Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η Ελλάδα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει μια νέα Θέουτα;

Αντί να περιμένει την επόμενη κρίση, χρήσιμο είναι να υιοθετήσει το μηχανισμό των πέντε πυλώνων του Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας που παρουσιάστηκε για να αξιολογήσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού της χώρας.

Δημοσιεύτηκε στις

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

E-mail: konmpalo@gmail.com

WhatsApp Channel: https://whatsapp.com/channel/0029Vb87C9m2Jl8HfqccYV1y

Η κρίση στη Θέουτα ανέδειξε ότι η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα, με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και γεωπολιτικές διαστάσεις.

Υπό το πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα είναι αν είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια κρίση αντίστοιχης πολυπλοκότητας με εκείνη της Θέουτας.

Μια κρίση που δεν θα αφορά μόνο τη φύλαξη των συνόρων, αλλά θα δοκιμάσει την πληροφοριακή ανθεκτικότητα, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, τη διαλειτουργικότητα, τη στρατηγική επικοινωνία, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα της χώρας να κινητοποιήσει ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς.

Για να απαντηθεί το ερώτημα, χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαίο και αλληλοσυνδεόμενο σύστημα ανθεκτικότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα, ένα ολιστικό μοντέλο πέντε πυλώνων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο αξιολόγησης της ελληνικής ετοιμότητας.

Το εν λόγω μοντέλο παρουσιάστηκε και αναλύθηκε σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο: «Απαιτείται ένα ολιστικό μοντέλο Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας για την αντιμετώπιση της Εργαλειοποίησης των Μεταναστευτικών Ροών» (βλέπε: σχετικό άρθρο).

Υπό το πρίσμα αυτό, η αξιολόγηση θα ξεκινήσει από τον 1ο Πυλώνα του ολιστικού Μοντέλου που αφορά την Συνοριακή Ασφάλεια.

Συγκεκριμένα, η συνοριακή ασφάλεια δεν αφορά μόνο τη φυσική επιτήρηση των συνόρων, αλλά συνδέεται και με την ικανότητα του κράτους να γνωρίζει τι συμβαίνει στον εθνικό του χώρο, να εντοπίζει έγκαιρα ασυνήθιστες δραστηριότητες και να αξιολογεί πιθανές απειλές.

Με άλλα λόγια, προϋπόθεση για την αποτελεσματική συνοριακή ασφάλεια είναι η έγκαιρη ανίχνευση και η επίγνωση της κατάστασης (situational awareness).

Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη ανίχνευση δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά την ικανότητα του κράτους να εντοπίζει ασυνήθιστα συμβάντα, να αξιολογεί έγκαιρα πιθανές απειλές και να μετατρέπει την πληροφορία σε επιχειρησιακή επίγνωση.

Συνεπώς, η πρώτη και θεμελιώδης προϋπόθεση για την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης τύπου Θέουτα είναι η ικανότητα του κράτους να αντιλαμβάνεται έγκαιρα, ότι κάτι έχει αλλάξει στο περιβάλλον ασφάλειας των συνόρων του.

Το ερώτημα επομένως, δεν είναι απλώς εάν η Ελλάδα διαθέτει μέσα επιτήρησης, αλλά εάν τα διαθέσιμα μέσα, οι υπηρεσίες και οι πληροφορίες μπορούν να λειτουργήσουν με τρόπο που να επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση μιας ασυνήθιστης δραστηριότητας.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση μιας απότομης και μεγάλης κλίμακας μεταβολής των μεταναστευτικών ροών, μπορεί ο κρατικός μηχανισμός να αντιληφθεί μέσα στις πρώτες ώρες ότι βρίσκεται μπροστά σε μια κατάσταση που υπερβαίνει ένα σύνηθες μεταναστευτικό περιστατικό;

Υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης ανίχνευσης, ώστε το κράτος να διακρίνει μια φυσιολογική μεταβολή των ροών από μια αιφνίδια, οργανωμένη ή ασυνήθιστη εξέλιξη;

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς στο σύγχρονο περιβάλλον ασφάλειας, μια κρίση μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά πεδία.

Συνεπώς, η αποτελεσματική συνοριακή ασφάλεια προϋποθέτει πολυεπίπεδη επιτήρηση και σύνθεση πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, ώστε επιμέρους δεδομένα να μπορούν να αξιολογούνται ως μέρος μιας ενιαίας εικόνας της κατάστασης.

Ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα είναι η Ελλάδα διαθέτει έναν μηχανισμό που μπορεί να συνδυάζει εγκαίρως τις πληροφορίες από τα διαφορετικά πεδία και να αναγνωρίζει, ότι επιμέρους γεγονότα ενδέχεται να αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας εξέλιξης;

Για παράδειγμα:

  • Ποιος αποφασίζει ότι μια ασυνήθιστη εξέλιξη συνιστά ζήτημα εθνικής ασφάλειας;

  • Υπάρχουν προκαθορισμένα κριτήρια και επίπεδα συναγερμού;

  • Ποιος έχει την αρμοδιότητα να ενεργοποιήσει τον αντίστοιχο μηχανισμό;

  • Πόσο γρήγορα μπορεί η πληροφορία από το πεδίο να φτάσει στο επίπεδο λήψης αποφάσεων;

Ένα ανθεκτικό σύστημα συνοριακής ασφάλειας πρέπει να διαθέτει προκαθορισμένες δυνατότητες έγκαιρης ανίχνευσης, αναγνώρισης, αξιολόγησης και προειδοποίησης.

Ειδικότερα, εάν αύριο εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, ποιος θα είναι ο πρώτος κρατικός μηχανισμός που θα αντιληφθεί ότι η κατάσταση έχει αλλάξει;

Επίσης, πόσο χρόνο θα χρειαστεί μέχρι αυτή η διαπίστωση να μετατραπεί σε επίσημη επιχειρησιακή εκτίμηση;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι καθοριστική, διότι η συνοριακή ασφάλεια δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα του κράτους να αντιδράσει όταν η κρίση έχει ήδη εκδηλωθεί, αλλά πρωτίστως από την ικανότητά του να εντοπίσει έγκαιρα την αλλαγή, να την αξιολογήσει σωστά και να ενεργοποιήσει εγκαίρως τους κατάλληλους μηχανισμούς, πριν η κατάσταση κλιμακωθεί και καταστεί ανεξέλεγκτη.

Στη συνέχεια, ο 2ος Πυλώνας του ολιστικού Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν το κράτος μπορεί να μετατρέψει γρήγορα και αξιόπιστα τα επιμέρους δεδομένα που συλλέγονται από διαφορετικές πηγές σε ενιαία επιχειρησιακή εικόνα της κατάστασης.

Η πληροφοριακή ανθεκτικότητα επομένως, δεν εξαντλείται στην ικανότητα των κρατικών υπηρεσιών να συλλέγουν πληροφορίες. Προϋποθέτει την ικανότητα συγκέντρωσης, διασταύρωσης, αξιολόγησης και σύνθεσης διαφορετικών πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, ώστε ένα αρχικά ασαφές ή αποσπασματικό περιστατικό να μετατρέπεται έγκαιρα σε αξιόπιστη γνώση για τη λήψη αποφάσεων.

Γιατί είναι άλλο πράγμα η συλλογή πληροφοριών και τελείως διαφορετικό, η παραγωγή επιχειρησιακής γνώσης.

Η πρώτη απαντά στο ερώτημα «τι γνωρίζουμε», ενώ η δεύτερη στο κρίσιμο ερώτημα «τι σημαίνουν όλα αυτά που γνωρίζουμε».

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, τεχνολογικά μέσα επιτήρησης, εξειδικευμένες υπηρεσίες, πληροφορίες από συμμάχους και πρόσβαση σε δεδομένα ανοικτών πηγών.

Η πληροφοριακή του ανθεκτικότητα όμως, δεν κρίνεται από τον όγκο των πληροφοριών που διαθέτει, αλλά από την ικανότητά του να τις συνδέει, να τις διασταυρώνει και να τις αξιολογεί εγκαίρως, ώστε να παράγει μια κοινή και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμη εικόνα της κατάστασης.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα επομένως, θα πρέπει να υπάρχουν εκ των προτέρων απαντήσεις σε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων:

  • Ποιος συλλέγει την αρχική πληροφορία;

  • Ποιος έχει την ευθύνη της διασταύρωσής της;

  • Ποιος αξιολογεί την αξιοπιστία και τη σημασία της;

  • Πώς συνδυάζονται οι πληροφορίες από διαφορετικούς κρατικούς φορείς;

  • Πώς ενσωματώνονται οι πληροφορίες από ευρωπαϊκούς και συμμαχικούς μηχανισμούς;

  • Ποιος μετατρέπει τα επιμέρους δεδομένα σε κοινή επιχειρησιακή εικόνα;

  • Πόσο γρήγορα η εικόνα αυτή φθάνει στην πολιτική ηγεσία;

  • Πώς διαχωρίζεται η επιβεβαιωμένη πληροφορία από την εκτίμηση, την υπόθεση ή την παραπληροφόρηση;

Επομένως, ο πληροφοριακά ανθεκτικός κρατικός μηχανισμός δεν είναι αυτός που διαθέτει μόνο πληροφορίες, αλλά αυτός που διαθέτει έναν μηχανισμό που μπορεί να μετατρέπει εγκαίρως τις πληροφορίες αυτές σε κοινή επιχειρησιακή γνώση και βάση λήψης αποφάσεων.

Γιατί το πραγματικό ζητούμενο της πληροφοριακής ανθεκτικότητας είναι να μην υπάρχουν απλώς πολλές πληροφορίες, αλλά να υπάρχει εγκαίρως η σωστή γνώση για τη λήψη της σωστής απόφασης.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, ο 3ος Πυλώνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι η Θεσμική και Επιχειρησιακή Διαλειτουργικότητα.

Συγκεκριμένα, το επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι διαφορετικοί κρατικοί μηχανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης της κρίσης.

Γιατί η διαλειτουργικότητα, αφορά την ικανότητα διαφορετικών θεσμών, οργανισμών και επιχειρησιακών μηχανισμών να λειτουργούν συντονισμένα, να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να λαμβάνουν αποφάσεις και να ενεργούν ως ένα συνεκτικό σύστημα απέναντι σε μια σύνθετη κρίση.

Υπό αυτή την έννοια, η διαλειτουργικότητα μπορεί να εξεταστεί σε τέσσερις αλληλένδετες διαστάσεις:

  1. την επιχειρησιακή,

  2. την πληροφοριακή,

  3. τη θεσμική /διοικητική και

  4. τη Στρατηγική Επικοινωνία.

Εάν η Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα του κράτους να παράγει κοινή επιχειρησιακή γνώση, η πληροφοριακή διαλειτουργικότητα αφορά την ικανότητα των διαφορετικών κρατικών μηχανισμών να λειτουργούν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης.

Σε σχέση με την επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, σε μια κρίση που εκδηλώνεται στα σύνορα, είναι πιθανό να απαιτηθεί η ταυτόχρονη ή διαδοχική ενεργοποίηση περισσότερων του ενός μηχανισμών όπως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού, της Ελληνικής Αστυνομίας, της ΕΥΠ, της Πολιτικής Προστασίας και άλλων αρμόδιων φορέων και Υπουργείων.

Το κρίσιμο επομένως, δεν είναι μόνο εάν υπάρχουν όλοι αυτοί οι μηχανισμοί, αλλά εάν γνωρίζουν εκ των προτέρων πώς θα λειτουργήσουν μαζί.

Συγκεκριμένα:

  • Ποιος εντοπίζει και ποιος αναλαμβάνει την αρχική αντίδραση;

  • Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη όταν μια κρίση υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητας ενός φορέα;

  • Πότε και με ποια διαδικασία ενεργοποιούνται οι υπόλοιποι μηχανισμοί;

  • Ποιος συντονίζει τις επιχειρησιακές ενέργειες;

  • Ποιος αποφασίζει για την κλιμάκωση της αντίδρασης;

  • Υπάρχουν προκαθορισμένα πρωτόκολλα για μια κρίση η οποία δεν εντάσσεται εξαρχής στην αρμοδιότητα ενός μόνο κρατικού φορέα;

Σε σχέση με την πληροφοριακή διαλειτουργικότητα, πρέπει να είναι σαφές:

  • Ποιος γνωρίζει τι;

  • Ποιος ενημερώνει ποιον;

  • Με ποια διαδικασία διαβιβάζεται μια κρίσιμη πληροφορία;

  • Ποιος έχει πρόσβαση στην κοινή επιχειρησιακή εικόνα;

  • Ποιος αξιολογεί τις πληροφορίες που προέρχονται από διαφορετικούς φορείς;

Και κυρίως, μπορούν οι διαφορετικοί μηχανισμοί να λειτουργήσουν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης ή ο καθένας λειτουργεί με διαφορετικά δεδομένα;

Η τρίτη διάσταση αφορά τη θεσμική και διοικητική διαλειτουργικότητα.

Σε μια σύνθετη κρίση, η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων ή η αβεβαιότητα ως προς το ποιος έχει την ευθύνη μπορεί να καθυστερήσει τη λήψη αποφάσεων σε μια στιγμή που ο χρόνος είναι κρίσιμος.

Για τον λόγο αυτό, πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης θα πρέπει να είναι απολύτως σαφές:

  • Ποιος έχει την πολιτική ευθύνη;

  • Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη;

  • Ποιος συντονίζει τους εμπλεκόμενους φορείς;

  • Ποιος ενεργοποιεί τον μηχανισμό διαχείρισης κρίσης;

  • Πότε και με ποια κριτήρια ενεργοποιείται το ΚΥΣΕΑ ή άλλο ανώτατο επίπεδο πολιτικού συντονισμού;

  • Ποιος έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις όταν η κρίση εξελίσσεται ταχύτερα από τις συνήθεις διοικητικές διαδικασίες;

Η θεσμική ανθεκτικότητα συνεπώς, δεν κρίνεται μόνο από το εάν υπάρχουν νόμοι, αρμοδιότητες και οργανωτικές δομές, αλλά από το εάν οι αρμοδιότητες αυτές μετατρέπονται σε λειτουργικό μηχανισμό λήψης αποφάσεων υπό συνθήκες πίεσης.

Τέλος, η τέταρτη διάσταση αφορά τη Στρατηγική Επικοινωνία, η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας διαχείρισης της κρίσης. Συγκεκριμένα, το κράτος πρέπει να μπορεί να διαμορφώνει εγκαίρως μια ενιαία, τεκμηριωμένη και συνεκτική κρατική θέση, η οποία να αντανακλά την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα.

Επομένως, σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα θα πρέπει να είναι εξαρχής σαφές:

  • Ποιος ενημερώνει την πολιτική ηγεσία;

  • Ποιος διαμορφώνει την επίσημη κρατική θέση;

  • Ποιος αποφασίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να δημοσιοποιηθεί;

  • Ποιος εκπροσωπεί το Κράτος;

  • Πώς διασφαλίζεται ότι διαφορετικοί υπουργοί και κρατικοί φορείς δεν μεταφέρουν διαφορετικές ή αντικρουόμενες εκδοχές της ίδιας κρίσης;

  • Πώς συνδέεται η Στρατηγική Επικοινωνία με την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα;

Η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί μια κρίση μπορεί να συνοδεύεται από παραπληροφόρηση, εργαλειοποίηση των κοινωνικών δικτύων, διεθνή δημοσιότητα και προσπάθειες επηρεασμού της κοινής γνώμης.

Η Πολιτεία επομένως, δεν χρειάζεται απλώς έναν εκπρόσωπο που θα μιλήσει, αλλά ένα μηχανισμό Στρατηγικής Επικοινωνίας ενσωματωμένο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Κατά την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης τύπου Θέουτα, ο μηχανισμός αυτός πρέπει να είναι προκαθορισμένος και ενσωματωμένος εξαρχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Ο 4ος Πυλώνας που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι Κοινωνική Ανθεκτικότητα.

Η Κοινωνική Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να αντιλαμβάνεται, να απορροφά και να διαχειρίζεται τις επιπτώσεις μιας μεγάλης και αιφνίδιας κρίσης, χωρίς να διαταράσσεται η κοινωνική συνοχή και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, η απότομη αύξηση των μεταναστευτικών ροών μπορεί να ασκήσει πίεση στις τοπικές κοινωνίες, τις υποδομές, τις υπηρεσίες και το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η επιχειρησιακή διαχείριση της κρίσης, αλλά και η ανθεκτικότητα της κοινωνίας απέναντι στον πανικό, τις εντάσεις, την παραπληροφόρηση και την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Η κοινωνία, άλλωστε, δεν αποτελεί απλώς αποδέκτη των κρατικών αποφάσεων, αλλά μέρος του πεδίου της κρίσης και της εθνικής ανθεκτικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί εάν υπάρχουν:

  • Μηχανισμοί έγκαιρης και αξιόπιστης ενημέρωσης των πολιτών,

  • Σχέδια υποστήριξης των τοπικών κοινωνιών που ενδέχεται να δεχθούν την κύρια πίεση,

  • Επαρκείς υποδομές και υπηρεσίες για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης και αιφνίδιας μεταβολής, και κυρίως,

  • Μηχανισμός αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης και των κοινωνικών εντάσεων που μπορεί να συνοδεύσουν μια τέτοια κρίση.

Για να υπάρξει κοινωνική ανθεκτικότητα επομένως, το κράτος θα πρέπει να έχει προετοιμάσει την κοινωνία, ώστε να μπορεί να παραμείνει λειτουργική, ψύχραιμη και συνεκτική υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης, αλλά και να μπορεί να διαχειριστεί και τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης κρίσης.

Τέλος, καθοριστικό ρόλο στην αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού διαδραματίζει η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία.

Συγκεκριμένα, μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα αποτελέσει μόνο ελληνική υπόθεση, αλλά ταυτόχρονα ευρωπαϊκό και διεθνές ζήτημα.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, είναι εάν η Ελλάδα θα μπορεί να ενεργοποιήσει άμεσα και συντονισμένα τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς υποστήριξης, αντί να αναζητά εκ των υστέρων λύσεις, όταν η κρίση έχει ήδη κλιμακωθεί.

Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να είναι σαφές:

  • Πότε και με ποια διαδικασία ενημερώνονται οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς θεσμοί;

  • Πώς ενεργοποιούνται οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί και οργανισμοί;

  • Ποιος εκπροσωπεί την Ελλάδα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες διαχείρισης της κρίσης;

  • Πώς διασφαλίζεται η ανταλλαγή πληροφοριών και η κοινή επιχειρησιακή εικόνα με τους ευρωπαίους εταίρους;

  • Πώς μετατρέπεται μια ελληνική κρίση στα εξωτερικά σύνορα σε ευρωπαϊκή υπόθεση, όταν τα χαρακτηριστικά της υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες αντιμετώπισης;

Η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία συνεπώς, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός έκτακτης βοήθειας που ενεργοποιείται αφού εκδηλωθεί η κρίση, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της εθνικής προετοιμασίας.

Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να γνωρίζει ποιον θα καλέσει όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά να έχει προσδιορίσει από πριν τα δίκτυα συνεργασίας, τα κανάλια επικοινωνίας, τις διαδικασίες ενεργοποίησης και τους μηχανισμούς κοινής δράσης που θα ενεργοποιήσει.

Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα σε περίπτωση που εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα είναι, θα αντιμετωπίσει μόνη της την κρίση ή θα έχει στη διάθεσή της από τις πρώτες ώρες της κρίσης ένα ευρωπαϊκό και διεθνές δίκτυο υποστήριξης και κοινής δράσης;

Εν κατακλείδι, μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο αποτελεσματικά θα αντιδράσει η Ελλάδα τη στιγμή που θα εκδηλωθεί.

Θα κριθεί από το πόσο καλά θα έχει προετοιμαστεί πριν από αυτήν.

Η Ελλάδα συνεπώς, αντί να περιμένει την επόμενη κρίση, χρήσιμο είναι να υιοθετήσει το μηχανισμό των πέντε πυλώνων του Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας που παρουσιάστηκε για να αξιολογήσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού της χώρας.

Γιατί η πραγματική ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν αποδεικνύεται όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά από την ετοιμότητα του κράτους, πριν αυτή ξεσπάσει.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Το τουρκοκαταριανό μάθημα του Ισραήλ! Τι γνώριζε η Άγκυρα πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου

Η Άγκυρα παρείχε στη Χαμάς ασφαλές καταφύγιο, χρηματοοικονομικές υποδομές και πολιτική νομιμοποίηση, ενώ αντιτασσόταν σε μια περιφερειακή τάξη που απειλούσε να παρακάμψει την Τουρκία. Αφού η 7η Οκτωβρίου κατέλυσε αυτή την τάξη, το Ισραήλ άρχισε να αντιμετωπίζει την Τουρκία όχι απλώς ως έναν δύσκολο εταίρο, αλλά ως μέρος του στρατηγικού προβλήματος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η Τουρκία είχε το κίνητρο, τα μέσα και την ευκαιρία για την 7η Οκτωβρίου

Του Σάι Γκαλ, Israel Hayom

Η Άγκυρα είναι απίθανο να σπεύσει να εγκαταλείψει μια τόσο σημαντική ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος. Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Φωτογραφία: AFP, Getty Images.

Δεκαοκτώ ημέρες πριν από την 7η Οκτωβρίου 2023, ο πρώην επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών και ο διάδοχός του κάθονταν μαζί με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέναντι από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο Χακάν Φιντάν ήταν πλέον υπουργός Εξωτερικών· ο Ιμπραχίμ Καλίν διηύθυνε τη ΜΙΤ, την εθνική υπηρεσία πληροφοριών της Τουρκίας. Στο τραπέζι βρίσκονταν η ενέργεια, η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια. Τρία χρόνια νωρίτερα, οι δύο άνδρες είχαν καθίσει δίπλα στον Ερντογάν, μαζί με τον ηγέτη της Χαμάς Ισμαήλ Χανίγια — ο Φιντάν τότε διηύθυνε τη ΜΙΤ, ενώ ο Καλίν υπηρετούσε ως εκπρόσωπος του Ερντογάν. Οι φάκελοι της Άγκυρας για το Ισραήλ και τη Χαμάς συναντιούνταν στην κορυφή του τουρκικού κράτους.

Ο φάκελος της Χαμάς είχε επιχειρησιακό χαρακτήρα. Ο Μούσα Ακάρι, βετεράνος των Ταξιαρχιών Κασάμ της Χαμάς, ο οποίος απελευθερώθηκε κατά την ανταλλαγή κρατουμένων για τον Σαλίτ το 2011, αφηγήθηκε ότι ο Ερντογάν έστειλε κυβερνητικό αεροσκάφος για να μεταφέρει τον ίδιο και άλλους εννέα από την Αίγυπτο στην Άγκυρα και δεσμεύθηκε να τους προστατεύει «όπως προστατεύουμε τα δικά μας παιδιά». Οι κυρώσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών προσδιόρισαν τον Ζάχερ Τζαμπαρίν, με έδρα την Τουρκία, ως επικεφαλής των οικονομικών της Χαμάς και σύνδεσμό της με την ιρανική Δύναμη Κουντς, τη Redin Exchange ως δίαυλο διοχέτευσης 10 εκατομμυρίων δολαρίων στις Ταξιαρχίες και ένα μυστικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο άνω των 500 εκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο περιλάμβανε τουρκικές εταιρείες και επιχειρησιακά στελέχη. Η Άγκυρα παρείχε επίσης νομική κάλυψη: ο Χανίγια είχε τουρκική υπηκοότητα, περίπου δώδεκα στελέχη της Χαμάς στην Κωνσταντινούπολη είχαν λάβει ή ανέμεναν τουρκικά έγγραφα ταυτότητας, ενώ στοιχεία εμπορικών μητρώων έδειχναν ότι ο χρηματοδότης της Χαμάς Χισάμ Γιούνις Καφίσεχ είχε πολιτογραφηθεί ως Χασμέτ Ασλάν (Haşmet Aslan). Έγγραφο της Χαμάς, που ανακτήθηκε από την κατοικία του Χάμζα Αμπού Σανάμπ, συνεργάτη του ηγέτη της οργάνωσης στη Γάζα Γιαχία Σινουάρ, προέβλεπε πυρήνες, ασφαλή καταλύματα, δολιοφθορές, δολοφονίες και απαγωγές με ορμητήριο το τουρκικό έδαφος.

Δεν είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η ΜΙΤ δεν τα είχε αντιληφθεί. Η υπηρεσία συνδύαζε τη θεσμικά κατοχυρωμένη δυνατότητα δράσης σε ολόκληρο τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό με δυνατότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων, κυβερνοπληροφοριών, πληροφοριών εξωτερικού και αντικατασκοπείας, καθώς και με άμεση πρόσβαση στον πρόεδρο· είχε ήδη χαρτογραφήσει ιρανικούς πυρήνες και εξαρθρώσει μηχανισμούς χρηματοδότησης του ISIS σε συνεργασία με συμμαχικές υπηρεσίες. Ο Σινουάρ μπορούσε να αποκρύψει το τελικό σχέδιο μάχης χωρίς να αποκρύπτει ολόκληρο τον μηχανισμό. Για να ευσταθεί η εκδοχή της τουρκικής άγνοιας, θα έπρεπε η ΜΙΤ να είχε χαρτογραφήσει το Ιράν και το ISIS, αλλά όχι τη Χαμάς, να είχε συναντηθεί με ηγέτες της Χαμάς χωρίς να χαρτογραφήσει τα δίκτυά τους και να είχε δεχθεί επί χρόνια προειδοποιήσεις από συμμάχους χωρίς να διαμορφώσει δική της εικόνα πληροφοριών.

Ο Ερντογάν έδωσε αργότερα το όνομά της σε αυτή την πολιτική: η Χαμάς δεν ήταν τρομοκρατική οργάνωση, αλλά νόμιμο κίνημα αντίστασης και πολιτικός δρών. Η Άγκυρα είχε ήδη κάνει την καθοριστική επιχειρησιακή επιλογή: ο μηχανισμός της Χαμάς στην Τουρκία δεν θα διαλυόταν ως εχθρική υποδομή. Αυτή η επιλογή προηγήθηκε των όποιων πληροφοριών διέθετε η ΜΙΤ για την τελική επίθεση.

Ο Νετανιάχου και ο Ερντογάν με φόντο έναν χάρτη της Μέσης Ανατολής. Φωτογραφία: Oren Ben Hakoon, AFP.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ευρωπαίοι εταίροι παρουσίασαν τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος θα συνέδεε την Ινδία με την Ευρώπη μέσω του Κόλπου και του Ισραήλ, παρακάμπτοντας την Τουρκία. Ο Ερντογάν το αντιλήφθηκε αμέσως: «Δεν μπορεί να υπάρξει διάδρομος χωρίς την Τουρκία». Έντεκα ημέρες αργότερα, ο Σαουδάραβας διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν δήλωσε ότι η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ πλησίαζε «κάθε μέρα»· δύο ημέρες μετά, ο Νετανιάχου είπε στα Ηνωμένα Έθνη ότι το Ισραήλ βρισκόταν στο κατώφλι μιας ειρήνης ικανής να μεταμορφώσει τη Μέση Ανατολή.

Από κοινού, αυτές οι εξελίξεις απειλούσαν την ισχύ που αντλούσε η Άγκυρα από τον ρόλο της ως πύλης διέλευσης. Ο IMEC θα μπορούσε να συνδυάσει την κλίμακα της ινδικής οικονομίας, τα κεφάλαια του Κόλπου και την πρόσβαση που προσέφερε το Ισραήλ στην Ευρώπη, υπό αμερικανική αιγίδα και χωρίς την Τουρκία, ενώ η σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση θα αποδυνάμωνε το παλαιστινιακό βέτο στην περιφερειακή ολοκλήρωση. Ένα λειτουργικό παλαιστινιακό κράτος απαιτεί μία ενιαία αρχή, ικανή να κυβερνά, να έχει το μονοπώλιο της ένοπλης ισχύος και να επιβάλλει την εφαρμογή μιας συμφωνίας, και θα περιόριζε ακόμη περισσότερο την τουρκική επιρροή· η Χαμάς διατηρεί τον κατακερματισμό που προσφέρει στην Άγκυρα πρόσβαση στην παλαιστινιακή πολιτική, δυνατότητα άσκησης πίεσης στο Ισραήλ, πεδίο ανταγωνισμού με το Κάιρο, το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι, καθώς και διαμεσολαβητικό ρόλο κάθε φορά που η περιοχή διχάζεται.

Η 7η Οκτωβρίου ανέκοψε και τις δύο αυτές πορείες. Η σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση πάγωσε, ο IMEC έχασε το πολιτικό του θεμέλιο, το παλαιστινιακό βέτο επανεμφανίστηκε και η Άγκυρα επέστρεψε στο διπλωματικό επίκεντρο· μέσα σε δύο εβδομάδες, ο Φιντάν πρότεινε την Τουρκία ως εγγυήτρια μιας ισραηλινοπαλαιστινιακής διευθέτησης. Δεν ήταν απαραίτητο η Τουρκία να επιθυμεί τη σφαγή για να ωφεληθεί από όσα αυτή κατέστρεψε. Στις 20 Οκτωβρίου, ο Φιντάν, έχοντας διευθύνει τη ΜΙΤ επί δεκατρία χρόνια, δήλωσε ότι η Άγκυρα είχε κατανοήσει πως η προπολεμική περιφερειακή αρχιτεκτονική δεν ήταν βιώσιμη και ότι κάποια στιγμή θα ξεσπούσε κρίση. Η Άγκυρα ανέμενε την περιφερειακή ρήξη, γνώριζε τον μηχανισμό της Χαμάς στην Τουρκία και διέθετε τα μέσα για να διεισδύσει σε αυτόν.

Το Ισραήλ γνώριζε τον μηχανισμό της Χαμάς στην Τουρκία, ενώ αποκαθιστούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με την Άγκυρα, συναντούσε τον Ερντογάν και ενέτασσε την κυβερνοασφάλεια στη διμερή ατζέντα. Παράλληλα, συντηρούσε τη Χαμάς μέσω της επί χρόνια χρηματοδότησης της Γάζας από το Κατάρ· το Qatargate δημιούργησε αργότερα υποψίες ότι καταριανά χρήματα και επιρροή έφθαναν στον στενό κύκλο του πρωθυπουργού. Η Ιερουσαλήμ πίστευε ότι τα χρήματα, η πρόσβαση και οι μεσάζοντες μπορούσαν να κρατήσουν τη Χαμάς υπό έλεγχο. Αντί γι’ αυτό, η Ντόχα απέκτησε μοχλούς επιρροής, η Άγκυρα διατήρησε τη Χαμάς και η Χαμάς ενίσχυσε τις δυνατότητές της.

Μια κρατική εξεταστική επιτροπή, διορισμένη από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όχι από την κυβέρνηση την οποία εξετάζει, θα διερευνήσει αυτή την αρχιτεκτονική που προϋπήρχε της 7ης Οκτωβρίου, όχι απλώς τον φράχτη που παραβιάστηκε, τις προειδοποιήσεις της 6ης Οκτωβρίου ή τις μονάδες που απέτυχαν το επόμενο πρωί. Στο πεδίο της έρευνάς της θα περιλαμβάνονται οι φάκελοι της Τουρκίας και του Κατάρ και τα σημεία στα οποία διασταυρώνονται, η πολιτική διαχείρισης της Χαμάς και όσα γνώριζε το Ισραήλ πριν από την επίθεση. Οι έρευνες της Μοσάντ και της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών περιλαμβάνουν ήδη διαβαθμισμένα ευρήματα για εξωτερικούς δρώντες και σχέσεις συνεργασίας με άλλες υπηρεσίες· η Επιτροπή θα παραλάβει ένα πολύ ευρύτερο σύνολο στοιχείων.

Το Ισραήλ έμαθε το τουρκοκαταριανό μάθημα με αίμα και πολύ αργά. Πλέον αποκλείει την παρουσία τουρκικών και καταριανών δυνάμεων στη Γάζα και απορρίπτει την Άγκυρα και την Ντόχα ως θεματοφύλακες της μεταπολεμικής τάξης. Οι πρώην οικοδεσπότες της Χαμάς δεν θα εποπτεύσουν το μέλλον της Γάζας.

Το ίδιο μάθημα μεταμόρφωσε τον τουρκικό φάκελο του Ισραήλ. Η συλλογή πληροφοριών για την Τουρκία αυξήθηκε, η Χαμάς με έδρα την Τουρκία εντάχθηκε στον ισραηλινό επιχειρησιακό σχεδιασμό και, τον Δεκέμβριο του 2023, ο Ρόνεν Μπαρ, τότε επικεφαλής της Σιν Μπετ, της ισραηλινής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας, κατονόμασε τον Λίβανο, το Κατάρ και την Τουρκία ως θέατρα επιχειρήσεων στα οποία το Ισραήλ θα έφθανε στους ηγέτες της Χαμάς. Το πλήγμα στην Ντόχα τον Σεπτέμβριο του 2025 μετέτρεψε το δόγμα σε προηγούμενο. Το καταφύγιο στο εξωτερικό δεν εξασφάλιζε πλέον ασυλία.

Η διευρυμένη συλλογή πληροφοριών αποκάλυψε επίσης τους κινδύνους που ενυπήρχαν στις σχέσεις συνεργασίας της ΜΙΤ με άλλες υπηρεσίες. Το 2025, ο σερ Ρίτσαρντ Μουρ, τότε επικεφαλής της βρετανικής MI6, χαρακτήρισε τον Φιντάν και τον Καλίν «άψογους επαγγελματίες και στενούς φίλους». Αυτή η εγγύτητα αυξάνει την έκθεση σε κίνδυνο όταν οι ιεραρχήσεις των απειλών αποκλίνουν. Ακόμη και η ανάθεση μιας αποστολής συλλογής πληροφοριών αποτελεί πληροφορία: ένα αίτημα συλλογής αποκαλύπτει τους στόχους, τα κενά και τις προτεραιότητες μιας υπηρεσίας. Η ανάθεση στη ΜΙΤ συλλογής πληροφοριών για έναν δρώντα που η Άγκυρα σκοπεύει να διατηρήσει μπορεί να εκθέσει την υπηρεσία που ζητά τις πληροφορίες πριν ακόμη απαντήσει η ΜΙΤ.

Το Ισραήλ μοιράστηκε διαβαθμισμένες πληροφορίες και συγκεκριμένες περιπτώσεις τουρκικών πρακτικών που στρέφονταν εναντίον των συμφερόντων των ίδιων των εταίρων της Τουρκίας. Η ΜΙΤ προειδοποίησε τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν για Κούρδους μαχητές που κινούνταν προς το Ιράν· το ίδιο τουρκικό επιχειρησιακό περιβάλλον συνέδεε τη χρηματοδότηση της Χαμάς με το Foxtrot, ένα σουηδικό εγκληματικό δίκτυο που υπηρετούσε τις ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ η New Way Group Global, με έδρα την Τουρκία, υπηρετούσε τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, την GRU. Η Τουρκία ήταν το σημείο διασταύρωσης. Στις υπηρεσίες που ενημερώθηκαν, οι πρακτικές συνεργασίας έχουν αλλάξει αναλόγως: η συνεργασία με την Άγκυρα και η έκθεση στην Άγκυρα αντιμετωπίζονται πλέον ως ξεχωριστές αποφάσεις, με τις πηγές, τους στόχους και τα αιτήματα συλλογής πληροφοριών να τηρούνται σε διακριτά, στεγανά πεδία.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον τη Χαμάς και το Ιράν, τη Συρία και την Κύπρο, το Αιγαίο και τη Λιβύη, τη Ρωσία και το ΝΑΤΟ, τη διπλωματία και τις υπηρεσίες πληροφοριών ως ένα ενιαίο τουρκικό στρατηγικό σύστημα. Στη Συρία, η εκτίμηση μετατράπηκε σε δράση παρεμπόδισης, όταν το Ισραήλ έπληξε αεροπορικές βάσεις που είχε εξετάσει η Άγκυρα, πριν μπορέσει η Τουρκία να τις μετατρέψει σε στρατιωτικό βάθος. Η υπό τουρκική κατοχή βόρεια Κύπρος βρίσκεται στον ίδιο επιχειρησιακό χάρτη: είναι η πλησιέστερη τουρκική πλατφόρμα στρατιωτικών επιχειρήσεων και πληροφοριών προς το θέατρο επιχειρήσεων του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο. Εάν η Άγκυρα χρησιμοποιήσει το κατεχόμενο βόρειο τμήμα ως όπλο, η αποκατάσταση της κυπριακής κυριαρχίας καθίσταται ισραηλινός στόχος ασφαλείας και ο τερματισμός του τουρκικού στρατιωτικού ελέγχου κοινή αποστολή του Ισραήλ, της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η εγγύηση συλλογικής άμυνας του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ δεν επαναχαράσσει αυτόν τον χάρτη. Η τουρκική υπηκοότητα δεν επεκτείνει την προστασία του ΝΑΤΟ στη Χαμάς και η τουρκική κατοχή δεν επεκτείνει το έδαφος του ΝΑΤΟ στη βόρεια Κύπρο. Το πλήγμα κατά της Χαμάς σε τουρκικό έδαφος αποτελεί επιχειρησιακή επιλογή· η Άγκυρα δεν μπορεί να κατασκευάσει ασυλία υπό την ομπρέλα της Συμμαχίας με τουρκικά διαβατήρια ή τουρκικές σημαίες.

Το αν η ΜΙΤ γνώριζε την ώρα της επίθεσης δεν αποτέλεσε ποτέ το καθοριστικό κριτήριο. Η Τουρκία γνώριζε τη Χαμάς σε επιχειρησιακό επίπεδο· η Ιερουσαλήμ γνώριζε τον μηχανισμό της στην Τουρκία· και η 7η Οκτωβρίου κατέστρεψε την περιφερειακή τάξη, την ανάδυση της οποίας η Άγκυρα είχε κάθε λόγο να αποτρέψει. Το Ισραήλ ανοικοδομεί τώρα αυτή την τάξη μαζί με τους εταίρους του, γύρω από μια αρχιτεκτονική που δεν περνά πλέον από την Άγκυρα.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Νίκος Ταμουρίδης Αντγος (ε.α)-Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ

Η χώρα μας, η Ελλάδα, θα έπρεπε φυσιολογικά να αποτελεί πολιτικό και πολιτιστικό πρότυπο παγκόσμιας εμβέλειας, αξιοποιώντας το όνομα, την γεωπολιτική της αξία, την τεράστια πολιτιστική της κληρονομιά, την ιστορία της, την κλασσική παιδεία, την μοναδική-υπέροχη ελληνική γλώσσα, τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές, την ευφυΐα των Ελλήνων, την πολεμική αρετή και την ναυτοσύνη.

Αντιθέτως ζει σε ένα θυελλώδες περιβάλλον κρίσης αξιών, που μετετράπη σε κρίση πρωτίστως πνευματική, αλλά και πολιτική, οικονομική, κοινωνική και εθνική. Ένας πραγματικός ιδιότυπος κατακλυσμός καταπνίγει το Γένος. Μέσα στο έλεος αυτού του καταστροφικού κατακλυσμού, ο Ελληνικός λαός, ως άλλος Νώε, είναι καταδικασμένος αυτός ο ίδιος να κατασκευάσει την κιβωτό του!

Ο Ελληνισμός έχει τεράστια πνευματικά αποθέματα, με τα οποία έχει την δύναμη να αναγεννηθεί και να μεγαλουργήσει ξανά. Αρκεί να ενεργοποιηθεί η κρίσιμη μάζα των αγνών Ελλήνων πατριωτών, οι οποίοι «πνευματικά ελεύθεροι» και ενωμένοι να ορθώσουν ανάστημα και να αναλάβουν τις τύχες του Γένους μας στα χέρια τους.

Απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε επιστροφή στις αξίες! Να θυμηθούμε και να πορευτούμε σύμφωνα με τις βασικές ανθρώπινες αρχές.

Αυτό σημαίνει ότι, αρχικά στο εσωτερικό πλαίσιο επιβάλλεται η ανατροπή του σαθρού και ενίοτε προδοτικού πολιτικού κατεστημένου. Απαιτείται ριζική ανανέωση, αλλαγή νοοτροπίας και χάραξη νέας πορείας. Στο πλαίσιο των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών απαιτείται μια νέα έκφραση της γνήσιας πολιτικής δημοκρατίας.

Άμεσος πολιτικός στόχος θα πρέπει να είναι η βαθιά και ριζική ανανέωση του δημόσιου βίου, η εισαγωγή ενός νέου πολιτικού ήθους, η αναμόρφωση των λειτουργιών της Πολιτείας με νέο ελληνοκεντρικό Σύνταγμα, θεσμικές αλλαγές και τολμηρές μεταρρυθμίσεις.

Η νέα «πολιτική» θα απορρίπτει τις ολιγαρχίες του σκληρού συντηρητισμού και του αθεϊστικού μαρξιστικού κομμουνισμού και προ παντός την καπηλεία των ιδεών, τον πολιτικό φενακισμό και τον αδίστακτο αμοραλισμό των δημαγωγών και των επαγγελματιών του δήθεν προοδευτισμού. Θα αρνείται τον διαλεκτικό υλισμό και τον αθεϊσμό. Θα στηρίζεται στον ανθρωπισμό, την χριστιανική ηθική και την ελληνική φιλοσοφία του μέτρου και του άριστου.

Προφανής είναι λοιπόν η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες θα γαλβανίσουν το αλλοτριωμένο πνεύμα των Ελλήνων και θα διεγείρουν την θύελλα, η οποία θα αλλάξει την πολιτική οπτική τους!

Κάθε νέα πολιτική κίνηση πρέπει να αγκαλιάζει όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, το επάγγελμα και την οικονομική τους κατάσταση. Να είναι αδογμάτιστη, ριζοσπαστική και ανανεωτική. Να υπηρετεί μόνο τα ιδεώδη του Ελληνισμού και να ατενίζει στους θόλους της εθνικής κιβωτού που κατασκεύασε ο Ελληνισμός για την σωτηρία του. Εκεί όπου οι πατέρες μας έστησαν την ελευθερία μαζί με την πίστη και δίπλα τους τοποθέτησαν την ισονομία, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια και την αρετή των Ελλήνων.

Στο πλαίσιο της αφύπνισης και της ενεργοποίησης των Ελλήνων πολιτών, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε πλήρως την άυλη και υλική μας αξεπέραστη κληρονομιά. Από την θαυμάσια πανελλήνια ιστορία μας, θα πάρουμε ως παραδείγματα εκείνες τις στιγμές τις νικηφόρες, τις περίλαμπρες, τις περιλάλητες, τις δοξασμένες, τις απαράμιλλες. Θα τις διδάξουμε στους Έλληνες και στις Ελληνίδες κάθε ηλικίας και με κεντρική ιδέα την ειρήνη θα φτιάξουμε ένα ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα! Μην ξεχνάμε ότι είμαστε ένας πολεμικός λαός, που λατρεύει την ειρήνη!

Η ύψιστη αυτή πρόκληση απευθύνεται στην καρδιά των αγνών Ελλήνων πατριωτών, που μάχονται μεν αλλά μεμονωμένα, οπότε η δυναμική του αγώνα τους εξαντλείται γρήγορα. Από την απόφασή τους θα εξαρτηθεί η πορεία της φιλτάτης πατρίδας μας! Από την ελεύθερη δε πορεία της Ελλάδας μπορεί να προέλθει και η συντριβή των δηλητηριωδών πλοκαμιών της απάνθρωπης και ανώμαλης νέας παγκόσμιας τάξης!

Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, ας αγωνιστούμε έτσι ώστε η Ελλάδα μας να εξέλθει από τα χαρακώματα της κατάθλιψης, να υψώσει ανάστημα και να μεγαλουργήσει ξανά!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Δημοσιεύτηκε

στις

Υπάρχουν υποδομές που αποκτούν σημασία επειδή αυξάνεται η εμπορική τους δραστηριότητα και υπάρχουν άλλες που αποκτούν σημασία επειδή αλλάζει το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Η Αλεξανδρούπολη ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες του ίδιου του λιμανιού. Βρίσκεται κυρίως στη θέση του μέσα σε ένα δίκτυο που συνδέει το Αιγαίο με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα και, δυνητικά, την Ουκρανία. Στο ίδιο γεωγραφικό σημείο συναντώνται πλέον στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακές ροές, οδικοί και σιδηροδρομικοί διάδρομοι, αμερικανικά και νατοϊκά συμφέροντα, η ευρωπαϊκή πολιτική στρατηγικής διασυνδεσιμότητας και, σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καινούργια. Η Αλεξανδρούπολη είχε ιστορικά τη δυνατότητα να λειτουργεί ως βόρειος θαλάσσιος σύνδεσμος του Αιγαίου με τα Βαλκάνια και τον Δούναβη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το στρατηγικό περιβάλλον. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών προς την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η προσπάθεια ενεργειακής διαφοροποίησης της Ευρώπης και η επαναξιολόγηση των χερσαίων διαδρόμων έχουν προσδώσει στην πόλη μια βαρύτητα που πριν από δύο δεκαετίες δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί. Η Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS) καταλήγει σε παρόμοια εκτίμηση, περιγράφοντας την Αλεξανδρούπολη ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των στρατηγικών, στρατιωτικών, ενεργειακών και οικονομικών διαδρόμων μεταξύ Αιγαίου και Βαλτικής. [1]

Το σημαντικό δεν είναι μόνο ποιος ενδιαφέρεται για το λιμάνι αλλά και ποιος χρειάζεται τη γεωγραφία του και τι προσπαθεί να επιτύχει μέσω αυτής.

Η γεωγραφία είναι το πρώτο στρατηγικό πλεονέκτημα

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Αιγαίου, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και σε μικρή απόσταση από τους βόρειους βαλκανικούς διαδρόμους. Η θέση της επιτρέπει την ανάπτυξη ενός άξονα προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και, μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η πόλη εξεταστεί σε σχέση με τα Στενά.

Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει ένα μοναδικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα λόγω του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Η Σύμβαση του Μοντρέ παρέχει στην Άγκυρα σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τη διέλευση πολεμικών πλοίων και, συνεπώς, τα Στενά παραμένουν αναντικατάστατος παράγοντας για την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας.

Η Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να «αντικαταστήσει» τον Βόσπορο. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι διαφορετικό: έναν χερσαίο άξονα που επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων, στρατιωτικού υλικού, εμπορευμάτων και ενέργειας από το Αιγαίο προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς η κάθε επιμέρους ροή να εξαρτάται από τη θαλάσσια διέλευση των Στενών.

Αυτή η διάσταση είχε γίνει αντιληπτή πολύ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ίδια η FRS υπενθυμίζει ότι η ιδέα της Αλεξανδρούπολης ως εναλλακτικού βόρειου άξονα προς τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία απλώς μετέτρεψε μια παλαιότερη δυνατότητα σε ζήτημα στρατηγικής προτεραιότητας. [1]

Η Αλεξανδρούπολη δεν καταργεί τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας. Δημιουργεί όμως μια πρόσθετη επιλογή για όσους επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτήν.

Η αμερικανική διάσταση είναι πλέον επιχειρησιακή πραγματικότητα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Αλεξανδρούπολη απλώς ως μια δυνητικά χρήσιμη ελληνική υποδομή. Στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών του 2024 χαρακτήρισαν το λιμάνι ζωτικής σημασίας κόμβο για τη νατοϊκή αμυντική στάση στην ανατολική πτέρυγα και για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. [2]

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η χρήση έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της πολιτικής διακήρυξης στο επίπεδο της επιχειρησιακής εφαρμογής.

Στις 11 Μαρτίου 2024, αμερικανικές και ελληνικές δυνάμεις διακίνησαν μέσω του λιμανιού περίπου 3.000 τεμάχια στρατιωτικού εξοπλισμού της 3rd Armored Brigade Combat Team, 4th Infantry Division. Το φορτίο περιλάμβανε άρματα M1 Abrams, τεθωρακισμένα M2 Bradley και άλλα οχήματα. Ο αμερικανικός στρατός χαρακτήρισε την επιχείρηση ιστορική, καθώς ήταν η πρώτη μετακίνηση ολόκληρης βαριάς ταξιαρχίας μέσω ελληνικού λιμανιού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάπτυξης. [3]

Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 ακολούθησε η άσκηση Steadfast Dart, κατά την οποία η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη ανάπτυξη της Allied Reaction Force (Συμμαχικής Δύναμης Αντίδρασης) προς την ανατολική πτέρυγα. Το ΝΑΤΟ περιέγραψε την άσκηση ως την πρώτη μεγάλης κλίμακας επιχειρησιακή ανάπτυξη της νέας δύναμης μετά την ίδρυσή της. [4]

Επομένως, το αμερικανικό ενδιαφέρον δεν χρειάζεται να συναχθεί από δηλώσεις. Υπάρχει ήδη επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αμερικανικό λιμάνι». Ο λιμένας παραμένει ελληνική υποδομή. Η ουσία είναι διαφορετική: ένα ελληνικό στρατηγικό σημείο έχει ενσωματωθεί σε αμερικανικές και νατοϊκές ανάγκες στρατιωτικής κινητικότητας.

Αυτό αυξάνει τη σημασία της Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την έκθεση της υποδομής σε πιέσεις που υπερβαίνουν το καθαρά ελληνικό επίπεδο.

Ο διάδρομος προς τη Μαύρη Θάλασσα είναι το δεύτερο μεγάλο στοίχημα

Η στρατιωτική χρήση είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη είναι η δημιουργία ενός βόρειου δικτύου που θα συνδέει τα ελληνικά λιμάνια με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και, τελικά, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνία για την ανάπτυξη του λεγόμενου Αιγαίο–Μαύρη Θάλασσα Vertical Corridor (Κάθετου Διαδρόμου), ενός οδικού και σιδηροδρομικού άξονα που περιλαμβάνει την Αλεξανδρούπολη και συνδέεται με το ευρύτερο δίκτυο προς τη Ρουμανία. [5]

Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημανουμε ότι ο υπό κατασκευή διάδρομος δεν είναι πλήρως λειτουργικός.

Η στρατηγική κατεύθυνση είναι πραγματική. Η επιχειρησιακή και εμπορική ωριμότητα όμως παραμένει άνιση. Η κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα, ενώ ακόμη και η υφιστάμενη σιδηροδρομική δραστηριότητα στην περιοχή δημιουργεί πιέσεις στο δίκτυο. Ενδεικτικά, τον Μάρτιο του 2025 η Hellenic Train ανακοίνωσε αναστολές επιβατικών δρομολογίων στις γραμμές Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο και Αλεξανδρούπολη–Ορεστιάδα λόγω μεταφοράς εμπορευμάτων. [6]

Αυτό μπορεί να φαίνεται ως τεχνική λεπτομέρεια, στην πραγματικότητα όμως είναι στρατηγικό ζήτημα. Ένας γεωπολιτικός διάδρομος έχει αξία μόνο όταν μπορεί να μεταφέρει με συνέπεια τον όγκο και την ταχύτητα που απαιτεί η στρατηγική του λειτουργία.

Η Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιόμορφη κατάσταση: η γεωγραφία έχει ήδη αποκτήσει στρατηγική αξία, αλλά οι υποδομές δεν έχουν ακόμη φτάσει στο επίπεδο που θα επέτρεπε την πλήρη αξιοποίηση αυτής της αξίας.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα κενά ανάμεσα στη γεωπολιτική ρητορική και την πραγματική ισχύ της Αλεξανδρούπολης.

Η Ουκρανία μπορεί να αλλάξει τη μακροπρόθεσμη αξία του λιμανιού

Η σύνδεση με την Ουκρανία είναι πιο σύνθετη.

Από τη μία πλευρά, η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για την υποστήριξη της ανατολικής πτέρυγας. Από την άλλη, η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από την ολοκλήρωση πολλών ενδιάμεσων υποδομών και, κυρίως, από την εξέλιξη του ίδιου του πολέμου.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και αβεβαιότητα.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η σύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και ενέργειας και η ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή οικονομία μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη σημασία των βόρειων ελληνικών λιμανιών. Όμως δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε δεδομένο ότι η Αλεξανδρούπολη θα είναι ο κυρίαρχος κόμβος αυτών των ροών. Θα ανταγωνιστεί άλλες διαδρομές και άλλα λιμάνια της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης.

Η σωστή προσέγγιση, συνεπώς, δεν είναι ότι «η Αλεξανδρούπολη οδηγεί στην Ουκρανία». Είναι ότι η Αλεξανδρούπολη μπορεί να αποτελέσει το νότιο άκρο ενός μελλοντικού δικτύου που θα συνδέει την Ουκρανία με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις είναι ουσιώδης.

Η ενέργεια προσθέτει μια διαφορετική μορφή γεωπολιτικής ισχύος

Η ενεργειακή διάσταση είναι σήμερα περισσότερο ώριμη από ορισμένες από τις μεταφορικές προοπτικές.

Το Alexandroupolis FSRU (Floating Storage and Regasification Unit – Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης) άρχισε εμπορική λειτουργία τον Οκτώβριο του 2024 και διαθέτει δυναμικότητα επαναεριοποίησης έως 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Το αέριο μπορεί να διοχετευθεί στο ελληνικό δίκτυο και από εκεί προς τη Βουλγαρία και ευρύτερα προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. [7]

Η σημασία είναι προφανής: η Αλεξανδρούπολη συμμετέχει πλέον σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών της περιοχής.

Ωστόσο, και εδώ απαιτείται διάκριση μεταξύ υποδομής και χρησιμοποιούμενης χωρητικότητας.

Το Vertical Gas Corridor (Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου) έχει στρατηγική λογική, αλλά η εμπορική του αξιοποίηση δεν έχει ακόμη φτάσει στο επίπεδο που υπονοεί η πολιτική ρητορική. Τον Δεκέμβριο του 2025, τρεις δημοπρασίες δυναμικότητας για τον Ιανουάριο δεν προσέλκυσαν προσφορές, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 οι διαθέσιμες ποσότητες που δεσμεύθηκαν ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.

Αυτό δεν ακυρώνει τον διάδρομο. Δείχνει όμως ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μιας υποδομής δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπορική βιωσιμότητα.

Και αυτό είναι κρίσιμο για την Αλεξανδρούπολη. Το στρατηγικό πλεονέκτημα θα αποκτήσει μόνιμη αξία μόνο εάν οι διάδρομοι που ξεκινούν από αυτήν αποκτήσουν πραγματικούς χρήστες, σταθερές ροές και οικονομική βιωσιμότητα.

Η Ρωσία και η Τουρκία: όχι ιδιοκτησία, αλλά στρατηγικός ανταγωνισμός

Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η Ρωσία ή η Τουρκία επιδιώκουν να αποκτήσουν ιδιοκτησιακό έλεγχο της Αλεξανδρούπολης. Το ενδιαφέρον τους αφορά περισσότερο τις συνέπειες της στρατηγικής αναβάθμισης του λιμανιού.

Η FRS παρέχει μάλιστα συγκεκριμένα στοιχεία για τη ρωσική διάσταση. Σύμφωνα με την έρευνα της, η Μόσχα είχε επιχειρήσει από τη δεκαετία του 2010 να αποκτήσει επιρροή στην περιοχή μέσω οικονομικών, πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και τοπικών δικτύων, ενώ η αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Αλεξανδρούπολη προκάλεσε εμφανή ρωσική ανησυχία. Η ίδια μελέτη καταγράφει ρωσικές αντιδράσεις και σημειώνει ότι η Μόσχα είχε λόγο να προσπαθήσει να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή. [1]

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Το ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει την Αλεξανδρούπολη ως πιθανό κρίσιμο σημείο των γραμμών στρατιωτικού εφοδιασμού του ΝΑΤΟ και, συνεπώς, ως υποδομή που θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο ρωσικών προσπαθειών παρεμπόδισης σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης. [8]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί σήμερα «ρωσικό στόχο». Μια τέτοια άποψη είναι λάθος. Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της αναβάθμιση αυξάνει την αξία της μέσα στον ανταγωνισμό Ρωσίας–ΝΑΤΟ.

Η Τουρκία βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να αποκτήσει την Αλεξανδρούπολη για να ενδιαφέρεται για αυτήν. Εάν ένας ελληνικός διάδρομος αποκτήσει τη δυνατότητα να μεταφέρει σημαντικό μέρος των ροών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς διέλευση από τα Στενά, τότε μειώνεται, έστω και οριακά, η αποκλειστικότητα της τουρκικής γεωγραφικής θέσης.

Η FRS καταγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση: η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως συμπληρωματική εναλλακτική προς τα Στενά και η στρατηγική της αναβάθμιση έχει ενοχλήσει κατά περιόδους και την Άγκυρα. [1]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει τη γεωστρατηγική της σημασία. Το αντίθετο. Η τουρκική θέση παραμένει αναντικατάστατη σε πολλά επίπεδα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Ελλάδα αποκτά μια επιπλέον επιλογή και, μαζί με αυτήν, ένα μικρότερο αλλά υπαρκτό περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας.

Το ινδικό ενδιαφέρον είναι πραγματικό, αλλά βρίσκεται ακόμη σε διαφορετική χρονική κλίμακα

Η Ινδία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον μελλοντικό στοιχείο της υπόθεσης, ακριβώς επειδή εδώ πρέπει να αποφύγουμε την υπερβολή.

Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα και Ινδία επανέλαβαν τη στρατηγική κατεύθυνση εμβάθυνσης των ελληνοϊνδικών σχέσεων στους τομείς της άμυνας, της ναυτιλίας, της ναυπηγικής και των υποδομών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη και εξέφρασε τη βούληση της Αθήνας να συμμετάσχει στο India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC – Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης). [9] Αυτό είναι σημαντικό.

Δεν αποδεικνύει όμως ότι η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη καταστεί ινδικός κόμβος ή ότι συγκεκριμένος ινδικός όμιλος έχει αποφασίσει να επενδύσει σε αυτήν.

Η πραγματική γεωπολιτική σημασία της Ινδίας βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργίας μελλοντικών εμπορικών ροών μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης και στη θέση που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα σε αυτές. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει μιλήσει για την Ελλάδα ως «natural entry point» για τη Νοτιοανατολική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και έχει συνδέσει το ζήτημα με την ανάγκη ανάπτυξης νέων εμπορικών και ψηφιακών διαδρομών. [10]

Το πρόβλημα είναι ότι το IMEC παραμένει ένα σχέδιο με σημαντικά γεωπολιτικά και τεχνικά εμπόδια.

Η Carnegie έχει επισημάνει ότι ο διάδρομος σχεδιάστηκε ως πολυκρατικό σύστημα με σύνθετες νομικές, πολιτικές και κανονιστικές απαιτήσεις και ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στη Γάζα και η διακοπή της προσπάθειας εξομάλυνσης Ισραήλ–Σαουδικής Αραβίας δημιούργησαν σοβαρές αβεβαιότητες.

Ακόμη και από την ινδική πλευρά, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται συχνά. Η Carnegie India σημειώνει ότι η Ινδία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για εναλλακτικές διαδρομές προς την Ευρώπη, αλλά οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των απαιτούμενων υποδομών δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί περιορίζουν την άμεση δυναμική του IMEC.

Επομένως, η σύνδεση Αλεξανδρούπολης–Ινδίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη γεωπολιτική δυνατότητα, όχι ως ήδη ολοκληρωμένη πραγματικότητα.

Αυτό δεν την κάνει λιγότερο ενδιαφέρουσα. Την κάνει απλώς πιο σοβαρή ως αναλυτική υπόθεση.

Ποιος πραγματικά «θέλει» την Αλεξανδρούπολη;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδεδειγμένη επιχειρησιακή χρήση. Το ΝΑΤΟ έχει εντάξει την Αλεξανδρούπολη στη στρατιωτική κινητικότητα προς την ανατολική πτέρυγα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον στην ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενεργειακής διαφοροποίησης. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τις βόρειες προεκτάσεις των διαδρόμων. Η Ουκρανία έχει συμφέρον σε περισσότερες και ασφαλέστερες διαδρομές προς την Ευρώπη. Η Ινδία βλέπει την Ελλάδα ως πιθανή πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι ένας ενιαίος, πλήρως λειτουργικός «διάδρομος Αλεξανδρούπολης» που να συνδέει όλες αυτές τις ροές.

Υπάρχουν κομμάτια ενός δικτύου.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε.

Η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη στρατιωτική χρησιμότητα. Έχει ενεργειακή υποδομή. Διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν συμφωνίες και χρηματοδοτήσεις για τη βελτίωση των βόρειων συνδέσεων. Υπάρχει στρατηγικό ενδιαφέρον για σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία. Υπάρχει, τέλος, μια μακροπρόθεσμη συζήτηση για σύνδεση της Ελλάδας με τις ινδικές ροές.

Αλλά το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη συνοχή.

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά ο έλεγχος των ροών

Η συζήτηση γύρω από την Αλεξανδρούπολη συχνά περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν θα εμφανιστεί κάποιος μεγάλος ξένος επενδυτής

Η Αλεξανδρούπολη Port Authority (Οργανισμός Λιμένος Αλεξανδρούπολης) βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ιδιοκτησία του Growthfund, του ελληνικού κρατικού επενδυτικού ταμείου. Το Growthfund καταγράφει την εταιρεία ως «Full Ownership», ενώ το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει μακροχρόνια παραχώρηση της χρήσης των λιμενικών υποδομών. [11]

Το γεγονός αυτό έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί για να περιγράψει τη στρατηγική εικόνα.

Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την ιδιοκτησία μιας υποδομής και ταυτόχρονα να επιτρέπει σε ξένες δυνάμεις, επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς να αποκτούν σημαντική πρόσβαση στη λειτουργία της.

Γι’ αυτό, από πλευράς εθνικής ασφάλειας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει τις μετοχές. Είναι ποιος μπορεί να επηρεάζει:

τις στρατιωτικές ροές,

τις εμπορικές αλυσίδες,

τις ενεργειακές ροές,

τις επενδύσεις,

τα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα,

τις πληροφοριακές και ψηφιακές υποδομές,

και, τελικά, τις αποφάσεις για το πώς και πότε χρησιμοποιείται η υποδομή.

Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από την ιδιοκτησία.

Η μεγάλη αδυναμία: η Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει στρατηγικός κόμβος πριν γίνει πραγματικά αποτελεσματικός κόμβος

Η πολιτική και στρατιωτική αξία της Αλεξανδρούπολης έχει αυξηθεί ταχύτερα από την ωριμότητα όλων των υποδομών που απαιτούνται για να στηρίξουν αυτή την αξία.

Το λιμάνι μπορεί να δεχθεί βαριά στρατιωτικά φορτία. Το απέδειξε. Η FSRU λειτουργεί. Το απέδειξε. Το ΝΑΤΟ έχει χρησιμοποιήσει την υποδομή. Το απέδειξε.

Αλλά ένας πραγματικός στρατηγικός κόμβος δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί να ξεφορτώσει ένα πλοίο. Κρίνεται από το αν μπορεί να διακινήσει γρήγορα, με ασφάλεια και σε μεγάλη κλίμακα το φορτίο από το λιμάνι προς τον τελικό προορισμό.

Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι σιδηρόδρομοι, οι δρόμοι, τα σύνορα, οι τελωνειακές διαδικασίες, οι δυνατότητες αποθήκευσης, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και η ανθεκτικότητα ολόκληρης της αλυσίδας.

Η ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει αυτή τη διττή διάσταση της στρατιωτικής κινητικότητας: η Αλεξανδρούπολη και η Θεσσαλονίκη μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί κόμβοι, αλλά η αξιοποίηση της γεωγραφικής τους θέσης προϋποθέτει επενδύσεις σε ευρύτερες μεταφορικές υποδομές. [12]

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν έχει κερδίσει ακόμη ολόκληρο το γεωστρατηγικό παιχνίδι. Έχει αποκτήσει ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα θέσης και πρέπει τώρα να το μετατρέψει σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.

Τι μπορεί να αλλάξει εάν οι υποδομές ολοκληρωθούν

Εάν οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις προς Βουλγαρία και Ρουμανία αναβαθμιστούν ουσιαστικά, εάν η ενεργειακή διασύνδεση αποκτήσει σταθερή εμπορική χρήση και εάν οι συνδέσεις προς την Ουκρανία αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, τότε η Αλεξανδρούπολη θα αποκτήσει ένα χαρακτηριστικό που δεν έχει σήμερα στον ίδιο βαθμό:

τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πραγματικός πολυτροπικός κόμβος.

Τότε οι στρατιωτικές, ενεργειακές και εμπορικές ροές δεν θα είναι παράλληλες δραστηριότητες. Θα αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου δικτύου.

Η στρατηγική σημασία αυξάνεται ακριβώς όταν η ίδια υποδομή εξυπηρετεί περισσότερες από μία λειτουργίες.

Ένα λιμάνι που χρησιμοποιείται μόνο για εμπορικά φορτία έχει μία μορφή αξίας.

Ένα λιμάνι που μπορεί να υποστηρίξει ταυτόχρονα στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση, εμπορική διακίνηση και περιφερειακή συνδεσιμότητα αποκτά πολύ διαφορετικό βάρος.

Και εδώ η χώρα μας έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Η χώρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η Αλεξανδρούπολη μπορεί να λειτουργήσει ως βόρεια πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.

Η ινδική προοπτική και ο Ινδο-Ειρηνικός πρέπει να παραμείνουν μακροπρόθεσμο σενάριο

Η σύνδεση της Αλεξανδρούπολης με την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο τμήμα της ανάλυσης και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν υπάρχει σήμερα καμία απόδειξη ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί ήδη επίσημο κόμβο ενός λειτουργικού ευρωϊνδικού δικτύου.

Υπάρχει όμως μια ευρύτερη γεωπολιτική τάση: η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική και οικονομική παρουσία στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών εταίρων, ενώ η Ελλάδα επιδιώκει να τοποθετήσει τις λιμενικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές της μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία.

Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Αλεξανδρούπολη θα μπορούσε να επωφεληθεί όχι επειδή αποτελεί αυτοτελή «ινδικό λιμάνι», αλλά επειδή βρίσκεται πάνω σε ένα πιθανό ευρωπαϊκό δίκτυο που μπορεί να συνδέσει τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Και η διαφορά αυτή, είναι ουσιαστική.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουμε το σενάριο ως πραγματικότητα. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα στρατηγικό παράθυρο — όχι μια εγγυημένη επιτυχία

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό γεωγραφικό σημείο, αλλά η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί.

Το λιμάνι έχει ήδη αποδείξει τη στρατιωτική του χρησιμότητα. Η ενεργειακή υποδομή έχει πλέον πραγματική λειτουργία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έχουν επενδύσει επιχειρησιακά στη χρήση του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των βόρειων διαδρόμων. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο συμφέρον από τη σύνδεση με το Αιγαίο. Η Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει μελλοντικό προορισμό αυτών των ροών. Και η Ινδία προσφέρει έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα που υπερβαίνει τα σημερινά περιφερειακά δεδομένα.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί.

Οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν έχουν ακόμη την απαιτούμενη συνολική επάρκεια. Ο Vertical Gas Corridor έχει στρατηγική αξία αλλά ακόμη περιορισμένη εμπορική ζήτηση. Το IMEC εξακολουθεί να εξαρτάται από μια ασταθή Μέση Ανατολή και από υποδομές που σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από τον πόλεμο και τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της περιοχής. Και η στρατιωτική σημασία του λιμανιού αυξάνει ταυτόχρονα την ανάγκη προστασίας του.

Η Αλεξανδρούπολη, συνεπώς, δεν είναι ακόμη αυτό που ορισμένες πολιτικές δηλώσεις περιγράφουν ως «νέο γεωπολιτικό κέντρο της Ευρώπης».

Είναι κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα στρατηγικό σημείο που βρίσκεται στη διαδικασία μετατροπής του σε κόμβο.

Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να παρακολουθήσουμε.

Το πραγματικό παιχνίδι βρίσκεται στις ροές

Η ιδιοκτησία του λιμανιού είναι σημαντική, αλλά δεν είναι το μοναδικό ούτε το σημαντικότερο μέτρο γεωπολιτικής ισχύος.

Η πραγματική στρατηγική αξία θα κριθεί από το ποιος μπορεί να επηρεάζει τις ροές που περνούν από την Αλεξανδρούπολη, ποιος ελέγχει ή προστατεύει τα δίκτυα που τη συνδέουν με τον Βορρά και ποιος διαθέτει την ικανότητα να διατηρεί αυτές τις ροές σε λειτουργία σε περίοδο κρίσης.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα.

Όσο περισσότερη στρατιωτική, ενεργειακή και εμπορική δραστηριότητα συγκεντρώνεται γύρω από την Αλεξανδρούπολη, τόσο περισσότερο η υποδομή μετατρέπεται σε στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας αλλά και σε πιθανό σημείο πίεσης.

Η προστασία της δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στη φυσική ασφάλεια του λιμένα. Αφορά την κυβερνοασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών, τη διαθεσιμότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, την ενεργειακή ασφάλεια, την εφοδιαστική συνέχεια, την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και την έγκαιρη αναγνώριση προσπαθειών εξωτερικής επιρροής.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσιαστική γεωστρατηγική αξία της Αλεξανδρούπολης.

Δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό λιμάνι που απέκτησε ξαφνικά διεθνή δημοσιότητα.

Είναι ένα σημείο όπου μπορούν να συγκλίνουν διαφορετικά δίκτυα ισχύος: το αμερικανικό και νατοϊκό σύστημα στρατιωτικής κινητικότητας, η ευρωπαϊκή προσπάθεια ενεργειακής και μεταφορικής διαφοροποίησης, οι βαλκανικές συνδέσεις, η μελλοντική ανασυγκρότηση και ενσωμάτωση της Ουκρανίας και, σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει αποτελεσματικότερη πρόσβαση στην Ευρώπη.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν κάποιος θα αγοράσει την Αλεξανδρούπολη.

Ούτε αν το λιμάνι θα γίνει αύριο το «νέο Ρότερνταμ» ή ο νέος Πειραιάς.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει το γεωγραφικό της πλεονέκτημα σε διαρκή στρατηγική ικανότητα.

Γιατί η γεωγραφία προσφέρει την ευκαιρία. Οι υποδομές τη μετατρέπουν σε δυνατότητα. Και η πολιτική, οικονομική και στρατηγική διαχείριση αποφασίζει τελικά αν η δυνατότητα θα μετατραπεί σε ισχύ.

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο.

Και γι’ αυτό αξίζει να παρακολουθείται όχι μόνο ως λιμάνι, αλλά ως κόμβος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για τις ροές, τις υποδομές και τη γεωγραφία της ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Βιβλιογραφία – βασικές πηγές

[1] Aris Marghelis, Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS), The Port of Alexandroupolis: A Strategic and Geopolitical Assessment, Note No. 18/2024, 1 August 2024.

[2] U.S. Department of State, Joint Statement on the U.S.-Greece Strategic Dialogue, 9 February 2024.

[3] U.S. Army, Port of Alexandroupolis makes sustainment history with heavy brigade movement, 17 March 2024.

[4] NATO Supreme Headquarters Allied Powers Europe (SHAPE), NATO’s Allied Reaction Force Embarks on Eastern Europe’s Largest Military Training Exercise in 2025, 3 February 2025.

[5] Kathimerini / eKathimerini, Greece, Bulgaria and Romania sign agreement on Aegean-Black Sea corridor, 5 December 2025.

[6] Kathimerini / eKathimerini, Passenger trains suspended on Alexandroupoli lines due to freight transport, 9 March 2025.

[7] Reuters, LNG terminal off northern Greece diversifies gas routes to Europe, 1 October 2024.

[8] ΕΛΙΑΜΕΠ, Moscow’s Strategic Obsession with the Eastern Mediterranean: Lessons from pre-Cold-War History, Policy Paper No. 103/2022.

[9] Prime Minister of the Hellenic Republic, Prime Minister Kyriakos Mitsotakis’ meeting with the Prime Minister of India Narendra Modi, 19 February 2026.

[10] Prime Minister of the Hellenic Republic, Interview on Times Now, 18 February 2026.

[11] Growthfund, Our Subsidiaries & Participations Portfolio – Alexandroupolis Port Authority, current corporate information, 2026.

[12] ΕΛΙΑΜΕΠ, analysis on European defence policy and military mobility in Greece, including the strategic role of Thessaloniki and Alexandroupolis transport hubs.

[13] Carnegie Endowment for International Peace, The Geopolitics of Economic Development in the Middle East, 2024.

[14] Carnegie Endowment for International Peace, The India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC): Too Little, Too Late?, 2023.

[15] Carnegie India, Disquiet on the West Asian Front, 2024.

[16] Kathimerini / eKathimerini, Vertical Corridor gas tenders draw blank, 23 December 2025.

[17] Kathimerini / eKathimerini, Demand for Vertical Corridor gas auctions disappoints, 27 January 2026.

[18] Associated Press, Greek man accused of spying at NATO transit hub has been charged and jailed pending trial, 2025.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Το τουρκοκαταριανό μάθημα του Ισραήλ! Τι γνώριζε η Άγκυρα πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου

Η Άγκυρα παρείχε στη Χαμάς ασφαλές καταφύγιο, χρηματοοικονομικές υποδομές και πολιτική νομιμοποίηση, ενώ αντιτασσόταν σε μια περιφερειακή τάξη που απειλούσε...

Διεθνή9 ώρες πριν

Οι Πακιστανοί διαψεύδουν τους Τούρκους για Υεμένη! Αναφορές για στρατιωτική στήριξη της Άγκυρας στο Ριάντ — Το Ισλαμαμπάντ διαψεύδει τα αεροπορικά πλήγματα

Δημοσιεύματα περιγράφουν διεύρυνση της στρατιωτικής στήριξης προς τη Σαουδική Αραβία, εν μέσω επιθέσεων των Χούθι. Τουρκική εφημερίδα αναφέρει αποστολή άνω...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Διεθνή12 ώρες πριν

Ο Ινδός πιλότος που έσωσε 182 ζωές από τρομοκρατική επίθεση στον αέρα – Η μάχη στο πιλοτήριο με το τσεκούρι και η ελληνική σύνδεση

Παγκόσμια αναγνώριση για τον Ινδό κυβερνήτη Smit Machchhar, ο οποίος, παρά τα σοβαρά τραύματα που υπέστη από επίθεση του συγκυβερνήτη...

Δημοφιλή