Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Κοστιαντίνιβκα: Η πόλη-κλειδί που «γλιστρά» από τα χέρια της Ουκρανίας

«Η Κοστιαντίνιβκα αποτελεί την “πύλη” για το άνοιγμα του αμυντικού συμπλέγματος Σλοβιάνσκ-Κραματόρσκ», ανέφερε στην ανάλυσή της η ομάδα Deep State. «Όταν πέσει η Κοστιαντίνιβκα — και αυτό είναι θέμα χρόνου — σειρά θα έχει η Ντρουζκίβκα, η οποία σήμερα διαδραματίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην επιμελητεία, και στη συνέχεια το Κραματόρσκ», δύο ακόμη μεγαλύτερες πόλεις που αποτελούν την καρδιά του ελεύθερου ουκρανικού τμήματος της περιφέρειας του Ντονέτσκ από το 2014.

Δημοσιεύτηκε στις

Πριν από την έναρξη της ευρείας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, η Κοστιαντίνιβκα, η οποία αποτελεί κομβικό σημείο της λεγόμενης «ζώνης των φρουρίων» στα ανατολικά, ήταν γνωστή ως πόλη περίπου 66.000 κατοίκων, με ανεπτυγμένη βιομηχανία υαλουργίας, καθώς και με στρατηγική θέση στη διασταύρωση δύο μεγάλων οδικών αξόνων και τη λειτουργία σημαντικού σιδηροδρομικού κόμβου.

Από το 2014 και έπειτα, η πόλη απέκτησε αυξημένη στρατηγική σημασία για την ουκρανική πολεμική προσπάθεια, καθώς οι κοντινές περιοχές Τορέτσκ και Χορλίβκα βρίσκονταν στη γραμμή επαφής με τις υποστηριζόμενες από τη Ρωσία κατοχικές δυνάμεις.

Στα πρώτα χρόνια της ρωσικής εισβολής, η πόλη απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την Ουκρανία, καθώς μαίνονταν οι εξαντλητικές μάχες φθοράς στο γειτονικό Μπαχμούτ. Κατά τη διάρκεια του 2024, η γραμμή του μετώπου πλησίασε επικίνδυνα από δύο πλευρές, αφού οι ρωσικές δυνάμεις προωθήθηκαν στο Τορέτσκ στα νοτιοανατολικά και στο Τσάσιβ Γιαρ στα βορειοανατολικά, με τις αστικές μάχες να είναι σκληρές.

Το 2025, η κατάσταση άρχισε σταδιακά να επιδεινώνεται, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις ολοκλήρωσαν την κατάληψη του Τορέτσκ και πέρασαν το κανάλι Σιβέρσκι Ντονέτς – Ντονμπάς ανατολικά της Κοστιαντινίβκα, το οποίο για χρόνια αποτελούσε ευνοϊκή φυσική αμυντική γραμμή για την Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, οι σφοδρές μάχες σε άλλα σημεία του μετώπου οδήγησαν την ουκρανική διοίκηση να δώσει χαμηλότερη προτεραιότητα στην Κοστιαντινίβκα, μεταφέροντας επίλεκτες ομάδεςγ ια να αντιμετωπίσουν τη ρωσική επίθεση στην Ντομπροπίλια, δυτικά της πόλης.

Ως το τέλος της χρονιάς, η κατάσταση στον ανεφοδιασμό συνέχισε να χειροτερεύει και μέχρι τον χειμώνα, όπως ανέφεραν στρατιώτες που πολεμούσαν στην περιοχή, σχεδόν κανένα όχημα και ελάχιστα μη επανδρωμένα οχήματα εδάφους (UGV) μπορούσαν να μπουν ή να βγουν από την πόλη χωρίς να χτυπηθούν.

Σε εκείνο το σημείο, το ουκρανικό πεζικό εξακολουθούσε να κρατά θέσεις στα ανατολικά και νότια περίχωρα της πόλης, όμως – όπως και σε άλλα «καυτά» σημεία του μετώπου – πολλές από αυτές οι θέσεις είχαν απομονωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η τύχη τους έμοιαζε σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Οι εναλλαγές στρατιωτών με οχήματα είχαν καταστεί αδύνατες, όπως και η απομάκρυνση τραυματιών, ενώ ακόμη και τα βαρέα βομβαρδιστικά drones που χρησιμοποιούσε η Ουκρανία για τον ανεφοδιασμό των στρατιωτών στην πρώτη γραμμή αναχαιτίζονταν όλο και συχνότερα από τις ομάδες Rubicon.

Κρανίου τόπος – Την κατακτήσαμε, λέει το Κρεμλίνο, διαψεύδει το Κίεβο

Σήμερα, η Κοστιαντίνιβκα έχει μετατραπεί σε κρανίου τόπο, με – μόλις και μετά βίας 2.000 ηρωικούς κατοίκους – γεμάτη κρατήρες από εκρήξεις και ερείπια που καπνίζουν, ισοπεδωμένη από επιθέσεις με drones, πυροβολικό και, τις τελευταίες εβδομάδες, από τις καταστροφικές ρωσικές κατευθυνόμενες βόμβες ολίσθησης (glide bombs).

Οι ρωσικές δυνάμεις είναι αποφασισμένες τους τελευταίους μήνες να καταλάβουν την πόλη, η οποία αποτελεί κρίσιμο τμήμα της λεγόμενης «ζώνης των φρουρίων» (fortress belt), της βασικής ουκρανικής αμυντικής γραμμής στην ανατολική περιφέρεια του Ντονέτσκ.

Με μικρούς θύλακες Ρώσων στρατιωτών να έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στις δυτικές, νότιες και ανατολικές συνοικίες της πόλης, η Κοστιαντίνιβκα κινδυνεύει, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, ειδικούς σε πληροφορίες ανοικτών πηγών, Ουκρανούς και δυτικούς παρατηρητές, να πέσει ολοκληρωτικά στα χέρια της Ρωσίας πριν από το τέλος του καλοκαιριού.

Μάλιστα, σε δηλώσεις του προς δημοσιογράφους αργά το βράδυ της 3ης Ιουλίου, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, υποστήριξε ότι η πόλη είχε ήδη καταληφθεί πλήρως από τις ρωσικές δυνάμεις, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει οποιαδήποτε απόδειξη.

Παράλληλα, σε ξεχωριστό βίντεο – χωρίς ημερομηνία – που δημοσιοποίησε το Κρεμλίνο, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εμφανίστηκε να ευχαριστεί Ρώσους στρατιώτες, δηλώνοντας ότι η κατάληψη της Κοστιαντίνιβκα έχει «μείζονα στρατηγική σημασία».

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι απέρριψε τους ισχυρισμούς, μια μέρα μετά, χαρακτηρίζοντάς τους «άλλο ένα ρωσικό ψέμα», ενώ δεν δίστασε να καλέσει τον Πούτιν «να συναντηθούν στην Κοστιαντίνιβκα.

Αντίθετη εικόνα από τις ουκρανικές επιτυχίες βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος

Ωστόσο, η μάχη της Ουκρανίας για την υπεράσπιση της πόλης – κλειδί στο Ντονμπάς, έρχεται σε αντίθεση με την επιτυχία της εκστρατείας επιθέσεων μεγάλου βεληνεκούς με drones κατά ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου σε Μόσχα, Κριμαία και Αγία Πετρούπολη, η οποία έχει προκαλέσει ελλείψεις καυσίμων σε ολόκληρη τη Ρωσία και ολοένα μεγαλύτερους πονοκεφάλους στο Κρεμλίνο.

Παράλληλα, αποτελεί μια ζοφερή υπενθύμιση ότι οι ουκρανικές δυνάμεις, οι οποίες υστερούν τόσο σε αριθμό όσο και σε οπλισμό, συνεχίζουν να πολεμούν απέναντι σε έναν ρωσικό στρατό που δείχνει διατεθειμένος να αποδεχθεί ασύλληπτα μεγάλες απώλειες, καθώς μετρά περίπου 1,4 εκατομμύρια νεκρούς και τραυματίες από την έναρξη των συγκρούσεων.

«Η κατάσταση γύρω από την Κοστιαντίνιβκα εξελίσσεται προς το δυσμενέστερο δυνατό σενάριο», ανέφερε τον περασμένο μήνα η ομάδα ερευνών ανοικτών πηγών Deep State, η οποία διατηρεί δεσμούς με τον ουκρανικό στρατό. Σύμφωνα με την ίδια, οι ρωσικές δυνάμεις «έχουν κυριολεκτικά φτάσει στα περίχωρα της πόλης από όλες τις πλευρές, ασκούν συνεχή πίεση και διεισδύουν σταδιακά στο εσωτερικό του οικισμού».

«Με βάση την εξέλιξη προηγούμενων αστικών μαχών, θα έλεγα ότι η κατάσταση στην Κοστιαντίνιβκα είναι ιδιαίτερα δυσμενής για τους Ουκρανούς», δήλωσε στο RadioFree Europe ο Φινλανδός αντισυνταγματάρχης Γιούχα Κούκολα.

«Οι Ρώσοι κατάφεραν σε όλη τη διάρκεια της άνοιξης να διαταράξουν τον ανεφοδιασμό και την εναλλαγή των ουκρανικών μονάδων, να εξαντλήσουν τους Ουκρανούς με drones, βόμβες ολίσθησης και έμμεσα πυρά και τελικά να διασπάσουν τις γραμμές τους τον Ιούνιο», σημείωσε ο Κούκολα, ο οποίος διδάσκει στη Ομάδα Έρευνας Ρωσικών Στρατιωτικών και Θεμάτων Ασφάλειας του Εθνικού Πανεπιστημίου Άμυνας στο Ελσίνκι. «Συνήθως αυτό αποτελεί ένδειξη ότι μια πόλη σύντομα θα πέσει, επειδή γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να ανεφοδιαστούν, να διοικηθούν και να μετακινηθούν οι αμυνόμενες δυνάμεις μέσα σε αυτή».

«Η Κοστιαντίνιβκα είναι αυτή τη στιγμή κομβικό σημείο. Η Ρωσία μόλις έστειλε ακόμη 11.000 στρατιώτες αποκλειστικά για την προέλαση προς την πόλη», είπε από την πλευρά του, στο ίδιο μέσο, ο απόστρατος συνταγματάρχης του ουκρανικού στρατού και στρατιωτικός αναλυτής Σερχίι Χράμπσκι. «Τη χρειάζονται απεγνωσμένα».

Διείσδυση και σταδιακή κατάληψη

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ενώ η ουκρανική άμυνα στο υπόλοιπο μέτωπο των 1.100 χιλιομέτρων σταθεροποιούνταν σταδιακά, οι πρώτες ρωσικές ομάδες διείσδυσης άρχισαν να εισέρχονται στις αραιοκατοικημένες συνοικίες στα άκρα της Κοστιαντινίβκα. Εκμεταλλευόμενοι τις κακές καιρικές συνθήκες και τα ολοένα μεγαλύτερα κενά ανάμεσα στις ουκρανικές θέσεις, Ρώσοι στρατιώτες κρύβονταν στα υπόγεια σπιτιών, προσπαθώντας να συγκεντρωθούν και να κινηθούν βαθύτερα μέσα στην πόλη.

Για μεγάλο διάστημα, ωστόσο, η κατάσταση παρέμενε υπό έλεγχο, καθώς οι περισσότερες ομάδες διείσδυσης εντοπίζονταν γρήγορα και γίνονταν στόχος ουκρανικών ομάδων drones. Έτσι, οι ρωσικές δυνάμεις προέλασαν με έναν από τους βραδύτερους ρυθμούς που έχουν καταγραφεί σε οποιονδήποτε πόλεμο του τελευταίου αιώνα, σύμφωνα με το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), με έδρα την Ουάσινγκτον. Στην Κοστιαντίνιβκα, είναι χαρακτηριστικό πως οι ρωσικές δυνάμεις προωθούνταν κατά μέσο όρο μόλις 50 μέτρα την ημέρα, σύμφωνα με έκθεση του CSIS που δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου.

Την άνοιξη, η κατάσταση άρχισε να επιδεινώνεται. Μέχρι τον Μάιο, το «φρούριο» της Κοστιαντινίβκα είχε ήδη διαρραγεί.

Εκμεταλλευόμενες πιο αδύναμες ουκρανικές ταξιαρχίες, οι ρωσικές ομάδες διείσδυσης μετατράπηκαν από ένα συνεχές πρόβλημα που μπορούσε να αντιμετωπιστεί, σε ένα «κύμα» που γινόταν όλο και δυσκολότερο να ανακοπεί.

Στις αρχές Ιουνίου, η διοίκηση του 19ου Σώματος Στρατού, που είναι υπεύθυνο για την άμυνα της πόλης, παραδέχθηκε ότι περισσότεροι από 100 Ρώσοι στρατιώτες βρίσκονταν πλέον μέσα στον αστικό ιστό της Κοστιαντινίβκα, επαναλαμβάνοντας τη γνώριμη φράση ότι «η κατάσταση είναι δύσκολη αλλά υπό έλεγχο».

Πλέον, ουκρανικό πεζικό και ομάδες drones εξακολουθούν να κρατούν θέσεις στην πόλη, όμως βίντεο με γεωγραφικό εντοπισμό που εμφανίζονται στο διαδίκτυο δείχνουν ολοένα και περισσότερους Ρώσους στρατιώτες στο εσωτερικό της.

«Δεν υπάρχει ούτε ένα κτίριο που να μην έχει χτυπηθεί από ρωσικές αεροπορικές επιδρομές», δήλωσε στο Reuters ο Ουκρανός στρατιωτικός αναλυτής και πρώην αξιωματικός πληροφοριών Ιβάν Στουπάκ, ο οποίος εκτίμησε ότι μέχρι το τέλος του καλοκαιριού το μεγαλύτερο μέρος της πόλης θα βρίσκεται υπό ρωσικό έλεγχο.

«Αργά αλλά σταθερά, οι ρωσικές δυνάμεις διείσδυσαν στην πόλη. Διείσδυση. Ένας-ένας. Όχι με μεγάλες ομάδες εφόδου, αλλά με μικρές ομάδες. Ένας, το πολύ δύο άνδρες από ομάδες εφόδου εισχωρούν στην πόλη», είπε. «Καταλαμβάνουν ένα μισοκατεστραμμένο συγκρότημα κατοικιών, ένα παλιό εργοστάσιο και απλώς περιμένουν να φτάσουν οι σύντροφοί τους».

Ο Στουπάκ ανέφερε ότι πριν από λίγες ημέρες μίλησε με έναν στρατιώτη που πολεμά στην Κοστιαντίνιβκα. «Μου παραδέχθηκε ότι “η πόλη γλιστρά από τα χέρια μας πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο είχαμε ποτέ φανταστεί”», είπε.

«Καθώς η Κοστιαντίνιβκα αποτελεί ξεκάθαρα το βασικό σημείο της ρωσικής προσπάθειας, είναι πλέον μόνο θέμα χρόνου μέχρι να πέσει», είπε, από την πλευρά του, ο Κούκολα. «Με βάση προηγούμενες περιπτώσεις, θα έδινα στους υπερασπιστές της Κοστιαντίνιβκα το πολύ έναν μήνα, ίσως ακόμη και μόνο μία ή δύο εβδομάδες».

Απαντώντας στους ρωσικούς ισχυρισμούς περί κατάληψης της Κοστιαντίνιβκα, ο Ζελένσκι διατύπωσε το Σάββατο μια χαρακτηριστικά σκωπτική πρόταση: αν πράγματι η πόλη βρίσκεται υπό ρωσικό έλεγχο, τότε ο Πούτιν θα μπορούσε να τον συναντήσει εκεί για ειρηνευτικές συνομιλίες. «Όμως η πραγματικότητα είναι ότι δεν θα περάσει ποτέ τη γραμμή του μετώπου — η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από όσα λέει ο Πούτιν», έγραψε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η πρόβλεψη για «γκρίζα ζώνη» και οι στόχοι των Ρώσων

Σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο TSN, ο αρχηγός των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ολεξάντρ Σίρσκι, τόνισε ότι οι ρωσικές δυνάμεις προετοιμάζονται για μια πιθανή νέα επίθεση στα βόρεια, από τη ρωσική περιφέρεια του Μπριάνσκ, με στόχο «να επεκτείνουν το μέτωπο και να μας στερήσουν εφεδρείες».

Το κατά πόσο η ενδεχόμενη πτώση της Κοστιαντίνιβκα θα αποτελέσει σημείο καμπής ή μια τακτική ήττα για την Ουκρανία παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

Περίπου 30 χιλιόμετρα βορειότερα βρίσκεται το Κραματόρσκ, μία από τις δύο πόλεις – μαζί με το Σλοβιάνσκ – που αποτελούν την καρδιά της «ζώνης των φρουρίων», του συμπλέγματος ουκρανικών αμυντικών θέσεων. Ανάμεσα στο Κραματόρσκ και την Κοστιαντίνιβκα, πάνω στον αυτοκινητόδρομο H-20, βρίσκεται και η μικρότερη πόλη Ντρουζκίβκα, εκεί που οι κάτοικοι αναγκάζονται να φύγουν καθώς οι συγκρούσεις πλησιάζουν.

«Η Κοστιαντίνιβκα αποτελεί την “πύλη” για το άνοιγμα του αμυντικού συμπλέγματος Σλοβιάνσκ-Κραματόρσκ», ανέφερε στην ανάλυσή της η ομάδα Deep State. «Όταν πέσει η Κοστιαντίνιβκα — και αυτό είναι θέμα χρόνου — σειρά θα έχει η Ντρουζκίβκα, η οποία σήμερα διαδραματίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην επιμελητεία, και στη συνέχεια το Κραματόρσκ», δύο ακόμη μεγαλύτερες πόλεις που αποτελούν την καρδιά του ελεύθερου ουκρανικού τμήματος της περιφέρειας του Ντονέτσκ από το 2014.

Η άμυνα αυτών των μεγάλων πόλεων προετοιμάζεται εδώ και χρόνια και, παρότι η Ρωσία θα επιχειρήσει να καταστήσει εξαιρετικά δύσκολες τις γραμμές ανεφοδιασμού προς και από αυτές, θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια πρόκληση διαφορετική από οτιδήποτε έχει καταφέρει μέχρι σήμερα στον πόλεμο πλήρους κλίμακας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ουκρανική ηγεσία, ο στρατός και ο πληθυσμός θεωρούν ότι η παραχώρηση του υπόλοιπου Ντονέτσκ με αντάλλαγμα μια υπόσχεση ειρήνης από τη Μόσχα θα ήταν στρατηγικά απαράδεκτη.

Ο Χράμπσκι εκτίμησε ότι οι ουκρανικές δυνάμεις θα επιχειρήσουν να καθηλώσουν τους Ρώσους μέσα στην Κοστιαντίνιβκα και να τους προκαλέσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες. Όπως εκτιμάται, οποιαδήποτε προέλαση είναι πιθανό να είναι μακρά και αιματηρή για τις ρωσικές δυνάμεις, θυμίζοντας τις αντίστοιχες πολιορκίες άλλων πόλεων της ανατολικής Ουκρανίας, όπως το Ποκρόφσκ και η Αβντιίβκα. «Θα παραμείνει μια γκρίζα ζώνη για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα», πρόσθεσε.

protothema.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Η κληρονομιά της κ. Μαρίας και οι αιχμάλωτοι της Τουρκίας

Η κ. Ολγκίν αν και διαψεύδει τα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας και πιστώθηκαν σε δικές της ιδέες, ωστόσο, παραδέχεται ότι διερευνά προτάσεις. Πρόκειται για ιδέες που περιγράφουν ένα μοντέλο χαλαρής, ξεχαρβαλωμένης, ομοσπονδίας. Του Κώστα Βενιζέλου.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Κώστας Βενιζέλος, Φιλελεύθερος

Δεν αμφισβητούνται οι προθέσεις της Προσωπικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στο Κυπριακό. Άλλωστε ερχόμενη από την μακρινή Κολομβία, έχοντας προσωπικές φιλοδοξίες ανέλιξης, προφανώς και θέλει να πετύχει. Όλοι οι προκάτοχοί της απέτυχαν. Αυτό καθιστά το Κυπριακό άλυτο; Όχι. Η αποτυχία έγκειται στο γεγονός ότι το Κυπριακό αντιμετωπίζεται ως ένα θέμα «εμφυλίου» και δυο περιοχών, που ζουν πλάι- πλάι και προσπαθούν να βρουν μια κοινή ομπρέλα συνεννόησης. Αντιμετωπίζεται ως δικοινοτική διαφορά.
Αυτή η προσέγγιση, αφήνει στα αζήτητα την Τουρκία. Αυτό το κληρονόμησε η κ. Ολγκίν και συνεχίζει από το… σημείο που το βρήκε. Έρχεται περιοδικά στο νησί, βλέπει τους ίδιους και τους ίδιους και διαμορφώνει ιδέες.

Σε μια από τις περιπτώσεις, που έχει συναντήσει Κύπριους με διαφορετική προσέγγιση, ήταν εκείνη με τους Τουρκοκύπριους Σενέρ Λεβέντ και Όζ Καραχάν. Ο τελευταίος με άρθρο του ( Φιλελεύθερος, Ιανουάριος 2026), σημείωσε ότι η κ. Ολγκίν, τους ανέφερε πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι «προσαρμόστηκαν» στην τρέχουσα κατάσταση στην Κύπρο. Η λέξη που χρησιμοποίησε στα αγγλικά ήταν «accommodated». Με βάση αυτό το σκηνικό, σύμφωνα με το άρθρο του Οζ, η αξιωματούχος του ΟΗΕ είπε ότι η «κοινωνία των πολιτών» στην Κύπρο φαινόταν να έχει μετατραπεί σε βιομηχανία! Αυτά και πολλά άλλα τους είπε και η δημοσιοποίηση των όσων αναφέρθηκαν στη συνάντηση εκείνη, που ήταν και η μοναδική, δεν διαψεύσθηκαν.
Μετά την ολοκλήρωση της πρόσφατης περιοδείας της στην περιοχή, στο καθιερωμένο μήνυμά της, περιορίσθηκε σε ευχολόγια. Παρά το γεγονός ότι, με βάση τις εξαγγελίες, βρισκόμαστε στο παρά πέντε της σύγκλησης νέας άτυπης Πενταμερής Διάσκεψης για το Κυπριακό, ωστόσο, δεν αναφέρθηκε σε οτιδήποτε που να παραπέμπει σε αυτή την εξέλιξη. Η όποια νότα αισιοδοξίας περνά μέσα από ευχολόγια. Και σε υποδείξεις.

Σε αυτή την μακρά αποτίμηση της κ. Ολγκίν, αναζητείται η Τουρκία, η κατοχική δύναμη. Δεν… εντοπίζεται πουθενά. Κάνει αναφορά «σε Αθήνα και Άγκυρα». Η απόλυτη εξίσωση. Εντοπίζει το πρόβλημα στην έλλειψη εμπιστοσύνης, στην καχυποψία. «Κατανοώ πόσο δύσκολο είναι να πιστέψει κανείς σε μια διαφορετική Κύπρο. Όμως, μην εγκαταλείπετε την προσπάθεια, μην παραμένετε αιχμάλωτοι ενός δύσκολου παρελθόντος», ανέφερε η κ. Ολγκίν. Τι εννοεί «μια διαφορετική Κύπρο;» Μήπως ελεύθερη και απαλλαγμένη από την κατοχική δύναμη; Μακάρι. Δεν φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτό εννοεί. Η αναφορά σε «αιχμάλωτους του παρελθόντος», εννοεί τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, που είναι και τα θύματα της κατοχής. Είναι οι αιχμάλωτοι της κατοχής. Και προφανώς, ένας τρίτος, που δεν γνωρίζει το Κυπριακό ( όσο η κ. Ολγκίν!!!), θα διερωτηθεί: Γιατί τσακώνονται; Ποιος έκανε εισβολή; Έγινε εισβολή; Μια χαρά βολεύεται η Τουρκία με τις απορίες αυτές.

Η κ. Ολγκίν αν και διαψεύδει τα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας και πιστώθηκαν σε δικές της ιδέες, ωστόσο, παραδέχεται ότι διερευνά προτάσεις. Πρόκειται για ιδέες που περιγράφουν ένα μοντέλο χαλαρής, ξεχαρβαλωμένης, ομοσπονδίας.

Επειδή ακούει, λοιπόν, διάφορους από τη βιομηχανία της κοινωνίας των πολιτών ( δικός της ο χαρακτηρισμός) και επιλεκτικά συναντά κόμματα, για να μην ακούσει άλλη άποψη και χαλάσει η σούπα*, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «χρειάζεται ειλικρινής πολιτική βούληση». Εξισώνοντας τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, που προκάλεσε την κινητικότητα και το διορισμό της, με τον σιωπηρό Έρχιουρμαν. Για τον οποίο αναφέρει πως δεν είναι αυτός που αποφασίζει, αλλά η Τουρκία. Την ίδια ώρα, πανηγυρίζει όταν οι Τούρκοι δεν αναφέρονται σε λύση δυο κρατών ή δεν διαφωνούν σε κινητικότητα. Κι ας δεν τοποθετούνται επί της ουσίας.

• Παραμονές της συνόδου στο Μπούργκερνστοκ( 2004) , αξιωματούχος του ΟΗΕ είπε πως δεν θα αξιολογήσει και δεν θα περιλάβει στο σχέδιο τις παρατηρήσεις της Λευκωσίας, επειδή η συμφωνία είχε συνταχθεί κι όλα ήταν έτοιμα. Βέβαια, στο πeαρά πέντε, περιλήφθηκαν στο σχέδιο Ανάν, τα δέκα σημεία Ζιγιάλ, που καθόρισαν και το παιχνίδι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Άμυνα

Ο φετιχισμός για τα drones και η μεγάλη αυταπάτη του σύγχρονου πολέμου

Τα “μη επανδρωμένα” γέννησαν πλήθος προσδοκίες με την εμφάνισή τους. Πάνω σε αυτά οικοδομήθηκε η εικόνα του μελλοντικού πολέμου όπου μηχανή θα πολεμά τη μηχανή και όπου οι πολεμιστές θα χειρίζονται κονσόλες όπως τα παιδιά στα video-game. Ετούτη η πεποίθηση απλώθηκε ακαταμάχητη ενισχυμένη από το γεγονός ότι τα “μη επανδρωμένα” μεταδίδουν εύκολα “εικόνα”, εικόνα από τα έργα και τη δράση τους.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στη δεκαετία του 1880 ο πόλεμος στην θάλασσα άλλαζε καταιγιστικά μορφή. Ο ατμός είχε πλέον επικρατήσει απόλυτα σε βάρος των ιστίων ως κινητήρια δύναμη των πλοίων με μόνο μειονέκτημα τον δραματικό περιορισμό της αυτονομίας των πολεμικών πλοίων. Το ξύλο, ως υλικό κατασκευής, είχε αντικατασταθεί από τον χάλυβα – με μία μικρή παρεκβολή του σιδήρου.

Τα πλοία έγιναν πιο σταθερά με το νέο υλικό και προπαντός πιο ελαφριά, γεγονός που επέτρεπε την αύξηση του μεγέθους, των υλικών και των όπλων που μπορούσαν να μεταφέρουν. Οι ταχύτητες των στόλων πέρασαν γρήγορα από τους 6-7 κόμβους των παλιών ιστιοφόρων στους 8-10 κόμβους των πρώτων ατμοπλοίων (του αμερικανικού εμφυλίου) και, αμέσως μετά, στους 16-18 κόμβους, ταχύτητα ικανοποιητική ως τις παραμονές του πρώτου παγκόσμιου πολέμου.

Έπειτα εμφανίστηκε η τορπίλη. Πειραματική στον Αμερικανικό Εμφύλιο, γνώρισε δόξες στις δύο επόμενες δεκαετίες αν και καμία σύγκρουση ανάμεσα στους ισχυρούς στόλους της εποχής δεν επισημοποίησε την πραγματική της ισχύ. Ο φόβος όμως που προκάλεσε ήρθε για να μείνει. Ξαφνικά η αύξηση του μεγέθους και της διαμέτρου των πυροβόλων δεν ήταν ασφαλές κριτήριο για την ισχύ των μεγάλων στόλων. Ένα ασήμαντο, διακριτικά μικρό σκάφος, μια ατμάκατος ικανή να μεταφέρει τορπίλες έθετε σε αμφισβήτηση όλη την αρχιτεκτονική των στόλων μάχης. Ούτε το μέγεθος, ούτε η ισχύς των πυροβόλων, ούτε οι θώρακες γύρω από την ίσαλο γραμμή αποτελούσαν πλέον επαρκείς εγγυήσεις για τις μάχιμες δυνατότητες των πλοίων μάχης.

Νέες τεχνολογίες-νέα όπλα

Οι νέες απειλές προκάλεσαν ατελείωτες συζητήσεις τις οποίες τροφοδοτούσαν συνεχώς οι πρόοδοι της τεχνολογίας: οι εφαρμογές του ηλεκτρισμού ήταν το τότε πεδίο εντυπωσιακών εξελίξεων. Τα αντίμετρα απέναντι στον “ύπουλο” νέο εχθρό εμφανίστηκαν και εξαπλώθηκαν σχεδόν αμέσως. Τα ισχυρά πλοία πριν ακόμα παγιώσουν την νέα διάταξη του οπλισμού τους – ένας πύργος με ένα ή δύο βαριά πυροβόλα στην πλώρη και ένας αντίστοιχος στην πρύμνη – βρέθηκαν στην ανάγκη να επιστρέψουν σε προγενέστερες μορφές.

Ο πλευρικός οπλισμός επανεμφανίστηκε θριαμβευτικά. Όσο οι φόβοι μεγεθύνονταν τόσο ο “δευτερεύων” οπλισμός πολλαπλασιαζόταν. Σε πύργους ή σε θυρίδες εμφανίστηκαν πλήθος πλευρικά πυροβόλα κάθε είδους, διαμετρήματος και ταχυβολίας. Εκεί γύρω στα 1880 τα μεγάλα πλοία μάχης άρχισαν να θυμίζουν βαριά “δίκροτα” ή “τρίκροτα” ιστιοφόρα της ναπολεόντειας εποχής. Οι θυρίδες στα πλευρά τους πολλαπλασιάστηκαν, τα “ταχυβόλα” πλημμύρισαν τα καταστρώματά τους και οι θώρακες κατέβηκαν κάτω από την ίσαλο γραμμή. Τα πλοία της γενιάς αυτής θύμιζαν πλωτά φρούρια ή μάλλον “πλωτά ξενοδοχεία” (hotels flottants) όπως τα ονόμασαν οι ευφυείς Γάλλοι.

Οι μικροί αναθάρρησαν. Κάθε δευτερεύον ή τριτεύον ναυτικό στον κόσμο (δεν υπήρχαν και πολλά σε καιρούς οικουμενικής αποικιοκρατίας) έσπευσε να αποκτήσει μερικούς στολίσκους τορπιλοβόλων. Θα έπρεπε να περιμένουμε του Βαλκανικούς πολέμους για να δούμε πραγματικό πλήγμα από τορπιλοβόλο σε κύριο πλοίο μάχης (τα βουλγαρικά τορπιλοβόλα έπληξαν τα τουρκικά “θωρηκτά” στην Μαύρη θάλασσα και ένα ελληνικό αντίστοιχο έπληξε το παροπλισμένο/πλωτή αποθήκη “Φετίχ Μπουλέντ” στη Θεσσαλονίκη).

Όλη η περίπλοκη όσο και θεαματική νέα αρχιτεκτονική των πλοίων ως αντίμετρα κατά των νέων όπλων αποδείχθηκε άνευ αντικειμένου. Η τορπίλη θα αποδείκνυε την αξία της πολύ αργότερα διαμέσου των υποβρυχίων και των αεροπλάνων. Τα τορπιλοβόλα έμειναν ως μικρής αξίας βοηθητικά πλοία στους στόλους των φτωχών ειδικά. Το παράξενο είναι ότι ο τύπος των πλοίων που γεννήθηκε από την ανάγκη αντιμετώπισής τους παρέμεινε και παραμένει ως βασικό στοιχείο σε κάθε πολεμικό ναυτικό: τα αντιτορπιλικά συνέχισαν να υπάρχουν μετά των τέλος των τορπιλοβόλων τα οποία επρόκειτο να καταδιώξουν.

Αλλαγή της μορφής του πολέμου

Η μακρά ετούτη ιστορική εισαγωγή ήρθε να υπενθυμίσει μια από τις πολλές συζητήσεις που έχουν ως τώρα γίνει, πάνω στα νέα όπλα, στα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα και στην εκπορευόμενη από τις απειλές που αντιπροσωπεύουν αλλαγή της μορφής του πολέμου. Η σημερινή συζήτηση για τα “μη επανδρωμένα” οχήματα, εναέρια, θαλάσσια ή υποβρύχια, “αυτοκτονίας” ή μη και όλη την εκπορευόμενη “ρομποτική” μορφή και διάσταση του πολέμου δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την παθιασμένη συζήτηση του προ-περασμένου αιώνα πάνω στις τορπίλες και την επίδραση τους στο ναυτικό πόλεμο.

Οι “ειδικοί” του πολέμου θαμπωμένοι από την υποτιθέμενη αποτελεσματικότητα και την προσιτή τιμή, σε σχέση με τις χαλύβδινες πλωτές πυροβολαρχίες των πλοίων μάχης, υπέθεσαν ότι ο πόλεμος άλλαζε μορφή: θα προσαρμοζόταν στις δυνατότητες του νέου όπλου. Έγινε το αντίθετο: η τορπίλη προσαρμόστηκε στα δεδομένα του πολέμου και έγινε μία ακόμα παράμετρος σε ένα οπλοστάσιο που συνεχώς εξελισσόταν.

Τα “μη επανδρωμένα” γέννησαν πλήθος προσδοκίες με την εμφάνισή τους. Πάνω σε αυτά οικοδομήθηκε η εικόνα του μελλοντικού πολέμου όπου μηχανή θα πολεμά τη μηχανή και όπου οι πολεμιστές θα χειρίζονται κονσόλες όπως τα παιδιά στα video-game. Ετούτη η πεποίθηση απλώθηκε ακαταμάχητη ενισχυμένη από το γεγονός ότι τα “μη επανδρωμένα” μεταδίδουν εύκολα “εικόνα”, εικόνα από τα έργα και τη δράση τους.

Καμία οβίδα πυροβολικού δεν μπορεί να κάνει κάτι παρόμοιο. Οι εικόνες πιστοποίησαν ότι οι “δρόνοι” σκοτώνουν ανθρώπους και καταστρέφουν υλικά! Κανονικά αυτό δεν θα έπρεπε να εντυπωσιάσει. Στον πόλεμο όλα τα όπλα σκοτώνουν ανθρώπους και καταστρέφουν υλικά. Επιπλέον δεν γνωρίζουμε τίποτα σχετικό με την “φονικότητά” τους. Αν δηλαδή σκοτώνουν και καταστρέφουν σε μεγαλύτερο βαθμό από τις “χαζές” οβίδες ή από όποιο άλλο οπλικό σύστημα. Οι σχετικές στατιστικές απουσιάζουν εκκωφαντικά από το πλούσιο σε άλλες πληροφορίες διαδίκτυο.

Οι ισοπεδωμένες πόλεις, οι σωροί των ερειπίων, τα χιλιοτρυπημένα από βλήματα πεδία των μαχών δεν οφείλουν την εικόνα τους σε δρόνους και “μη επανδρωμένα”. Οι οβίδες του πυροβολικού, οι ρουκέτες, οι βόμβες των αεροπλάνων, οι πύραυλοι, είναι προφανώς τα εργαλεία του ολέθρου στην περίπτωση αυτή. Σε τελευταία δε ανάλυση οι πόλεμοι εξακολουθούν να μετριόνται με “σημαίες στο έδαφος”, με παρουσία στρατιωτών δηλαδή. Την επιτυχία, τη νίκη την ορίζει η παρουσία ανθρώπων, όχι μηχανών.

Υπερκατανάλωση “δρόνων”

Ο ενθουσιασμός της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του ημέτερου υπουργείου Άμυνας ως προς τη “νέα μορφή του πολέμου” βρίσκεται μέσα στο πνεύμα των καιρών. Σε γερασμένεςινωνίες είναι οπωσδήποτε γοητευτική η ιδέα να πολεμούν μηχανές στη θέση των ανθρώπων. Από αυτό το σημείο όμως ως την επαγγελλόμενη “αλλαγή της μορφής του πολέμου” η απόσταση είναι τεράστια. Τα “μη επανδρωμένα” κάθε είδους και μορφής έκαναν με την εμφάνισή τους περισσότερο περίπλοκο το πεδίο της μάχης δεν έδειξαν όμως ικανά να κερδίσουν έναν πόλεμο.

Είναι αμφίβολο εάν η υπερκατανάλωση “δρόνων” έχει επηρεάσει τον πόλεμο στην Ουκρανία περισσότερο από ότι η καταχρηστική προσφυγή στο κλασσικό πυροβολικό στις πρώτες φάσεις του πολέμου. Η στασιμότητα στα μέτωπα του πολέμου αυτού δεν οφείλεται σε όποιες καινοτομίες αλλά σε κάτι που από καιρό γνωρίζει η στρατιωτική ιστορία: οι αντίπαλοι δεν επιθυμούν να “καταναλώσουν” -υπέρμετρα και πολιτικά επώδυνα- το μόνο “υλικό” που κερδίζει πολέμους: ανθρώπινες ζωές δηλαδή.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Δυτική Ασία. Το Ισραήλ έχει προσφύγει σε γενοκτονία, έχει καταστρέψει και ισοπεδώσει το γύρω του σύμπαν. Δεν μπορεί όμως να πετύχει αποφασιστική νίκη καθώς δεν είναι πρόθυμο να “καταναλώσει” “δικό του” ανθρώπινο δυναμικό. Σε αυτό δε το αδιέξοδο ουδείς “δρόνος” μπορεί να πάρει την θέση των αναλώσιμων πολεμιστών.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Έλληνες και παντουρκισμός

Ο παντουρκισμός δεν είναι μια ρομαντική αφήγηση περί κοινής καταγωγής των τουρκικών λαών, αλλά ένα γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του οποίου η Τουρκία επιδιώκει να μετατραπεί από περιφερειακή δύναμη σε κέντρο ενός ευρύτερου ευρασιατικού μπλοκ.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει: ο καθηγητής Ζόραν Μιλόσεβιτς, δρ. κοινωνιολογικών επιστημών, ακαδημαϊκός, Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών – Αγία Πετρούπολη.
 
Επιμέλεια: ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Για τους Έλληνες, ο παντουρκισμός (Türkçülük) δεν αποτελεί απλώς μια ιδεολογία πολιτιστικής συγγένειας, αλλά ένα ιδεολογικό ρεύμα με σαφή αλυτρωτικά χαρακτηριστικά. Βασικός στόχος είναι η πολιτιστική ή και πολιτική ενοποίηση όλων των λαών που θεωρούνται — πραγματικά ή υποθετικά — τουρκικής καταγωγής. Για την Ελλάδα, το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η ιδεολογία αυτή αγγίζει άμεσα τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα: το Αιγαίο Πέλαγος και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας»*, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Θράκη, τα Βαλκάνια και τους ενεργειακούς διαδρόμους.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι Ελλάδα και Τουρκία εξακολουθούν να βρίσκονται σε αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες ζώνες. Η Άγκυρα διατηρεί εδώ και δεκαετίες την απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, ενώ η Αθήνα έχει επανειλημμένα διαμαρτυρηθεί για τουρκικούς θαλάσσιους σχεδιασμούς, τους οποίους θεωρεί νομικά αβάσιμους. Με άλλα λόγια, η ελληνική προσέγγιση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ο παντουρκισμός δεν είναι μια ρομαντική αφήγηση περί κοινής καταγωγής των τουρκικών λαών, αλλά ένα γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του οποίου η Τουρκία επιδιώκει να μετατραπεί από περιφερειακή δύναμη σε κέντρο ενός ευρύτερου ευρασιατικού μπλοκ.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν το αντιλαμβάνεται ως πολιτιστική πρωτοβουλία, αλλά ως μακροπρόθεσμη στρατηγική απειλή. Οι Έλληνες ήρθαν σχετικά νωρίς σε επαφή με τον παντουρκισμό, νωρίτερα ακόμη και από τη σύγχρονη Ρωσία, όπως αναφέρει η ιστοσελίδα elkosmos.gr.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές προσπάθειες σύνδεσης των βασικών αρχών του παντουρκισμού με τον πανισλαμισμό έγινε το 1988 από τον τότε πρόεδρο της Τουρκίας Τουργκούτ Οζάλ, στο βιβλίο του «Η Τουρκία στην Ευρώπη». Ο πρώτος στόχος του Οζάλ ήταν να συγκροτήσει, σε βάθος χρόνου, έναν ενιαίο τουρκικό παράγοντα και να προσδώσει στο όραμά του ιστορικό βάθος. Υποστήριζε ότι οι Τούρκοι υπήρξαν φορείς όλων των πολιτισμών που άνθησαν κατά καιρούς στην Ανατολική Μεσόγειο — του χεττιτικού, του λυδικού, του ιωνικού, του βυζαντινού κ.ά. — ενώ φυλές και λαοί όπως οι Πελασγοί, οι Μινωίτες της Κρήτης, οι Μυκηναίοι, οι Κάρες και οι Λέλεγες παρουσιάζονταν δήθεν ως τουρκικής καταγωγής!
Ο Οζάλ, ωστόσο, δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο μοναδικός Τούρκος που επιχείρησε να αμφισβητήσει τους Έλληνες και την ιστορική τους συνέχεια. Ο Τούρκος «συγγραφέας» Σαλίχ Σελαχατίν συνέβαλε επίσης στη θεωρητική κατασκευή του παντουρκισμού, διατυπώνοντας σειρά από εντυπωσιακούς, αν όχι αδιανόητους, ισχυρισμούς: “Οι Τούρκοι πάντοτε σέβονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα, σε αντίθεση με τους Έλληνες, οι οποίοι τα παραβίαζαν πάντοτε. Οι Τούρκοι έφεραν τον πολιτισμό στην Κύπρο. Ο κυπριακός λαός, που μιλούσε ρωμαίικα και ήταν ορθόδοξος στο θρήσκευμα, υποδέχθηκε τους Τούρκους ως απελευθερωτές. Οι Τούρκοι, στην περιοχή του Αιγαίου, το 2.480 π.Χ., ερχόμενοι από την Κεντρική Ασία, δημιούργησαν τους εξής πολιτισμούς: στην Κρήτη τον μινωικό πολιτισμό, τον κυκλαδικό πολιτισμό και στην Πελοπόννησο τον μυκηναϊκό πολιτισμό. Ο Έλληνας επιστήμονας Θαλής είναι Τούρκος. Πήρε το όνομά του από την περιοχή Τάλας στη Φεργκάνα και αναφέρεται σε ουιγουρικά κείμενα. Ο μυθολογικός ήρωας Ηρακλής είναι Τούρκος, το πραγματικό του όνομα είναι Γιαρακλής. Το πραγματικό όνομα του μεγάλου ποιητή Ομήρου είναι Ομέρ”.
Όπως μπορείτε να συμπεράνετε από τις παραπάνω θεωρίες, εμφανίζονται σαν οι Τούρκοι να έθεσαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Σήμερα κανείς σοβαρός ιστορικός δεν αποδέχεται το μοντέλο του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι δίδασκε ο Σελαχατίν.
Αλλα ας εξετάσουμε, όμως, το ζήτημα σε ευρύτερο πλαίσιο. Πριν παρουσιαστεί η πορεία του παντουρκισμού εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, αργότερα, της Τουρκικής Δημοκρατίας, πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις — είτε σκόπιμα, είτε από σύγχυση — ως συνώνυμο του παν-τουρανισμού και του τουρκισμού, δηλαδή του πρώιμου τουρκικού εθνικισμού. Ο παντουρανισμός υποστηρίζει την ένωση όλων των λαών που κατάγονται ή θεωρούν ότι κατάγονται από μια φαντασιακή περιοχή της Κεντρικής Ασίας, το Τουράν.
Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για ευρύτερη έννοια από τον παντουρκισμό, καθώς περιλαμβάνει και λαούς όπως οι Ούγγροι, οι Φινλανδοί και οι Εσθονοί. Αντίθετα, ο όρος «τουρκισμός» (Türklük) αναφέρεται στον πρώιμο τουρκικό εθνικισμό και, σύμφωνα με Οθωμανούς διανοουμένους, είχε στενότερο περιεχόμενο από τον παντουρκισμό, καθώς περιοριζόταν κυρίως στον εθνικισμό των Οθωμανών Τούρκων.
Αργότερα, αρκετοί παντουρκιστές υποστήριξαν ότι ο παντουρκισμός αποτελεί την πιο αυθεντική μορφή του τουρκικού εθνικισμού.
Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη συνεργασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις Κεντρικές Δυνάμεις, η ιδεολογία αυτή λειτούργησε ως εργαλείο κινητοποίησης των λαών της τουρκικής καταγωγής στην Κεντρική Ασία, με στόχο να συμβάλουν στην αποδυνάμωση και τελικά στη διάλυση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως μετά τον θάνατο του Ατατούρκ το 1938, ο παντουρκιστικός χώρος γνώρισε νέα άνθηση. Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ θεωρήθηκε από παντουρκιστικούς κύκλους ως μεγάλη ευκαιρία για την αυτονόμηση περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης όπου ζούσαν τουρκογενείς πληθυσμοί. Υπό την επιρροή του ναζισμού, ο παντουρκισμός απέκτησε τότε και έντονη ρατσιστική διάσταση, προβάλλοντας την υποτιθέμενη ανωτερότητα της τουρκικής φυλής.
Παντουρκιστές εμιγκρέδες από την ΕΣΣΔ, όπως οι Ahmet Caferoğlu και Ayaz İshaki, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο σε επαφές και διαπραγματεύσεις τόσο στη Γερμανία όσο και στην Τουρκία. Παντουρκιστές χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και για τη στρατολόγηση τουρκόφωνων αιχμαλώτων του Κόκκινου Στρατού σε γερμανικά στρατόπεδα. Οι ομάδες που συγκροτήθηκαν διεξήγαγαν ανταρτοπόλεμο σε συνεργασία με τις τακτικές γερμανικές δυνάμεις — γεγονός που η ΕΣΣΔ δεν ξέχασε.
Επισήμως, βέβαια, η τουρκική κυβέρνηση, παρότι σε έναν βαθμό ανεχόταν και ενθάρρυνε αυτές τις κινήσεις, δήλωνε ότι παραμένει ουδέτερη. Η στάση αυτή ήταν βαθιά οπορτουνιστική και συνδεόταν άμεσα με τον φόβο της σοβιετικής ισχύος. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο τότε Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Mehmet Şükrü Saracoğlu εκμυστηρεύθηκε στον Franz von Papen ότι, όσο η Γερμανία δεν είχε συντρίψει ολοκληρωτικά την ΕΣΣΔ, η Τουρκία δεν μπορούσε να συμμαχήσει μαζί της, φοβούμενη αντίποινα εις βάρος των εκεί «τουρκικών» μειονοτήτων.
Από την άνοδο του AKP στην εξουσία έως σήμερα, ο παντουρκισμός αποκτά νέα πολιτική χρησιμότητα. Η επικράτηση ενός ισλαμικού κόμματος το 2002 σηματοδότησε σημαντικές αλλαγές στην τουρκική πολιτική σκηνή. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχοντας διδαχθεί από τα λάθη του πολιτικού του μέντορα, Νετσμετίν Ερμπακάν, αρχικά εμφανίστηκε με μετριοπαθές πρόσωπο. Αξιοποιώντας τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνταν για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, κατάφερε σταδιακά να περιορίσει το κεμαλικό κατεστημένο και να αποδυναμώσει τον κεμαλισμό ως κυρίαρχη κρατική ιδεολογία.
Ο τελικός στόχος του Τούρκου προέδρου είναι η ανάδειξη της χώρας του σε δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας, ικανή να συνομιλεί επί ίσοις όροις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα. Η ρητορική του συνδυάζει, ανάλογα με την περίσταση και το ακροατήριο, στοιχεία νεο-οθωμανισμού (Yeni Osmanlıcılık), πανισλαμισμού, παντουρανισμού, τουρκισμού και παντουρκισμού.
Οι λεγόμενες «πανιδεολογίες», όπως ο πανισλαμισμός και ο παντουρκισμός, λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος για την Τουρκία, καθώς αποσκοπούν στο να τη μετατρέψουν σε σημείο αναφοράς μιας ευρύτερης γεωπολιτικής ενότητας.
Τα τελευταία χρόνια, ο παντουρκισμός φαίνεται να καταλαμβάνει ολοένα πιο κεντρική θέση στους σχεδιασμούς της Άγκυρας, επειδή της προσφέρει ένα πεδίο μικρότερου ανταγωνισμού σε σχέση με άλλα γεωπολιτικά μέτωπα.
Απευθυνόμενος στα τουρκογενή κράτη του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, ως ηγέτης του πολυπληθέστερου και ισχυρότερου τουρκικού κράτους, ο Ερντογάν μπορεί να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα τόσο το χαρτί της θρησκείας όσο και το χαρτί της κοινής εθνοτικής καταγωγής. Ο προσωπικός του στόχος είναι να εμφανιστεί ως ένας νέος Ατατούρκ — ως «πατέρας των Τούρκων» — όχι μόνο για τους Τούρκους εντός της Τουρκίας, αλλά και για όλους τους τουρκογενείς λαούς. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από μερικά χρόνια, στην Αστάνα του Καζακστάν, μίλησε για 300.000.000 Τούρκους.
Η κυβερνητική συνεργασία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) συνέβαλε αναμφίβολα στην ενίσχυση του παντουρκισμού ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το MHP από τη δεκαετία του 1960 λειτουργεί ως ο κύριος πολιτικός φορέας αυτής της ιδεολογίας στην Τουρκία. Το τελευταίο μεγάλο κύμα ανεξαρτητοποίησης κρατών σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε και στη θέση της εμφανίστηκε η Ρωσική Ομοσπονδία και μια σειρά μικρότερων κρατών.
Σχεδόν αμέσως, στον λεγόμενο ευρασιατικό χώρο αναδύθηκαν νέες πολιτικές οντότητες, οι οποίες επιδίωξαν να αυτοπροσδιοριστούν και να συγκροτήσουν τον δικό τους μύθο εθνικής συνείδησης. Στην Κεντρική Ασία, ειδικότερα, τα νέα κράτη προσπάθησαν να απομακρυνθούν — άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι — από τον προηγούμενο «δυνάστη» τους και να αναζητήσουν νέους συμμάχους, στηριζόμενα κυρίως σε οικονομικά συμφέροντα. Η Τουρκία, επομένως, φάνταζε γι’ αυτά ως η πιο πρόσφορη επιλογή, ιδίως από τη στιγμή που οι δεσμοί μαζί της μπορούσαν να παρουσιαστούν ως έχοντες ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο.
Καθοριστική καμπή στην εξέλιξη του παντουρκισμού υπήρξε η εκλογική νίκη του τουρκικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το 2002. Το κόμμα αυτό, αντιλαμβανόμενο ότι τα σχέδια περί ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και νεοοθωμανισμού, σταδιακά «βυθίζονταν», έτσι εγκατέλειψε την πανισλαμική ατζέντα και υιοθέτησε το σχέδιο του παντουρκισμού.
Επιπλέον, ο πρώην πρόεδρος του Καζακστάν Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ πρότεινε το 2006 τη δημιουργία ενός οργανισμού κατά το πρότυπο της Ευρασιατικής Ένωσης, παρέχοντας σημαντική στήριξη στην επιτυχία αυτού του εγχειρήματος.
Το 2009, με τη Συμφωνία του Ναχιτσεβάν, ιδρύθηκε το Συμβούλιο Συνεργασίας Τουρκόφωνων Κρατών, στο οποίο συμμετείχαν η Τουρκία, το Καζακστάν, το Κιργιστάν και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ το 2019 σε αυτή την εθελοντική συμμαχία προσχώρησε και το Ουζμπεκιστάν.
Το 2018, η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος έχει εκφράσει δημόσια τον θαυμασμό του για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, απέκτησε καθεστώς κράτους-παρατηρητή, δίνοντας ώθηση και στο «ουδέτερο» Τουρκμενιστάν να ακολουθήσει το ίδιο παράδειγμα το 2021.
Κάποιοι Έλληνες γεωπολιτικοί αναλυτές δεν αντιμετωπίζουν κατά κανόνα τον παντουρκισμό ως απλή «πολιτιστική συνεργασία των τουρκόφωνων λαών», αλλά ως ένα από τα εργαλεία της τουρκικής στρατηγικής επέκτασης, δηλαδή ως εργαλείο γεωπολιτικής. Για αυτούς, πρόκειται για μια ιδεολογική ομπρέλα που επιτρέπει στην Άγκυρα να παρουσιάζει τις φιλοδοξίες της ως «φυσική διασύνδεση του τουρκικού κόσμου» και όχι ως επέκταση επιρροής.
Η πιο αυστηρή ελληνική αποτίμηση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: ο παντουρκισμός είναι η χερσαία εκδοχή αυτού που αποτελεί η «Γαλάζια Πατρίδα» για τη θάλασσα — ένα σχέδιο διεύρυνσης του χώρου της τουρκικής ισχύος. Στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο αυτό εκδηλώνεται ως θαλάσσια πίεση· στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία ως εθνοπολιτιστική και αμυντική δικτύωση· στα Βαλκάνια ως ήπια παρουσία μέσω της θρησκείας, του πολιτισμού, των μειονοτήτων, των μέσων ενημέρωσης, της εκπαίδευσης και της οικονομίας.
Ενδιαφέρον έχει ότι κάποιοι Έλληνες αναλυτές κάνουν εδώ μια σημαντική διάκριση: δεν υποστηρίζουν όλοι ότι η Τουρκία επιδιώκει άμεσα τη δημιουργία ενός «Τουράν» ως ενιαίου κράτους. Υποστηρίζουν, όμως, ότι η Άγκυρα οικοδομεί συστηματικά ένα δίκτυο εξαρτήσεων και πιστότητας. Ο Οργανισμός Τουρκικών Κρατών επισήμως μιλά για εμβάθυνση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των τουρκικών κρατών στη βάση της κοινής ιστορίας, γλώσσας και κουλτούρας, ενώ το έγγραφο «Turkic World Vision 2040» προβλέπει πολιτική αλληλεγγύη, συντονισμό, κοινό μιντιακό χώρο, διασπορά, εκπαίδευση, ενέργεια και συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Ακριβώς αυτό είναι που αρκετοί Έλληνες στρατηγικοί αναλυτές το ερμηνεύουν ως θεσμοποίηση του παντουρκισμού και όχι ως φολκλόρ. Για την ελληνική ανάγνωση, το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί το βασικό παράδειγμα που αποδεικνύει ότι ο παντουρκισμός δεν είναι απλώς αφήγημα. Η Διακήρυξη της Σούσα αναβάθμισε τις σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν σε επίπεδο συμμαχίας, με έμφαση στο σύνθημα «ένα έθνος, δύο κράτη», στον συντονισμό της εξωτερικής πολιτικής και στη συμβολή στην ανάπτυξη του τουρκικού κόσμου. Έλληνες αναλυτές, τονίζουν ότι αυτό δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία συνδέει την ταυτότητα, τη στρατιωτική συνεργασία, την ενέργεια και τον γεωπολιτικό διάδρομο από την Ανατολία προς τον Καύκασο και, στη συνέχεια, προς την Κεντρική Ασία.
Οι σκληροί ελληνικοί γεωπολιτικοί κύκλοι, όπως εκείνοι γύρω από τον Ιωάννη Μάζη και τον Κωνσταντίνο Γρίβα, δεν αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως έναν απλώς «δύσκολο γείτονα», αλλά ως αναθεωρητική δύναμη. Ο Γρίβας, για παράδειγμα, έχει μιλήσει για έναν υβριδικό «πόλεμο» της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας και για πρόθεση σταδιακής αποδόμησης της Ελλάδας ως παράγοντα αντίστασης. Ο Μάζης, στις δημόσιες παρεμβάσεις του, χρησιμοποιεί ιδιαίτερα αυστηρή γλώσσα για τη σημερινή Τουρκία και θέτει το ερώτημα με τι είδους καθεστώς συνομιλούν τελικά η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα.
Η ελληνική εκτίμηση είναι ιδιαίτερα αυστηρή επειδή ο παντουρκισμός δεν εξετάζεται απομονωμένα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος που περιλαμβάνει τον νεοοθωμανισμό, την ισλαμική πολιτική επιρροή, τον τουρκικό εθνικισμό, τη «Γαλάζια Πατρίδα» και την ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας.
Μια πιο μετριοπαθής, ακαδημαϊκή εκτίμηση, όπως εκείνη που διατυπώνεται από το ELIAMEP, θεωρεί ότι η Τουρκία επιδιώκει να λειτουργήσει ως μεσαία δύναμη, παραμένοντας στο ΝΑΤΟ και στις ευρωπαϊκές αγορές, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της προς τη Ρωσία, τον Κόλπο, την Κεντρική Ασία, την Αφρική και την Ασία. Αυτό ακριβώς είναι το οποίο οι ελληνικοί κύκλοι ασφαλείας αντιλαμβάνονται ως επικίνδυνο: η Τουρκία επιδιώκει να είναι παρούσα παντού, χωρίς να εξαρτάται πλήρως από κανέναν.
Η ουσία της ελληνικής αποτίμησης είναι η εξής: ο παντουρκισμός είναι χρήσιμος για την Άγκυρα επειδή της προσφέρει «βάθος». Αν η Τουρκία εμφανίζεται μόνη της, είναι μια περιφερειακή δύναμη με μεγάλα προβλήματα. Αν, όμως, παρουσιάζεται ως κέντρο ενός ευρύτερου τουρκικού κόσμου, αποκτά δημογραφικό, ενεργειακό, μεταφορικό, στρατιωτικό και συμβολικό βάθος — από τον Καύκασο έως την Κεντρική Ασία. Γι’ αυτό οι Έλληνες τον αντιλαμβάνονται ως πολλαπλασιαστή της τουρκικής ισχύος.
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, στο ζήτημα του παντουρκισμού, η Ελλάδα συναποτελεί το φυσικό σύμμαχο της Ρωσίας και της Κίνας.
Ωστόσο, για να καταστεί μια τέτοια σύμπλευση πραγματικότητα, είναι σαφές ότι θα πρέπει να προηγηθούν σημαντικές κοινωνικές αλλαγές, πρωτίστως στην ίδια την Ελλάδα. Γιατί οι Τούρκοι περικυκλώνουν στρατηγικά την Ελλάδα, χωρίς η ελληνική πολιτική ελίτ να δίνει την απαιτούμενη προσοχή. Συγκεκριμένα, η τουρκική επιρροή στην Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο και Μετόχια, καθώς και στη Βόρεια Μακεδονία, είναι σημαντική. Όχι μόνο τους εξοπλίζει, αλλά και τους προετοιμάζει στρατιωτικά, δηλαδή τους εκπαιδεύει. Σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα, αυτό γίνεται λόγω των Σέρβων. Τι θα συμβεί όμως αν όλα αυτά θα στρέφονται εναντίον των Ελλήνων;
Η Ελλάδα έχει μέτριες σχέσεις με τους Αλβανούς και τους Βορειομακεδόνες, ενώ ούτε με τους Βουλγάρους οι σχέσεις είναι απολύτως ομαλές. Απομένει η Θράκη ως η περιοχή μέσω της οποίας η Ελλάδα διατηρεί χερσαία σύνδεση με τα Βαλκάνια. Οι Βούλγαροι διαμαρτύρονται ότι οι Τούρκοι τους εκτοπίζουν από τη δική τους Θράκη, όπως οι Αλβανοί εκτοπίζουν τους Σέρβους από το Κοσσυφοπέδιο και Μετόχια.Εδώ διακρίνεται ένα σημαντικό στρατηγικό λάθος των Ελλήνων, το οποίο υπονόμευσε τις σχέσεις τους με τους Σλάβους, που συναποτελούσαν το φιλικό γεωπολιτικό και το υπόβαθρο με το στρατηγικό τους βάθος. Οι Έλληνες σήμερα είναι πλέον περικυκλωμένοι από παντού και χωρίς ξεκάθαρο στρατηγικό βάθος.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις40 δευτερόλεπτα πριν

Κοστιαντίνιβκα: Η πόλη-κλειδί που «γλιστρά» από τα χέρια της Ουκρανίας

«Η Κοστιαντίνιβκα αποτελεί την “πύλη” για το άνοιγμα του αμυντικού συμπλέγματος Σλοβιάνσκ-Κραματόρσκ», ανέφερε στην ανάλυσή της η ομάδα Deep State....

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Η κληρονομιά της κ. Μαρίας και οι αιχμάλωτοι της Τουρκίας

Η κ. Ολγκίν αν και διαψεύδει τα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας και πιστώθηκαν σε δικές της ιδέες, ωστόσο,...

Άμυνα1 ώρα πριν

Ο φετιχισμός για τα drones και η μεγάλη αυταπάτη του σύγχρονου πολέμου

Τα “μη επανδρωμένα” γέννησαν πλήθος προσδοκίες με την εμφάνισή τους. Πάνω σε αυτά οικοδομήθηκε η εικόνα του μελλοντικού πολέμου όπου...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Έλληνες και παντουρκισμός

Ο παντουρκισμός δεν είναι μια ρομαντική αφήγηση περί κοινής καταγωγής των τουρκικών λαών, αλλά ένα γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του οποίου...

Διεθνή2 ώρες πριν

«Η Αλβανία δεν πωλείται»: Κλιμακώνονται οι διαδηλώσεις για το πολυτελές θέρετρο της οικογένειας Τραμπ

«Αυτό που ξεκίνησε ως η “Επανάσταση των Ροζ Φλαμίνγκο” έχει μετατραπεί σε ευρεία λαϊκή δυσαρέσκεια», σχολίασε στο AFP η διαδηλώτρια...

Δημοφιλή