. Είναι ιστορικά συσσωρευμένη εμπειρία διαψεύσεων.

Το ελληνικό κράτος ζητά εμπιστοσύνη, αλλά συχνά προσφέρει διαχείριση. Ζητά υπομονή, αλλά δεν δίνει λογοδοσία. Ζητά εθνική ενότητα, αλλά λειτουργεί πελατειακά. Ζητά θυσίες, αλλά δεν πείθει ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο. Έτσι, η κοινωνία μένει πατριωτική στο βάθος, αλλά δύσπιστη στην επιφάνεια. Αγαπά την πατρίδα, αλλά δεν εμπιστεύεται τους διαχειριστές της.
Αυτό είναι το ελληνικό παράδοξο.
Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει σήμερα από μια γαλλικού τύπου αστική έκρηξη. Κινδυνεύει από την απώλεια πίστης ότι υπάρχει συλλογικό σχέδιο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει τα τρένα, τα σύνορα, την παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, τη δημόσια περιουσία, τότε δεν χρειάζεται να επαναστατήσει. Απλώς αποσύρει την εμπιστοσύνη του. Και όταν αποσύρει την εμπιστοσύνη του, το κράτος υπάρχει τυπικά, αλλά δεν εμπνέει.

Άρα, η ελληνική κρίση δεν είναι κρίση «κοινής ταυτότητας» όπως στη Γαλλία. Είναι κρίση κοινής εμπιστοσύνης.
Η Γαλλία ρωτά:
μπορούμε ακόμη να ζήσουμε ως ένας λαός;
Η Ελλάδα ρωτά:
υπάρχει ακόμη κράτος άξιο αυτού του λαού;
Και αυτό είναι ίσως πιο βαρύ, γιατί η Ελλάδα έχει ακόμη ισχυρά αποθέματα ταυτότητας, μνήμης και ιστορικής συνοχής. Δεν της λείπει η ψυχή. Της λείπει η οργανωμένη πολιτική βούληση που θα μετατρέψει αυτή την ψυχή σε κράτος, στρατηγική, παραγωγή, παιδεία, δικαιοσύνη και ισχύ.
Η Γαλλία καίγεται όταν χάνει τον κοινό νόμο.
Η Ελλάδα σιωπά όταν δεν πιστεύει πια ότι ο νόμος είναι κοινός.
Και η σιωπή, καμιά φορά, είναι πιο επικίνδυνη από τη φωτιά.
anixneusis.gr
Αναλύσεις
Το «American Dream» ως αλλοίωση της εθνικής υπόστασης ενός Έθνους
Δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού.
Αναλύσεις
Οι Αλβανοί διακινητές και το νομικό κενό που εκμεταλλεύτηκε ο δράστης του Μπέλφαστ!
Εκμεταλλεύονται την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας
Επιμέλεια: Μπάμπης Πετράκης
Πώς έφτασε ο Σουδανός στην Ιρλανδία; Σύμφωνα με την αστυνομία, ο άνδρας πέταξε πιθανότατα από το Παρίσι στο Δουβλίνο και στη συνέχεια συνέχισε με λεωφορείο προς τη Βόρεια Ιρλανδία.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «The Telegraph», ακριβώς αυτή η διαδρομή διαφημίζεται ενεργά στα social media από Αλβανούς διακινητές ανθρώπων.
Μετά την επίθεση με μαχαίρι στο Μπέλφαστ, γίνονται όλο και περισσότερα γνωστά για τον τρόπο εισόδου του 30χρονου υπόπτου, ο οποίος κατάγεται από το Σουδάν. Σύμφωνα με την αστυνομία, ο Χάντι Αλοντίντ (Hadi Alodid) κατάφερε τον Φεβρουάριο του 2023 να εισέλθει στη Βόρεια Ιρλανδία μέσω της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, αφού είχε ταξιδέψει προηγουμένως με πτήση γραμμής από το Παρίσι στο Δουβλίνο. Μόνο στη Βόρεια Ιρλανδία υπέβαλε αίτηση ασύλου και έλαβε τον Σεπτέμβριο του 2023 άδεια παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το 2028.
Όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα «The Telegraph», αλβανικές συμμορίες διακινητών προσφέρουν αυτό το νομικό κενό για είσοδο στα social media, εκμεταλλευόμενοι την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας. Ο Αλοντίντ φέρεται μετά την άφιξή του στο Δουβλίνο να πήρε λεωφορείο για το Μπέλφαστ. Αυτή η διαδρομή, σύμφωνα με την Telegraph, διαφημίζεται σε διαδικτυακά βίντεο και αγγελίες ως εναλλακτική λύση στις παράνομες διασχίσεις της Μάγχης – με «εγγυημένη» επιτυχία και «μέγιστη ασφάλεια», όπως αναφέρεται.
Η πληρωμή των 7.000 λιρών (8.100 ευρώ) γίνεται μόνο μετά την άφιξη. Η επικοινωνία με τους διακινητές γίνεται μέσω συνδέσμων ή WhatsApp.
Επιπλέον, όπως αναφέρει και η εφημερίδα «Daily Mail», ο Αλοντίντ επωφελήθηκε από το βρετανικό πρόγραμμα «Fast-Track», μια επιταχυνόμενη διαδικασία ασύλου που εισήχθη ακόμα επί πρωθυπουργίας Ρίσι Σουνάκ. Το πρόγραμμα προβλέπει την ταχεία εξέταση αιτήσεων από άτομα προερχόμενα από χώρες που η βρετανική κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως «ασφαλείς».
Ο ύποπτος φέρεται τη Δευτέρα να επιτέθηκε επανειλημμένα με μαχαίρι σε έναν άνδρα και να προσπάθησε να του κόψει τον λαιμό. Το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά. Από τότε το Μπέλφαστ συγκλονίζεται από ταραχές. Ταραξίες, εν μέρει καλυμμένοι, περιφέρονταν στους δρόμους μετά το περιστατικό και έβαλαν φωτιά σε αρκετά οχήματα, μεταξύ των οποίων και ένα λεωφορείο.
Επίσης, πυρπολήθηκαν σπίτια και χρειάστηκε να διασωθούν κάτοικοι. Λίγο νωρίτερα, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για να διαδηλώσουν κατά των μεταναστών και της μετανάστευσης.
Αναλύσεις
Η ειρήνη του TRIPP και η αποδόμηση της αρμενικής κυριαρχίας
Πέρα από τα εκλογικά αποτελέσματα, είναι ώρα να ληφθούν μέτρα τώρα ώστε να αποτραπούν μεγαλύτερες συμφορές.
Η απειλή του Αζερμπαϊτζάν στα σύνορα καταγγέλλεται ως τεράστια, ενώ ο Πασινιάν κοιτάζει αλλού
Από Diario Armenia
9 Ιουνίου 2026
Ο Νικόλ Πασινιάν κέρδισε τις εκλογές και θέλει να μείνει στην ιστορία για τον ρόλο του στην ανοικοδόμηση της Δημοκρατίας πάνω σε νέα θεμέλια. Όμως ο πρωθυπουργός αντιμετωπίζει αρκετές προκλήσεις, έχοντας μια εμφανώς αφελή κατανόηση της περιφερειακής γεωπολιτικής.
Για τρεις δεκαετίες, τα ανατολικά σύνορα μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν —υπενθυμίζεται ότι οι δύο χώρες μοιράζονται επίσης χερσαία σύνορα νοτιοανατολικά της Αρμενίας, στα σύνορα με το Ναχιτσεβάν— παρέμεναν στρατιωτικοποιημένα και υπό ανοιχτή αμοιβαία απειλή. Παρ’ όλα αυτά, σε όλη εκείνη την περίοδο, το αίσθημα ασφάλειας δεν είχε μειωθεί, τουλάχιστον στην Αρμενία. Ήταν οι εποχές όπου η Δημοκρατία του Αρτσάχ λειτουργούσε ως πραγματικό κράτος-ασπίδα.
Ο δεύτερος πόλεμος του Αρτσάχ το 2020 και οι βομβαρδισμοί του αμάχου πληθυσμού εκείνης της αυτοανακηρυγμένης δημοκρατίας από το Αζερμπαϊτζάν, που οδήγησαν στην εθνοκάθαρση και την εξορία 120.000 αυτοχθόνων Αρμενίων προς την Αρμενία τον Σεπτέμβριο του 2023, άλλαξαν πλήρως το περιφερειακό σκηνικό.
Και σε μεγάλο βαθμό αυτό συνδέεται με τις πολιτικές της κυβέρνησης του Νικόλ Πασινιάν και τις επικίνδυνες γεωπολιτικές του κινήσεις, οι οποίες, μέσα στο όνειρό του να γίνει ο αρχιτέκτονας μιας νέας Αρμενίας, «πραγματικής και όχι ιστορικής», όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, κατέληξαν να οδηγήσουν τη μεγαλομανία του αυταρχικού προέδρου του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίγιεφ, σε αδιανόητα άκρα.
Σήμερα, η Αρμενία δεν είναι ασφαλέστερη από πριν, παρά τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων στην άμυνα και τον εκσυγχρονισμό του στρατιωτικού της οπλοστασίου τα τελευταία τρία χρόνια. Η άνευ προηγουμένου στρατιωτική παρέλαση στην Πλατεία Δημοκρατίας στις 28 Μαΐου αποτέλεσε ακόμη ένα παράδειγμα της αυταπάτης του Πασινιάν. Με μια αμφισβητήσιμη κατανόηση της αρμενικής ιστορίας των τελευταίων 150 ετών, πιστεύει ότι μπορεί να μετατρέψει τις γενοκτονικές κυβερνήσεις της Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν σε αξιόπιστους εταίρους.
Κυριαρχία σε κίνδυνο
Μακριά από τα νέον φώτα του κέντρου του Γερεβάν και τα σύγχρονα καφέ της Βόρειας Λεωφόρου και της Πλατείας Όπερας, στα ανατολικά σύνορα της Αρμενίας —και ιδιαίτερα στις πόλεις των επαρχιών Σιουνίκ, Βαγιότς Τζορ και Κεγαργκιουνίκ— η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή και η απειλή του Αζερμπαϊτζάν παραμένει διαρκώς παρούσα.
Μόλις 24 ώρες πριν από την έναρξη των κρίσιμων κοινοβουλευτικών εκλογών της Κυριακής 7 Ιουνίου, το Ινστιτούτο Lemkin για την Πρόληψη της Γενοκτονίας και την Ανθρώπινη Ασφάλεια δημοσίευσε έκθεση σχετικά με τις απειλές που αντιμετωπίζουν οι αρμενικές παραμεθόριες κοινότητες στο πλαίσιο της επικείμενης εκλογικής διαδικασίας.
«Το Ινστιτούτο Lemkin για την Πρόληψη της Γενοκτονίας και την Ανθρώπινη Ασφάλεια ανησυχεί σοβαρά για την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Αρμενίας, η οποία απειλείται για ακόμη μία φορά από το Αζερμπαϊτζάν και τους συμμάχους του, αυτή τη φορά ενόψει των αρμενικών κοινοβουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουνίου 2026», ξεκινά το έγγραφο, καθορίζοντας από την αρχή το επίκεντρο της ανάλυσεώς του.
Συγκεκριμένα, υπενθυμίζει ότι πριν από λιγότερο από έναν μήνα, στις 10 Μαΐου, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίγιεφ, «απείλησε άμεσα τους Αρμένιους ψηφοφόρους, προειδοποιώντας ότι “ο αρμενικός λαός θα υποφέρει” εάν οποιοσδήποτε υποψήφιος εκτός από τον εν ενεργεία πρωθυπουργό Νικόλ Πασινιάν ερχόταν στην εξουσία».
Έτσι, ο ίδιος ο Αλίγιεφ άφησε να εννοηθεί ότι, αν επικρατούσε οποιαδήποτε από τις επιλογές της αντιπολίτευσης, το Αζερμπαϊτζάν θα εισέβαλλε στην Αρμενία — μια απειλή που διατυπώνει σταθερά από το 2020, προσθέτει το Ινστιτούτο Lemkin. Σε συντονισμό με τον Αλίγιεφ, ο πρωθυπουργός Πασινιάν χρησιμοποίησε επανειλημμένα αυτή την εκλογική απειλή ως κεντρικό θέμα της εκστρατείας του, σε ένα σενάριο που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ή εγώ ή πόλεμος».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ινστιτούτο Lemkin προειδοποιεί για απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας και αποκαλεί τα πράγματα με το όνομά τους. «Αυτό το (διεθνές) ενδιαφέρον έχει ξεπεράσει κατά πολύ την ελάχιστη προσοχή που δόθηκε στη γενοκτονία των Αρμενίων του Αρτσάχ από το Αζερμπαϊτζάν το 2023, η οποία έλαβε χώρα μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς σιωπής και συνενοχής», προειδοποιεί.

Business as usual
Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής και εμπορικής προσέγγισης των εξελίξεων στον Νότιο Καύκασο, όπου κεντρικό ρόλο παίζει η υπογραφή της Διακήρυξης της Ουάσιγκτον στις 8 Αυγούστου 2025, με τη διαμεσολάβηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, με επίκεντρο το σχέδιο Trump Road to International Peace and Prosperity (TRIPP).
«Υπό το λάβαρο της ειρήνης, η διακήρυξη και οι επακόλουθες συμφωνίες επαναπροσδιορίζουν τη μακροχρόνια επεκτατική εδαφική διεκδίκηση του Αζερμπαϊτζάν επί της νότιας επαρχίας Σιουνίκ της Αρμενίας ως ένα ωφέλιμο αναπτυξιακό σχέδιο και παραχωρούν σε αμερικανική εταιρεία ποσοστό 74% στη διαχείριση της προτεινόμενης διαδρομής μεταφορών, η οποία συνδέει το κυρίως Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακά του στο Ναχιτσεβάν και περαιτέρω με την Τουρκία μέσω κυρίαρχου αρμενικού εδάφους», σημειώνουν οι αναλυτές του Ινστιτούτου Lemkin.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, υπογράφηκε πρόσφατα με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς πρόταση για μελλοντική στρατηγική συνεργασία σχετικά με την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών και σπάνιων γαιών από την Αρμενία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και για την ανάπτυξη των ενεργειακών συμφερόντων του Αζερμπαϊτζάν.
Γενοκτονία στο Αρτσάχ
Όλα αυτά συμβαίνουν μόλις τρία χρόνια μετά την εκκένωση του Αρτσάχ από τον γηγενή αρμενικό πληθυσμό του και «εν μέσω καταγεγραμμένων περιπτώσεων ευρωπαϊκών εταιρειών που επενδύουν στο Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ), το οποίο τελεί υπό κατοχή του Αζερμπαϊτζάν — το de facto αρμενικό κράτος που το Αζερμπαϊτζάν άδειασε από τον γηγενή αρμενικό πληθυσμό του το 2023 μέσω μιας διαδικασίας που πολλές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου του Ινστιτούτου Lemkin, χαρακτήρισαν ως γενοκτονία».
Αφού αμφισβητεί τις «κατασταλτικές πολιτικές» της κυβέρνησης Πασινιάν απέναντι στους αντιπάλους της και την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία, καθώς και την αποδοχή της αφήγησης της Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν — φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να υποβαθμίζει τις απαιτήσεις αλλαγής του Εθνικού Συντάγματος και να απειλεί με επανεγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων Αζέρων στο λεγόμενο «Δυτικό Αζερμπαϊτζάν», το οποίο συμπίπτει με αρμενικό έδαφος — το Ινστιτούτο Lemkin προειδοποιεί για κλιμακούμενες απειλές στα σύνορα.
«Το Ινστιτούτο Lemkin έχει ενημερωθεί για αρκετές ανησυχητικές καταγγελίες που προέρχονται από μαρτυρίες κοινοτήτων της πρώτης γραμμής στην Αρμενία και προσφύγων από το Αρτσάχ. Οι μαρτυρίες τους αποκαλύπτουν μια ριζικά διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που παρουσιάζει η αρμενική κυβέρνηση εις βάρος τους», σημειώνουν οι αναλυτές.
Οι σοβαρές κατηγορίες περιλαμβάνουν:
Κρατική λογοκρισία και διαρθρωτική πίεση στις παραμεθόριες κοινότητες εν μέσω συνεχιζόμενης αζερικής επιθετικότητας.
Σύμφωνα με τους ερωτηθέντες, οι κοινοτάρχες των χωριών δέχονται πιέσεις από την αρμενική κυβέρνηση ώστε να αποκρύπτουν αναφορές για πυρά του Αζερμπαϊτζάν κατά κατοικιών αμάχων από παράνομα αζερικά αποσπάσματα εγκατεστημένα εντός κυρίαρχου αρμενικού εδάφους.
Επιπλέον, απαγορεύεται η κατασκευή ιδιωτικών καταφυγίων και οχυρωματικών έργων, ενώ το κράτος δεν προχωρά το ίδιο σε τέτοιες εργασίες με δικά του έξοδα και «τα λίγα αρμενικά στρατιωτικά φυλάκια που βρίσκονται απέναντι από τους Αζέρους είναι εκτεθειμένα και πολύ ευάλωτα σε επιθέσεις drones».
«Κανένα χωριό σε αυτές τις εξαιρετικά ευαίσθητες περιοχές δεν διαθέτει πολιτικά καταφύγια. Οι κάτοικοι λένε ότι τα παράνομα αζερικά φυλάκια που περιβάλλουν το χωριό τους μπορούν να παρακολουθούν κάθε τους κίνηση, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κατασκευή καταφυγίων αυτή τη στιγμή ίσως είναι αδύνατη», υποστηρίζει το Ινστιτούτο Lemkin.
Διακρίσεις κατά των προσφύγων του Αρτσάχ
Οι πρόσφυγες από το Αρτσάχ στις περιοχές αυτές αναφέρουν συστηματικές διακρίσεις και ρητορική μίσους με κρατική υποστήριξη.
Επιπλέον, οι πρόσφυγες αναφέρουν σημαντικά εμπόδια στην απόκτηση αρμενικής υπηκοότητας, κάτι που τους εμποδίζει να συμμετέχουν στις εκλογές.
Οι ερωτηθέντες δηλώνουν ότι διαθέτουν εξαιρετικά περιορισμένη κοινωνική στήριξη και υποστηρίζουν ότι οι άγαμοι δεν λαμβάνουν καμία βοήθεια από την αρμενική κυβέρνηση.
Αζερική κατοχή και πιεστική επιβολή
Τα διαθέσιμα δημογραφικά στοιχεία δείχνουν ότι από το 2020 έως το 2025 το Σιουνίκ υπέστη σημαντική πληθυσμιακή μείωση, περίπου 15% του συνολικού πληθυσμού, δηλαδή περίπου 20.000 άτομα. Αυτή η μείωση αποδίδεται στη συστηματική εχθρότητα, τη βία και τη συνεχιζόμενη εδαφική διείσδυση του Αζερμπαϊτζάν, «με ορισμένα χωριά να είναι πλέον πλήρως περικυκλωμένα από παράνομα αζερικά φυλάκια και να υπόκεινται σε συνεχή παρακολούθηση από αζερικά drones».
«Ο αζερικός έλεγχος των επικοινωνιών έχει επανειλημμένα αφήσει παραμεθόριες κοινότητες χωρίς σύνδεση δικτύου, ορισμένες φορές για εβδομάδες, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους κατά τη διάρκεια εκτάκτων αναγκών, όταν είναι απαραίτητη η επικοινωνία εντολών εκκένωσης ή άλλων κρίσιμων πληροφοριών», αναφέρει η έκθεση.
Στην πόλη Μετς Ισχανασάρ, εντός της Αρμενίας αλλά υπό κατοχή του Αζερμπαϊτζάν, αναφέρεται ότι οι Αρμένιοι στρατιωτικοί δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να περνούν μέσα από αζερικά φυλάκια για να φτάσουν στις στρατιωτικές τους θέσεις και φέρονται να ελέγχονται από τις κατοχικές δυνάμεις σχετικά με τα όπλα που μεταφέρουν.
Επιπλέον, τους τελευταίους μήνες τουρκικά και αζερικά στρατιωτικά αεροσκάφη έχουν θεαθεί να πετούν απευθείας πάνω από αρμενικά χωριά, παρότι στο παρελθόν απέφευγαν να παραβιάζουν τον αρμενικό εναέριο χώρο.
Το Ινστιτούτο Lemkin καταλήγει με ένα μήνυμα ασυνήθιστης βαρύτητας: «Η ιστορία έχει επανειλημμένα δείξει ότι ο κατευνασμός των επιθετικών ενστίκτων ενός γενοκτονικού επεκτατικού κράτους όπως το Αζερμπαϊτζάν δεν εγγυάται την προστασία ενός έθνους που βρίσκεται στο στόχαστρό του. Αντιθέτως, η πολιτική του κατευνασμού συνήθως συμβάλλει μόνο στη ριζοσπαστικοποίηση και την καταστροφή».
Πέρα από τα εκλογικά αποτελέσματα, είναι ώρα να ληφθούν μέτρα τώρα ώστε να αποτραπούν μεγαλύτερες συμφορές. Δεδομένης της αφέλειας ή της εφησυχασμένης στάσης των πολιτών του Γερεβάν και άλλων πόλεων που ψήφισαν τον Πασινιάν, αξίζει να θυμηθούμε τη φράση ενός χωρικού από το Σιουνίκ που παρατίθεται στην έκθεση του Ινστιτούτου Lemkin:
«Στο Γερεβάν μάς αποκαλούν τρελούς επειδή μένουμε εδώ, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι αν φύγουμε εμείς από αυτό το μέρος, οι επόμενοι θα είναι αυτοί».
Κάρλος Μπογιατζιάν
Δημοσιογράφος
coboyadjian@yahoo.com.ar
-
Πολιτική2 μήνες πριν«Μπλόκο» από τις ελληνικές αρχές στην Ισίν Καρατζά στο «Ελευθέριος Βενιζέλος»! Απέλαση με φόντο την Κομοτηνή και το επεισόδιο του 2024
-
Άμυνα1 μήνα πρινΣυναγερμός στη Λευκάδα για Μυστηριώδες «Σκάφος-Φάντασμα» σε Σπηλιά – Εντόπισαν θαλάσσιο drone ουκρανικής κατασκευής
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΟ Τασούλας ξέχασε στον αέρα τα λόγια του! Το φάλτσο της 25ης Μαρτίου που έδειξε αμηχανία στο ύψος του θεσμού του προέδρου της Δημοκρατίας
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΣτρατηγική Σύμπραξη Ελλάδας-Κορέας-ΗΠΑ! Ο Όμιλος ONEX Μετατρέπει τα Ελληνικά Ναυπηγεία σε Διεθνή Κόμβο Καινοτομίας
-
Αναλύσεις2 εβδομάδες πρινΑϋφαντής: Έρχεται πολεμική σύγκρουση
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΠροειδοποίηση του Ισραηλινού αναλυτή Σάι Γκαλ για το νομοσχέδιο της “Γαλάζιας Πατρίδας! «Η θαλάσσια φαντασίωση της Άγκυρας θα έχει τίμημα»
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΓιώργος Ασλάν στη Βουλή της Τουρκίας: «Τι απέγιναν οι Χριστιανοί αυτής της γης;»
-
Άμυνα4 εβδομάδες πρινΔικαίωση μετά από 5,5 χρόνια γραφειοκρατικού «γολγοθά»: Ο Έλληνας κατασκευαστής Γιάννης Αραπκούλες πήρε την άδεια παραγωγής ραβδωτών όπλων