Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μερτς: Στήριξη τώρα, αμφισβήτηση μετά τις εκλογές; Η Γερμανία περιμένει την Κυριακή

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Γερμανός καγκελάριος ακυρώνει το ταξίδι στη Νέα Υόρκη και παραμένει στο Βερολίνο, την ίδια ώρα που το 48% των Γερμανών δεν τον βλέπει στην καγκελαρία μέχρι το τέλος του 2026.

Η Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο πολιτικό Σαββατοκύριακο και ο Φρίντριχ Μερτς επιλέγει να παραμείνει στο Βερολίνο, ακυρώνοντας το προγραμματισμένο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, εκεί όπου θα τον εκπροσωπήσει ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ. Η απόφαση έρχεται λίγες μόλις ημέρες πριν από τις εκλογές στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, σε μια στιγμή που η πολιτική συζήτηση στη Γερμανία έχει μετατραπεί σε συζήτηση για την ίδια την πολιτική επιβίωση του καγκελαρίου.

Το e-enimerosi.com είχε ήδη καταγράψει από τις 15 Σεπτεμβρίου ότι στο εσωτερικό της CDU είχε ανοίξει η συζήτηση για την επόμενη ημέρα, ακόμη και με το δίλημμα «στήριξη ή ανατροπή». Τότε είχαμε αναφερθεί στη συνεδρίαση του προεδρείου της CDU το βράδυ των εκλογών και στα σενάρια που εξετάζονται εάν τα αποτελέσματα της Κυριακής προκαλέσουν νέα μεγάλη πίεση στον καγκελάριο.

«Τι είναι ένα έμμεσο ερώτημα εμπιστοσύνης;»

Η συζήτηση πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά τις πληροφορίες ότι ο Μερτς θα μπορούσε, ουσιαστικά, να ζητήσει από την ηγεσία της CDU να επιβεβαιώσει ότι εξακολουθεί να διαθέτει την απαραίτητη πολιτική στήριξη για να συνεχίσει. Όταν ρωτήθηκε ευθέως για το ενδεχόμενο ενός «έμμεσου ερωτήματος εμπιστοσύνης», ο ίδιος απάντησε με ερώτηση: «Τι είναι ένα έμμεσο ερώτημα εμπιστοσύνης;». Παράλληλα, δήλωσε ότι έχει εκλεγεί για τέσσερα χρόνια και θέλει να αξιοποιήσει αυτή την περίοδο για να οδηγήσει τη Γερμανία έξω από τη σημερινή δύσκολη κατάσταση.

Εδώ χρειάζεται μία σημαντική διευκρίνιση. Το «έμμεσο ερώτημα εμπιστοσύνης» δεν αποτελεί συνταγματική διαδικασία αντίστοιχη με την επίσημη Vertrauensfrage (ερώτημα εμπιστοσύνης) στη βουλή. Πρόκειται περισσότερο για πολιτική περιγραφή της διαδικασίας που θα μπορούσε να εξελιχθεί στο εσωτερικό της CDU, εάν το προεδρείο και οι ισχυροί παράγοντες του κόμματος κληθούν, μετά τις εκλογές, να αποφασίσουν αν συνεχίζουν με τον Μερτς ή αν ανοίγουν θέμα ηγεσίας. Η ίδια η διαδικασία αλλαγής καγκελαρίου στη Γερμανία είναι πολύ πιο σύνθετη και απαιτεί κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Το σενάριο Χέντρικ Βούστ που είχαμε καταγράψει από τον Μάιο

Η συζήτηση για πιθανή αντικατάσταση του Μερτς δεν ξεκίνησε τώρα. Ήδη από τον Μάιο είχαμε αναφερθεί στα σενάρια που έφερναν στο προσκήνιο τον πρωθυπουργό της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βούστ, ως πιθανό αντικαταστάτη του Καγκελάριου. Ο Βούστ έκτοτε έχει επανειλημμένα απορρίψει τη σχετική συζήτηση και έχει δηλώσει δημόσια τη στήριξή του στον Μερτς. Τον Μάιο, μάλιστα, την επόμενη μέρα μετά τα δημοσιεύματα, μεταβαίνει στο Ντίσεντροφ ο Φρίντριχ Μέρτς, όπου συναντήθηκε και με τον Χέντρικ Βουστ και εκεί ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας τόνισε πως δεν έχει βλέψεις για την καγκελαρία και υποστηρίζει τον καγκελάριο.

Η εικόνα όμως επανέρχεται σήμερα διαφορετική. Ο Βούστ παραμένει ένα από τα ονόματα που συζητούνται στο εσωτερικό της Ένωσης, μαζί με τον πρόεδρο της CSU και πρωθυπουργό της Βαυαρίας, Μάρκους Ζόντα, αλλά και τον υπουργό Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ. Γερμανικά δημοσιεύματα έχουν ήδη καταγράψει αυτά τα ονόματα ως πιθανούς διαδόχους σε περίπτωση που ανοίξει πραγματικά θέμα αλλαγής στην κορυφή της κυβέρνησης. Δεν υπάρχει, ωστόσο, μέχρι σήμερα επίσημη υποψηφιότητα κανενός από αυτούς για την καγκελαρία.

Οι οκτώ πρωθυπουργοί στηρίζουν τον Μερτς

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι οκτώ πρωθυπουργοί κρατιδίων που προέρχονται από το CDU έδωσαν δημόσια στήριξη στον Μερτς, ζητώντας να σταματήσει η συζήτηση για αλλαγή προσώπων και υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενότητας και σταθερότητας. Στην κοινή τους δήλωση, πάντως, δεν αναφέρεται ονομαστικά ο Φρίντριχ Μερτς, γεγονός που προκάλεσε διαφορετικές ερμηνείες στο εσωτερικό του κόμματος.

Η δική μου εκτίμηση είναι ότι, λίγα εικοσιτετράωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες, υπάρχει προφανώς και μια επικοινωνιακή διάσταση σε αυτή την κίνηση. Το CDU θέλει να εμφανιστεί ενωμένο και να μη δώσει την εικόνα ενός κόμματος που οδηγείται στις εκλογές ενώ ταυτόχρονα συζητά την αντικατάσταση του αρχηγού του. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα της Κυριακής δεν μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα.

Αντίθετα, το πραγματικό τεστ θα έρθει την Κυριακή το βράδυ και κυρίως το πρωί της Δευτέρας. Οι σημερινές δηλώσεις στήριξης μπορεί να έχουν διαφορετική πολιτική βαρύτητα εάν το κόμμα υποστεί νέο εκλογικό πλήγμα.

48% δεν βλέπει τον Μερτς στην καγκελαρία μέχρι το τέλος του 2026

Την ίδια στιγμή, η δημοσκοπική εικόνα του καγκελαρίου είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Σύμφωνα με νέα έρευνα της YouGov, το 48% των 1.611 ερωτηθέντων εκτιμά ότι ο Μερτς δεν θα είναι πλέον καγκελάριος μέχρι το τέλος του 2026. Μόλις το 31% θεωρεί ότι θα παραμείνει στην καγκελαρία και μετά την αλλαγή του έτους, ενώ 21% δεν απάντησε.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον ARD-Deutschlandtrend, μόλις το 13% δηλώνει ικανοποιημένο από την εργασία του Μερτς. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί για εν ενεργεία καγκελάριο στη συγκεκριμένη μέτρηση. Τον Ιούνιο του 2025, λίγες εβδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η αντίστοιχη ικανοποίηση βρισκόταν στο 39%.

Και σε επίπεδο κομμάτων η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Στην τελευταία εθνική μέτρηση του Deutschlandtrend, το AfD βρίσκεται στο 27%, το CDU/CSU στο 21%, οι Πράσινοι στο 15%, το SPD στο 13% και η Αριστερά στο 12%.

Το CDU στο 6% και η μάχη του Βερολίνου

Το μεγαλύτερο άμεσο πρόβλημα για την CDU βρίσκεται στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Η τελευταία μέτρηση του ZDF δίνει στην CDU μόλις 6%, έναντι 37% για το SPD και 36% για το AfD. Με δεδομένο το στατιστικό περιθώριο, δεν είναι βέβαιο ακόμη ποιος θα τερματίσει πρώτος, ούτε ποιοι μικρότεροι σχηματισμοί θα περάσουν το όριο του 5%. Για το CDU, όμως, το ενδεχόμενο να μείνει εκτός του τοπικού κοινοβουλίου θα αποτελούσε εξαιρετικά σοβαρό πολιτικό πλήγμα.

Στο Βερολίνο η εικόνα είναι διαφορετική. Το CDU δεν βρίσκεται στο 7%, αλλά περίπου στο 20% και δίνει μάχη για την πρώτη θέση με την Αριστερά, η οποία βρίσκεται στο 22% στην τελευταία μέτρηση του ZDF. Το AfD ακολουθεί με 18%, οι Πράσινοι με 15% και το SPD με 12%. Το σημερινό κυβερνητικό σχήμα CDU-SPD δεν θα είχε, με αυτά τα δεδομένα, κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Έτσι, οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις έχουν αποκτήσει ευρύτερη σημασία. Δεν αποφασίζουν ποιος θα είναι ο επόμενος καγκελάριος, αλλά μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την εσωτερική ισορροπία στους Χριστιανοδημοκράτες. Με τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στα κρατίδια να είναι για τις 18 του Απρίλη του 2027 στο Σάαρλαντ και στο Σλέβιγκ-Χολστάιν, ενώ μία εβδομάδα αργότερα, στις 25 Απριλίου του 2027, στο Νίντερσαξεν.

Και πάνω από όλα, η οικονομική πίεση

Στην πολιτική κρίση προστίθεται η οικονομική πίεση. Οι υψηλές τιμές των καυσίμων έχουν μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της κυβέρνησης, με την πρόταση για προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στη βενζίνη και το diesel από 19% σε 7% να βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης. Όπως και ένα ανώτατο όριο στις τιμές των καυσίμων. Ως πρόσθετο μέτρο, έρχεται και η έκπτωση καυσίμων, η οποία ίσχυε ήδη τον Μάιο και τον Ιούνιο, προφανώς πρόκειται να επαναφερθεί. Τότε, ο ενεργειακός φόρος μειώθηκε κατά 17 σεντς. Η πρόταση προέρχεται από την πλευρά της CDU, ενώ στον κυβερνητικό συνασπισμό υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η επιβάρυνση των πολιτών.

Η κυβέρνηση βρίσκεται επομένως μπροστά σε ένα διπλό τεστ. Από τη μία, πρέπει να δείξει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την οικονομική πίεση και την ακρίβεια. Από την άλλη, ο Μερτς πρέπει να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει την πολιτική στήριξη μέσα στην ίδια του την παράταξη. Το βράδυ της Κυριακής, όταν κλείσουν οι κάλπες σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, οι σημερινές δηλώσεις ενότητας μπορεί να αποκτήσουν διαφορετικό νόημα.

Μέχρι σήμερα, οι οκτώ πρωθυπουργοί των κρατιδίων στέκονται στο πλευρό του Μερτς. Τη Δευτέρα το πρωί, όμως, η εικόνα μπορεί να είναι διαφορετική, εάν τα αποτελέσματα της Κυριακής προκαλέσουν νέα σοβαρή απώλεια για την CDU.

Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι πλέον εάν υπάρχει συζήτηση για τον Μερτς. Θα είναι εάν η συζήτηση αυτή μπορεί πλέον να κλείσει ή εάν μόλις θα έχει ανοίξει πραγματικά.

Γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1984, όπου τελείωσε το λύκειο. Συνέχισε τις σπουδές του Θεσσαλονίκη στον τομέα της Πληροφορικής και των Δικτύων και ασχολήθηκε παράλληλα με τον κλασικό αθλητισμό. Αργότερα εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, πέρασε από πολλά στάδια στην Ελλάδα, ασχολούμενος με τα κοινά και τα πολιτιστικά, ωστόσο μεγάλος έρωτας και μικρόβιο φυσικά πάντα παραμένει ο στίβος και η ενασχόλησή του με τα διοικητικά αυτού. Πλέον είναι για πάνω από μία δεκαετία κάτοικος του εξωτερικού, καθώς ζει και εργάζεται στην Γερμανία. Είναι ένας περήφανος πατέρας δύο παιδιών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Ένας άνθρωπος που όσο βρισκόταν στην μητέρα πατρίδα είχε εμπλακεί με πολλές δραστηριότητες. Ένα ανήσυχο πνεύμα που θέλει να εξερευνά νέα πράγματα, του αρέσει να ασχολείται με τα κοινά και προσπαθεί να κάνει έναν κόσμο καλύτερο. Θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο διορατικό, με οξυδέρκεια, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού και αυτοκριτικής. Πλέον ως κάτοικος του εξωτερικού, οι σκέψεις, οι αντιλήψεις, οι ιδέες και τα όνειρα για το μέλλον έχουν μεγαλώσει κι εξελιχθεί. Η διαβίωση στο εξωτερικό μεγάλωσε την επιθυμία ανάδειξης του απόδημου Ελληνισμού, καθώς πριν ακόμη μεταναστεύσει, ήταν περήφανος για όλους τους Έλληνες της διασποράς. Ο ίδιος θέλει να αναδείξει με όποιον τρόπο μπορεί την ύπαρξη του Ελληνισμού στα πέρατα του κόσμου, και να τον μεταφέρει στην μητέρα πατρίδα. Η αρθρογραφία, τα ρεπορτάζ, οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές είναι ένα κομμάτι του εαυτού του πλέον, το οποίο δεν μπορεί να αποχωριστεί και μέσα από αυτό, προσπαθεί να μεταφέρει την ύπαρξη της διασποράς στην Ελλάδα, αλλά και όλα τα καλά της πατρίδας προς όλους στην διασπορά.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις15 λεπτά πριν

“Μυρίζει” Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης αναλύει τις επικίνδυνες γεωπολιτικές εξελίξεις που διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό σκηνικό ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ.

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Καραϊτίδης: Προσοχή στην τουρκική παγίδα! Το καλώδιο και το μήνυμα Ρούμπιο

Ο πρέσβης ε.τ. Δημήτρης Καραϊτίδης παρεμβαίνει στη «Ναυτεμπορική» και αναλύει τις εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά την επίσκεψη του Αμερικανού...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Το καλώδιο θα προχωρήσει κανονικότατα» – Καμία ενημέρωση στην Τουρκία

Την εκτίμηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει με τη σχεδιασμένη όδευση, χωρίς ενημέρωση ή άδεια της Τουρκίας, διατύπωσε...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Απειλές για τα ελληνικά νησιά! Τι κρύβει η νέα τουρκική επίθεση

Νέα δεδομένα διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Τουρκία να ανεβάζει τους τόνους για το GSI και να παρακολουθεί με...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο

Αιχμές για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών, προειδοποίηση για τις «γκρίζες ζώνες» και την οικονομική εξάρτηση των νησιών, αλλά και μήνυμα...

Δημοφιλή