Διεθνή
Ναρκωτικά και μετανάστες : Ο «γκάνγκστερ» της επένδυσης Κούσνερ στην Αλβανία
Παρά τις αντιδράσεις, το σχέδιο συνεχίζεται και βρίσκεται στη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης, απαραίτητης πριν από τις κυβερνητικές εγκρίσεις για την έναρξη της κατασκευής. Οι κάτοικοι του Ζβέρνετς, από την πλευρά τους, φοβούνται ότι θα χάσουν οριστικά τις εκτάσεις που θεωρούν δικές τους και θα εκδιωχθούν για άλλη μια φορά. Στην πλευρά τους, έχουν αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διασημότητες όπως η Ντούα Λίπα, ωστόσο το έργο των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει την ισχυρή υποστήριξη του πρωθυπουργού της Αλβανίας, ο οποίος το εκθειάζει ως μια σημαντική ξένη επένδυση που θα τονώσει την αλβανική οικονομία.
Φουντώνουν οι σκιές πάνω από το φιλόδοξο και πολυσυζητημένο επενδυτικό σχέδιο του Τζάρεντ Κούσνερ στην Αλβανία, καθώς ένας από τους ανθρώπους που πούλησαν εκτάσεις αντί περίπου 240 εκατομμυρίων δολαρίων στην κοινοπραξία που στηρίζει το project βρίσκεται, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, είναι αντιμέτωπος με σοβαρές κατηγορίες για συμμετοχή σε διεθνές κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών και ξέπλυμα χρήματος. Την ίδια ώρα, κάτοικοι της περιοχής υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι τμήματα της γης που προορίζονται για ανάπτυξη τους ανήκουν και είχαν προειδοποιήσει την πλευρά Κούσνερ να μην προχωρήσει όσο οι δικαστικές διαμάχες παραμένουν ανοιχτές.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο 60χρονος Αρτούρ Σέχου, ο οποίος σήμερα ζει στο Μαϊάμι και αρνείται τόσο τις κατηγορίες περί ναρκωτικών όσο και τους ισχυρισμούς ότι απέκτησε παράνομα γη. Ο δικηγόρος του, Κουιτίμ Τσακράνι, υποστηρίζει ότι ο πελάτης του είναι απλώς μέλος μεγάλης οικογένειας γαιοκτημόνων και ότι όλες οι επιχειρηματικές συναλλαγές του ήταν νόμιμες.
Η βίλα στο Φλαμίνγκο Ντράιβ και η διακίνηση ναρκωτικών
Σύμφωνα με τα κτηματολογικά αρχεία του Μαϊάμι, ο Σέχου κατέχει, μαζί με τη σύζυγό του – μια πρώην τηλεοπτική προσωπικότητα από την Αλβανία – μια κατοικία 4.000 τετραγωνικών ποδιών (περίπου 370 τετραγωνικά μέτρα) στην οδό Φλαμίνγκο Ντράιβ του Μαϊάμι Μπιτς.
Η πορεία του προς τη Νότια Φλόριντα περνά μέσα από μερικές ιδιαίτερα δύσκολες δεκαετίες αναταραχής στην πατρίδα του. Απομονωμένη και φτωχή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όταν η κυβέρνησή της έκοψε τις σχέσεις τόσο με τη Σοβιετική Ένωση όσο και με την Κίνα, η Αλβανία δεν τα πήγε πολύ καλύτερα κατά τη μετακομμουνιστική δεκαετία του 1990. Η χώρα ταλαιπωρήθηκε από πολιτική αστάθεια, οργανωμένο έγκλημα, μείωση του πληθυσμού και ένα τεράστιο πυραμιδικό σύστημα που παραλίγο να βυθίσει τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο.
Εν μέσω της αναταραχής, ο Σέχου κατάφερε και αναδείχθηκε ως επιχειρηματίας, με τα περιουσιακά του στοιχεία να περιλαμβάνουν ένα ξενοδοχείο στην ταραχώδη πόλη της Αυλώνας.
Στη συνέχεια, προκάλεσε το ενδιαφέρον της αλβανικής αστυνομικής διεύθυνσης κατά των ναρκωτικών, αλλά και των ιταλικών αρχών, οι οποίες τον υποπτεύονταν ότι συνεργαζόταν με την ιταλική μαφία — διακινώντας μαριχουάνα και μεταφέροντας λαθραία μετανάστες στην Ιταλία με ταχύπλοα σκάφη, όπως ανέφερε ο Ντρίταν Ζαγκάνι, ένας από τους πρώην αξιωματικούς της αλβανικής κρατικής αστυνομίας που «έτρεξαν» τις σχετικές έρευνες.
Μετά τους πυροβολισμούς σε μπαρ… η αμερικανική υπηκοότητα
Μια μέρα το 1999, σύμφωνα με τον Ζαγκάνι, η αστυνομία έσπευσε σε ένα μπαρ μετά από αναφορές για πυροβολισμούς. Εκεί, έμαθαν ότι ο Σέχου είχε εμπλακεί σε ανταλλαγή πυροβολισμών με μια αντίπαλη συμμορία. «Μετά από αυτό, ο Άρτουρ εξαφανίστηκε», είπε ο Ζαγκάνι.
Ο δικηγόρος του Σέχου δήλωσε ότι ο πελάτης του δέχτηκε επίθεση από φιλοκομμουνιστικές συμμορίες λόγω των αντικομμουνιστικών του απόψεων. Η έρευνα των αρχών είχε πολιτικά κίνητρα, πρόσθεσε. Ούτε η ιταλική ούτε η αλβανική έρευνα οδήγησαν σε απαγγελία κατηγοριών.
Ο Σέχου επανεμφανίστηκε στο Μαϊάμι. Μετακόμισε στις ΗΠΑ το 2001 και του χορηγήθηκε άσυλο αφού επικαλέστηκε επιθέσεις από τις κομμουνιστικές συμμορίες, οι οποίες σκότωσαν τον θείο και τον αδελφό του, είπε ο Τσακράνι. Τελικά απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα, αλλά διατήρησε δεσμούς με την Αλβανία, αναπτύσσοντας ένα χαρτοφυλάκιο ακινήτων.
Ο Σέχου βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο των αρχών το 2012, όταν οι Ιταλοί εισαγγελείς ζήτησαν τη σύλληψή του στο πλαίσιο μιας ευρύτερης υπόθεσης που αφορούσε μια ιταλική εγκληματική οικογένεια. Ο Σέχου ήταν συνιδιοκτήτης μιας τζελατερίας στην Αλβανία μαζί με έναν Ιταλό μαφιόζο, ο οποίος του κατέθεσε πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ (περίπου 1,3 εκατομμύρια δολάρια εκείνη την εποχή), σύμφωνα με απόφαση ιταλικού δικαστηρίου. Ο Σέχου του νοίκιασε επίσης χώρο σε ένα κτίριο για καζίνο, όπως ανέφεραν οι εισαγγελείς.
Ο Ιταλός δικαστής, ωστόσο, απέρριψε το αίτημα σύλληψης, αναφέροντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να «δένουν» τη σύνδεση του Σέχου με οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα. Ο Τσακράνι τόνισε ότι ο ρόλος του Σέχου περιοριζόταν αποκλειστικά σε αυτόν του ιδιοκτήτη.
Παρόλα αυτά, συνέχιζε να εμφανίζεται σε έρευνες για ναρκωτικά. Οι ευρωπαϊκές αρχές, στο πλαίσιο επιχειρήσεων παρακολούθησης, τον εντόπισαν στο Μονακό μαζί με ύποπτους διακινητές, σύμφωνα με τους Αλβανούς εισαγγελείς, οι οποίοι εξασφάλισαν, μάλιστα, φωτογραφίες του από το 2019 στη Μαγιόρκα, όπου συμμετείχε σε συνάντηση μαζί με έναν ύποπτο αρχιμαφιόζο, που στη συνέχεια έπεσε στα χέρια των αστυνομικών Αρχών. Ο Σέχου δεν κατηγορήθηκε στο πλαίσιο αυτών των ερευνών, με τον δικηγόρο του να ξεκαθαρίζει πως δεν είχε κανένα νομικό πρόβλημα με καμία ευρωπαϊκή χώρα εκτός της Αλβανίας και ότι συμμετείχε μόνο σε νόμιμες επιχειρηματικές συναλλαγές.
Το σχέδιο των 5 δισ. δολαρίων
Ο Κούσνερ, γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ, έχει στραφεί τα τελευταία χρόνια σε μεγάλα real estate projects στα Βαλκάνια, εκτιμώντας ότι ο τουρισμός και οι τιμές των ακινήτων στην περιοχή θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται. Προηγουμένως είχε επιχειρήσει να προχωρήσει μια μεγάλη επένδυση σε κρατική έκταση στο κέντρο του Βελιγραδίου, ωστόσο το σχέδιο στη Σερβία κατέρρευσε έπειτα από εβδομάδες διαδηλώσεων και την απαγγελία κατηγοριών σε υπουργό που είχε προωθήσει τις σχετικές εγκρίσεις. Ο Κούσνερ αποσύρθηκε από το project τον Δεκέμβριο.

Στην Αλβανία, όμως, το σχέδιο έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο. Η συνολική επένδυση υπολογίζεται σε 5 δισ. δολάρια και έχει τη στήριξη του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, ο οποίος τη χαρακτηρίζει σημαντική ξένη επένδυση που θα ενισχύσει την οικονομία.
Το ενδιαφέρον του Κούσνερ και της συζύγου του, Ιβάνκα Τραμπ, για την Αλβανία ξεκίνησε έπειτα από ταξίδι τους με γιοτ στη Μεσόγειο. Τότε επισκέφθηκαν τη Σάσωνα, ένα πρώην ελληνικό και στρατιωτικό νησί απέναντι από τις αλβανικές ακτές. «Κολυμπήσαμε μέχρι το νησί. Κάναμε πεζοπορία. Απλώς μαγευτήκαμε», έχει πει η Ιβάνκα Τραμπ.
Ο Κούσνερ έφτασε στη συνέχεια σε συμφωνία με τον Έντι Ράμα για την ανάπτυξη της Σάσωνος και άρχισε να καταστρώνει σχέδια μαζί με τον Αμερικανό developer Άσερ Αμπεσέρα. Σύντομα το ενδιαφέρον τους επεκτάθηκε και στο Ζβέρνετς, περίπου οκτώ χιλιόμετρα μακριά, μια παρθένα παραθαλάσσια περιοχή όπου φωλιάζουν θαλάσσιες χελώνες και βόσκουν κοπάδια προβάτων.
Τα 125 εκατ. δολάρια στον Σέχου
Η κοινοπραξία που υποστηρίζεται από τον Κούσνερ έχει ήδη καταβάλει συνολικά περισσότερα από 240 εκατ. δολάρια για εκτάσεις σε ιδιώτες ιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων και ο Σέχου.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς που ερευνούν την υπόθεση ξεπλύματος χρήματος, εταιρεία που συνδέεται με το project (και στην οποία συμμετέχει μεγάλο επενδυτικό γκρουπ από το Κατάρ της οικογένειας Αλ Καγιάτ, με τους οποίους ο Κούσνερ συνεργάζεται από το 2022) κατέβαλε τον Απρίλιο 110 εκατ. ευρώ – περίπου 125 εκατ. δολάρια – στον Σέχου για τη γη του στο Ζβέρνετς.
Η υπόθεση περιπλέκεται από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη έκταση βρίσκεται στο επίκεντρο πολυετών δικαστικών διεκδικήσεων.
Κάτοικοι του Ζβέρνετς λένε ότι μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος οι οικογένειές τους απέκτησαν ξανά εκτάσεις που είχαν κρατικοποιηθεί. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όμως, άρχισαν να διαπιστώνουν ότι τοπικές υπηρεσίες είχαν αναγνωρίσει δικαιώματα του Σέχου πάνω σε αυτές. Μάλιστα, καθώς προχωρούσαν με υποθέσεις τους, οι χωρικοί και άλλοι που διεκδικούσαν ιδιοκτησίες, διαπίστωσαν ότι ο Σέχου είχε «χρησιμοποιήσει» το αδύναμο δικαστικό σύστημα της χώρας για να συγκεντρώσει μεγάλο μέρος της γης στο Ζβέρνετς: μέσω ενός δικηγόρου, χρησιμοποίησε ιστορικά έγγραφα για να αποδείξει ότι ο πρόγονός του, ο Σέιτ Σέχου, ήταν παλαιότερα ιδιοκτήτης του ακινήτου.
Σε μία από τις υποθέσεις, δικαστήριο διαπίστωσε ότι οθωμανικό έγγραφο ιδιοκτησίας είχε μεταφραστεί λανθασμένα, με το όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη να αντικαθίσταται από εκείνο προγόνου του Σέχου. Δικηγόρος και αρχειονόμος καταδικάστηκαν αργότερα για αδικήματα που σχετίζονταν με πλαστά έγγραφα, αν και η υπόθεση του δικηγόρου επανεκδικάζεται. «Η πλαστότητα αυτού του εγγράφου έχει αποδειχθεί», αποφάνθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο της Αλβανίας.
Η πλευρά Σέχου επιμένει ότι υπάρχουν άλλα, νόμιμα έγγραφα που αποδεικνύουν την ιδιοκτησία της οικογένειάς του.
Οι κατηγορίες για διεθνές κύκλωμα κοκαΐνης
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά τον Ιούνιο, όταν Ευρωπαίοι ερευνητές από την Ισπανία, το Βέλγιο και άλλες χώρες παρέδωσαν στοιχεία στην ειδική εισαγγελία SPAK της Αλβανίας.
Οι εισαγγελείς εξασφάλισαν ένταλμα σύλληψης για τον Σέχου και άλλα 19 άτομα, τα οποία θεωρούν μέλη μεγάλου ευρωπαϊκού κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών. Ο Σέχου κατηγορείται για ξέπλυμα χρήματος και συμμετοχή σε δομημένη εγκληματική οργάνωση, ενώ οι εισαγγελικές αρχές τού αποδίδουν «ηγετικό ρόλο» στο δίκτυο.
Κατά τους εισαγγελείς, το κύκλωμα είχε παρουσία σε ολόκληρη την αλυσίδα διακίνησης κοκαΐνης: από την παραγωγή στον Ισημερινό και την απόκρυψή της σε φορτία φρούτων, σόγιας και ζάχαρης μέχρι τη μεταφορά μέσω ολλανδικών λιμανιών, την επεξεργασία και τη διανομή στην Ευρώπη.
Τα κέρδη φέρεται να επέστρεφαν στην Αλβανία μέσω κρυπτονομισμάτων και μετρητών που μεταφέρονταν ακόμη και με λεωφορεία και στη συνέχεια να ξεπλένονταν μέσω επενδύσεων σε ακίνητα. Ο δικηγόρος του Σέχου απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς και δηλώνει ότι ο πελάτης του πραγματοποιούσε αποκλειστικά νόμιμες συναλλαγές.
Οι εισαγγελείς έχουν «παγώσει» τα χρήματα που έλαβε ο Σέχου από την πώληση της γης.
Οι κάτοικοι είχαν προειδοποιήσει την πλευρά Κούσνερ
Οι αντιδικίες για τις εκτάσεις δεν ήταν άγνωστες στην περιοχή. Τον Σεπτέμβριο του 2024, κάτοικοι απέστειλαν επιστολή στην εταιρεία του Κούσνερ ζητώντας να μην προχωρήσει σε ενέργειες που θα μπορούσαν να παραβιάσουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του χωριού όσο οι διαφορές παρέμεναν σε εκκρεμότητα.
Ο Αμπεσέρα είχε δηλώσει τότε ότι η εταιρεία δεν ενδιαφερόταν να αναπτύξει οποιαδήποτε έκταση που δεν της ανήκε νόμιμα.
Η κοινοπραξία υποστηρίζει σήμερα ότι το αλβανικό δικαστικό σύστημα είναι το κατάλληλο πεδίο για να επιλυθούν οι αμφισβητήσεις σχετικά με την ιδιοκτησία και τις προηγούμενες συναλλαγές. Δηλώνει επίσης ότι γνωρίζει τις καταγγελίες σε βάρος του πωλητή της γης, αλλά δεν αποτελεί η ίδια αντικείμενο έρευνας και εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι αγορές έγιναν νόμιμα.
Το βίντεο που έβγαλε χιλιάδες στους δρόμους
Στα τέλη Απριλίου, η εταιρεία τοποθέτησε περίφραξη και συρματόπλεγμα γύρω από τμήματα της περιβαλλοντικά προστατευόμενης χερσονήσου.
Όταν κάτοικοι συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν, ιδιωτικοί φύλακες απέκλεισαν την περιοχή. Ένας από αυτούς καταγράφηκε σε βίντεο να χτυπά έναν κάτοικο στον λαιμό και στη συνέχεια να τον σέρνει στην παραλία, ενώ αστυνομικοί βρίσκονταν κοντά. Η εταιρεία αποδοκίμασε το περιστατικό, αποδίδοντας την ευθύνη σε εξωτερικό συνεργάτη ασφαλείας.
Το βίντεο έγινε viral και πυροδότησε κύμα αντιδράσεων. Διαδηλωτές άρχισαν να συγκεντρώνονται στα Τίρανα κρατώντας πλακάτ με εικόνες του Κούσνερ, του Τραμπ και φλαμίνγκο, ενώ οι κινητοποιήσεις διευρύνθηκαν σε μια γενικότερη διαμαρτυρία για τη διαφθορά και την άναρχη ανάπτυξη, την οποία οι συμμετέχοντες αποκαλούν «Επανάσταση των Φλαμίνγκο».
Παρά τις αντιδράσεις, το σχέδιο συνεχίζεται και βρίσκεται στη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης, απαραίτητης πριν από τις κυβερνητικές εγκρίσεις για την έναρξη της κατασκευής. Οι κάτοικοι του Ζβέρνετς, από την πλευρά τους, φοβούνται ότι θα χάσουν οριστικά τις εκτάσεις που θεωρούν δικές τους και θα εκδιωχθούν για άλλη μια φορά. Στην πλευρά τους, έχουν αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διασημότητες όπως η Ντούα Λίπα, ωστόσο το έργο των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει την ισχυρή υποστήριξη του πρωθυπουργού της Αλβανίας, ο οποίος το εκθειάζει ως μια σημαντική ξένη επένδυση που θα τονώσει την αλβανική οικονομία.
Πηγή: Πρώτο Θέμα
Διεθνή
Γερμανικό δικαστήριο: Σταθμός της ΜΙΤ μέσα στο τουρκικό προξενείο – Αστυνομικός έδινε απόρρητες πληροφορίες
Αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου αποκαλύπτουν δίκτυο που φέρεται να συνέδεε τη γερμανική αστυνομία με υπάλληλο του προξενείου και στελέχη της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών
Ένα οργανωμένο δίκτυο συλλογής πληροφοριών, το οποίο φέρεται να λειτουργούσε μέσα από το τουρκικό γενικό προξενείο στην περιοχή της Κολωνίας, αποκαλύπτουν δύο αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται μία επί δεκαετίες εγκατεστημένη στη Γερμανία υπάλληλος του προξενείου και μία αστυνομικός της Κολωνίας, η οποία φέρεται να της παρέδιδε εσωτερικές υπηρεσιακές πληροφορίες.
Σύμφωνα με εκτενές δημοσίευμα του Αμπντουλάχ Μποζκούρτ στη Nordic Monitor, οι δικαστικές αποφάσεις StB 37/25 και StB 42/25, που εκδόθηκαν στις 21 Αυγούστου και στις 3 Σεπτεμβρίου 2025 αντίστοιχα, περιγράφουν την παρουσία επίσημου σταθμού της τουρκικής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, της ΜΙΤ, στο Γενικό Προξενείο της Τουρκίας στο Χιρτ, κοντά στην Κολωνία.
Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τον όρο «Legalresidentur», ο οποίος περιγράφει έναν μόνιμο σταθμό πληροφοριών που λειτουργεί υπό επίσημη διπλωματική ή προξενική κάλυψη και στελεχώνεται από επαγγελματίες αξιωματικούς της ΜΙΤ.
Η αλυσίδα ΜΙΤ – προξενείου – γερμανικής αστυνομίας
Κεντρικό πρόσωπο της έρευνας είναι μία Τουρκάλα υπήκοος, το όνομα της οποίας δεν δημοσιοποιήθηκε. Η γυναίκα έφθασε στη Γερμανία το 1995 μέσω οικογενειακής επανένωσης, απέκτησε άδεια μόνιμης διαμονής και το 2012 προσλήφθηκε από το τουρκικό προξενείο ως τοπική διοικητική υπάλληλος.
Επισήμως, τα καθήκοντά της περιλάμβαναν την υποστήριξη του προξενικού προσωπικού, τη διενέργεια ερευνών και τη σύνταξη αναφορών. Οι γερμανικές Αρχές, ωστόσο, εκτιμούν ότι η δραστηριότητά της υπερέβαινε κατά πολύ τη συνηθισμένη προξενική εργασία.
Όπως αναφέρεται στις αποφάσεις, η ύποπτη φέρεται να παρείχε διοικητική και υλικοτεχνική υποστήριξη στους αξιωματικούς της ΜΙΤ, να πραγματοποιούσε έρευνες για ζητήματα ασφαλείας και να συνέτασσε εκθέσεις οι οποίες μεταβιβάζονταν, τουλάχιστον έμμεσα, στην τουρκική υπηρεσία πληροφοριών.
Φέρεται, επίσης, να παρευρισκόταν σε εκδηλώσεις που το τουρκικό προξενείο αντιμετώπιζε αρνητικά, να παρακολουθούσε τους συμμετέχοντες και στη συνέχεια να συνέτασσε σχετικές αναφορές. Τα δικαστικά έγγραφα δεν κατονομάζουν τις εκδηλώσεις ούτε τα πρόσωπα που ενδέχεται να τέθηκαν υπό παρακολούθηση.
Η δεύτερη ύποπτη, η οποία αναφέρεται στις αποφάσεις μόνο με το αρχικό «Τ.», εργαζόταν στην Αστυνομική Διεύθυνση της Κολωνίας. Οι δύο γυναίκες φέρεται να βρίσκονταν σε τακτική επικοινωνία τουλάχιστον από το 2021, χρησιμοποιώντας τηλεφωνικές κλήσεις και κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων.
Εσωτερικά στοιχεία της αστυνομίας στην Άγκυρα
Οι γερμανικές Αρχές επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στις επικοινωνίες που πραγματοποιήθηκαν από τις 29 Μαρτίου 2024 έως τις 27 Φεβρουαρίου 2025. Κατά το διάστημα αυτό, η αστυνομικός φέρεται να παρέδωσε επανειλημμένα εσωτερικές πληροφορίες και υπηρεσιακές εκτιμήσεις στην υπάλληλο του προξενείου.
Ορισμένα στοιχεία μεταβιβάστηκαν έπειτα από συγκεκριμένα αιτήματα, ενώ άλλα, σύμφωνα με τους ερευνητές, παραδόθηκαν με πρωτοβουλία της ίδιας της αστυνομικού.
Το υλικό αφορούσε περιστατικά που η Άγκυρα θεωρούσε εχθρικά προς την Τουρκία ή το Ισλάμ, καθώς και δραστηριότητες του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν και άλλων κουρδικών οργανώσεων. Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιοριζόταν στο PKK, το οποίο βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2002.
Περιλάμβανε ακόμη εσωτερικές διαδικασίες της γερμανικής αστυνομίας και ζητήματα που δεν είχαν καμία σχέση με το PKK ή τους υποστηρικτές του. Το στοιχείο αυτό ήταν καθοριστικό, ώστε η φερόμενη δραστηριότητα να αντιμετωπιστεί ως επιχείρηση ξένης υπηρεσίας πληροφοριών στρεφόμενη κατά των συμφερόντων της Γερμανίας.
Μυστικές παρακολουθήσεις από την αντικατασκοπεία
Η έρευνα φαίνεται ότι ξεκίνησε από επιχείρηση της γερμανικής αντικατασκοπείας και όχι από μια συμβατική αστυνομική καταγγελία. Τα στοιχεία που επικαλείται το δικαστήριο προήλθαν από έκθεση της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, με ημερομηνία 28 Μαρτίου 2025, καθώς και από παρακολουθήσεις επικοινωνιών βάσει του γερμανικού νόμου G10.
Ο συγκεκριμένος νόμος επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και κατόπιν έγκρισης, την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφαλείας. Σύμφωνα με τις αποφάσεις, οι καταγραφές τεκμηρίωσαν τον χρόνο, το περιεχόμενο και τη φύση των συνομιλιών μεταξύ των δύο γυναικών.
Στις 2 Ιουλίου 2025 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για την κατοικία και τους χώρους που χρησιμοποιούσε η προξενική υπάλληλος. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 9 Ιουλίου και οι ερευνητές κατάσχεσαν κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης και άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τις επαφές της με στελέχη της ΜΙΤ.
Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί προξενικής ασυλίας
Η ύποπτη προσέφυγε στο δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι καλυπτόταν από προξενική ασυλία και ότι οι συσκευές και τα έγγραφα που κατασχέθηκαν αποτελούσαν απαραβίαστο προξενικό υλικό βάσει της Σύμβασης της Βιέννης.
Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματά της. Έκρινε ότι, επειδή ζούσε μόνιμα στη Γερμανία πολύ πριν προσληφθεί από το προξενείο, δεν απολάμβανε την ευρεία λειτουργική ασυλία που επικαλέστηκε. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε διατυπώσει την ίδια θέση σε σχετική γνωμοδότηση.
Οι δικαστές επισήμαναν επιπλέον ότι η γενική ασυλία των κρατικών αξιωματούχων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προστατευτικό κάλυμμα για δραστηριότητες κατασκοπείας. Επέτρεψαν, συνεπώς, την εξέταση των κατασχεθέντων ηλεκτρονικών μέσων, διευκρινίζοντας ότι τυχόν γνήσια προξενικά αρχεία θα πρέπει να επιστραφούν ή να διαγραφούν.
Δίωξη με ποινές έως δέκα χρόνια
Η υπόθεση διερευνάται βάσει του άρθρου 99 του γερμανικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά τη διενέργεια κατασκοπευτικής δραστηριότητας για λογαριασμό ξένης δύναμης και προβλέπει ποινές φυλάκισης από έξι μήνες έως δέκα χρόνια.
Η αστυνομικός ερευνάται επιπλέον για παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, αδίκημα που μπορεί να επισύρει ποινή έως πέντε χρόνια φυλάκισης ή χρηματικό πρόστιμο.
Οι αποφάσεις δεν αποτελούν καταδικαστική ετυμηγορία, αλλά διαπιστώνουν ότι υπήρχαν επαρκείς και συγκεκριμένες ενδείξεις για τη διεξαγωγή ερευνών, κατασχέσεων και εξέτασης του υλικού.
Η σημασία της υπόθεσης, πάντως, υπερβαίνει τα δύο ερευνώμενα πρόσωπα. Για πρώτη φορά αποτυπώνεται με τέτοια λεπτομέρεια σε αποφάσεις ανώτατου γερμανικού δικαστηρίου ένας μόνιμος μηχανισμός της ΜΙΤ μέσα σε τουρκική προξενική αρχή, με διασυνδέσεις που φέρεται να έφθαναν μέχρι τη γερμανική αστυνομία.
Παράλληλα, ενισχύονται οι ανησυχίες ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί τις διπλωματικές και προξενικές της δομές για να παρακολουθεί Τούρκους και Κούρδους αντιφρονούντες, πολιτικές οργανώσεις και εκδηλώσεις στο εξωτερικό. Η υπόθεση της Κολωνίας έρχεται να προστεθεί σε σειρά ερευνών για δραστηριότητες της ΜΙΤ επί γερμανικού εδάφους, αναδεικνύοντας το εύρος της προσπάθειας του καθεστώτος Ερντογάν να επεκτείνει την επιτήρηση των επικριτών του πολύ πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας.
Διεθνή
Τουρκία: Συνέλαβαν τέσσερις δημοσιογράφους για την ανάρτηση «Ο Ερντογάν απεβίωσε»
Η ανακοίνωση αφορούσε τον θάνατο γυναίκας με το επώνυμο Erdoğan και όχι τον Τούρκο πρόεδρο – Οι δημοσιογράφοι αφέθηκαν ελεύθεροι υπό δικαστική επιτήρηση
Υπό κράτηση τέθηκαν τέσσερις δημοσιογράφοι στην Τουρκία, εξαιτίας μιας αμφίσημης ανάρτησης στον λογαριασμό της τοπικής εφημερίδας Aydın Denge στο Facebook, με τη φράση «Ο Ερντογάν απεβίωσε».
Παρά τον τίτλο που προκάλεσε άμεσα συνειρμούς για τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η ανακοίνωση δεν αφορούσε τον ίδιο. Επρόκειτο για αγγελία θανάτου γυναίκας με το όνομα Gülşah Erdoğan.
Η ανάρτηση συνοδευόταν από γραφικό με μαύρο φόντο, στο οποίο αναγραφόταν με μεγάλα γράμματα η φράση «Erdoğan vefat etti», δηλαδή «Ο Ερντογάν απεβίωσε». Η επιλογή να χρησιμοποιηθεί μόνο το επώνυμο στον τίτλο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς αρκετοί χρήστες θεώρησαν ότι επρόκειτο για αναφορά στον πρόεδρο της χώρας.
Μετά τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν, η Γενική Εισαγγελία του Αϊδινίου διέταξε τη διενέργεια έρευνας με βάση το άρθρο 217/Α του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά το αδίκημα της «δημόσιας διάδοσης παραπλανητικών πληροφοριών».
Ποιοι δημοσιογράφοι συνελήφθησαν
Στο πλαίσιο της εισαγγελικής έρευνας, οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν τέσσερα στελέχη της εφημερίδας:
- Τον εκπρόσωπο της Aydın Denge, Emin Aydın.
- Την υπεύθυνη σύνταξης, Yeşim Ülker.
- Τον δημοσιογράφο İslam Keleş.
- Τη δημοσιογράφο İrem Delice.
Οι τέσσερις οδηγήθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση, όπου ολοκληρώθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο Δικαστικό Μέγαρο του Αϊδινίου.
Σύμφωνα με το “Haberler” το αρμόδιο ειρηνοδικείο αποφάσισε τελικά να τους αφήσει ελεύθερους υπό καθεστώς δικαστικής επιτήρησης. Η έρευνα, ωστόσο, συνεχίζεται και οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συγκεκριμένη κατηγορία.
Η παρεξήγηση που οδήγησε σε συλλήψεις
Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στη διατύπωση της ανάρτησης. Το περιεχόμενό της ήταν μια πραγματική ανακοίνωση θανάτου, ωστόσο η προβολή μόνο του επωνύμου Erdoğan δημιούργησε την εντύπωση ότι αφορούσε τον αρχηγό του τουρκικού κράτους.
Οι τουρκικές αρχές αντιμετώπισαν την ανάρτηση όχι απλώς ως έναν παραπλανητικό ή άστοχο δημοσιογραφικό τίτλο, αλλά ως πιθανό ποινικό αδίκημα. Έτσι, μία αγγελία θανάτου για ιδιώτη εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες σε εισαγγελική έρευνα και στη σύλληψη τεσσάρων εργαζομένων στον Τύπο.
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη χρήση του άρθρου 217/Α περί «παραπλανητικών πληροφοριών» και τα όρια μεταξύ ενός αμφίσημου δημοσιογραφικού τίτλου, της παραπληροφόρησης και της ποινικής δίωξης. Το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι συνελήφθησαν, παρότι από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης προέκυπτε ότι δεν αναφερόταν στον Τούρκο πρόεδρο, προκαλεί νέα συζήτηση για το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης στην Τουρκία.
Αναλύσεις
Η Ρωσία κατηγορεί την Ουκρανία για «ξεπούλημα» ιερών λειψάνων για την αγορά όπλων! Την ίδια ώρα η Μόσχα στέλνει οστά Αγίων στο μέτωπο
Το ρωσικό ΥΠΕΞ ισχυρίζεται ότι ουκρανικές Αρχές εμπορεύονται κειμήλια για την αγορά δυτικών όπλων – Την ίδια στιγμή, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εξετάζει την αποστολή λειψάνων του αγίου Ντμίτρι Ντονσκόι στις εμπόλεμες ζώνες
Στο επίκεντρο του πολέμου προπαγάνδας μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας βρίσκονται πλέον ακόμη και τα ιερά λείψανα της Ορθοδοξίας, με τη Μόσχα να διατυπώνει βαρύτατες καταγγελίες κατά του Κιέβου και, την ίδια στιγμή, να σχεδιάζει τη μεταφορά λειψάνων Ρώσου αγίου στο μέτωπο για την πνευματική ενίσχυση των στρατιωτών.
Ο ειδικός εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών για τη διεθνή συνεργασία στον τομέα της θρησκευτικής ελευθερίας, Μιχαήλ Μελέχ, κατηγόρησε τις ουκρανικές Αρχές ότι κατάσχουν λείψανα αγίων, εικόνες και εκκλησιαστικά αντικείμενα με σκοπό να τα μεταφέρουν στο εξωτερικό και να τα μεταπωλήσουν.
Οι δηλώσεις έγιναν στις 25 Αυγούστου, κατά την παρουσίαση έκθεσης του ρωσικού ΥΠΕΞ με τίτλο «Παράνομες ενέργειες του καθεστώτος του Κιέβου κατά της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, των κληρικών και των ενοριτών της». Η έκθεση καλύπτει την περίοδο από τον Μάρτιο του 2022 έως τον Ιούνιο του 2026 και αποτελεί την τρίτη αντίστοιχη παρέμβαση της ρωσικής διπλωματίας.
Η καταγγελία για «πληρωμή όπλων» με κειμήλια
Σύμφωνα με το TASS, o Μελέχ υποστήριξε ότι υπάρχουν «βάσιμοι λόγοι» να θεωρείται πως ορθόδοξα κειμήλια κατάσχονται προκειμένου να εξαχθούν από την Ουκρανία και να πουληθούν.
«Οι σημερινές ουκρανικές Αρχές αντιμετωπίζουν αυτά τα αντικείμενα ως εμπορεύματα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών τους οποίους δεν κατονόμασε, αρχαίες εικόνες και άλλα έργα ορθόδοξης τέχνης ενδέχεται να χρησιμοποιούνται ακόμη και ως αντάλλαγμα για δυτικές προμήθειες οπλικών συστημάτων.
Πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρή καταγγελία. Ωστόσο, το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν έδωσε στη δημοσιότητα συγκεκριμένους καταλόγους κλεμμένων κειμηλίων, στοιχεία για συναλλαγές, ονόματα αγοραστών, οίκους δημοπρασιών ή δυτικές αμυντικές εταιρείες που φέρεται να εμπλέκονται.
Η παλαιότερη υπόθεση της Λαύρας του Κιέβου
Για να στηρίξει τη νέα καταγγελία, ο Ρώσος διπλωμάτης επανέφερε την υπόθεση της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου. Το 2023, η ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών είχε ισχυριστεί ότι η κυβέρνηση Ζελένσκι και η UNESCO συμφώνησαν να μεταφέρουν εικόνες και λείψανα αγίων σε μουσεία της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και του Βατικανού, με πρόσχημα την προστασία τους από ρωσικά πλήγματα.
Η καταγγελία εκείνη είχε διαψευστεί από τον τότε υπουργό Πολιτισμού της Ουκρανίας, Ολεξάντρ Τκατσένκο, και από τη διοίκηση του εθνικού αποθέματος της Λαύρας. Η UNESCO είχε επίσης δηλώσει ότι δεν συμμετείχε σε οποιοδήποτε σχέδιο μεταφοράς λειψάνων στο εξωτερικό.
Κατά το Reuters, λίγες εβδομάδες αργότερα κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η φωτογραφία μιας υποτιθέμενης διαφήμισης για δημοπρασία «Θησαυρών της Λαύρας» στο Παρίσι. Ο γαλλικός οίκος Osenat διέψευσε ότι είχε οργανώσει τέτοια δημοπρασία, χαρακτηρίζοντας το σχετικό υλικό πλαστό.
Η συγκεκριμένη διάψευση δεν αποκλείει αυτομάτως κάθε πιθανότητα παράνομης διακίνησης ουκρανικών αρχαιοτήτων μέσα στις συνθήκες του πολέμου. Δείχνει, όμως, ότι το βασικό προηγούμενο που επικαλείται σήμερα η Μόσχα δεν είχε επιβεβαιωθεί και είχε αποτελέσει μέρος οργανωμένης εκστρατείας παραπληροφόρησης.
Καταγγελίες και για εξαφανίσεις κληρικών
Ο Μελέχ κατηγόρησε επίσης τα ουκρανικά κέντρα στρατολόγησης ότι επιστρατεύουν διά της βίας κληρικούς της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και τους στέλνουν στο μέτωπο.
Σύμφωνα με τη ρωσική έκθεση, δεν υπάρχουν δημόσιες πληροφορίες για την τύχη 21 κληρικών οι οποίοι φέρεται να συνελήφθησαν ή να απομακρύνθηκαν από ένοπλους άνδρες. Ο Ρώσος αξιωματούχος κάλεσε διεθνείς οργανισμούς και φορείς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να ζητήσουν απαντήσεις από το Κίεβο.
Ούτε οι συγκεκριμένες περιπτώσεις έχουν επιβεβαιωθεί στο σύνολό τους από ανεξάρτητους παρατηρητές. Το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας στην Ουκρανία, ωστόσο, είναι υπαρκτό και δεν μπορεί να απορριφθεί συλλήβδην ως ρωσική προπαγάνδα.
Ουκρανική νομοθεσία που επιτρέπει την απαγόρευση θρησκευτικών οργανώσεων με δεσμούς με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει προκαλέσει ανησυχίες σε διεθνείς οργανώσεις. Η Human Rights Watch έχει χαρακτηρίσει το σχετικό νομικό πλαίσιο υπερβολικά ευρύ, προειδοποιώντας ότι μπορεί να οδηγήσει σε συλλογικούς περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας.
Η ουκρανική κυβέρνηση απαντά ότι τα μέτρα δεν στρέφονται κατά της Ορθοδοξίας, αλλά κατά δομών που εξακολουθούν να συνδέονται με το Πατριαρχείο Μόσχας, το οποίο στηρίζει ανοιχτά τη ρωσική εισβολή.
Η Ρωσία ετοιμάζει λείψανα για το μέτωπο
Την ίδια στιγμή που η Μόσχα κατηγορεί το Κίεβο για εργαλειοποίηση των ιερών κειμηλίων, η ίδια η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία προωθεί σχέδιο μεταφοράς λειψάνων του αγίου Ντμίτρι Ντονσκόι στις μονάδες που πολεμούν στην Ουκρανία.
Τα λείψανα του μεγάλου πρίγκιπα της Μόσχας εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια εργασιών αποκατάστασης στον Καθεδρικό Ναό του Αρχαγγέλου, στο Κρεμλίνο. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν επισκέφθηκε στις 20 Αυγούστου τον ναό, συμμετείχε σε προσευχή και επιθεώρησε την ανοικτή σαρκοφάγο σύμφωνα με το Reuters.
Ο Ντμίτρι Ντονσκόι πέθανε το 1389 και έμεινε στην ιστορία για τη νίκη του επί των δυνάμεων της Χρυσής Ορδής στη μάχη του Κουλίκοβο το 1380. Ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία το 1988 και συνδέεται στενά με τη ρωσική στρατιωτική παράδοση.
Εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Μόσχας δήλωσαν ότι τμήματα των λειψάνων ενδέχεται να τοποθετηθούν σε ειδικές λειψανοθήκες και να μεταφερθούν σε ναούς, αλλά και στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων. Η αποστολή στο μέτωπο παρουσιάζεται ως «λογική απόφαση», ώστε Ρώσοι στρατιώτες και στρατιωτικοί ιερείς να έχουν τη δυνατότητα να τα προσκυνήσουν.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, Αντρίι Σίμπιχα, αντέδρασε ειρωνικά, σχολιάζοντας ότι τα λείψανα δύσκολα θα βοηθήσουν τη Ρωσία να τελειώσει τον πόλεμο και ότι θα ήταν αποτελεσματικότερο να έπαιρνε ο ίδιος ο Πούτιν τη θέση τους.
Η πίστη ως όπλο προπαγάνδας
Η αντιπαράθεση αποκαλύπτει τον βαθμό στον οποίο η Ορθοδοξία, τα ιερά κειμήλια και η εκκλησιαστική ιστορία έχουν ενταχθεί στην πολεμική προπαγάνδα.
Η Μόσχα χρησιμοποιεί τις καταγγελίες περί «δίωξης της κανονικής Εκκλησίας» για να παρουσιάσει τον πόλεμο ως μάχη υπεράσπισης της πίστης και της ιστορικής «Ρωσίας». Το Κίεβο, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζει τις εκκλησιαστικές δομές που διατηρούν δεσμούς με τη Μόσχα ως πιθανό εργαλείο ρωσικής επιρροής και ζήτημα εθνικής ασφαλείας.
Ανάμεσα στις δύο πλευρές βρίσκονται οι πιστοί, οι κληρικοί και μια ανεκτίμητη θρησκευτική κληρονομιά, η οποία κινδυνεύει τόσο από τις πολεμικές καταστροφές και την παράνομη διακίνηση όσο και από την πολιτική εργαλειοποίηση.
Οι καταγγελίες περί πώλησης λειψάνων για την αγορά όπλων απαιτούν διεθνή και ανεξάρτητη έρευνα. Μέχρι να παρουσιαστούν χειροπιαστά αποδεικτικά στοιχεία, όμως, δεν μπορούν να θεωρούνται τεκμηριωμένες. Σε έναν πόλεμο όπου ακόμη και τα λείψανα των αγίων χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση στρατιωτικών και πολιτικών αφηγημάτων, η διάκριση ανάμεσα στο γεγονός, την καταγγελία και την προπαγάνδα είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΑϋφαντής: Έρχεται πολεμική σύγκρουση
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΓενοκτονία των Γιαζίντι: Ένα αιώνιο έγκλημα του ISIS κατά της ανθρώπινης συνείδησης
-
Άμυνα3 μήνες πρινΣάλος με εικόνες από τον «Θαλασσόλυκο 2026»: Τούρκοι δείχνουν Έλληνα αξιωματικό δίπλα σε αξιωματικό του ψευδοκράτους – Χαραλαμπίδης στο Geopolitico: “Φέρουν ευθύνες Δένδιας και Α’ΓΕΕΘΑ”
-
Άμυνα1 μήνα πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ4 εβδομάδες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
Πολιτική2 μήνες πρινΣεισμός από το Ισραήλ! Ο Υπουργός Εξωτερικών ανοίγει τον φάκελο της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων
-
Αναλύσεις2 ημέρες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 εβδομάδες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»