Αναλύσεις
Middle East Eye: Γιατί η Αίγυπτος είπε «όχι» στη συμμαχία Τουρκίας–Σ. Αραβίας–Πακιστάν
Η επιλογή της Αιγύπτου να παραμείνει εκτός καταδεικνύει τις περίπλοκες ισορροπίες που διαμορφώνονται στη Μέση Ανατολή, καθώς το Κάιρο επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους με ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος χωρίς να δεσμευθεί σε ένα νέο στρατιωτικό μπλοκ.
Νέες πληροφορίες για το παρασκήνιο που προηγήθηκε της υπογραφής της αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν στη Μέκκα δημοσιεύει το Middle East Eye (MEE), αποκαλύπτοντας ότι η Άγκυρα επιχείρησε να εντάξει και την Αίγυπτο στο νέο περιφερειακό σχήμα, χωρίς όμως να καταφέρει να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του Καΐρου.
Σημειώνεται ότι το Middle East Eye ακολουθεί συχνά γραμμή που θεωρείται ευνοϊκή προς την τουρκική εξωτερική πολιτική και διατηρεί εκτεταμένο δίκτυο πηγών στην Άγκυρα. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες και ιδιαίτερα οι εκτιμήσεις ανώνυμων Τούρκων αξιωματούχων που παρατίθενται στο δημοσίευμα πρέπει να αξιολογούνται υπό αυτό το πρίσμα.
Σύμφωνα με το MEE, η Αίγυπτος επέλεξε τελικά να παραμείνει εκτός της συμφωνίας, επιχειρώντας να διατηρήσει τις ισορροπίες στις σχέσεις της τόσο με το Ισραήλ όσο και με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Μυστικό μέχρι την τελευταία στιγμή το ταξίδι Ερντογάν
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι η επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Μέκκα για την υπογραφή της συμφωνίας δεν είχε συμπεριληφθεί στο επίσημο πρόγραμμά του.
Η απόφαση για την τελετή υπογραφής την Παρασκευή φέρεται να ελήφθη μόλις την προηγούμενη Τρίτη. Πηγές του MEE υποστηρίζουν ότι ανώτατοι Τούρκοι αξιωματούχοι ανησυχούσαν πως η έγκαιρη δημοσιοποίηση του ταξιδιού θα μπορούσε να δώσει σε δυνάμεις που αντιτίθενται στη συμφωνία τη δυνατότητα να επιχειρήσουν να την παρεμποδίσουν.
Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ότι η Άγκυρα εργαζόταν επί δύο χρόνια για να πείσει τις εμπλεκόμενες χώρες να προχωρήσουν στη συμφωνία ασφαλείας.
Η συμφωνία περιλαμβάνει πρόνοια συλλογικής άμυνας που παραπέμπει στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, προβλέποντας ότι επίθεση εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, αν και οι συγκεκριμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις των μερών παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασαφείς.
Η Άγκυρα ήθελε και την Αίγυπτο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες για την προσπάθεια δημιουργίας ενός ευρύτερου σχήματος.
Τους τελευταίους μήνες Τουρκία, Πακιστάν, Αίγυπτος και Σαουδική Αραβία πραγματοποιούσαν τακτικές διαβουλεύσεις σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών στο πλαίσιο ενός σχήματος που αποκαλείται «Regional Four».
Σύμφωνα με πηγές του MEE στην Άγκυρα, η Τουρκία κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για να συμπεριλάβει την Αίγυπτο στην αμυντική συμφωνία και υπέβαλε επίσημη πρόταση συμμετοχής της.
Το Κάιρο εμφανιζόταν ως φυσικός υποψήφιος λόγω της στρατιωτικής του ισχύος αλλά και της σύγκλισης που έχει καταγραφεί το τελευταίο διάστημα με Τουρκία, Κατάρ και Σαουδική Αραβία σε ζητήματα όπως η Γάζα και οι εξελίξεις στην Αφρική.
Όταν, ωστόσο, κατέστη σαφές ότι η αιγυπτιακή ηγεσία δεν ήταν έτοιμη να συμμετάσχει, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν αποφάσισαν να προχωρήσουν χωρίς αυτήν.
Ο παράγοντας Ισραήλ
Κατά τις τουρκικές πηγές που επικαλείται το MEE, ένας από τους σημαντικότερους λόγους της αιγυπτιακής επιφυλακτικότητας είναι η ιδιαίτερα ευαίσθητη σχέση του Καΐρου με το Ισραήλ.
Η Αίγυπτος είναι σύμμαχος των ΗΠΑ, γειτονικό κράτος του Ισραήλ και μία από τις αραβικές χώρες που διατηρούν πλήρεις διπλωματικές σχέσεις μαζί του. Η συμμετοχή σε ένα νέο στρατιωτικό σχήμα με την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, να προκαλέσει σημαντικές ισραηλινές πιέσεις προς το Κάιρο.
Το MEE υπενθυμίζει ότι ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ Ναφτάλι Μπένετ είχε κατηγορήσει ήδη από τον Φεβρουάριο την Τουρκία ότι επιχειρεί να απομακρύνει τη Σαουδική Αραβία από το Ισραήλ και να δημιουργήσει έναν εχθρικό «σουνιτικό άξονα» με τη συμμετοχή του πυρηνικά εξοπλισμένου Πακιστάν.
Στη μέση της αντιπαράθεσης Σαουδικής Αραβίας–ΗΑΕ
Το Ισραήλ, ωστόσο, δεν αποτελεί τη μοναδική εξήγηση για την απόφαση της Αιγύπτου.
Σύμφωνα με περιφερειακές πηγές του MEE, το Κάιρο προσπαθεί παράλληλα να αποφύγει την επιλογή στρατοπέδου εν μέσω των αυξανόμενων τριβών μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η Αίγυπτος διατηρεί στενή στρατιωτική και οικονομική σχέση με το Άμπου Ντάμπι και εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την οικονομική υποστήριξη των ΗΑΕ. Το δημοσίευμα αναφέρει επίσης ότι το Κάιρο διαθέτει αμυντική συμφωνία με τα Εμιράτα.
Η παραμονή εκτός της νέας συμμαχίας επιτρέπει επομένως στην αιγυπτιακή ηγεσία να αποφύγει, τουλάχιστον προς το παρόν, μια δύσκολη επιλογή μεταξύ Ριάντ και Άμπου Ντάμπι.
Δύο αναδυόμενα στρατόπεδα;
Το πιο ενδιαφέρον γεωπολιτικά σημείο του δημοσιεύματος αφορά την εκτίμηση ότι στην ευρύτερη περιοχή ενδέχεται να διαμορφώνονται δύο ανταγωνιστικά σχήματα.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο νέος άξονας Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν.
Από την άλλη, πηγές του MEE περιγράφουν ένα δυνητικό σχήμα συμφερόντων μεταξύ Ισραήλ–Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων–Ινδίας.
Η Αίγυπτος, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, δεν επιθυμεί να υποχρεωθεί να επιλέξει μεταξύ των δύο. Διατηρεί στενούς δεσμούς με τα ΗΑΕ, ειρηνευτική συνθήκη και σχέσεις ασφαλείας με το Ισραήλ, ενώ παράλληλα επιδιώκει την περαιτέρω ανάπτυξη των εμπορικών και στρατηγικών σχέσεών της με την Ινδία.
Η στάση αυτή αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον μετά τις ισραηλινές αναλύσεις που προτείνουν ως απάντηση στη συμφωνία της Μέκκας την παράλληλη ενίσχυση δύο αξόνων: του υφιστάμενου σχήματος Ισραήλ–Ελλάδα–Κύπρος στην Ανατολική Μεσόγειο και ενός δεύτερου τριγώνου Ισραήλ–ΗΑΕ–Ινδίας προς Ανατολάς.
Ο Φιντάν πιστεύει ότι η Αίγυπτος θα ενταχθεί αργότερα
Παρά την άρνηση του Καΐρου, η Άγκυρα εμφανίζεται να μην θεωρεί την πόρτα κλειστή.
Ο Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι πιστεύει πως σε επόμενο στάδιο η Αίγυπτος θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της συμμαχίας, αποδίδοντας τη σημερινή απουσία της σε «τεχνικά ζητήματα».
Κατά το MEE, Τούρκοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι εάν η νέα συμμαχία εδραιωθεί και καταφέρει να παρουσιάσει αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ, το Κάιρο ενδέχεται να επανεξετάσει τη στάση του.
Προς το παρόν, όμως, η επιλογή της Αιγύπτου να παραμείνει εκτός καταδεικνύει τις περίπλοκες ισορροπίες που διαμορφώνονται στη Μέση Ανατολή, καθώς το Κάιρο επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους με ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος χωρίς να δεσμευθεί σε ένα νέο στρατιωτικό μπλοκ.
GEOPOLITICO
Καλεντερίδης: Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο
Αιχμές για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών, προειδοποίηση για τις «γκρίζες ζώνες» και την οικονομική εξάρτηση των νησιών, αλλά και μήνυμα για επανακαθορισμό της ελληνικής στρατηγικής, στη συνέντευξη του Σάββα Καλεντερίδη στον Νίκο Παπαδάτο.
Το κρίσιμο ζήτημα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δεν είναι μόνο εάν θα πραγματοποιηθεί η πόντιση του καλωδίου, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις θα προχωρήσει και τι θα σημαίνουν αυτές για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Αυτή ήταν μία από τις κεντρικές επισημάνσεις του Σάββα Καλεντερίδη στη συνέντευξή του στον Νίκο Παπαδάτο για το Diplomatic Front.
Ο γεωστρατηγικός αναλυτής και πρώην αξιωματικός της ΕΥΠ εκτίμησε ότι οι εξελίξεις παραπέμπουν σε αναζήτηση μιας διευθέτησης, η οποία θα παρουσιαστεί με όρους όπως «ενημέρωση», «συντονισμός» ή «γνωστοποίηση». Υποστήριξε, ωστόσο, ότι πίσω από την επιλογή των λέξεων βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα: εάν η διαδικασία θα ικανοποιεί τουρκικές αξιώσεις.
«Θα στρωθεί και θα στρωθεί με όρους που φαίνεται ότι ικανοποιούν την Τουρκία», ανέφερε, διατυπώνοντας τη δική του εκτίμηση για την πορεία του έργου.
Στην ίδια συνέντευξη άνοιξε τη συζήτηση για το Αιγαίο, την ΑΟΖ, τις συνέπειες των Ιμίων, τη συνεργασία με το Ισραήλ, τη Συμφωνία των Πρεσπών και τον ρόλο των υπηρεσιών πληροφοριών.
«Ήρεμα νερά», αλλά όχι ισόρροπες κινήσεις
Αναφερόμενος στη Διακήρυξη των Αθηνών και στην περίοδο αποκλιμάκωσης, ο Σάββας Καλεντερίδης αναγνώρισε ότι υπήρξαν συμφωνίες στο πλαίσιο της θετικής ατζέντας και οικονομικά οφέλη από την αύξηση των Τούρκων επισκεπτών στα ελληνικά νησιά.
Επέμεινε, όμως, ότι οι κινήσεις αποφυγής της έντασης δεν είχαν, κατά την άποψή του, το ίδιο βάρος για τις δύο πλευρές. Άλλο η Ελλάδα να περιορίζει δραστηριότητες στον χώρο της και άλλο η Τουρκία να αποφεύγει παραβιάσεις, ήταν το σκεπτικό του.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η τουριστική ενίσχυση χρειάζεται στρατηγική προσοχή, ώστε να μη μετατραπεί σε οικονομική εξάρτηση των νησιών από την απέναντι ακτή.
Κατά την ανάλυσή του, ο ελληνικός θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και οι κινήσεις για τα θαλάσσια πάρκα ανέδειξαν εκ νέου τη σύγκρουση ανάμεσα στην άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων και στις τουρκικές διεκδικήσεις. Περιέγραψε, μάλιστα, επιστροφή των τουρκικών πρακτικών στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις», μέσω ασκήσεων, δεσμεύσεων περιοχών και αντιδράσεων στις ελληνικές πρωτοβουλίες.
ΑΟΖ και «γκρίζες ζώνες»: Το βάρος της ελληνικής αδράνειας
Ο Σάββας Καλεντερίδης επέκρινε την ελληνική στάση στο ζήτημα της ΑΟΖ, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα απέφυγε να προχωρήσει σε ανακήρυξη και σε οριοθέτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Έφερε ως παράδειγμα την κυπριακή πολιτική, με τη διαδοχή ανακήρυξης και οριοθέτησης, και τόνισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων της.
«Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο και εμείς χάνουμε το δίκιο μας», είπε χαρακτηριστικά, συνδέοντας τη διεύρυνση των τουρκικών απαιτήσεων με την ελληνική υποχωρητικότητα και την απουσία συνεκτικού εθνικού σχεδίου.
Για τις «γκρίζες ζώνες», εξήγησε ότι η τουρκική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας νησιών και βραχονησίδων που δεν κατονομάζονται ρητά στις σχετικές συνθήκες. Αναφέρθηκε σε τουρκική μελέτη για 152 νησιά και βραχονησίδες, αποδίδοντας στην κρίση των Ιμίων καθοριστικό ρόλο στη δημόσια προβολή αυτής της θεωρίας.
Υποστήριξε ακόμη ότι οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες κλιμακώθηκε η κρίση δεν έχουν αποκαλυφθεί πλήρως και χαρακτήρισε σχεδιασμένη τη χρονική στιγμή της εκδήλωσής της.
Γιατί αντιδρά η Τουρκία στα θαλάσσια πάρκα
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Κίναρο και στα Λέβηθα, συνδέοντας την τουρκική αντίδραση στο θαλάσσιο πάρκο του Νοτίου Αιγαίου με την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας από την Άγκυρα.
Σύμφωνα με την ερμηνεία του, η επιτήρηση ενός πάρκου με μέσα του Λιμενικού, ραντάρ και μη επανδρωμένα αεροσκάφη καθιστά ορατή την άσκηση ελληνικής κυριαρχίας. Αυτό, υποστήριξε, εξηγεί την τουρκική αντίδραση: η Άγκυρα επιχειρεί να εμποδίσει την έμπρακτη παρουσία της Ελλάδας σε περιοχές που εντάσσει στη δική της θεωρία περί «γκρίζων ζωνών».
Καλήν και καλώδιο: Εκτίμηση για πολιτικό μήνυμα
Ερωτηθείς για την επίσκεψη του Ιμπραήμ Καλήν, ο Σάββας Καλεντερίδης ξεκαθάρισε ότι δεν γνωρίζει ποιον συνάντησε στο Μέγαρο Μαξίμου ούτε διαθέτει πληροφόρηση για το περιεχόμενο των συζητήσεων.
Εξήγησε, πάντως, ότι η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών έχει ευρύτερο ρόλο στην εξωτερική πολιτική της χώρας και ότι ο Καλήν αποτελεί στενό συνεργάτη του Ερντογάν. Με αυτά τα δεδομένα, εκτίμησε ότι η επίσκεψη πιθανόν αφορούσε ζητήματα πέρα από τη συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών, με κυριότερο το καλώδιο.
Ως προς τη διαδικασία των εργασιών, υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να περιοριστεί στην έκδοση NAVTEX, στην οποία περιλαμβάνονται οι συντεταγμένες, ο χρόνος και το είδος των εργασιών. Αντίθετα, παρουσίασε τις πρόσθετες γραπτές γνωστοποιήσεις και την αναμονή τουρκικής απάντησης ως διαδικασία που μπορεί να επιτρέψει στην Άγκυρα να εμφανιστεί ότι παρέχει άδεια.
Συνέδεσε την εκτίμησή του με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή της Κάσου τον Ιούλιο του 2024, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία χρησιμοποίησε τη στρατιωτική πίεση για να επιβάλει τους στόχους της.
Η Ελλάδα χρειάζεται επανακαθορισμό στρατηγικής
Η κριτική του δεν περιορίστηκε στα ελληνοτουρκικά. Αναφέρθηκε στις εκκρεμότητες με την Αλβανία και στις πιέσεις που, κατά την άποψή του, δέχεται η χώρα από το περιφερειακό της περιβάλλον.
«Η Ελλάδα πρέπει να επανακαθορίσει την ύπαρξή της στο διεθνές σύστημα», τόνισε.
Εκτίμησε ότι η γεωγραφική θέση της Τουρκίας τής προσφέρει ιδιαίτερη χρησιμότητα για τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις στον Εύξεινο Πόντο, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Για την Ελλάδα ανέδειξε τη σημασία της Σούδας, της Αλεξανδρούπολης και των ενεργειακών υποδομών, επιμένοντας στην ανάγκη καλύτερης διαπραγμάτευσης των ελληνικών πλεονεκτημάτων.
Ως μέσα ενίσχυσης της ελληνικής θέσης πρότεινε την ενεργοποίηση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και μια ευφυέστερη διπλωματία.
Συνεργασία με το Ισραήλ με βάση την κοινή απειλή
Στο ζήτημα του Ισραήλ, ο Σάββας Καλεντερίδης καταδίκασε τη βάρβαρη τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς, ενώ άσκησε σκληρή κριτική στην ισραηλινή αντίδραση και στους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη.
Διατύπωσε επίσης εκτιμήσεις για πιθανές μελλοντικές εδαφικές επιδιώξεις του Ισραήλ, συνδέοντάς τες με την αναζήτηση στρατηγικού βάθους.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, υποστήριξε ότι η συνεργασία με το Ισραήλ πρέπει να υπηρετεί την ενίσχυση της άμυνας και την αντιμετώπιση της κοινής τουρκικής απειλής, χωρίς να συνεπάγεται αποδοχή κάθε ισραηλινής ενέργειας. Επισήμανε, παράλληλα, τη θέση υπέρ της λύσης δύο κρατών στο Παλαιστινιακό.
Πρέσπες, Ορθοδοξία και υπηρεσίες πληροφοριών
Σχολιάζοντας τις αναφορές της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε «μακεδονικό πολιτισμό», ο αναλυτής υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη διατύπωση δεν προβλέπεται στη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά αποτελεί, κατά την ερμηνεία του, προέκταση των όρων που έγιναν αποδεκτοί. Εξέφρασε την ανησυχία ότι δημιουργούνται προϋποθέσεις για μελλοντική προβολή μειονοτικού ζητήματος στην Ελλάδα.
Για τις σχέσεις με τη Ρωσία, έθεσε ως προτεραιότητα την προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των πρεσβυγενών ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων από εξωτερικές επιδιώξεις ελέγχου. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι αυτά δεν πρέπει να μετατρέπονται σε εργαλεία των γεωπολιτικών αντιπάλων της Μόσχας.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην ΕΥΠ και υπογράμμισε ότι οι επιτυχίες των υπηρεσιών πληροφοριών συνήθως παραμένουν μυστικές για την προστασία πηγών και επιχειρήσεων. Εκτίμησε ότι η ελληνική υπηρεσία διαθέτει υψηλό επίπεδο στεγανότητας και σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες, προσθέτοντας ότι το εύρος της αποστολής της καθορίζεται τελικά από την πολιτική ηγεσία.
GEOPOLITICO
Νέα πρόκληση από Τομ Μπάρακ! Ύμνοι στον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ – Οι «Έλληνες άποικοι» και η εξιδανίκευση της τουρκικής ιστορίας
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και το κράτος που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ. Πίσω από την ιστορική αναδρομή διακρίνεται η στρατηγική σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στην Τουρκία.
Αίσθηση προκαλεί η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος, με αφορμή τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράκ, Φουάντ Χουσεΐν, στην Κωνσταντινούπολη, επιδόθηκε σε μια εξιδανικευμένη ιστορική αναδρομή για τον ρόλο της σημερινής Τουρκίας. Από τους «Έλληνες αποίκους» και τον Μέγα Κωνσταντίνο μέχρι τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, ο Αμερικανός διπλωμάτης επιχείρησε να συνδέσει διαφορετικές ιστορικές περιόδους με τη σύγχρονη γεωπολιτική θέση της Άγκυρας, παρακάμπτοντας τις κατακτήσεις, τις διώξεις και τις τραγωδίες που σημάδεψαν την ιστορία του ελληνισμού.
Η συνάντηση στον Κεράτιο Κόλπο
Αφορμή για την παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτέλεσε η συνάντησή του με τον Ιρακινό υπουργό Εξωτερικών Φουάντ Χουσεΐν, στις 10 Οκτωβρίου 2026, στον Κεράτιο Κόλπο της Κωνσταντινούπολης.
Ο Αμερικανός πρέσβης επέλεξε να παρουσιάσει τη συνάντηση όχι μόνο ως μια διπλωματική επαφή μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράκ, αλλά ως συνέχεια μιας ιστορικής παράδοσης που, κατά την άποψή του, καθιστά την Κωνσταντινούπολη σημείο συνάντησης της Ανατολής με τη Δύση.
Στην ανάρτησή του στο Χ ανέφερε ότι οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στη συνεργασία Ιράκ, Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας, καθώς και στις κοινές περιφερειακές προκλήσεις.
Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη συνεργασία των τριών χωρών, επισημαίνοντας ότι οι δυσκολίες της περιοχής δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από κανένα κράτος μεμονωμένα.
Μέχρι εκεί, η παρέμβασή του κινούνταν στα αναμενόμενα όρια μιας διπλωματικής ανακοίνωσης.
Η συνέχεια, ωστόσο, απέκτησε έντονο ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο.
Privileged to welcome Iraqi Foreign Minister Fuad Hussein to the shore of the Golden Horn at Tersane. We spoke of the close and enduring alliance between Iraq, the United States, and Türkiye, and of the regional hurdles that confront us all—challenges no nation can clear alone. It was an honor to listen to, and take part in, the wisdom and elegance of one of the most respected diplomats in the region. Baghdad’s envoys have been sailing into this harbor since the days of the caliphs; it felt right to continue that conversation here.
This is the oldest harbor in continuous diplomatic use on earth. Greek colonists sheltered here around 660 BC, Constantine made it the port of his new Rome, and Fatih Sultan Mehmet made it the gateway to a world empire—launching his fleets from the very shipyard where we stood. For sixteen centuries every envoy to Byzantium and then to the Sublime Porte landed beneath these domes—the embassies on one bank, the sultan on the other, and the water between them the negotiating table. To stand here is to stand where East met West and chose, longer than almost anywhere else, to talk rather than fight. Atatürk’s Republic carried that inheritance forward, and Türkiye today remains what this harbor has always been—the place where the world still comes to find each other.
— Ambassador Tom Barrack (@USAMBTurkiye) October 10, 2026
Οι «Έλληνες άποικοι» και η Νέα Ρώμη
Ο Μπάρακ επιχείρησε να παρουσιάσει τον Κεράτιο Κόλπο ως ένα από τα αρχαιότερα διπλωματικά κέντρα του κόσμου.
Αναφερόμενος στην ιστορική διαδρομή της περιοχής, σημείωσε ότι Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν εκεί περίπου το 660 π.Χ., ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος την κατέστησε λιμάνι της Νέας Ρώμης και ότι ο Μωάμεθ Β΄ αξιοποίησε τον ίδιο χώρο ως πύλη για την ανάπτυξη της οθωμανικής αυτοκρατορικής ισχύος.
Η αναφορά στους Έλληνες αποίκους είναι ιστορικά θεμελιωμένη, καθώς το αρχαίο Βυζάντιο ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους, σύμφωνα με την παράδοση από τα Μέγαρα.
Ωστόσο, η ιστορία της Κωνσταντινούπολης δεν εξαντλείται σε μια σύντομη αναφορά στην αρχαία ελληνική εγκατάσταση.
Για περισσότερο από μία χιλιετία, η πόλη υπήρξε το πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με καθοριστική παρουσία της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης.
Η Νέα Ρώμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου εξελίχθηκε στην Κωνσταντινούπολη των αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών, της Αγίας Σοφίας και μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που επηρέασε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή η πόλη κατακτήθηκε το 1453.
Ο Μωάμεθ ο Πορθητής και η αποσιώπηση της Άλωσης
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά του Αμερικανού διπλωμάτη στον Μωάμεθ Β΄, τον οποίο παρουσιάζει ως ηγέτη που μετέτρεψε τον Κεράτιο Κόλπο σε πύλη μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας.
Η συγκεκριμένη διατύπωση αναδεικνύει την αυτοκρατορική ισχύ των Οθωμανών, αποφεύγοντας όμως να αναφερθεί στις συνθήκες υπό τις οποίες η Κωνσταντινούπολη πέρασε στην κυριαρχία τους.
Στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τις οθωμανικές δυνάμεις έπειτα από πολιορκία.
Η πτώση της συνοδεύτηκε από θανάτους, αιχμαλωσίες, λεηλασίες και την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η Άλωση αποτελεί καθοριστικό γεγονός για την ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά και σημείο καμπής για την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Επομένως, η περιγραφή του Μωάμεθ αποκλειστικά μέσα από τη δημιουργία αυτοκρατορικής ισχύος παρουσιάζει μόνο μία πλευρά της ιστορικής πραγματικότητας.
Το ζήτημα δεν είναι η αμφισβήτηση της σημασίας του Οθωμανού σουλτάνου στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η επιλογή ενός εν ενεργεία Αμερικανού διπλωμάτη να χρησιμοποιήσει μια εξιδανικευμένη αφήγηση, χωρίς αναφορά στο κόστος της οθωμανικής κατάκτησης για τους κατακτημένους πληθυσμούς.
Η Κωνσταντινούπολη ως δήθεν διαχρονικός τόπος ειρήνης
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της Κωνσταντινούπολης ως τόπου όπου η Ανατολή και η Δύση προτίμησαν επί αιώνες τη διαπραγμάτευση αντί της σύγκρουσης.
Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι η περιοχή αποτέλεσε έναν διαρκή χώρο διπλωματικής συνεννόησης, με τις ξένες πρεσβείες και την οθωμανική εξουσία να βρίσκονται στις αντίθετες όχθες του Κερατίου.
Είναι γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη υπήρξε μεγάλο εμπορικό και διπλωματικό κέντρο.
Όμως η ιστορία της περιλαμβάνει πολιορκίες, πολέμους, κατακτήσεις και βαθιές θρησκευτικές και πολιτικές συγκρούσεις.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επεκτάθηκε στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω ειρηνικών διαπραγματεύσεων, αλλά πρωτίστως μέσω στρατιωτικών εκστρατειών.
Παράλληλα, η μεταγενέστερη ιστορία της περιοχής συνδέεται με εκτοπισμούς, διώξεις και βίαιες πληθυσμιακές μεταβολές.
Η διπλωματία ασφαλώς αποτελούσε μέρος της οθωμανικής πολιτικής. Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ως το μοναδικό ή κυρίαρχο χαρακτηριστικό μιας αυτοκρατορικής ιστορίας που διαμορφώθηκε και μέσα από πολέμους.
Η αναφορά στον Μουσταφά Κεμάλ
Στο τέλος της ιστορικής του αναδρομής, ο Τομ Μπάρακ συνέδεσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την Τουρκική Δημοκρατία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.
Κατά τον Αμερικανό διπλωμάτη, το νέο τουρκικό κράτος συνέχισε την κληρονομιά του Κερατίου Κόλπου ως τόπου συνάντησης διαφορετικών λαών και πολιτισμών.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιλεκτική ιστορική αφήγηση.
Η συγκρότηση της σύγχρονης Τουρκίας πραγματοποιήθηκε μέσα στις δραματικές συνθήκες που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Για τον ελληνισμό, η περίοδος αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Μικρασιατική Καταστροφή, την καταστροφή της Σμύρνης, τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.
Η κεμαλική πολιτική οικοδόμησε επίσης ένα συγκεντρωτικό εθνικό κράτος, στο οποίο η μονοκομματική διακυβέρνηση αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου.
Ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος ως πλήρως δημοκρατικού με τα σημερινά κριτήρια δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
Αξίζει πάντως να διευκρινιστεί ότι ο Μπάρακ δεν αποκάλεσε προσωπικά τον Κεμάλ «δημοκράτη». Αναφέρθηκε στην Τουρκική Δημοκρατία και στη συνέχιση μιας ιστορικής κληρονομιάς.
Αυτό που προκαλεί συζήτηση είναι η επιλογή του να παρουσιάσει τη μετάβαση από τη βυζαντινή στην οθωμανική και στη σύγχρονη τουρκική περίοδο ως μια σχεδόν αδιάκοπη παράδοση συνεννόησης.
Η Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής
Η ιστορική αναδρομή του Μπάρακ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη σημερινή εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν περιορίζεται πλέον στα καθήκοντα του πρέσβη στην Άγκυρα. Είναι παράλληλα ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, γεγονός που του επιτρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.
Η επιλογή αυτή αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση Τραμπ στη συνεργασία με την Τουρκία για τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων.
Η Άγκυρα διαθέτει στρατιωτική παρουσία και ισχυρά συμφέροντα στη βόρεια Συρία, διατηρεί στενές οικονομικές σχέσεις με το Ιράκ και επιδιώκει να εδραιωθεί ως βασικός παράγοντας στις ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις της περιοχής.
Αυτή η γεωπολιτική πραγματικότητα εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιδιώκει στενή συνεργασία με την τουρκική ηγεσία.
Δεν εξηγεί, ωστόσο, την ανάγκη υιοθέτησης μιας τόσο εξιδανικευμένης παρουσίασης της οθωμανικής και τουρκικής ιστορίας.
Η τουρκική δημοσιότητα και οι ύμνοι στον Πορθητή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο υποδέχθηκαν τις δηλώσεις του Μπάρακ τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Η εφημερίδα Türkiye, σε δημοσίευμα της 10ης Οκτωβρίου, επέλεξε να αναδείξει τους ιστορικούς επαίνους του Αμερικανού πρέσβη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναφορά του στον Μωάμεθ τον Πορθητή.
Ανάλογη προβολή έδωσε και το Rûdaw, παραθέτοντας την ιστορική περιγραφή του Μπάρακ για τον Κεράτιο Κόλπο και τον σημερινό ρόλο της Τουρκίας.
Η θετική υποδοχή των δηλώσεων στον τουρκικό Τύπο δεν προκαλεί έκπληξη.
Η εικόνα της Τουρκίας ως ιστορικού κέντρου αυτοκρατορικής ισχύος και σύγχρονου διπλωματικού διαμεσολαβητή βρίσκεται κοντά στην αντίληψη που προβάλλει η Άγκυρα για τον διεθνή ρόλο της.
Το γεγονός ότι αυτή η αφήγηση προέρχεται από έναν υψηλόβαθμο Αμερικανό διπλωμάτη της προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα
Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής ανάλυσης.
Η Τουρκία είναι σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί αναθεωρητικές διεκδικήσεις εις βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αμφισβητεί πλευρές του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας στο Αιγαίο.
Η ανάδειξη της Άγκυρας ως κεντρικού παράγοντα στη Μέση Ανατολή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Τουρκία.
Από τις δηλώσεις του Μπάρακ δεν προκύπτει αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής στάσης στα ελληνοτουρκικά.
Είναι όμως σαφές ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, ειδικά στη Συρία και στο Ιράκ.
Η συγκεκριμένη πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση τις αποφάσεις, τις στρατιωτικές συνεργασίες και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που τη συνοδεύουν.
Η ιστορία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξιδανίκευσης
Η παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποίησης της ιστορίας για την υποστήριξη σύγχρονων διπλωματικών επιδιώξεων.
Ο Αμερικανός πρέσβης συνέδεσε την αρχαία ελληνική παρουσία, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την οθωμανική κατάκτηση και το κράτος του Μουσταφά Κεμάλ σε μία ενιαία αφήγηση ιστορικής συνέχειας.
Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο πέρασαν διαδοχικές αυτοκρατορίες.
Υπήρξε πρωτεύουσα ενός κράτους με βαθιά ελληνική πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα, κέντρο της ορθόδοξης χριστιανοσύνης και σημείο αναφοράς για τον ελληνισμό επί αιώνες.
Η οθωμανική κατάκτηση του 1453 δεν ήταν μια ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας. Και η δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και την τραγωδία του 1922.
Η διπλωματία μπορεί να επιλέγει τους συμβολισμούς της. Η ιστορική έρευνα, όμως, οφείλει να αποτυπώνει και όσα δεν εξυπηρετούν τις σημερινές πολιτικές σκοπιμότητες.
Το ουσιαστικό μήνυμα της παρέμβασης Μπάρακ δεν βρίσκεται μόνο σε όσα είπε για τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά κυρίως στην εικόνα που επιχειρεί να διαμορφώσει για τη σημερινή Τουρκία: ενός κράτους που η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως βασικό συνομιλητή για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Και αυτή είναι μια γεωπολιτική εξέλιξη που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει.
GEOPOLITICO
Μελετόπουλος: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση – Κλειδί η Ομογένεια»
Ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος προχωρά σε μια ηχηρή παρέμβαση για το μέλλον της Ελλάδας και του Ελληνισμού.
Μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού πραγματοποίησε ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή του Greek News and Radio FL με θέμα την πορεία της Ελλάδας μετά την Επανάσταση του 1821.
Ο κ. Μελετόπουλος περιέγραψε την κατάσταση της χώρας ως «υπαρξιακή κρίση», υποστηρίζοντας ότι δεν είναι πλέον αυτονόητο πως η Ελλάδα θα εξέλθει από αυτήν ως συγκροτημένο και ακμαίο έθνος κατά τον επόμενο αιώνα.
«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση, η πατρίδα μας διέρχεται μια πολύ σοβαρή υπαρξιακή κρίση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως βασικότερες απειλές κατονόμασε το δημογραφικό πρόβλημα, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, την υποχώρηση της παραγωγής και την κρίση στην εκπαίδευση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην οικονομία, επισημαίνοντας το μεγάλο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, καθώς και τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των Ελλήνων. Κατά την εκτίμησή του, η χώρα βρίσκεται σε «ελεύθερη πτώση», χωρίς τις ηγετικές φυσιογνωμίες που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και να προτείνουν ένα συνολικό σχέδιο εξόδου από την κρίση.
Από την εθνική ολοκλήρωση στην υποχώρηση
Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, ο Μελέτης Μελετόπουλος σημείωσε ότι το ελληνικό κράτος, από το 1830 και μετά, πέτυχε να ενσωματώσει σημαντικές ελληνικές περιοχές και πληθυσμούς. Αναφέρθηκε στη Θεσσαλία, στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θράκη και στα νησιά του Αιγαίου, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη πορεία τεράστιο ιστορικό επίτευγμα.
Αντίθετα, για τη μεταπολιτευτική περίοδο υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει υποχωρήσει τόσο στο εσωτερικό όσο και στα εθνικά της μέτωπα. Μίλησε για κατάρρευση της παιδείας, αποδυνάμωση του πολιτισμού, πτώση του επιπέδου της δημόσιας ζωής και απουσία μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής.
«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση κινδυνεύουμε να χάσουμε ακόμη και όσα κερδίσαμε με αυτήν», ήταν μία από τις πλέον ηχηρές αποστροφές της παρέμβασής του.
Προειδοποίηση για τις τουρκικές αγορές ακινήτων
Ο κ. Μελετόπουλος εξέφρασε επίσης έντονη ανησυχία για αγορές ακινήτων από τουρκικά συμφέροντα σε νησιά του Αιγαίου και σε παραμεθόριες περιοχές. Αναφέρθηκε ειδικά στη Χίο, στη Λέρο, στη Μυτιλήνη, στην Τήνο και στον Έβρο, υποστηρίζοντας ότι ολόκληρες εκτάσεις και περιουσίες περνούν σε ξένα χέρια χωρίς να υπάρχει επαρκής κρατική αντίδραση.
Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στην πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Εκτίμησε ότι η Άγκυρα δεν θα επέλεγε εύκολα μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Ελλάδας, ακόμη και αν υπήρχε μικρή πιθανότητα αποτυχίας, και υπογράμμισε ότι η Αθήνα οφείλει να στηρίζεται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο διεθνές δίκαιο.
Κατά τον ίδιο, η έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης και η υποχωρητική στάση δεν περιορίζουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά τις ενθαρρύνουν.
«Η Ομογένεια είναι το κλειδί»
Κεντρική θέση στην παρέμβασή του είχε ο ρόλος των Ελλήνων του εξωτερικού. Ο Μελέτης Μελετόπουλος εξήρε την αγάπη των ομογενών για την πατρίδα, επισημαίνοντας ότι πολλές φορές είναι ισχυρότερη και πιο ανιδιοτελής από εκείνη που συναντά κανείς στο εσωτερικό της χώρας.
Κάλεσε την Ομογένεια να συμμετάσχει ενεργότερα στα ελληνικά πράγματα, είτε μέσω φυσικής παρουσίας και επενδύσεων είτε μέσω της πολιτικής και κοινωνικής της παρέμβασης. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ψήφο των αποδήμων, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο παράγοντα για την ανανέωση της πολιτικής ζωής.
«Πρέπει να ενδιαφερθείτε για την πατρίδα σας και να εμπλακείτε με κάποιον τρόπο», ήταν το μήνυμά του προς τους Έλληνες της Διασποράς.
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η Ελληνική Επανάσταση προετοιμάστηκε και κυοφορήθηκε στα μεγάλα κέντρα της Ομογένειας, όπως η Βιέννη, η Τεργέστη, η Οδησσός, η Αγία Πετρούπολη και το Παρίσι.
«Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί»
Κλείνοντας, ο Μελέτης Μελετόπουλος τόνισε ότι κανένας ηγέτης δεν μπορεί να σώσει μόνος του τη χώρα. Όπως είπε, χρειάζεται μια συνολική αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας, η ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού συστήματος, η επανασύνδεση με τις ιστορικές ρίζες και η ανάκτηση της εθνικής αυτοπεποίθησης.
Η αλλαγή, προειδοποίησε, προϋποθέτει προσπάθεια, θυσίες και εγκατάλειψη χρόνιων ιδεοληψιών και βολεμάτων.
«Αν η ελληνική κοινωνία αντισταθεί σε ένα σχέδιο σωτηρίας της, τότε το τέλος της είναι προδιαγεγραμμένο», κατέληξε, συνοψίζοντας την παρέμβασή του με τη φράση: «Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί».
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας