Αναλύσεις
Ενώνονται τα μέτωπα! Από τον Εύξεινο Πόντο στο Ιράν
Ο Σταύρος Καλεντερίδης αναλύει το πλήγμα σε ιρανικό εμπορικό πλοίο, την προειδοποίηση της Τεχεράνης ότι θα απαντήσει και τα σενάρια για ιρανικά αντίποινα στην Ουκρανία ή για ακόμη στενότερη στρατιωτική συνεργασία Ιράν–Ρωσίας.
Για μια εξαιρετικά επικίνδυνη «σύζευξη των μετώπων», η οποία μπορεί να μετατρέψει τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σύγκρουση γύρω από το Ιράν σε τμήματα μιας ενιαίας, γενικευμένης αναμέτρησης, προειδοποίησε ο Σταύρος Καλεντερίδης.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ουκρανική επίθεση σε εμπορικό πλοίο στην Κασπία Θάλασσα, το οποίο, σύμφωνα με τους ουκρανικούς ισχυρισμούς που παρουσίασε, μετέφερε στρατιωτικό υλικό από τη Ρωσία προς το Ιράν. Από το πλήγμα σκοτώθηκε ένας ναυτικός και τραυματίστηκε ακόμη ένας, με την Τεχεράνη να καλεί τον Ουκρανό επιτετραμμένο για εξηγήσεις και να προειδοποιεί ότι η ενέργεια δεν θα μείνει αναπάντητη.
Κατά τον Σταύρο Καλεντερίδη, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το Κίεβο δεν χτύπησε ιρανικό φορτίο το οποίο κατευθυνόταν προς τη Ρωσία, αλλά πλοίο που φέρεται να μετέφερε υλικό προς το Ιράν. Με αυτή την κίνηση, όπως υποστήριξε, η Ουκρανία πέρασε τα όρια της άμεσης αντιπαράθεσής της με τη Μόσχα και παρενέβη έμπρακτα στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής.
«Έγινε η Ουκρανία ένας νέος παίκτης αυτού του πολέμου», ήταν η βασική εκτίμηση του αναλυτή, ο οποίος χαρακτήρισε την επίθεση πράξη που ισοδυναμεί στην πράξη με κήρυξη πολέμου κατά της Τεχεράνης.
Η ανάληψη ευθύνης από το Κίεβο
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σύμφωνα με όσα παρουσίασε ο Σταύρος Καλεντερίδης, έκανε λόγο για «ισχυρά αποτελέσματα» από τις ουκρανικές επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας στην Κασπία. Το Κίεβο υποστήριξε ότι έπληξε πλοία τα οποία χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού προς το Ιράν.
Παράλληλα, ο Ουκρανός πρόεδρος κατηγόρησε τη Ρωσία ότι παρέχει στην Τεχεράνη δορυφορικές πληροφορίες για αμερικανικές βάσεις και εγκαταστάσεις κρατών του Κόλπου, τόσο πριν από ιρανικά πλήγματα όσο και μετά από αυτά, για την αποτίμηση των ζημιών.
Ακόμη πιο σαφής εμφανίστηκε ο Ουκρανός πρέσβης στο Ισραήλ, ο οποίος φέρεται να δήλωσε ότι κάθε μεταφορά εξαρτημάτων για drones και πυραύλους προς το Ιράν αποτελεί «νόμιμο στόχο» για την Ουκρανία. Προανήγγειλε, μάλιστα, τη συνέχιση ανάλογων επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας ότι Ουκρανία και Ισραήλ πολεμούν τον ίδιο εχθρό.
Ο Σταύρος Καλεντερίδης εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη θέση αποκαλύπτει μια ευρύτερη στρατηγική σύνδεση του Κιέβου με το ισραηλινό μέτωπο κατά του Ιράν. Κατά την άποψή του, μια τέτοια επιχείρηση δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί χωρίς πληροφοριακή, τεχνική ή επιχειρησιακή υποστήριξη ισχυρότερων συμμάχων της Ουκρανίας.
Η Τεχεράνη προειδοποιεί για αντίποινα
Η ιρανική πλευρά χαρακτήρισε την επίθεση επιθετική και εγκληματική ενέργεια και επικαλέστηκε το άρθρο 2, παράγραφος 4, του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ περί απαγόρευσης της χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις. Παράλληλα, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΗΕ και τη διεθνή κοινότητα να καταδικάσουν το πλήγμα.
Ιρανοί αξιωματούχοι διαμήνυσαν ότι οι επιθέσεις εναντίον της ζωής και της περιουσίας Ιρανών πολιτών θα έχουν συνέπειες, τις οποίες, όπως ανέφεραν, το Κίεβο «δεν μπορεί ακόμη να προβλέψει».
Στην Τεχεράνη άνοιξε ήδη συζήτηση για το είδος της απάντησης. Ιρανοί αναλυτές και πολιτικοί έθεσαν θέμα χρησιμοποίησης βαλλιστικών πυραύλων ικανών να πλήξουν στόχους στην Ουκρανία. Διατυπώθηκε, επίσης, η θέση ότι η απάντηση σε πλήγματα στην Κασπία θα μπορούσε να δοθεί στον Εύξεινο Πόντο, ακόμη και με επανεξέταση του αυτοπεριορισμού που έχει θέσει το Ιράν στο βεληνεκές των πυραύλων του.
Ο Σταύρος Καλεντερίδης παρουσίασε δύο βασικά σενάρια: είτε μια άμεση ιρανική στρατιωτική ενέργεια κατά ουκρανικού στόχου είτε μια βαθύτερη στρατιωτική συνεργασία με τη Ρωσία, ώστε η πίεση προς το Κίεβο να αυξηθεί μέσω του ουκρανικού μετώπου.
Σε κάθε περίπτωση, εκτίμησε ότι η Τεχεράνη είναι υποχρεωμένη να αποτρέψει τη στρατιωτικοποίηση της Κασπίας. Η συγκεκριμένη θάλασσα αποτελεί ζωτική αρτηρία για το Ιράν, όχι μόνο για οπλικά συστήματα, αλλά και για τρόφιμα, φάρμακα, ενέργεια και άλλες κρίσιμες προμήθειες.
Ενδεικτική του περιφερειακού προβληματισμού ήταν και η καταδίκη της επίθεσης από το Τουρκμενιστάν. Η Ασγκαμπάτ υπογράμμισε ότι η Κασπία πρέπει να παραμείνει «θάλασσα ειρήνης, αρμονίας και καλής γειτονίας».
Η αντίφαση με τις διαβεβαιώσεις Τραμπ
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο αναλυτής στις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι έλαβε προσωπικές διαβεβαιώσεις από τον Σι Τζινπίνγκ και τον Βλαντίμιρ Πούτιν πως Κίνα και Ρωσία δεν προμηθεύουν το Ιράν με όπλα.
Ο Σταύρος Καλεντερίδης επισήμανε την εμφανή αντίφαση ανάμεσα στη θέση του Αμερικανού προέδρου και στην ουκρανική αιτιολόγηση της επίθεσης, η οποία βασίστηκε ακριβώς στον ισχυρισμό ότι το πλοίο μετέφερε ρωσικό στρατιωτικό υλικό προς την Τεχεράνη.
«Στα κόκκινα» οι αμερικανικές αντοχές
Στη συνέχεια, ο Σταύρος Καλεντερίδης συνέδεσε την παύση των αμερικανικών επιθέσεων κατά του Ιράν με τη μεγάλη πίεση που, όπως υποστήριξε, δέχονται τα αποθέματα αντιπυραυλικών συστημάτων των ΗΠΑ.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων και εκτιμήσεις αναλυτών —διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για επίσημα στοιχεία του Πενταγώνου— ανέφερε ότι κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ενδέχεται να χρησιμοποίησαν από 1.060 έως 1.430 αναχαιτιστικά βλήματα Patriot, ενώ η αμερικανική ετήσια παραγωγή υπολογίζεται περίπου στα 600 με 620.
Αντίστοιχη πίεση, κατά την παρουσίασή του, καταγράφεται και στα αποθέματα πυραύλων Tomahawk, καθώς οι μηνιαίες παραλαβές είναι πολύ μικρότερες από τις ποσότητες που απαιτεί ένας παρατεταμένος πόλεμος.
Η εκτίμησή του ήταν ότι η Ουάσιγκτον δεν σταμάτησε τις επιθέσεις μόνο για να αφήσει χώρο στη διπλωματία, αλλά και επειδή μια συνέχιση της αναμέτρησης θα μπορούσε να απογυμνώσει την αμερικανική αντιπυραυλική άμυνα, να εκθέσει τις βάσεις των ΗΠΑ και να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στους συμμάχους τους στον Περσικό Κόλπο.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ισορροπία αποδίδει στο βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο, όπως τόνισε, διατηρεί την Τεχεράνη όρθια και λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός αποτροπής.
Πυρηνικό ντόμινο στη Μέση Ανατολή
Στο υστερόγραφο της εκπομπής, ο Σταύρος Καλεντερίδης επανήλθε στην υπό διαμόρφωση πυρηνική συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας. Όπως ανέφερε, η συμφωνία δεν περιλαμβάνει τον λεγόμενο «χρυσό κανόνα», δηλαδή τη σαφή παραίτηση του Ριάντ από τον εγχώριο εμπλουτισμό ουρανίου, ούτε την υποχρεωτική προσχώρηση στο πρόσθετο πρωτόκολλο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας για αιφνιδιαστικούς ελέγχους.
Κατά την εκτίμησή του, η εξέλιξη δείχνει ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για την πιθανότητα απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν και επιχειρούν να κρατήσουν τη Σαουδική Αραβία στη δική τους σφαίρα επιρροής, πριν το Ριάντ στραφεί στην Κίνα, στη Ρωσία ή στο Πακιστάν.
Πρόκειται, όπως υπογράμμισε, για προάγγελο ενός επικίνδυνου πυρηνικού ντόμινο στη Μέση Ανατολή.
Σφοδρή επίθεση για τις δηλώσεις Τασούλα
Στο πρώτο μέρος της παρέμβασής του, ο Σταύρος Καλεντερίδης εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα, με αφορμή αναφορά του τελευταίου στην «αναίμακτη» παράδοση των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς το 1430 και στα προνόμια που ακολούθησαν.
Ο αναλυτής θεώρησε ότι η συγκεκριμένη ιστορική ανάγνωση εξωραΐζει την υποταγή και μεταφέρει ένα επικίνδυνο μήνυμα συμβιβασμού προς τη σημερινή ελληνική κοινωνία. Συνέδεσε, μάλιστα, αυτή τη λογική με το διαχρονικό δόγμα κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία, αντιπαραθέτοντας την ανάγκη οικοδόμησης πραγματικής αποτροπής.
Αναλύσεις
Τι πήρε η Ελλάδα πίσω από τα χειροκροτήματα στον Ρούμπιο;
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, τα λεηλατημένα χειρόγραφα της Μακεδονίας και η πίεση στην αγροτική γη στο επίκεντρο της εκπομπής με τον Παντελή Σαββίδη.
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, τα λεηλατημένα χειρόγραφα της Μακεδονίας και η πίεση στην αγροτική γη στο επίκεντρο της εκπομπής με τον Παντελή Σαββίδη.
Με αιχμηρά ερωτήματα για το πραγματικό αποτύπωμα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα, τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις και την προστασία του παραγωγικού και πολιτιστικού πλούτου της χώρας εξελίχθηκε η συζήτηση στις «Ανιχνεύσεις» με τον Παντελή Σαββίδη.
Στον «Καφέ της Κυριακής» της 11ης Οκτωβρίου, η συζήτηση κινήθηκε σε τρία μεγάλα μέτωπα: την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τη διεκδίκηση των χειρογράφων και κειμηλίων που αφαιρέθηκαν από μονές της Βόρειας Ελλάδας και την επέκταση των φωτοβολταϊκών σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις.
Ρούμπιο: Η εικόνα της Πνύκας και το ερώτημα της ασφάλειας
Ο διεθνολόγος και οικονομολόγος Θρασύβουλος Ευτυχίδης διατύπωσε έντονες επιφυλάξεις για την αποτίμηση της επίσκεψης. Αναγνώρισε ότι η ομιλία στην Πνύκα, με φόντο την Ακρόπολη, πρόσφερε προβολή στην Ελλάδα, υποστήριξε όμως ότι η επικοινωνιακή διάσταση δεν συνοδεύτηκε από ανάλογες δεσμεύσεις στα ζητήματα που ενδιαφέρουν άμεσα την ελληνική πλευρά.
Κατά την εκτίμησή του, η Ουάσιγκτον προώθησε τις δικές της προτεραιότητες στην ενέργεια και στους εξοπλισμούς. Έθεσε, επομένως, το ερώτημα ποιο είναι το συγκεκριμένο ελληνικό όφελος και κατά πόσο η αναβάθμιση του ενεργειακού ρόλου της χώρας μεταφράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση της ασφάλειάς της.
Ο Παντελής Σαββίδης επέμεινε στην ανάγκη να αξιολογηθεί η επίσκεψη με βάση τις θέσεις που διατυπώθηκαν για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Η κριτική του επικεντρώθηκε στην απουσία, όπως την αξιολόγησε, σαφούς μηνύματος αποτροπής προς την Άγκυρα για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου.
Η παγίδα της «ενημέρωσης» της Τουρκίας
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις αναφορές περί «λεπτής κατάστασης», «ευαισθησιών» άλλων χωρών και χειρισμού του ζητήματος μέσω ιδιωτικής διπλωματίας, όπως παρουσιάστηκαν και σχολιάστηκαν στην εκπομπή.
Στη συζήτηση διατυπώθηκε η προειδοποίηση ότι η διατήρηση ίσων αποστάσεων μπορεί να διευκολύνει νέες αμφισβητήσεις. Το καλώδιο, επισημάνθηκε, συνδέεται με την έξοδο της Κύπρου από την ενεργειακή απομόνωση και με τη δυνατότητα υλοποίησης ενός έργου χωρίς να δημιουργούνται προηγούμενα τουρκικής συναίνεσης.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε η επισήμανση ότι ακόμη και μια διαδικασία που η Αθήνα θα χαρακτήριζε απλή ενημέρωση της Τουρκίας θα μπορούσε να παρουσιαστεί από την Άγκυρα ως αίτημα έγκρισης. Η προειδοποίηση αφορούσε τον κίνδυνο διαφορετικών ερμηνειών μιας διπλωματικής κίνησης και τη μετέπειτα αξιοποίησή της από την τουρκική πλευρά.
Στο ίδιο πλαίσιο τέθηκε η ανάγκη σταθερής στρατηγικής αποτροπής τετελεσμένων. Οι τουρκικές κινήσεις, υποστηρίχθηκε, πρέπει να εξετάζονται συνολικά, ώστε η Ελλάδα να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να αποφεύγει τη διαρκή εκ των υστέρων διαχείριση προβλημάτων.
Συζητήθηκε επίσης η επισήμανση περί απουσίας γραπτής αναφοράς στο σχήμα «3+1» —Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και ΗΠΑ— από το κοινό ανακοινωθέν. Η παρατήρηση παρουσιάστηκε ως ζήτημα που χρειάζεται εξήγηση, με τη διευκρίνιση ότι από μόνη της δεν αποδεικνύει αλλαγή αμερικανικής πολιτικής.
Κατσαρός: Τα χειρόγραφα παραμένουν ανοιχτή πληγή
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην παρέμβαση του Βασίλη Κατσαρού, ομότιμου καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για τους θησαυρούς των μονών της Βόρειας Ελλάδας που λεηλατήθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.
Ο καθηγητής περιέγραψε την πολύχρονη ερευνητική εργασία του για τα χειρόγραφα της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας και του Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Εξήγησε ότι η καταγραφή και ταυτοποίησή τους αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη διεκδίκησή τους: δίνει σε κάθε τεκμήριο αναγνωρίσιμη ταυτότητα και συνδέει το αντικείμενο με τον τόπο και τη μονή προέλευσής του.
Στη δική του αποτίμηση, η επιστροφή περιορισμένου αριθμού κειμηλίων, στο πλαίσιο της συνεννόησης για τα οστά του Σαμουήλ, αφήνει ανοιχτό τον μεγάλο φάκελο των χειρογράφων. Διευκρίνισε μάλιστα ότι στα επιστραφέντα κειμήλια δεν περιλαμβάνεται χειρόγραφο.
Αναφέρθηκε σε εκατοντάδες καταγεγραμμένους κώδικες και σπαράγματα χειρογράφων, υπογραμμίζοντας την ιστορική, αρχαιολογική και πνευματική αξία τους. Πρόκειται, όπως εξήγησε, για τεκμήρια που περιλαμβάνουν την ιστορία των μοναστηριών, αρχειακές πράξεις και υλικό συνδεδεμένο με την Κωνσταντινούπολη και την πατριαρχική παράδοση.
Κρίσιμο σημείο της τοποθέτησής του ήταν ότι δεν είχε δει το πλήρες κείμενο της πρόσφατης συμφωνίας. Ζήτησε να γίνει γνωστό το περιεχόμενό της, προκειμένου να κριθεί τι ακριβώς εξασφαλίστηκε και τι παραμένει προς διεκδίκηση.
Ο Κατσαρός ανέφερε επίσης ότι δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στη συγκεκριμένη διαδικασία. Διευκρίνισε, ωστόσο, πως το ζήτημα υπερβαίνει τα πρόσωπα και απαιτεί επιστημονική εργασία, πολιτική βούληση και διπλωματική συνέχεια.
Από την πλευρά του, ο Σαββίδης ξεκαθάρισε ότι η επιμονή στην επιστροφή των θησαυρών της Βόρειας Ελλάδας δεν μειώνει τη σημασία της διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Φωτοβολταϊκά και αγροτική γη: Ποιος θα παράγει τρόφιμα;
Στο αγροτικό σκέλος, ο αγροτοσυνδικαλιστής Ελευθέριος Καφάτσος κατήγγειλε ότι η επέκταση ενεργειακών έργων σε παραγωγικές εκτάσεις αυξάνει την πίεση στους καλλιεργητές.
Περιέγραψε περιπτώσεις επικαλύψεων ανάμεσα σε δηλώσεις αγροτεμαχίων και αιτήσεις ενεργειακών εταιρειών, υποστηρίζοντας ότι μπορούν να προκαλέσουν καθυστερήσεις στις ενισχύσεις και οικονομικό αδιέξοδο για τους παραγωγούς. Οι αναφορές αυτές παρουσιάστηκαν ως καταγγελίες και ευρήματα έρευνας που, όπως είπε, βρίσκεται σε εξέλιξη.
Ο ίδιος συνέδεσε την αποχώρηση αγροτών από την παραγωγή με το κόστος καλλιέργειας, τις εκκρεμότητες στις πληρωμές και τις καθυστερήσεις σε αναγκαίες υποδομές. Έθεσε επίσης το ζήτημα της συγκέντρωσης της παραγωγής σε μεγάλες επιχειρηματικές μονάδες και των περιορισμένων δυνατοτήτων που διαθέτουν οι μεμονωμένοι αγρότες για να ανταγωνιστούν αυτό το μοντέλο.
Ο Ευτυχίδης έδωσε ευρύτερη διάσταση στο θέμα, επισημαίνοντας ότι η επισιτιστική ασφάλεια και το νερό θα αποτελέσουν κρίσιμα πεδία ανταγωνισμού. Ο Σαββίδης, παρουσιάζοντας εικόνες φωτοβολταϊκών από πεδινές εκτάσεις, έθεσε ευθέως το ζήτημα της αντικατάστασης καλλιεργειών από ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Στο τέλος τέθηκε και το θέμα των αναγκών νερού για κέντρα δεδομένων, με διαφορετικές εκτιμήσεις για την έκταση της κατανάλωσης και τον ρόλο της ανακύκλωσης στα συστήματα ψύξης.
Η εκπομπή περιέλαβε ακόμη παρεμβάσεις του Βασίλη Κυρατζόπουλου για την Τουρκία, τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις στο εσωτερικό της και τις περιφερειακές της κινήσεις. Η συζήτηση επανέφερε διαρκώς το ερώτημα με ποιες συγκεκριμένες ενέργειες η Ελλάδα προστατεύει τα δικαιώματα, την παραγωγική βάση και την ιστορική της περιουσία
.
Αναλύσεις
Ροζολής: «Να φτιάχνουμε πυραύλους στην Ελλάδα» – Το στοίχημα πίσω από την «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Οι εξοπλισμοί δισεκατομμυρίων πρέπει να αφήνουν παραγωγή, τεχνογνωσία και δυνατότητα υποστήριξης στη χώρα. Ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ ζητά εθνική στρατηγική με συνέχεια, ασκεί κριτική για τα Rafale και εξηγεί πού μπορεί να πρωταγωνιστήσει η ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Οι εξοπλισμοί δισεκατομμυρίων πρέπει να αφήνουν παραγωγή, τεχνογνωσία και δυνατότητα υποστήριξης στη χώρα. Ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ ζητά εθνική στρατηγική με συνέχεια, ασκεί κριτική για τα Rafale και εξηγεί πού μπορεί να πρωταγωνιστήσει η ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Να αποκτήσει η Ελλάδα δυνατότητα παραγωγής πυραύλων μέσα από τις μεγάλες αμυντικές συνεργασίες της και να πάψει κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα να αντιμετωπίζεται αποκομμένο από την εγχώρια βιομηχανία ζητά ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού, Αναστάσιος Ροζολής.
Στη συνέντευξή του στην εκπομπή «Leaders» της «Ναυτεμπορικής», έθεσε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: όταν ολοκληρώνονται αγορές δισεκατομμυρίων, ποιες παραγωγικές και τεχνολογικές δυνατότητες μένουν στην Ελλάδα;
Η απάντηση, κατά τον ίδιο, προϋποθέτει σταθερό σχεδιασμό, ουσιαστική συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων και μια μόνιμη κρατική δομή που θα συνδέει τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων με τις δυνατότητες της βιομηχανίας.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Τι θα μπορούμε να κατασκευάζουμε μετά;
Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Ο κ. Ροζολής αναφέρθηκε σε πρόγραμμα ύψους 3 δισ. ευρώ και σε ελληνική συμμετοχή 750 εκατ. ευρώ, θέτοντας όμως το ζήτημα του περιεχομένου αυτής της συμμετοχής.
Το κρίσιμο, όπως υποστήριξε, είναι να υπάρχει στόχος για την επόμενη ημέρα: να μπορεί η χώρα, μέσα από τη συνεργασία με έναν στενό αμυντικό εταίρο, να αποκτήσει ικανότητα κατασκευής πυραύλων.
Η τοποθέτησή του αφορά τη στρατηγική επιδίωξη που θεωρεί αναγκαία για το πρόγραμμα. Δεν παρουσίασε συμφωνία εγχώριας παραγωγής πυραύλων ούτε ανακοίνωσε ότι αυτή έχει εξασφαλιστεί.
Με αντίστοιχο σκεπτικό προσέγγισε και τις ναυτικές προμήθειες: η αγορά νέων μονάδων πρέπει να συνδέεται με ελληνικό κατασκευαστικό έργο, μεταφορά τεχνογνωσίας και υποστήριξη σε βάθος χρόνου.
Η αιχμή για τα Rafale και το 25%
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για το βιομηχανικό αποτύπωμα της προμήθειας των Rafale, υποστηρίζοντας ότι στα πρώτα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν εξασφάλισε το έργο που θα έπρεπε.
Παράλληλα, αναγνώρισε την ανάγκη ταχείας ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων απέναντι στην τουρκική απειλή και αξιολόγησε θετικά την κυβερνητική προσπάθεια στον τομέα των εξοπλισμών. Η κριτική του επικεντρώθηκε στην απουσία παράλληλου βιομηχανικού σχεδιασμού.
Υπενθύμισε ότι ο ΣΕΚΠΥ διεκδικεί από το 2012 εγχώρια συμμετοχή 30% και ειδική κρατική δομή για την αμυντική βιομηχανία. Για τον στόχο του 25%, στον οποίο αναφέρθηκε ως κυβερνητική εξαγγελία, επέμεινε ότι χρειάζεται μηχανισμός εφαρμογής και συνέχεια πέρα από τις αλλαγές υπουργών και κυβερνήσεων.
Το ερώτημα που έθεσε είναι πώς θα κατοχυρώνεται στην πράξη η συμμετοχή αυτή σε κάθε μεγάλη προμήθεια και ποιος θα ελέγχει ότι μετατρέπεται σε πραγματικό έργο για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Η «μαύρη τρύπα» και η ανάγκη μόνιμου επιτελείου
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε το θεσμικό κενό που εντοπίζει στην οργάνωση της αμυντικής βιομηχανίας. Κατά τον ίδιο, οι Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν δομές και συνέχεια, ενώ η βιομηχανική πολιτική εξαρτάται υπερβολικά από πρόσωπα και πρόσκαιρες κατευθύνσεις.
Η πρότασή του αφορά ένα μόνιμο επιτελείο με στρατιωτικούς, οικονομολόγους, νομικούς και εξειδικευμένα στελέχη. Μια δομή που θα γνωρίζει τι μπορούν να παράγουν οι ελληνικές εταιρείες, θα παρακολουθεί τα ευρωπαϊκά εργαλεία και θα διαμορφώνει μακροπρόθεσμους στόχους.
Έθεσε, μάλιστα, την ανάγκη υπερκομματικού χαρακτήρα και τη δυνατότητα πενταετούς διάρκειας, ώστε ο σχεδιασμός να μη διακόπτεται με κάθε πολιτική αλλαγή.
Στάθηκε επίσης στη δυσκολία που αντιμετωπίζουν αξιόλογα στρατιωτικά στελέχη όταν καλούνται, χωρίς την αναγκαία εξειδικευμένη υποστήριξη, να διαπραγματευτούν σύνθετα προγράμματα δισεκατομμυρίων απέναντι σε έμπειρες διεθνείς ομάδες.
Σε ώρα κρίσης πρέπει να συντηρούμε τα όπλα μας
Για τον πρόεδρο του ΣΕΚΠΥ, η εγχώρια υποστήριξη των οπλικών συστημάτων έχει άμεση επιχειρησιακή σημασία. Όταν προκύψει κρίση, η χώρα πρέπει να μπορεί να συντηρεί τα μέσα που διαθέτει και να διατηρεί την επιχειρησιακή τους διαθεσιμότητα.
Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε στενότερη συνεργασία των Ενόπλων Δυνάμεων με ελληνικές επιχειρήσεις και αξιοποίηση της εμπειρίας των αποστράτων. Τεχνικοί, μηχανικοί και στελέχη με πολυετή υπηρεσία μπορούν να συνεχίσουν να προσφέρουν μέσα από την εγχώρια βιομηχανία.
Έτσι, η επένδυση που έχει ήδη κάνει η χώρα στην εκπαίδευσή τους μπορεί να επιστρέφει στην εθνική άμυνα και στην οικονομία, αντί η συσσωρευμένη γνώση να αξιοποιείται αποκλειστικά στο εξωτερικό.
Η ευρωπαϊκή ευκαιρία και οι τομείς ελληνικής ισχύος
Ο κ. Ροζολής περιέγραψε την ευρωπαϊκή στροφή προς την άμυνα ως μεγάλη ευκαιρία για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Η ένταξη στις αλυσίδες προμηθειών μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων επιτρέπει, όπως εξήγησε, παραγωγή για πολύ μεγαλύτερες αγορές από την ελληνική.
Ανέφερε ότι οι εταιρείες που άντεξαν στα χρόνια της κρίσης στηρίχθηκαν στις εξαγωγές και στην ανταγωνιστικότητά τους. Για τη συμμετοχή στα προγράμματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας, μίλησε για συνολικά έσοδα που, σύμφωνα με την εκτίμησή του, υπερβαίνουν τα 200–250 εκατ. ευρώ.
Ως πεδία με ιδιαίτερες προοπτικές ανέδειξε τα ηλεκτροοπτικά, την κυβερνοάμυνα, την τεχνητή νοημοσύνη, τα μη επανδρωμένα συστήματα, το λογισμικό και τις δορυφορικές εφαρμογές. Εκεί, εξήγησε, ακόμη και μια μικρή ομάδα καταρτισμένων επιστημόνων μπορεί να αναπτύξει λύση με διεθνή αξία.
Η επιλογή συγκεκριμένων τεχνολογικών πεδίων, με βάση τις ελληνικές δυνατότητες, αποτελεί για τον ίδιο βασική προϋπόθεση ενός ρεαλιστικού σχεδίου ανάπτυξης.
«Δεν είμαστε μόνο για τουρισμό»
Απαντώντας στην αμφισβήτηση των ελληνικών δυνατοτήτων, παρέπεμψε στη ναυπήγηση υποβρυχίων και φρεγατών στην Ελλάδα, καθώς και στη σημερινή παρουσία ελληνικών εταιρειών σε διεθνή προγράμματα.
Υποστήριξε ότι τα νέα σκάφη του Λιμενικού πρέπει να ναυπηγούνται στη χώρα, ακόμη και μέσω συνεργασιών με ξένους οίκους, ώστε κάθε πρόγραμμα να προσθέτει εμπειρία και παραγωγικές δυνατότητες.
Αναφερόμενος στην Τουρκία, απέδωσε την πρόοδό της στη μακροχρόνια προσήλωση στον στόχο της αμυντικής αυτονομίας. Για την Ελλάδα, έθεσε την ανάγκη να διαμορφωθεί αντίστοιχη συνέχεια στον σχεδιασμό, μέσα στο δικό της θεσμικό πλαίσιο.
Η αδυναμία που εντοπίζει είναι η έλλειψη σταθερών συνεργασιών και μακροπρόθεσμου προγραμματισμού. Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει, όπως και επιχειρήσεις με αποδεδειγμένες επιδόσεις. Το ζητούμενο είναι κράτος και βιομηχανία να κινηθούν με κοινό σχέδιο, ώστε οι αμυντικές δαπάνες να ενισχύουν ταυτόχρονα την αποτροπή, την παραγωγή και τις θέσεις εργασίας.
Αναλύσεις
Το καλώδιο που ηλεκτρίζει τη Μεσόγειο: Ποιος φοβάται μια γραμμή στον βυθό;
Γιατί, τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα καλώδιο μπορεί να ενώσει δύο χώρες. Είναι αν οι χώρες αυτές, μαζί με την Ευρώπη, μπορούν να διασφαλίσουν ότι η θάλασσα θα παραμείνει χώρος σύνδεσης και συνεργασίας, αντί να μετατραπεί σε πεδίο επιβολής γεωπολιτικών περιορισμών.
Του Νίκου Ι. Σπανού
Ναυάρχου Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. ε.α. – Διεθνούς Πραγματογνώμονα Ναυτιλιακών Θεμάτων
Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες οι μεγάλες γεωπολιτικές συγκρούσεις εκδηλώνονται με πολεμικά πλοία, στρατιωτικές κινητοποιήσεις και ηχηρές διπλωματικές ανακοινώσεις. Υπάρχουν, όμως, και στιγμές κατά τις οποίες ένα υποθαλάσσιο καλώδιο αρκεί για να αποκαλύψει τις βαθύτερες αντιθέσεις μιας ολόκληρης περιοχής.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, γνωστή ως Great Sea Interconnector, δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα φιλόδοξο ενεργειακό εγχείρημα. Έχει αναδειχθεί σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η τεχνολογία, η οικονομία, το Διεθνές Δίκαιο και η ναυτική ισχύς συναντώνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Και το κρισιμότερο ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα τοποθετηθεί το καλώδιο στον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι τι ακριβώς διακυβεύεται στην επιφάνεια της θάλασσας.
Μια ενεργειακή σύνδεση με γεωπολιτικό βάθος
Το έργο φιλοδοξεί να τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, συνδέοντας το ηλεκτρικό της σύστημα με την ηπειρωτική Ευρώπη μέσω της Ελλάδας και δημιουργώντας προοπτικές ευρύτερης διασύνδεσης με το Ισραήλ.
Πρόκειται για υποδομή στρατηγικής σημασίας, η οποία υπερβαίνει την απλή μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί πλέον αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής ασφάλειας. Ένα κράτος που εξαρτάται αποκλειστικά από περιορισμένες πηγές ηλεκτροπαραγωγής είναι περισσότερο εκτεθειμένο σε κρίσεις, ανατιμήσεις και διαταραχές του εφοδιασμού.
Ωστόσο, η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι ένας ουδέτερος γεωγραφικός διάδρομος. Είναι μια θαλάσσια περιοχή όπου συναντώνται διαφορετικές αντιλήψεις περί δικαιοδοσίας, ανταγωνιστικές στρατηγικές και σημαντικά οικονομικά συμφέροντα.
Η επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο, με τη συμμετοχή γαλλικών επιχειρηματικών και τεχνικών φορέων, επαναφέρει στο προσκήνιο αυτήν ακριβώς τη σύνθετη πραγματικότητα.
Όταν μια NAVTEX αποκτά στρατηγική σημασία
Για τον απλό πολίτη, μια NAVTEX μπορεί να μοιάζει με μια συνηθισμένη ναυτιλιακή αναγγελία. Για όσους, όμως, γνωρίζουν τον επιχειρησιακό χαρακτήρα της θάλασσας, η σημασία της μπορεί να είναι πολύ ευρύτερη.
Η NAVTEX αποτελεί μέσο ενημέρωσης της ναυσιπλοΐας και όχι αυτοτελή τίτλο κυριαρχίας ή θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Όταν, όμως, εκδίδονται αντικρουόμενες αναγγελίες για την ίδια περιοχή, μπορεί να αναδεικνύονται βαθύτερες διαφωνίες σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα δικαιώματα των εμπλεκόμενων κρατών.
Η Τουρκία έχει διατυπώσει αντιρρήσεις για δραστηριότητες που συνδέονται με την ηλεκτρική διασύνδεση, επικαλούμενη δικές της θαλάσσιες διεκδικήσεις και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Ελλάδα απορρίπτει αυτές τις αξιώσεις στον βαθμό που θίγουν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Το ζήτημα, συνεπώς, υπερβαίνει την τεχνική εκτέλεση μιας υποθαλάσσιας εγκατάστασης.
Αγγίζει την ουσία μιας ιδιαίτερα σημαντικής διάκρισης: άλλο πράγμα η ενημέρωση για την ασφαλή διεξαγωγή θαλάσσιων εργασιών και άλλο η αναγνώριση δικαιώματος τρίτου κράτους να εγκρίνει ή να απαγορεύει τις εργασίες αυτές.
Η διάκριση δεν είναι απλώς λεκτική. Μπορεί να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζονται αντίστοιχες δραστηριότητες στο μέλλον.
Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πεδίο επιβολής ισχύος
Το άρθρο 79 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, το δικαίωμα τοποθέτησης υποθαλάσσιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι όλες οι εργασίες, ιδίως οι προπαρασκευαστικές έρευνες, υπάγονται αυτομάτως στο ίδιο νομικό καθεστώς. Η φύση κάθε δραστηριότητας, η θαλάσσια ζώνη και οι εφαρμοστέοι κανόνες έχουν καθοριστική σημασία.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία της σημερινής αντιπαράθεσης.
Το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά, ούτε να υποκαθίσταται από τη δυνατότητα μιας χώρας να αναπτύσσει στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Η ναυτική ισχύς οφείλει να υπηρετεί τη σταθερότητα και την προστασία της νόμιμης δραστηριότητας. Δεν πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός δημιουργίας τετελεσμένων εις βάρος των δικαιωμάτων άλλων κρατών.
Από την άλλη πλευρά, η αποτελεσματική υπεράσπιση των δικαιωμάτων απαιτεί περισσότερο από νομική επιχειρηματολογία. Προϋποθέτει επιχειρησιακή ετοιμότητα, συνεπή διπλωματία και σαφή στρατηγικό σχεδιασμό.
Η Ευρώπη μπροστά στη δική της δοκιμασία
Εδώ ανακύπτει ένα ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει τη σημασία της ηλεκτρικής διασύνδεσης και έχει δεσμεύσει σημαντικούς οικονομικούς πόρους για την υλοποίησή της.
Αλλά μια ευρωπαϊκή υποδομή δεν εξασφαλίζεται αποκλειστικά με χρηματοδότηση.
Χρειάζεται πολιτική συνέπεια, διπλωματική υποστήριξη και αποτελεσματικό πλαίσιο προστασίας απέναντι σε κινδύνους που ενδέχεται να επηρεάσουν την κατασκευή και τη μελλοντική λειτουργία της.
Εάν η Ευρώπη φιλοδοξεί να αποκτήσει ουσιαστική στρατηγική αυτονομία, οφείλει να αντιμετωπίζει την ασφάλεια των ενεργειακών της δικτύων ως συλλογική ευθύνη.
Το υποθαλάσσιο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση όπου η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική συναντά την πραγματικότητα της θαλάσσιας γεωστρατηγικής.
Δεν αρκεί να χαρακτηρίζεται ένα έργο ευρωπαϊκής προτεραιότητας. Πρέπει να διαμορφώνονται και οι συνθήκες που επιτρέπουν την πραγματοποίησή του.
Η θάλασσα του αύριο θα κρίνεται και στον βυθό της
Για δεκαετίες, η ναυτική στρατηγική επικεντρωνόταν κυρίως στον έλεγχο θαλάσσιων οδών, στη δυνατότητα προβολής ισχύος και στην προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας.
Σήμερα, η εικόνα μεταβάλλεται.
Στον βυθό των θαλασσών βρίσκονται ενεργειακές υποδομές, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και συστήματα των οποίων η λειτουργία είναι ζωτική για την οικονομία και την κοινωνία.
Η προστασία τους δεν αποτελεί πλέον δευτερεύουσα τεχνική αποστολή, αλλά κρίσιμο πεδίο της σύγχρονης θαλάσσιας ασφάλειας.
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου υπενθυμίζει ότι οι μελλοντικές γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις δεν θα αφορούν αποκλειστικά την επιφάνεια της θάλασσας. Θα αφορούν ολοένα περισσότερο όσα βρίσκονται κάτω από αυτήν.
Γι’ αυτό απαιτείται ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνδυάζει τη ναυτική επιτήρηση, την τεχνολογική προστασία, τη διεθνή συνεργασία και την πρόληψη κρίσεων.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η επιτυχία του Great Sea Interconnector δεν πρέπει να κριθεί αποκλειστικά με όρους τεχνικής ολοκλήρωσης ή οικονομικής απόδοσης, όσο σημαντικοί και αν είναι.
Το έργο αναδεικνύει ένα ευρύτερο ερώτημα: μπορούν οι ευρωπαϊκές χώρες να αναπτύσσουν κρίσιμες υποδομές, στηριζόμενες στο Διεθνές Δίκαιο και σε αποτελεσματικούς μηχανισμούς ασφάλειας, χωρίς οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις να καθορίζουν διαρκώς τα όρια των δυνατοτήτων τους;
Η απάντηση απαιτεί σοβαρότητα και στρατηγική συνέχεια. Ούτε οι υπερβολικές διακηρύξεις ούτε η υποτίμηση των πραγματικών κινδύνων συνιστούν αποτελεσματική πολιτική.
Στη θάλασσα, η αξιοπιστία ενός κράτους δεν αποδεικνύεται από την ένταση των δηλώσεών του, αλλά από τη συνέπεια των ενεργειών του.
Γιατί, τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα καλώδιο μπορεί να ενώσει δύο χώρες. Είναι αν οι χώρες αυτές, μαζί με την Ευρώπη, μπορούν να διασφαλίσουν ότι η θάλασσα θα παραμείνει χώρος σύνδεσης και συνεργασίας, αντί να μετατραπεί σε πεδίο επιβολής γεωπολιτικών περιορισμών.
Και αυτό είναι ένα ζήτημα πολύ μεγαλύτερο από ένα καλώδιο.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»