GEOPOLITICO
Η Τουρκία δοκιμάζει την επιστράτευση απέναντι από το Αιγαίο – Τι κρύβει η άσκηση «Yıldırım-2026»
Από τις 21 έως τις 27 Οκτωβρίου, η Άγκυρα ενεργοποιεί στη Φώκαια της Σμύρνης μια μεγάλης σημασίας διαδικασία ελέγχου της στρατιωτικής επιστράτευσης. Στο επίκεντρο η 1η Ταξιαρχία Αμφίβιων Πεζοναυτών, οι έφεδροι και ο συντονισμός των κρατικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις διαφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες και τα ενεργειακά έργα στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει άσκηση επιστράτευσης στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας.
Πρόκειται για την άσκηση «Yıldırım-2026», η οποία, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας στις 22 Σεπτεμβρίου, θα διεξαχθεί από τις 21 έως τις 27 Οκτωβρίου στη Φώκαια της Σμύρνης.
Η άσκηση, το όνομα της οποίας σημαίνει “Αστραπή” στα ελληνικά, πραγματοποιείται στην 1η Ταξιαρχία Αμφίβιων Πεζοναυτών του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, σχηματισμό με ιδιαίτερη σημασία για τις αμφίβιες επιχειρήσεις.
Δοκιμή της πολεμικής κινητοποίησης
Η επίσημη τουρκική ανακοίνωση προσδιορίζει τέσσερις βασικούς στόχους.
Πρώτος είναι η δοκιμή του συστήματος επιστράτευσης των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Δεύτερος, η εκπαίδευση των εφέδρων που έχουν λάβει φύλλα πορείας. Τρίτος, ο έλεγχος των διαδικασιών ειδοποίησης και πρόσκλησης του προσωπικού, σε συντονισμό με τις στρατιωτικές και πολιτικές αρχές.
Ο τέταρτος στόχος έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η δοκιμή της συνεργασίας ανάμεσα στις Ένοπλες Δυνάμεις, τα υπουργεία και τους κρατικούς οργανισμούς σε περίπτωση επιστράτευσης ή πολέμου.
Η άσκηση πραγματοποιείται με βάση την τουρκική νομοθεσία και την προεδρική απόφαση 11023 της 11ης Μαρτίου 2026.
Γιατί έχει σημασία η Φώκαια
Η γεωγραφία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Η Φώκαια βρίσκεται στις μικρασιατικές ακτές, απέναντι από τον ευρύτερο χώρο του ανατολικού Αιγαίου.
Η επιλογή ενός αμφίβιου σχηματισμού προσδίδει στην άσκηση ξεχωριστό επιχειρησιακό ενδιαφέρον. Η δυνατότητα γρήγορης κινητοποίησης εφέδρων και υποστήριξης μονάδων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για κάθε στρατό που επιθυμεί να διατηρεί αξιόπιστες εφεδρείες σε περίπτωση σύγκρουσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία ετοιμάζεται κατ’ ανάγκη να πραγματοποιήσει αποβατική ενέργεια κατά ελληνικού νησιού. Η άσκηση έχει προαναγγελθεί και εντάσσεται στον επίσημο προγραμματισμό των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Ωστόσο, η διαρκής εκπαίδευση στην επιστράτευση, ιδιαίτερα όταν αφορά αμφίβιες δυνάμεις, είναι παράμετρος που πρέπει να εξετάζεται μαζί με το τουρκικό δόγμα επιχειρήσεων, τη δομή των μονάδων και τις στρατιωτικές υποδομές στη δυτική Μικρά Ασία.
Για την ελληνική πλευρά, το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι μόνο πόσες μονάδες διαθέτει η Τουρκία, αλλά και πόσο γρήγορα μπορεί να τις ενισχύσει, να τις υποστηρίξει και να τις διατηρήσει σε επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η Yıldırım-2026 αποτελεί μία ακόμη ευκαιρία παρατήρησης αυτών των δυνατοτήτων.
GEOPOLITICO
Από τα παλάτια του Κόλπου στους δρόμους της Ευρώπης
Κατάρ, Μουσουλμανική Αδελφότητα, πανεπιστήμια και δίκτυα πολιτικής επιρροής: Η μάχη για τη συνείδηση της ευρωπαϊκής νεολαίας και τα ερωτήματα που οι κυβερνήσεις δεν μπορούν πλέον να αγνοούν.
Πώς χρηματοδοτούνται τα δίκτυα πολιτικής επιρροής στην Ευρώπη
Γράφει ο Θεόδωρος
Πρώην Διευθυντής Πληροφοριών και Αντικατασκοπείας ΓΕΕΘΑ | Πρώην Διευθυντής Στρατιωτικής Συνεργασίας στο SHAPE/NATO
Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst
Εισαγωγή
Η συζήτηση για την ισλαμιστική επιρροή στην Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται αποκλειστικά στην τρομοκρατία, στη ριζοσπαστικοποίηση ή στην ασφάλεια των συνόρων. Υπάρχει μια ευρύτερη διάσταση, λιγότερο ορατή αλλά δυνητικά εξίσου σημαντική: η συστηματική αξιοποίηση οικονομικών πόρων, θρησκευτικών και κοινωνικών δικτύων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, οργανώσεων νεολαίας και δημόσιων παρεμβάσεων για την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών επιδιώξεων.
Η αφετηρία της ανάλυσης πρέπει να είναι απολύτως σαφής. Το ζήτημα δεν είναι το Ισλάμ ως θρησκεία ούτε οι μουσουλμάνοι πολίτες που ζουν και δραστηριοποιούνται νόμιμα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το πραγματικό ερώτημα αφορά τις οργανωμένες προσπάθειες πολιτικής επιρροής, όταν αυτές συνδέονται με αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις, διακρατικές στρατηγικές ή δίκτυα που επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση στους θεσμούς και να επηρεάσουν τη δημόσια συζήτηση. Η δημοκρατία οφείλει να προστατεύει ταυτόχρονα τη θρησκευτική ελευθερία, την ισότητα των πολιτών και την ανεξαρτησία των θεσμών της.
Δεν είναι κάθε ισλαμική οργάνωση απειλή, κάθε χρηματοδότηση από το εξωτερικό ύποπτη ούτε κάθε κοινωνική κινητοποίηση προϊόν καθοδήγησης. Η ανάλυση οφείλει να διακρίνει τα επιβεβαιωμένα γεγονότα από τις καταγγελίες και τις εκτιμήσεις. Όταν, όμως, υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι οικονομικοί πόροι, θεσμικές συνεργασίες και οργανωμένα δίκτυα χρησιμοποιούνται για την προώθηση πολιτικών σκοπών, η διερεύνηση δεν αποτελεί προκατάληψη. Αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας.
Το Κατάρ και η στρατηγική της επιρροής
Το Κατάρ έχει αναπτύξει μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αξιοποιώντας τον ενεργειακό του πλούτο, τη διπλωματία, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, τις επενδύσεις, την εκπαίδευση και τη χρηματοδότηση διεθνών πρωτοβουλιών. Η μικρή γεωγραφική του έκταση δεν αντανακλά το μέγεθος της διεθνούς παρουσίας του. Μέσω της οικονομικής ισχύος και της δυνατότητας να διατηρεί σχέσεις με διαφορετικούς, ακόμη και αντίπαλους, περιφερειακούς και διεθνείς παράγοντες, το εμιράτο επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του πέρα από τα όρια του Κόλπου [1].
Σε αυτή τη στρατηγική εντάσσεται και η μακρόχρονη σχέση του Κατάρ με πρόσωπα και κύκλους που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Η παρουσία του ισλαμιστή θεολόγου Γιουσούφ αλ-Καραντάουι στην Ντόχα, η δημόσια επιρροή του και η προβολή του από το δίκτυο Al Jazeera έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης δημοσιογραφικής και πολιτικής συζήτησης. Η σχέση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε δραστηριότητα του Κατάρ ελέγχεται από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, αποτυπώνει όμως μια ιστορικά σημαντική σύγκλιση συμφερόντων και διαύλων επιρροής.
Η Μουσουλμανική Αδελφότητα δεν είναι ένα ενιαίο, ομοιογενές σώμα με απολύτως κοινή δράση σε όλες τις χώρες. Πρόκειται για κίνημα με διαφορετικές εθνικές οργανώσεις, ιστορικές διαδρομές και πολιτικές πρακτικές. Ορισμένοι κλάδοι έχουν συμμετάσχει στην πολιτική διαδικασία, άλλοι έχουν αντιμετωπιστεί από κυβερνήσεις ως απειλή, ενώ συγκεκριμένα πρόσωπα ή οργανώσεις έχουν συνδεθεί με εξτρεμιστικές πρακτικές. Η διάκριση ανάμεσα στο ευρύτερο ιδεολογικό ρεύμα, στις επιμέρους οργανώσεις και σε συγκεκριμένες παράνομες δραστηριότητες είναι απαραίτητη για μια σοβαρή αξιολόγηση [2][3].
Η στρατηγική σημασία του ζητήματος βρίσκεται ακριβώς εδώ: η επιρροή δεν ασκείται μόνο με κρατικές δηλώσεις ή άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις. Μπορεί να αναπτύσσεται σταδιακά μέσα από τη χρηματοδότηση πολιτιστικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων, την υποστήριξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τη δημιουργία δικτύων συνεργασίας και την ανάπτυξη σχέσεων με ανθρώπους που αποκτούν πρόσβαση σε κοινότητες, πανεπιστήμια ή δημόσιους θεσμούς.
Η χρηματοδότηση θρησκευτικών ιδρυμάτων και τα ερωτήματα διαφάνειας
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ευρωπαϊκής συζήτησης είναι η έρευνα που παρουσιάστηκε στο βιβλίο Qatar Papers των δημοσιογράφων Κριστιάν Σενό και Ζορζ Μαλμπρουνό. Το έργο εξετάζει χρηματοδοτήσεις που αποδίδονται σε καταριανούς φορείς και αφορούν τζαμιά, ισλαμικά κέντρα και άλλες δομές στην Ευρώπη. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τους συγγραφείς και αναφέρθηκαν σε δημοσιογραφικά δημοσιεύματα, η έρευνα κατέγραψε ευρύ δίκτυο έργων και χρηματοδοτήσεων σε ευρωπαϊκές χώρες [4].
Οι σχετικές αναφορές προκάλεσαν ερωτήματα για τη φύση των χρηματοδοτούμενων δραστηριοτήτων, τις σχέσεις ορισμένων αποδεκτών με ισλαμιστικά δίκτυα και τη δυνατότητα των χρηματοδοτών να επηρεάζουν τη θρησκευτική ή ιδεολογική κατεύθυνση των ιδρυμάτων. Οι καταγγελίες και τα δημοσιογραφικά ευρήματα δεν αποτελούν αυτομάτως δικαστικά αποδεδειγμένες παραβάσεις. Ούτε μπορούμε να αποδείξουμε εύκολα ότι τα χρηματοδοτούμενα τζαμιά ή θρησκευτικά κέντρα μπορούν να θεωρούνται φορείς πολιτικής επιρροής. Η ουσία βρίσκεται στην εξέταση κάθε περίπτωσης με βάση τα έγγραφα, τη διαδρομή των χρημάτων, τον τελικό δικαιούχο και τις πραγματικές δραστηριότητες.
Αυτό που αναδεικνύεται είναι η ανάγκη διαφάνειας. Όταν ένας ξένος κρατικός ή ιδιωτικός φορέας χρηματοδοτεί ένα ίδρυμα στην Ευρώπη, πρέπει να είναι σαφές:
- ποιος παρέχει τα χρήματα,
- ποιος τα λαμβάνει,
- ποιος καθορίζει τις προτεραιότητες και
- εάν υπάρχουν όροι που συνδέονται με τη λειτουργία του ιδρύματος.
Η διαφάνεια δεν αποτελεί περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας. Είναι η προϋπόθεση ώστε η ελευθερία αυτή να μη χρησιμοποιείται ως κάλυψη αδιαφανών πολιτικών δραστηριοτήτων.
Το ίδιο ζήτημα αφορά τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και τα προγράμματα διεθνούς συνεργασίας. Η ξένη χρηματοδότηση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επιστημονική έρευνα και στην εκπαιδευτική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ανάγκη ελέγχου των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, των όρων των δωρεών και της ανεξαρτησίας των ερευνητικών προτεραιοτήτων. Οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές συζητήσεις για τη διαφάνεια της πανεπιστημιακής χρηματοδότησης αναδεικνύουν ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη θρησκεία, αλλά συνολικά τη σχέση οικονομικής ισχύος, γνώσης και επιρροής [5][6].
Πέρα από το Κατάρ: Σαουδική Αραβία, Εμιράτα και Κουβέιτ
Η εξέταση της εξωτερικής ισλαμιστικής επιρροής στην Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται στο Κατάρ. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ έχουν αναπτύξει διαφορετικές μορφές διεθνούς παρουσίας, αξιοποιώντας οικονομικούς πόρους, θρησκευτικούς θεσμούς, φιλανθρωπικές δραστηριότητες και πολιτιστικές σχέσεις. Δεν αποτελούν, ωστόσο, ενιαίο μπλοκ και δεν ακολουθούν την ίδια ιδεολογική ή γεωπολιτική κατεύθυνση.
Η Σαουδική Αραβία έχει ιστορικά χρηματοδοτήσει θρησκευτικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα εκτός των συνόρων της, προβάλλοντας μια συντηρητική ερμηνεία του σουνιτικού Ισλάμ. Η διεθνής διάδοση αυτής της θρησκευτικής προσέγγισης έχει αποτελέσει αντικείμενο ερευνών και πολιτικών συζητήσεων, ιδίως ως προς τον ρόλο χρηματοδοτούμενων ιδρυμάτων στη διαμόρφωση θρησκευτικών αντιλήψεων [11]. Η ιστορική αυτή δραστηριότητα δεν επιτρέπει να θεωρείται κάθε σαουδαραβική δωρεά ύποπτη ούτε να αποδίδονται οι ίδιες πρακτικές στη σημερινή πολιτική ηγεσία χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Επιβάλλει, όμως, να εξετάζονται οι πηγές χρηματοδότησης, οι όροι και οι δραστηριότητες των αποδεκτών.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ακολουθούν διαφορετική γραμμή, αντιμετωπίζοντας τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως απειλή για την πολιτική τους τάξη και αντιπαρατιθέμενα σε οργανώσεις που θεωρούν ότι προωθούν πολιτικό Ισλάμ. Η αντιπαλότητά τους με το Κατάρ έχει αποτελέσει σημαντικό στοιχείο του ανταγωνισμού στον Κόλπο. Επομένως, η εξομοίωση των δύο κρατών ως φορέων μιας κοινής ισλαμιστικής στρατηγικής θα ήταν ανακριβής. Η ευρύτερη αρχή, ωστόσο, παραμένει η ίδια: η διπλωματική και οικονομική παρουσία κάθε ξένης δύναμης πρέπει να εξετάζεται με βάση τις πραγματικές δραστηριότητες και όχι με βάση τις δηλωμένες πολιτικές προθέσεις της.
Το Κουβέιτ, επίσης, εμφανίζεται σε ευρωπαϊκές συζητήσεις για τη χρηματοδότηση θρησκευτικών ιδρυμάτων και οργανώσεων. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει αναδείξει το ζήτημα της ξένης χρηματοδότησης του Ισλάμ στην Ευρώπη και την ανάγκη να περιορίζονται οι συνθήκες που μπορεί να διευκολύνουν τη ριζοσπαστικοποίηση, χωρίς να παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία [12]. Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν υπάρχει διαφάνεια, ποιος ασκεί τον πραγματικό έλεγχο και εάν τεκμηριώνονται πολιτικές παρεμβάσεις ή προώθηση εξτρεμιστικών ιδεών.
Η σύγκριση αυτών των χωρών οδηγεί σε ένα ουσιαστικό συμπέρασμα: η Ευρώπη χρειάζεται σταθερούς κανόνες διαφάνειας και ελέγχου που να εφαρμόζονται σε όλους τους εξωτερικούς χρηματοδότες. Η αξιολόγηση πρέπει να αφορά συγκεκριμένα δίκτυα, θεσμικές σχέσεις και δραστηριότητες, όχι συλλογικές υποψίες εναντίον ολόκληρων κρατών ή θρησκευτικών κοινοτήτων.
Οι βασιλικές οικογένειες του Κόλπου, οι οικονομικές διασυνδέσεις και τα δίκτυα επιρροής
Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται η θρησκευτική και πολιτική επιρροή ορισμένων κρατών του Κόλπου στην Ευρώπη, χρειάζεται να εξεταστεί όχι μόνο η επίσημη κρατική πολιτική τους, αλλά και ο ρόλος των κυβερνωσών οικογενειών, των προσώπων που διαχειρίζονται φιλανθρωπικά κεφάλαια και των οργανισμών που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι. Η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής ισχύος στις δυναστικές ελίτ ορισμένων μοναρχιών δημιουργεί ένα ιδιαίτερο περιβάλλον, στο οποίο οι κρατικές προτεραιότητες, οι προσωπικές σχέσεις, οι ιδιωτικές δωρεές και οι δραστηριότητες κοινωφελών οργανισμών μπορούν να αλληλοσυνδέονται. Η εξέταση αυτών των σχέσεων βοηθαει στην κατανόηση, για την προέλευση των κεφαλαίων, και πως οι όροι χρηματοδότησης και οι πραγματικοί δεσμοί μεταξύ χρηματοδοτών και αποδεκτών πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ουσιαστικού ελέγχου.
Η περίπτωση του Κατάρ προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προς διερεύνηση. Στο βιβλίο Qatar Papers, οι Γάλλοι δημοσιογράφοι Christian Chesnot και Georges Malbrunot παρουσιάζουν έγγραφα και στοιχεία που, σύμφωνα με την έρευνά τους, καταγράφουν τη χρηματοδότηση τζαμιών, σχολείων και ισλαμικών κέντρων στην Ευρώπη μέσω της Qatar Charity, καθώς και τη σύνδεση μέρους των χρηματοδοτήσεων με οργανώσεις που σχετίζονται με το περιβάλλον της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Οι συγγραφείς εξετάζουν, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή μελών της οικογένειας Αλ Θάνι στη χρηματοδότηση και τις διαδρομές μέσω των οποίων διοχετεύονταν οι πόροι [18]. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν δημοσιογραφική έρευνα με συγκεκριμένο αντικείμενο και πρέπει να αξιολογούνται ανά έργο, φορέα και χρηματοδοτική συναλλαγή· δεν δικαιολογούν τη γενίκευση ότι όλες οι δραστηριότητες της Qatar Charity ή όλοι οι αποδέκτες της υπηρετούν ενιαίο πολιτικό σχέδιο.
Η στρατηγική σημασία αυτών των δικτύων βρίσκεται στο γεγονός ότι η επιρροή δεν χρειάζεται να ασκείται αποκλειστικά μέσω επίσημων διπλωματικών διαύλων. Μπορεί να αναπτύσσεται μακροπρόθεσμα μέσα από τη χρηματοδότηση θρησκευτικών εγκαταστάσεων, εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών, υποτροφιών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων, καθώς και μέσα από τη διαμόρφωση σχέσεων με τοπικούς παράγοντες, συλλόγους και πρόσωπα με πρόσβαση στις κοινότητες. Όταν η χρηματοδότηση συνοδεύεται από ουσιαστική εξάρτηση του αποδέκτη από τον εξωτερικό χρηματοδότη, δημιουργείται δυνητικά μια σχέση επιρροής που μπορεί να υπερβεί τον αρχικό κοινωφελή σκοπό. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος προσφέρει τα χρήματα, αλλά και ποιος καθορίζει τις προτεραιότητες, ποιος ελέγχει τη χρήση τους και εάν οι όροι της χρηματοδότησης επηρεάζουν το περιεχόμενο ή τον προσανατολισμό της δραστηριότητας.
Μια διαφορετική, αλλά εξίσου χρήσιμη για την ανάλυση, περίπτωση παρουσιάζει το Κουβέιτ και η κυβερνώσα οικογένεια Αλ Σαμπάχ. Σε μελέτη του Carnegie Endowment for International Peace, ο Zoltan Pall περιγράφει πώς η δυναστική ηγεσία αξιοποίησε κατά περιόδους τις σχέσεις της με σαλαφιστικά δίκτυα στο εσωτερικό της χώρας, τόσο για να ενισχύσει πολιτικούς συμμάχους όσο και για να εξισορροπήσει άλλες αντιπολιτευτικές δυνάμεις. Η μελέτη αναφέρει, ειδικότερα, ότι ο Fahad al-Ahmad Al Sabah συνέβαλε οικονομικά στη δημιουργία της Revival of Islamic Heritage Society, ενώ καταγράφει τη μεταγενέστερη διεύρυνση της παρουσίας σαλαφιστικών κύκλων σε κρατικούς θρησκευτικούς θεσμούς και σε διακρατικά δίκτυα [19]. Το παράδειγμα δείχνει πώς η χρηματοδότηση και η θεσμική πρόσβαση μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα πολιτικής διαχείρισης και οικοδόμησης συμμαχιών. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι οι σχέσεις ανάμεσα σε μοναρχίες και ισλαμιστικές οργανώσεις δεν είναι πάντοτε σταθερές ή ιδεολογικά ομοιογενείς: συχνά χαρακτηρίζονται από συγκυριακή συνεργασία, αμοιβαία οφέλη και προσπάθειες ελέγχου.
Στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, η ανάλυση χρειάζεται αντίστοιχη διάκριση ανάμεσα στην επίσημη κρατική θρησκευτική πολιτική, στους θεσμούς και στις φιλανθρωπικές δομές που συνδέονται με το βασίλειο, καθώς και στις πρωτοβουλίες ιδιωτών δωρητών. Οι σχέσεις ανάμεσα σε κρατικούς φορείς, θρησκευτικά ιδρύματα και ιδιωτικά κεφάλαια δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ενιαίο σύστημα διοίκησης. Επιβάλλεται, ωστόσο, να εξετάζονται ως πιθανά κανάλια διάδοσης ιδεών, ενίσχυσης θεσμών και οικοδόμησης διεθνών δικτύων, με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία που τεκμηριώνουν κάθε περίπτωση. Το ίδιο ισχύει και για άλλες μοναρχίες του Κόλπου: η κοινή θρησκευτική αναφορά δεν συνεπάγεται κοινή στρατηγική, ενώ οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί μπορεί να οδηγούν ακόμη και σε στήριξη διαφορετικών ή αντίπαλων κινημάτων.
Από την άποψη της ευρωπαϊκής ασφάλειας, η ουσία δεν βρίσκεται στην καταγωγή ή στη θρησκεία των δωρητών, αλλά στη διαφάνεια και στη δυνατότητα ελέγχου των σχέσεων χρηματοδότησης και επιρροής. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να γνωρίζουν τον τελικό χρηματοδότη, τους ενδιάμεσους φορείς, τους όρους των δωρεών, τη χρήση των κεφαλαίων και τυχόν αδήλωτες σχέσεις εξάρτησης.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν προκύπτουν ενδείξεις απόκρυψης της πραγματικής προέλευσης των χρημάτων, αδιαφανούς διαχείρισης ή σύνδεσης χρηματοδοτούμενων δραστηριοτήτων με πολιτικές επιδιώξεις που δεν δηλώνονται στους αποδέκτες ή στις δημόσιες αρχές.
Το στρατηγικό ερώτημα, τελικά, είναι κατά πόσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαθέτουν επαρκή εικόνα για τα δίκτυα μέσω των οποίων εξωτερικοί κρατικοί και ιδιωτικοί παράγοντες μπορούν να αποκτούν μακροχρόνια πρόσβαση σε κοινωνικούς θεσμούς και κοινότητες. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αδιακρίτως αντιμετώπιση της φιλανθρωπίας ως απειλής, αλλά στη συστηματική χαρτογράφηση των χρηματοδοτικών διαδρομών, στην αξιολόγηση των πραγματικών δεσμών και στην εφαρμογή κοινών κανόνων διαφάνειας.
Μόνο έτσι μπορεί να διαχωριστεί η νόμιμη θρησκευτική και κοινωφελής δραστηριότητα από τις περιπτώσεις όπου η οικονομική στήριξη ενδέχεται να χρησιμοποιείται ως μέσο πολιτικής επιρροής.
Η Τουρκία: θρησκευτική παρουσία, διασπορά και πολιτική επιρροή
Η Τουρκία έχει ιδιαίτερη θέση στην ευρωπαϊκή συζήτηση, καθώς η διεθνής της παρουσία δεν περιορίζεται στη θρησκευτική διπλωματία. Συνδέεται με μια ευρύτερη στρατηγική διατήρησης δεσμών με την τουρκική διασπορά, προβολής της πολιτικής της ταυτότητας και ενίσχυσης του περιφερειακού της ρόλου. Η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας (Diyanet) αποτελεί κρατικό θεσμό με διεθνή παρουσία και σχέσεις με θρησκευτικές κοινότητες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.
Έρευνες για την τουρκική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη έχουν αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρεί πολιτικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς δεσμούς με κοινότητες του εξωτερικού. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί ανησυχίες σε ευρωπαϊκές χώρες για την πιθανή χρήση θρησκευτικών ή πολιτιστικών δομών ως διαύλων κρατικής επιρροής [13][14]. Η ύπαρξη τέτοιων ανησυχιών δεν παρέχει αποδείξεις ότι κάθε θρησκευτικός λειτουργός ή κάθε τουρκικό ίδρυμα δρα ως πολιτικό όργανο. Αναδεικνύει, όμως, τη σημασία της διοικητικής σχέσης, της χρηματοδότησης και της πραγματικής δραστηριότητας των οργανώσεων.
Τα τζαμιά και οι θρησκευτικοί λειτουργοί εξυπηρετούν νόμιμες ανάγκες λατρείας και κοινωνικής συνοχής. Η διατήρηση της γλώσσας, της πολιτιστικής ταυτότητας και των δεσμών με τη χώρα καταγωγής δεν συνιστά από μόνη της πρόβλημα. Το ζήτημα ανακύπτει όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι κρατικοί μηχανισμοί επιχειρούν να επηρεάσουν πολιτικές επιλογές, να ασκήσουν πιέσεις σε μέλη της διασποράς ή να μεταφέρουν στο εσωτερικό της χώρας υποδοχής πολιτικές αντιπαραθέσεις της χώρας προέλευσης.
Για την Ελλάδα, η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της κατάστασης στη Θράκη. Η προστασία των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας, όπως κατοχυρώνονται από το εθνικό και διεθνές δίκαιο, είναι αδιαπραγμάτευτη. Εξίσου αναγκαία είναι, όμως, η διασφάλιση ότι θρησκευτικοί και πολιτιστικοί δεσμοί δεν μετατρέπονται σε μηχανισμό πολιτικής εξάρτησης ή παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Η διάκριση ανάμεσα στη μειονοτική ταυτότητα και στην πολιτική εργαλειοποίησή της είναι απαραίτητη. Η ελληνική πολιτεία οφείλει να προστατεύει τους πολίτες της χωρίς διακρίσεις, να αποφεύγει τη συλλογική καχυποψία και ταυτόχρονα να διερευνά κάθε συγκεκριμένη ένδειξη παράνομης εξωτερικής παρέμβασης. Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει ανεξάρτητα από το εάν ο εξωτερικός παράγοντας είναι η Τουρκία, το Κατάρ ή οποιοδήποτε άλλο κράτος.
Η ευρωπαϊκή διάσταση και η πολιτική της νεολαίας
Η εξωτερική επιρροή δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση θρησκευτικών ιδρυμάτων ή στη δημιουργία πολιτιστικών δεσμών. Μπορεί να αναπτύσσεται και μέσα από οργανώσεις νεολαίας, πολιτιστικά δίκτυα, πανεπιστημιακές συνεργασίες, προγράμματα ανταλλαγών και παρεμβάσεις στη δημόσια συζήτηση. Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν συνηθισμένες και θεμιτές μορφές κοινωνικής και διεθνούς συνεργασίας και δεν συνιστούν, από μόνες τους, ένδειξη ύποπτης δραστηριότητας. Η ουσιαστική αξιολόγηση προϋποθέτει συγκεκριμένα στοιχεία για τις πηγές χρηματοδότησης, τη διοίκηση, τις οργανωτικές διασυνδέσεις, τους πραγματικούς στόχους και τη φύση των δραστηριοτήτων κάθε φορέα.
Οι νέοι στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν υπαρκτές κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις:
- οικονομική ανασφάλεια,
- δυσκολία πρόσβασης στη στέγαση,
- κοινωνικές ανισότητες,
- διακρίσεις,
- αναξιοκρατία,
- φαινόμενα διαφθοράς και
- μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Παράλληλα, οι διεθνείς κρίσεις, όπως ο πόλεμος στη Γάζα, προκαλούν έντονες πολιτικές και ανθρωπιστικές αντιδράσεις, οι οποίες συχνά εκφράζονται μέσα από διαδηλώσεις, φοιτητικές κινητοποιήσεις και δημόσιες παρεμβάσεις. Οι αντιδράσεις αυτές αποτελούν μέρος της δημοκρατικής ζωής και δεν μπορούν να αποδίδονται σε εξωτερική καθοδήγηση χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.
Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος οι πραγματικές κοινωνικές εντάσεις να αποτελέσουν πεδίο δράσης για οργανωμένα πολιτικά, ιδεολογικά ή εξτρεμιστικά δίκτυα που επιδιώκουν να διευρύνουν την επιρροή τους. Η αξιοποίηση ενός υπαρκτού κοινωνικού αιτήματος για την προώθηση ευρύτερων πολιτικών επιδιώξεων δεν είναι από μόνη της παράνομη. Η κατάσταση αποκτά διαφορετική διάσταση όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις συγκαλυμμένης χρηματοδότησης, συντονισμένης χειραγώγησης, παραπληροφόρησης ή διασύνδεσης με φορείς που επιδιώκουν να επηρεάσουν παράνομα τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις σε μια ευρωπαϊκή χώρα.
Η ιδιαίτερη σημασία αυτών των εξελίξεων βρίσκεται στο γεγονός ότι μια κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να ξεκινήσει από απολύτως πραγματικά και δικαιολογημένα αιτήματα, αλλά στη συνέχεια να μετατραπεί σε πεδίο δράσης διαφορετικών ομάδων με αποκλίνουσες επιδιώξεις.
Στις μεγάλες συγκεντρώσεις, η παρουσία χιλιάδων πολιτών δυσχεραίνει τη διάκριση ανάμεσα στους ειρηνικούς διαδηλωτές, στις οργανωμένες ομάδες που επιδιώκουν βίαιη αντιπαράθεση και σε εκείνους που ενδέχεται να επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν την αναταραχή για ευρύτερους πολιτικούς σκοπούς. Σε αυτό το περιβάλλον, οργανωμένα δίκτυα μπορούν να ενισχύουν την πόλωση, να διαδίδουν παραπλανητικές πληροφορίες, να παρουσιάζουν κάθε θεσμική αντίδραση ως απόδειξη γενικευμένης καταστολής και να ενθαρρύνουν την πεποίθηση ότι η συνεννόηση με τις δημοκρατικές αρχές είναι πλέον αδύνατη.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία, καθώς εικόνες πραγματικών επεισοδίων, αποσπασματικά βίντεο ή περιεχόμενο χωρίς επαρκές πλαίσιο είναι δυνατόν να αναπαράγονται μαζικά και να χρησιμοποιούνται για την όξυνση της αντιπαράθεσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ξένη χειραγώγηση της πληροφόρησης μπορεί να πολώσει τις κοινωνίες και να υπονομεύσει τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών [16].
Για τον εντοπισμό τέτοιων πρακτικών απαιτείται συστηματική εξέταση συγκεκριμένων δεδομένων: της επαναλαμβανόμενης παρουσίας των ίδιων των οργανωτών σε διαφορετικές κινητοποιήσεις, των οικονομικών και οργανωτικών διασυνδέσεων μεταξύ φορέων, του ενδεχόμενου συντονισμού μηνυμάτων και ενεργειών, των σχέσεων με πολιτικές ή ιδεολογικές δομές και, κυρίως, της ύπαρξης αποδεικτικών στοιχείων που συνδέουν αυτές τις σχέσεις με συγκεκριμένες ενέργειες επιρροής.
Ο σοβαρότερος στρατηγικός κίνδυνος εμφανίζεται όταν η επαναλαμβανόμενη βία, η αδυναμία διαχείρισης των κρίσεων, η απώλεια εμπιστοσύνης στις αρχές και η διάδοση της αντίληψης ότι οι θεσμοί δεν μπορούν πλέον να προσφέρουν λύσεις αλληλοτροφοδοτούνται. Σε τέτοιες συνθήκες, μια οργανωμένη δύναμη μπορεί να επιδιώξει να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε διαρκή πολιτική απονομιμοποίηση, να ενθαρρύνει την άρνηση συμμόρφωσης προς νόμιμες αποφάσεις, να υποδαυλίσει συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ή θρησκευτικών ομάδων και να παρουσιάσει την αναρχία ως αναπόφευκτη συνέπεια της υφιστάμενης πολιτικής τάξης. Η επιδίωξη δεν χρειάζεται να είναι η άμεση ανατροπή μιας κυβέρνησης· μπορεί να είναι η σταδιακή παράλυση της κρατικής λειτουργίας, η αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και η δημιουργία συνθηκών στις οποίες κάθε νέα κρίση καθίσταται δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς οι υβριδικές απειλές μπορούν να συνδυάζουν τη χειραγώγηση της πληροφόρησης με άλλες μορφές πίεσης, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι κάθε κοινωνική κρίση αποτελεί υβριδική επιχείρηση [17].
Η απάντηση σε αυτούς τους κινδύνους απαιτεί να εξετάζονται οι πραγματικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, χωρίς να αποδίδονται διαφορετικά περιστατικά σε ένα ενιαίο σχέδιο αποσταθεροποίησης όταν δεν υπάρχουν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Οι κοινωνικές διαμαρτυρίες, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, οι διαδηλώσεις για την ακρίβεια, τη στέγαση, την εργασία ή τις διεθνείς εξελίξεις μπορεί να έχουν διαφορετικά αίτια και να εκφράζουν διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις. Παράλληλα, όμως, η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση βίαιων επεισοδίων, η οργανωμένη διάδοση ψευδών πληροφοριών και η συστηματική προσπάθεια υπονόμευσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς δικαιολογούν την προσεκτική εξέταση ενδεχόμενων οργανωτικών διασυνδέσεων, εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις. Το ζητούμενο δεν είναι να αντιμετωπιστεί η νεολαία ως απειλή, αλλά να διασφαλιστεί ότι κανένας φορέας, εσωτερικός ή εξωτερικός, δεν χρησιμοποιεί τις δημοκρατικές ελευθερίες ως κάλυψη για παράνομες ενέργειες ή συγκαλυμμένες επιχειρήσεις επιρροής.
Η πρόκληση για τις ευρωπαϊκές αρχές είναι, επομένως, διπλή: να προστατεύσουν το δικαίωμα της ειρηνικής διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα να αναπτύξουν αξιόπιστους μηχανισμούς έγκαιρης αναγνώρισης και αξιολόγησης οργανωμένων προσπαθειών αποσταθεροποίησης. Αυτό προϋποθέτει διαφάνεια στη χρηματοδότηση, αποτελεσματική διερεύνηση της παραπληροφόρησης, διασταύρωση πληροφοριών, αναλογική εφαρμογή του νόμου και σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα. Εξίσου σημαντική είναι η ουσιαστική αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια, καθώς η παρατεταμένη οικονομική ανασφάλεια, η αίσθηση αδικίας και η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς μπορούν να δημιουργήσουν πρόσφορο έδαφος για την εκμετάλλευση των κοινωνικών αντιδράσεων.
Η ασφάλεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών δεν ενισχύεται με την ποινικοποίηση της διαφωνίας ούτε με τη γενικευμένη καχυποψία απέναντι σε οργανώσεις νεολαίας, θρησκευτικές κοινότητες ή κοινωνικά κινήματα. Ενισχύεται όταν οι δημοκρατικοί θεσμοί διαθέτουν την ικανότητα να διακρίνουν την αυθόρμητη κοινωνική κινητοποίηση από τις τεκμηριωμένες προσπάθειες παράνομης ή συγκαλυμμένης παρέμβασης, να αντιμετωπίζουν αποφασιστικά τη βία και να αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη των πολιτών μέσα από αποτελεσματικές πολιτικές. Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν βρίσκεται στην ίδια την κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά στην πιθανότητα η πραγματική δυσαρέσκεια να αξιοποιηθεί από οργανωμένους φορείς με σκοπό να μετατραπεί σε παρατεταμένη αστάθεια, θεσμική αποδυνάμωση και κοινωνική διάσπαση.
Η ευρωπαϊκή πολιτική απάντηση
Στις 8 Οκτωβρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα για την ανάγκη ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στη διείσδυση ισλαμιστικών δικτύων και στην επιρροή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 381 ψήφους υπέρ, 167 κατά και 15 αποχές. Μεταξύ άλλων, ζητεί αυξημένη διαφάνεια στη χρηματοδότηση, καλύτερη ιχνηλασιμότητα των ευρωπαϊκών πόρων και εξέταση της ένταξης συγκεκριμένων οργανώσεων ή προσώπων σε ευρωπαϊκούς καταλόγους τρομοκρατίας μόνο εφόσον πληρούνται τα προβλεπόμενα νομικά κριτήρια [8].
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το ψήφισμα διακρίνει ρητά το Ισλάμ ως θρησκεία από τον πολιτικό ισλαμισμό ως πολιτικό φαινόμενο. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η κριτική μιας πολιτικής ιδεολογίας δεν ισοδυναμεί με επίθεση σε μια θρησκεία, όπως και η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας δεν μπορεί να συνεπάγεται ασυλία από τον νόμο για οργανώσεις που αποδεδειγμένα παραβιάζουν τους κανόνες του.
Το ψήφισμα αποτελεί πολιτική θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δεν συνιστά από μόνο του δικαστική απόφαση ή απόδειξη παρανομίας για κάθε οργανισμό που αναφέρεται στη σχετική συζήτηση. Η εφαρμογή οποιουδήποτε περιοριστικού μέτρου προϋποθέτει συγκεκριμένα στοιχεία και συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η θεσμική του σημασία βρίσκεται στο ότι αναδεικνύει τη χρηματοδότηση, τις συνεργασίες και τις διασυνοριακές σχέσεις ως πεδία που χρειάζονται συστηματικό έλεγχο.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν στις 13 Ιανουαρίου 2026 μέτρα χαρακτηρισμού συγκεκριμένων κλάδων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικών οργανώσεων. Η αμερικανική απόφαση αφορούσε συγκεκριμένα τον αιγυπτιακό και τον ιορδανικό κλάδο και δεν πρέπει να γενικεύεται αυτομάτως σε κάθε οργάνωση ή πρόσωπο που έχει οποιαδήποτε ιδεολογική ή ιστορική σχέση με το κίνημα [9]. Η διαφορετική προσέγγιση των κρατών δείχνει γιατί η αξιολόγηση οφείλει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες νομικές και πραγματικές διαπιστώσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη εργαλεία για την προστασία των οικονομικών της συμφερόντων, την αξιολόγηση κινδύνων και την παρακολούθηση της χρηματοδότησης. Το ζητούμενο είναι να εφαρμόζονται με συνέπεια, διαφάνεια και ίσους κανόνες. Κανένα πρόγραμμα δεν πρέπει να αποκλείεται αυθαίρετα λόγω θρησκευτικής ταυτότητας, αλλά και κανένα δεν πρέπει να εξαιρείται από τον έλεγχο όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις παραβίασης των όρων χρηματοδότησης ή υποστήριξης παράνομων δραστηριοτήτων.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής προστασίας των θεσμών και της εθνικής ασφάλειας. Η γεωγραφική θέση της χώρας, οι σχέσεις της με την Τουρκία, η παρουσία μουσουλμανικών κοινοτήτων και ο ρόλος της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλουν μια προσέγγιση που να συνδυάζει εγρήγορση και θεσμική ακρίβεια.
Πρώτον, απαιτείται ουσιαστική διαφάνεια για τις μεγάλες χρηματοδοτήσεις από το εξωτερικό προς θρησκευτικούς, πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς φορείς, με κανόνες ανάλογους προς το ύψος και τη φύση της χρηματοδότησης.
Δεύτερον, χρειάζεται να είναι σαφές ποιος είναι ο πραγματικός χρηματοδότης, ποιος ο τελικός δικαιούχος και εάν υπάρχουν όροι που επηρεάζουν τη διοίκηση ή τις δραστηριότητες του αποδέκτη.
Τρίτον, τα πανεπιστήμια και οι ερευνητικοί οργανισμοί πρέπει να διαθέτουν σαφείς διαδικασίες γνωστοποίησης σημαντικών ξένων χρηματοδοτήσεων, ώστε να προστατεύεται η ανεξαρτησία τους.
Τέταρτον, η συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση κινδύνου και όχι σε γενικεύσεις για θρησκευτικές ή εθνοτικές ομάδες.
Πέμπτον, η πολιτεία οφείλει να δημοσιοποιεί, στο μέτρο που επιτρέπεται από τις ανάγκες ασφαλείας και την προστασία προσωπικών δεδομένων, συγκεντρωτικά στοιχεία για τις σχετικές υποθέσεις και τα μέτρα που λαμβάνει. Η λογοδοσία ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και περιορίζει τόσο την αδιαφάνεια όσο και την αυθαίρετη στοχοποίηση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να υιοθετήσει μια πολιτική καχυποψίας απέναντι στο Ισλάμ ή στις μουσουλμανικές κοινότητες. Χρειάζεται να εφαρμόζει το κράτος δικαίου με συνέπεια, να προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολιτών και να διερευνά κάθε τεκμηριωμένη ένδειξη εξωτερικής παρέμβασης. Η ίδια απαίτηση διαφάνειας πρέπει να ισχύει για όλους τους εξωτερικούς παράγοντες, ανεξάρτητα από τις διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας μαζί τους.
Η πραγματική δοκιμασία των ευρωπαϊκών δημοκρατιών
Η επιρροή στη σύγχρονη εποχή δεν ασκείται αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα, απειλές ή άμεσες παρεμβάσεις. Μπορεί να αναπτυχθεί μέσω της οικονομικής ισχύος, της εκπαίδευσης, της πληροφορίας, των κοινωνικών δικτύων και της δημιουργίας μακροχρόνιων σχέσεων με θεσμούς και κοινότητες. Η χρηματοδότηση αποτελεί ένα από τα εργαλεία αυτής της επιρροής, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε χρηματοδότηση είναι κακόβουλη ή ότι κάθε διεθνής συνεργασία υποκρύπτει πολιτική σκοπιμότητα.
Η στρατηγική πρόκληση είναι να διαπιστώνεται πότε η νόμιμη διεθνής παρουσία μετατρέπεται σε οργανωμένη προσπάθεια πολιτικής χειραγώγησης, θεσμικής εξάρτησης ή υποστήριξης εξτρεμιστικών πρακτικών. Αυτό απαιτεί αξιόπιστη πληροφόρηση, οικονομική ιχνηλασιμότητα, συνεργασία μεταξύ κρατών και ανεξάρτητη αξιολόγηση των στοιχείων. Απαιτεί επίσης προσοχή ώστε οι πραγματικές απειλές να μη συγχέονται με τη νόμιμη θρησκευτική έκφραση και την πολιτική διαφωνία.
Η Ευρώπη οφείλει να αντιμετωπίζει τις εξωτερικές προσπάθειες επιρροής με την ίδια σοβαρότητα, είτε προέρχονται από το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, την Τουρκία είτε από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οι διαφορές μεταξύ των κρατών είναι πραγματικές και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Η αρχή, όμως, παραμένει κοινή: διαφάνεια στη χρηματοδότηση, λογοδοσία στους θεσμούς και τεκμηρίωση πριν από κάθε κατηγορία.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποια θρησκεία ασπάζεται ένας πολίτης, αλλά:
- ποιος χρηματοδοτεί μια οργανωμένη δραστηριότητα,
- ποιος καθορίζει τους στόχους της,
- ποιες σχέσεις επιρροής δημιουργούνται και
- εάν αυτές λειτουργούν μέσα στα όρια του νόμου.
Μια δημοκρατία που αγνοεί αυτά τα ερωτήματα μπορεί να αφήσει κενά στην προστασία των θεσμών της. Μια δημοκρατία, όμως, που απαντά με γενικεύσεις και συλλογική ενοχοποίηση υπονομεύει τις ίδιες τις αξίες που επιδιώκει να υπερασπιστεί.
Η ουσιαστική λύση δεν βρίσκεται ούτε στην αδιαφορία ούτε στον φόβο. Βρίσκεται στη θεσμική εγρήγορση, στη διαφάνεια και στην ισότιμη εφαρμογή του νόμου. Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο μιας δημοκρατίας που γνωρίζει να προστατεύει την ελευθερία της χωρίς να επιτρέπει την εκμετάλλευσή της.
Πηγές και βιβλιογραφία
[1] European Parliamentary Research Service (EPRS), Qatar’s foreign policy, 12 Ιουνίου 2026.
https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/EPRS_BRI%282026%29789341
[2] UK Government, Muslim Brotherhood review: main findings, 17 Δεκεμβρίου 2015.
https://www.gov.uk/government/publications/muslim-brotherhood-review-main-findings
[3] Ministère de l’Intérieur, France, Frères musulmans et islamisme politique en France, 21 Μαΐου 2025.
https://www.interieur.gouv.fr/actualites/dossiers-de-presse/publication-du-rapport-freres-musulmans-et-islamisme-politique-en-france
[4] Christian Chesnot και Georges Malbrunot, Qatar Papers (2019). Για την έρευνα και τα ευρήματά της, βλ. Swissinfo, Qatar said to be leading funder of mosques in Europe, 5 Απριλίου 2019.
https://www.swissinfo.ch/eng/society/investments-in-switzerland_qatar-said-to-be-leading-funder-of-mosques-in-europe/44877734
[5] U.S. Department of Education, U.S. Department of Education Releases Latest Foreign Funding Disclosures from Federally-Funded American Universities, 11 Φεβρουαρίου 2026.
https://www.ed.gov/about/news/press-release/us-department-of-education-releases-latest-foreign-funding-disclosures-federally-funded-american-universities
[6] European Commission, COM(2024) 26 final, Enhancing research security.
https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=CELEX%3A52024DC0026
[7] Europol, European Union Terrorism Situation and Trend Report (TE-SAT) 2025.
https://www.europol.europa.eu/publications-events/main-reports/tesat-report
[8] European Parliament, Legislative Observatory, The need for an EU strategy to counter Islamist entryism and the influence of the Muslim Brotherhood network, διαδικασία 2026/2868(RSP), 8 Οκτωβρίου 2026.
https://oeil.europarl.europa.eu/oeil/en/document-summary?id=1919148
[9] U.S. Department of the Treasury, Treasury and State Departments Designate Muslim Brotherhood Branches as Terrorist Organizations, 13 Ιανουαρίου 2026. https://home.treasury.gov/news/press-releases/sb0357
[10] Ελληνική Δημοκρατία, Νόμος 4301/2014, ρυθμίσεις σχετικά με τη θρησκευτική νομική προσωπικότητα και συναφή ζητήματα.
https://www.taxheaven.gr/law/4301/2014/arthro/7
[11] European Parliamentary Research Service (EPRS), Religion and the EU’s External Policies, ανάλυση για τη θρησκευτική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής και τη διεθνή παρουσία κρατών του Κόλπου.
https://www.europarl.europa.eu/pdf/divers/EPRS-IDA-614612-Religion-EU-external-policies-FINAL.PDF
[12] Parliamentary Assembly of the Council of Europe (PACE), Resolution 2237 (2018): Regulating foreign funding of Islam in Europe in order to prevent radicalisation and Islamophobia, 10 Οκτωβρίου 2018.
https://assembly.coe.int/nw/xml/XRef/Xref-XML2HTML-en.asp?fileid=25152&lang=en
[13] Stiftung Wissenschaft und Politik (SWP), The Turkish Diaspora Landscape in Western Europe: Between the AKP’s Power Aspirations and Migrants’ Grievances, 2024.
https://www.swp-berlin.org/publikation/the-turkish-diaspora-landscape-in-western-europe
[14] Chiara Maritato, Pastors of a dispersed flock: Diyanet officers and Turkey’s art of governing its diaspora, Italian Political Science Review, τόμος 51, τεύχος 3, 2021.
https://doi.org/10.1017/ipo.2020.31
[15] European Parliament, The need for an EU strategy to counter Islamist entryism and the influence of the Muslim Brotherhood network, επίσημη καταγραφή της διαδικασίας 2026/2868(RSP), συμπληρωματικά στοιχεία για το κείμενο που υιοθετήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026.
https://oeil.europarl.europa.eu/oeil/en/procedure-file?reference=2026%2F2868%28RSP%29
[16] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Countering Information Manipulation — Αντιμετώπιση της χειραγώγησης της πληροφόρησης. Επίσημη ιστοσελίδα.
[17] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Countering Foreign Interference and Cyberattacks — Αντιμετώπιση ξένων παρεμβάσεων και κυβερνοεπιθέσεων. Επίσημη ιστοσελίδα
[18] Christian Chesnot & Georges Malbrunot, Qatar Papers: How Doha Finances the Muslim Brotherhood in Europe, 2019/2020. Έρευνα για χρηματοδοτήσεις ισλαμικών κέντρων και οργανώσεων στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων αναφορών σε μέλη της οικογένειας Αλ Θάνι. Βιβλιογραφική καταχώριση και περιγραφή του έργου.
[19] Carnegie Endowment for International Peace, The Emir’s Gift: Given a Greater Role, Kuwait’s Salafis Face the Costs, Μάιος 2018. Ανάλυση των σχέσεων της κυβερνώσας οικογένειας Αλ Σαμπάχ με θρησκευτικά κινήματα και της επέκτασης διακρατικών φιλανθρωπικών δικτύων. Διάβασε τη μελέτη του Carnegie Endowment.
GEOPOLITICO
Παυλόπουλος από τη Λευκωσία: Καμία υποχώρηση στους τουρκικούς εκβιασμούς για το Κυπριακό
Λύση μόνο με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και κατάργηση των εγγυήσεων τρίτων κρατών ζήτησε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μιλώντας στην εκδήλωση για τα 150 χρόνια της «Εστίας».
Σαφές μήνυμα κατά της αποδοχής των τουρκικών τετελεσμένων στην Κύπρο έστειλε ο Προκόπης Παυλόπουλος από τη Λευκωσία, προειδοποιώντας ότι η έναρξη ουσιαστικού διαλόγου χωρίς προηγούμενη υποχώρηση της Άγκυρας από τις ακραίες θέσεις της εγκυμονεί κινδύνους για την ελληνική και την κυπριακή πλευρά.
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ακαδημαϊκός και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μίλησε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου στην εκδήλωση για τα 150 χρόνια της εφημερίδας «Εστία», αναπτύσσοντας τις προϋποθέσεις που, κατά την τοποθέτησή του, καθιστούν μια λύση του Κυπριακού δίκαιη και βιώσιμη.
Κεντρική θέση της παρέμβασής του ήταν ότι η επίλυση του ζητήματος οφείλει να στηρίζεται αποκλειστικά στη διεθνή και την ευρωπαϊκή νομιμότητα, διασφαλίζοντας την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κυρίαρχου κράτους και πλήρους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.
Ο κ. Παυλόπουλος απέρριψε την τουρκική επιδίωξη για δύο κράτη, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές θέσεις παράλογες, προκλητικά μαξιμαλιστικές και αντίθετες προς το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι ένας διάλογος χωρίς ουσιώδη μετακίνηση της Τουρκίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποχωρήσεις της ελληνικής και της κυπριακής πλευράς μπροστά στους τουρκικούς εκβιασμούς.
Όπως υποστήριξε, η Άγκυρα επιχειρεί διαχρονικά να παγιώνει τετελεσμένα όταν διαπιστώνει δισταγμούς, ανοχή και υποχωρητικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε κριτική στη διεθνή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις ευρωπαϊκή, ανοχή απέναντι στην τουρκική συμπεριφορά.
Αποχώρηση στρατευμάτων και τέλος στις εγγυήσεις
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στις προϋποθέσεις ασφάλειας και κυριαρχίας. Σύμφωνα με τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στο έδαφος ενός κυρίαρχου κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να παραμένουν στρατεύματα κατοχής ούτε να ισχύουν εγγυήσεις τρίτων κρατών.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι πρέπει να αποχωρήσουν σταδιακά όλοι οι έποικοι που εγκατέστησε η Τουρκία και να επιστρέψουν στις εστίες τους οι νόμιμοι ιδιοκτήτες των κατεχόμενων ακινήτων, με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Αναπτύσσοντας τις θέσεις του για την ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, τόνισε ότι απαιτούνται μία διεθνής νομική προσωπικότητα, μία ιθαγένεια και ενιαία, δημοκρατικά νομιμοποιημένη έννομη τάξη. Συνέδεσε τις προϋποθέσεις αυτές με την αποτελεσματική εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τη διάκριση των εξουσιών και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Υπογράμμισε επίσης ότι η κυριαρχία προϋποθέτει πραγματική δυνατότητα διασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητας, της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας.
Αιχμές για το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Στην ομιλία του περιέλαβε εκτενή αναφορά στο Δίκαιο της Θάλασσας και στη σημασία του για την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδίως στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα.
Ο κ. Παυλόπουλος υποστήριξε ότι η Τουρκία αποδέχεται κατά το δοκούν τους σχετικούς κανόνες και χαρακτήρισε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 νομικώς παντελώς ανυπόστατο. Επισήμανε ότι η καταχώρισή του στον ΟΗΕ δεν του προσδίδει νομικό κύρος, καθώς αποτελεί τυπική διαδικασία και δεν συνιστά αναγνώριση της νομικής ισχύος του.
Ζήτησε, ακόμη, να προβάλλεται διεθνώς με μεγαλύτερη σταθερότητα και σαφήνεια η ευρωπαϊκή θέση κατά του μνημονίου.
Η ιστορική σχέση της «Εστίας» με την Κύπρο
Στο ιστορικό σκέλος της ομιλίας του, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρθηκε στη διαδρομή της «Εστίας» και στους δεσμούς της οικογένειας Κύρου με την Κύπρο.
Στάθηκε στην καταγωγή του Άδωνι Κύρου από την Καρπασία, στη στήριξη της εφημερίδας στον αγώνα της ΕΟΚΑ και στην προσήλωσή της στο αίτημα της Ένωσης. Παράλληλα, περιέγραψε τη ρήξη του Κύρου Κύρου με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, αναγνωρίζοντας ότι ο Μακάριος κλήθηκε να αποφασίσει υπό ασφυκτικές συνθήκες.
Ολοκληρώνοντας την πολιτική του παρέμβαση, ο κ. Παυλόπουλος επέμεινε ότι μια αποδεκτή λύση πρέπει να υπηρετεί ουσιαστικά τη διεθνή και την ευρωπαϊκή νομιμότητα. Διαφορετικά, προειδοποίησε, υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω θεσμικής και πολιτικής αποδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
GEOPOLITICO
Ατζέντα 2030: Η πραγματική δοκιμασία του εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων βρίσκεται στο ανθρώπινο δυναμικό
Η «Ατζέντα 2030» παρουσιάζεται ως η μεγάλη μεταρρύθμιση που θα αλλάξει το πρόσωπο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, όμως η πραγματική της επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από τα νέα οπλικά συστήματα, τις συγχωνεύσεις στρατοπέδων ή τις οργανωτικές αλλαγές. Θα κριθεί κυρίως από το αν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκές, εκπαιδευμένο και έμπειρο προσωπικό, ικανό να στηρίξει τη νέα δομή άμυνας σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Υποστράτηγου ε.α., πρώην Διευθυντή Στρατιωτικής Συνεργασίας στο SHAPE του ΝΑΤΟ, ανεξάρτητου αναλυτή στρατηγικής και ασφάλειας
Η «Ατζέντα 2030» του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας συνιστά μία από τις σημαντικότερες προσπάθειες αναδιοργάνωσης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων των τελευταίων ετών. Η αλλαγή της δομής διοίκησης, η συγχώνευση στρατοπέδων, η αναμόρφωση της σταδιοδρομίας, η αναβάθμιση της στρατιωτικής εκπαίδευσης και η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών αποσκοπούν στη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου αμυντικού μηχανισμού, ικανού να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός περιβάλλοντος που μεταβάλλεται ταχύτατα.
Η ανάγκη αυτής της προσπάθειας είναι αναμφισβήτητη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η επιστροφή της στρατιωτικής ισχύος στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων έχουν αναδείξει τη σημασία της αντιαεροπορικής άμυνας, των μη επανδρωμένων συστημάτων, του ηλεκτρονικού πολέμου, της κυβερνοασφάλειας και της ταχύτητας λήψης αποφάσεων. Παράλληλα, επιβεβαιώνουν ότι ακόμη και τα πλέον προηγμένα οπλικά συστήματα αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν εντάσσονται σε ένα λειτουργικό επιχειρησιακό σύστημα, με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, επαρκή τεχνική υποστήριξη, αξιόπιστη διοικητική μέριμνα και σαφή κατανομή ευθυνών.
Η στρατιωτική ισχύς δεν προκύπτει από την απλή πρόσθεση εξοπλισμών και οργανωτικών σχημάτων. Είναι αποτέλεσμα της συνδυασμένης λειτουργίας ανθρώπων, ηγεσίας, εκπαίδευσης, τεχνολογίας και επιχειρησιακού σχεδιασμού. Αυτή η αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν αξιολογούμε μια μεταρρύθμιση τέτοιας έκτασης.
Θα ήταν, επομένως, πραγματικά αβάσιμο να υποστηρίξει κανείς ότι η Ατζέντα 2030 αγνοεί συνολικά το προσωπικό. Το θεσμικό της πλαίσιο περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη σταδιοδρομία, τις αποδοχές, την εκπαίδευση και τη στρατολογία, ενώ έχουν ανακοινωθεί παρεμβάσεις στη στέγαση και στη μέριμνα των στρατιωτικών. Με τον ν. 5265/2026, «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή», οι αλλαγές απέκτησαν συγκεκριμένη νομοθετική βάση [1].
Η ουσιαστική κριτική βρίσκεται αλλού: στην επάρκεια των παρεμβάσεων, στη μεταξύ τους συνοχή και στην ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες προσέλκυσης, εκπαίδευσης και διατήρησης έμπειρων στελεχών. Μια μεταρρύθμιση μπορεί να είναι συνεκτική ως οργανωτικό σχέδιο και ταυτόχρονα να συναντήσει σοβαρές δυσκολίες κατά την εφαρμογή της, εάν οι άνθρωποι που καλούνται να την υλοποιήσουν δεν διαθέτουν επαρκή κίνητρα, επαγγελματική προοπτική και σταθερές συνθήκες υπηρεσίας.
Για την Ελλάδα, η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η γεωγραφία, οι εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές, η νησιωτικότητα, οι απαιτήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και η ανάγκη διαρκούς παρουσίας στον Έβρο δημιουργούν συγκεκριμένες ανάγκες στελέχωσης και ετοιμότητας. Η επιτυχία της Ατζέντας 2030 θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν ο σχεδιασμός λαμβάνει επαρκώς υπόψη αυτές τις ιδιαιτερότητες.
Οι στρατιωτικές σχολές αποκαλύπτουν τις δυσκολίες ανανέωσης του προσωπικού
Η προσέλκυση νέων στελεχών αποτελεί έναν από τους πρώτους δείκτες με τους οποίους μπορεί να αξιολογηθεί η ελκυστικότητα της στρατιωτικής σταδιοδρομίας. Τα στοιχεία εισαγωγής στις στρατιωτικές σχολές για το 2025 ανέδειξαν σημαντικές δυσκολίες: σύμφωνα με δημοσιευμένες καταγραφές, παρέμειναν κενές 473 από τις 1.557 θέσεις, δηλαδή περίπου το 30%, με σημαντικό μέρος των κενών να αφορά σχολές υπαξιωματικών [2].
Το 2026 σημειώθηκε ουσιαστική βελτίωση. Οι κενές θέσεις περιορίστηκαν σε 227 από τις 1.556, περίπου στο 15%, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία για τις εισαγωγές [3]. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να αναγνωριστεί. Δείχνει ότι η εικόνα δεν είναι αμετάβλητη και ότι οι συνθήκες προσέλκυσης μπορούν να βελτιωθούν. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να συναχθεί ότι το πρόβλημα έχει επιλυθεί ή ότι η μεταβολή οφείλεται σε ένα συγκεκριμένο μέτρο.
Η συνολική βελτίωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι διαθέσιμες καταγραφές για το 2026 εξακολουθούν να εμφανίζουν κενά σε σχολές, με ιδιαίτερη ανησυχία για ορισμένες ναυτικές ειδικότητες. Τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί για τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων αναδεικνύουν την ανάγκη προσεκτικής εξέτασης της ελκυστικότητας των συγκεκριμένων σταδιοδρομιών [3].
Η εικόνα αυτή αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Η Ελλάδα είναι κατεξοχήν ναυτική χώρα, με οικονομικά, γεωστρατηγικά και αμυντικά συμφέροντα που συνδέονται άμεσα με τη θάλασσα. Το Πολεμικό Ναυτικό καλείται να διατηρεί παρουσία, ετοιμότητα και δυνατότητα επιχειρήσεων σε ένα σύνθετο περιβάλλον, ενώ τα νέα πλοία και τα σύγχρονα συστήματα απαιτούν εξειδικευμένους χειριστές και τεχνικούς. Επομένως, οι δυσκολίες προσέλκυσης προσωπικού σε συγκεκριμένες ναυτικές ειδικότητες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλό πρόβλημα εκπαιδευτικών επιλογών.
Χρειάζεται, βέβαια, προσοχή στην ερμηνεία των αριθμών. Οι κενές θέσεις του 2025 δεν αποδεικνύουν ότι προκλήθηκαν από την Ατζέντα 2030, όπως και η βελτίωση του 2026 δεν αποδεικνύει ότι το πρόβλημα έχει επιλυθεί. Οι επαγγελματικές επιλογές των νέων επηρεάζονται από τις αποδοχές, τις συνθήκες υπηρεσίας, τη γεωγραφική κινητικότητα, το κόστος διαβίωσης και τις δυνατότητες απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.
Επιπλέον, η εισαγωγή σε μια στρατιωτική σχολή δεν ισοδυναμεί με την ολοκλήρωση των σπουδών, ενώ η αποφοίτηση δεν εγγυάται τη μακροχρόνια παραμονή στην υπηρεσία.
Η στελέχωση πρέπει να εξετάζεται σε ολόκληρο τον κύκλο της σταδιοδρομίας, από την προσέλκυση και την εκπαίδευση μέχρι την τοποθέτηση στις μονάδες και τη διατήρηση των στελεχών με κρίσιμες γνώσεις.
Για τον λόγο αυτό, το Υπουργείο χρειάζεται ένα συστηματικό και διαρκώς ενημερωμένο σύστημα παρακολούθησης, με στοιχεία ανά Κλάδο και ειδικότητα για τις εισαγωγές, τις αποφοιτήσεις, τις αποχωρήσεις κατά την εκπαίδευση, τις παραιτήσεις και την κάλυψη των οργανικών θέσεων. Χωρίς αυτή την εικόνα, η διοίκηση δυσκολεύεται να διακρίνει αν αντιμετωπίζει μια πρόσκαιρη διακύμανση ή ένα πρόβλημα που απειλεί τη μακροπρόθεσμη επιχειρησιακή της ικανότητα.
Η διατήρηση της εμπειρίας και η εμπιστοσύνη στη διοίκηση
Η ανανέωση του προσωπικού δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι εισέρχονται στις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και από το πόσοι επιλέγουν να παραμείνουν. Η δεύτερη διάσταση είναι συχνά δυσκολότερη, επειδή αφορά τη συσσωρευμένη εμπειρία, την τεχνική κατάρτιση και την επιχειρησιακή συνέχεια.
Στο δημόσιο πεδίο έχουν δημοσιευθεί καταγραφές που υποδεικνύουν αυξημένες παραιτήσεις στο Πολεμικό Ναυτικό. Ορισμένα δημοσιεύματα αναφέρουν 179 παραιτήσεις το 2023, 291 το 2024 και 353 το 2025, ενώ άλλες καταγραφές δίνουν διαφορετικούς αριθμούς. Υπάρχουν επίσης αναφορές για αυξημένες αποχωρήσεις κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 [4][5].
Τα στοιχεία αυτά χρειάζονται επιφύλαξη. Δεν αποτελούν ενιαία, επίσημη στατιστική σειρά του Υπουργείου και οι επιμέρους καταγραφές δεν συμφωνούν πλήρως μεταξύ τους. Δεν είναι, επομένως, ορθό να χρησιμοποιούνται ως οριστική απόδειξη ότι η Ατζέντα 2030 προκαλεί μαζική έξοδο στελεχών. Είναι, όμως, επαρκής λόγος για να ζητηθούν συστηματική καταγραφή, διαφάνεια και διερεύνηση των αιτιών.
Μια παραίτηση μπορεί να σχετίζεται με τις νέες ρυθμίσεις σταδιοδρομίας, αλλά μπορεί επίσης να αντανακλά δυσαρέσκεια που προϋπήρχε, οικογενειακές δυσκολίες, καλύτερες οικονομικές προοπτικές στον ιδιωτικό τομέα ή αυξημένη ζήτηση για τεχνικές δεξιότητες. Η χρονική σύμπτωση δύο εξελίξεων δεν αρκεί για να αποδείξει σχέση αιτίου και αποτελέσματος.
Ειδικά στο Πολεμικό Ναυτικό, η απώλεια ενός έμπειρου τεχνικού ή αξιωματικού μπορεί να έχει συνέπειες που δεν αποτυπώνονται άμεσα στους συνολικούς αριθμούς. Η εκπαίδευση ενός νέου στελέχους απαιτεί χρόνο, ενώ η εμπειρία στη λειτουργία και στη συντήρηση σύνθετων συστημάτων αποκτάται μέσα από πραγματική υπηρεσία. Η αποχώρηση ενός ανθρώπου με πολυετή εξειδίκευση μπορεί να δημιουργήσει κενό που δεν καλύπτεται απλώς με την τοποθέτηση κάποιου άλλου στην ίδια οργανική θέση.
Το ίδιο ισχύει για τους τεχνικούς της Πολεμικής Αεροπορίας, τους ειδικούς επικοινωνιών, τους αναλυτές πληροφοριών, τους επαγγελματίες της κυβερνοασφάλειας και όσους υποστηρίζουν σύγχρονα συστήματα διοίκησης και ελέγχου. Σε αυτές τις ειδικότητες, η στρατιωτική υπηρεσία ανταγωνίζεται μια αγορά εργασίας που μπορεί να προσφέρει διαφορετικές αποδοχές, μεγαλύτερη γεωγραφική σταθερότητα ή περισσότερες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.
Η ενδεδειγμένη απάντηση είναι η καθιέρωση ετήσιας επίσημης έκθεσης ανθρώπινου δυναμικού, με στοιχεία για τις αποχωρήσεις ανά Κλάδο, βαθμό και ειδικότητα, καθώς και με συστηματικές συνεντεύξεις εξόδου. Η δημοσίευση συγκεντρωτικών δεδομένων δεν απαιτεί αποκάλυψη ευαίσθητων επιχειρησιακών πληροφοριών. Αντίθετα, θα επέτρεπε στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να εντοπίζει έγκαιρα τα προβλήματα και να παρεμβαίνει με βάση πραγματικά δεδομένα.
Η εμπιστοσύνη στη διοίκηση συνδέεται άμεσα και με το σύστημα σταδιοδρομίας. Ο ν. 5265/2026 αποτελεί κεντρικό στοιχείο της θεσμικής μεταρρύθμισης, καθώς επιχειρεί να αναμορφώσει το πλαίσιο εξέλιξης αξιωματικών, υπαξιωματικών και επαγγελματιών οπλιτών, μαζί με τις σχετικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση, τις αποδοχές και τη στρατολογία [1].
Η επιδίωξη εξορθολογισμού της ιεραρχίας και σύνδεσης της εξέλιξης με τις πραγματικές υπηρεσιακές ανάγκες είναι θεμιτή. Κανένας σύγχρονος στρατός δεν μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν οι οργανικές θέσεις, οι απαιτήσεις κάθε βαθμού και η επαγγελματική επάρκεια δεν συνδέονται μεταξύ τους. Η μεταρρύθμιση, ωστόσο, δεν κρίνεται μόνο από την εσωτερική λογική των διατάξεών της, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται και γίνονται αντιληπτές από το προσωπικό.
Η αίσθηση δικαιοσύνης στη σταδιοδρομία αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα λειτουργίας ενός στρατιωτικού οργανισμού. Η ιεραρχία δεν στηρίζεται μόνο στην τυπική εξουσία του βαθμού. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, προβλεψιμότητα, αναγνώριση της επαγγελματικής αξίας και εμπιστοσύνη ότι οι κρίσεις και οι προαγωγές βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια.
Στη δημόσια συζήτηση έχουν διατυπωθεί ενστάσεις από εκπροσώπους των υπαξιωματικών σχετικά με τις προοπτικές εξέλιξής τους και τις συνέπειες του νέου πλαισίου [6]. Οι αντιδράσεις αυτές δεν πρέπει να απορρίπτονται εκ προοιμίου ως συντεχνιακή αντίδραση απέναντι στην αλλαγή. Χρειάζεται εξέταση των συγκεκριμένων διατάξεων και των επιπτώσεών τους στην υπηρεσιακή πραγματικότητα.
Οι υπαξιωματικοί αποτελούν βασικό φορέα επιχειρησιακής συνέχειας. Είναι συχνά οι άνθρωποι που γνωρίζουν σε βάθος τον εξοπλισμό, τις τεχνικές διαδικασίες, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες των μέσων, αλλά και τις πραγματικές απαιτήσεις της καθημερινής λειτουργίας μιας μονάδας. Συνδέουν τις κατευθύνσεις της διοίκησης με την πρακτική εκτέλεση της αποστολής, μεταφέρουν εμπειρία στους νεότερους και συμβάλλουν στη διατήρηση της τεχνογνωσίας όταν αλλάζουν οι διοικήσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στο ζήτημα των αποστρατειών συνταγματαρχών, καθώς πίσω από κάθε υπηρεσιακή μεταβολή βρίσκονται άνθρωποι με πολυετή προσφορά, σημαντική επαγγελματική εμπειρία και συσσωρευμένη γνώση της λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι αποφάσεις που αφορούν τη σταδιοδρομία τους δεν επηρεάζουν μόνο την προσωπική και επαγγελματική τους πορεία, αλλά και τον οικογενειακό προγραμματισμό, τις οικονομικές υποχρεώσεις και τις προοπτικές που έχουν διαμορφώσει έπειτα από δεκαετίες υπηρεσίας.
Όταν οι αλλαγές στην ιεραρχική εξέλιξη ή στις προϋποθέσεις παραμονής δεν συνοδεύονται από επαρκή ενημέρωση, σαφή κριτήρια και αίσθημα δικαιοσύνης, είναι εύλογο να δημιουργούνται προβληματισμός και αβεβαιότητα και σε άλλα στελέχη που παρακολουθούν τις εξελίξεις. Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στις συνέπειες για όσους αποστρατεύονται, αλλά αφορά και το ηθικό, την εμπιστοσύνη στη διοίκηση και την αντίληψη ότι η πολυετής προσφορά αναγνωρίζεται μέσα από σταθερούς και αξιοκρατικούς κανόνες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ένοπλες Δυνάμεις επιδιώκουν να διατηρήσουν την εμπειρία και να ενισχύσουν την επαγγελματική προοπτική των στελεχών τους, η διαχείριση των αποστρατειών πρέπει να αποτελεί μέρος μιας συνολικής και συνεκτικής πολιτικής προσωπικού.
Η κατάλληλη αντιμετώπιση δεν είναι η διατήρηση κάθε παλαιάς ρύθμισης ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά της. Είναι η εφαρμογή σαφών και διαφανών κριτηρίων, η πρόβλεψη δίκαιων μεταβατικών ρυθμίσεων, η ουσιαστική αξιολόγηση της εμπειρίας και η ύπαρξη διαδικασιών επανεξέτασης όπου διαπιστώνονται ανεπιθύμητες συνέπειες. Η διοίκηση οφείλει, παράλληλα, να αξιολογεί με μετρήσιμα δεδομένα αν το νέο πλαίσιο βελτιώνει την κάλυψη των οργανικών θέσεων, ενισχύει την επαγγελματική επάρκεια και διατηρεί τα έμπειρα στελέχη.
Αποδοχές, στέγαση και το πραγματικό κόστος της στρατιωτικής σταδιοδρομίας
Στις 28 Μαρτίου 2025, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε αυξήσεις αποδοχών από 13% έως 20% και πλέον, με συνολική ενίσχυση 268 εκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση, περίπου το 60% της ενίσχυσης συνδέεται με εξοικονομήσεις που αναμένονται από τον εξορθολογισμό της δομής και της λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων [7].
Η αύξηση των αποδοχών είναι θετική παρέμβαση, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος διαβίωσης επιβαρύνει τα νοικοκυριά. Η αποτελεσματικότητά της, ωστόσο, πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες υπηρεσίας και όχι μόνο με το ονομαστικό ποσοστό της αύξησης.
Ένας στρατιωτικός που υπηρετεί σε νησί με υψηλό κόστος κατοικίας αντιμετωπίζει διαφορετικές οικονομικές συνθήκες από έναν συνάδελφό του που υπηρετεί κοντά στον τόπο μόνιμης κατοικίας του. Οι συχνές μεταθέσεις, τα έξοδα μετακίνησης, η ανάγκη διατήρησης δεύτερης κατοικίας και η επιβάρυνση της οικογένειας επηρεάζουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Επομένως, η οικονομική πολιτική προσωπικού πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συνολικό κόστος της υπηρεσίας.
Το στεγαστικό πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις που έχουν ανακοινωθεί. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται η κατασκευή 1.000 κατοικιών στα νησιά του Αιγαίου και στη Θράκη για το 2026, επιπλέον 4.000 έως το 2030 και συνέχιση της κατασκευής κατοικιών τα επόμενα χρόνια [7].
Οι στόχοι είναι σημαντικοί, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στην πραγματική πρόοδο. Πόσες κατοικίες έχουν ολοκληρωθεί; Πόσες είναι διαθέσιμες προς χρήση; Πόσες καλύπτουν τις ανάγκες στελεχών σε περιοχές όπου η αγορά κατοικίας είναι ιδιαίτερα πιεστική; Ποιος είναι ο χρόνος αναμονής για τη χορήγησή τους;
Η στέγαση έχει άμεση σχέση με την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Η σταθερή παρουσία έμπειρων στελεχών σε παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές δεν εξασφαλίζεται αποκλειστικά με διαταγές μεταθέσεων. Προϋποθέτει συνθήκες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να υπηρετούν αποτελεσματικά χωρίς να επιβαρύνονται δυσανάλογα οι ίδιοι και οι οικογένειές τους.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν η υγειονομική μέριμνα, η δυνατότητα φροντίδας των παιδιών, η οικογενειακή σταθερότητα, η προβλεψιμότητα των μεταθέσεων και η πρόσβαση σε επαγγελματική εκπαίδευση. Αυτά δεν αποτελούν απλώς κοινωνικές παροχές. Επηρεάζουν την απόφαση ενός στελέχους να παραμείνει στην υπηρεσία, ιδιαίτερα όταν διαθέτει δεξιότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν και εκτός στρατεύματος.
Η πολιτική προσωπικού δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια μισθολογική ρύθμιση και ένα πρόγραμμα κατοικιών. Χρειάζεται ενιαίο σχεδιασμό που να συνδέει τις αποδοχές, τη στέγαση, τη σταδιοδρομία, την εκπαίδευση και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις κάθε Κλάδου.
Οι αμυντικές δαπάνες και η αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς πόρους για την άμυνα. Σύμφωνα με την έκθεση του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών κατά την περίοδο 2014–2025, οι ελληνικές δαπάνες εκτιμήθηκαν για το 2025 στο 2,85% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Η έκθεση καταγράφει επίσης τη σημαντική αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών τα τελευταία χρόνια [8].
Η αναλογία των αμυντικών δαπανών προς το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει από μόνη της την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Δείχνει το επίπεδο των διαθέσιμων πόρων σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, όχι το κατά πόσο αυτοί μετατρέπονται σε επαρκώς στελεχωμένες μονάδες, διαθεσιμότητα μέσων, ποιοτική εκπαίδευση και πραγματική ετοιμότητα.
Αντίστοιχα, το ποσοστό που καταγράφεται ως δαπάνη προσωπικού χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία. Η μεθοδολογία του ΝΑΤΟ περιλαμβάνει στις σχετικές δαπάνες και τις συντάξεις, επομένως το συνολικό ποσοστό δεν ταυτίζεται με τους πόρους που διατίθενται αποκλειστικά για την ενίσχυση των συνθηκών υπηρεσίας των εν ενεργεία στελεχών [8].
Αυτό έχει πρακτική σημασία για την αξιολόγηση της Ατζέντας 2030. Η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο πόσα χρήματα διατίθενται συνολικά για την άμυνα ή ποιο ποσοστό κατευθύνεται σε κάθε κατηγορία δαπανών. Χρειάζεται να εξετάζεται τι αποδίδει κάθε ευρώ σε όρους πραγματικής αμυντικής ικανότητας.
Μια επιτυχημένη πολιτική προσωπικού πρέπει να μπορεί να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα:
- Βελτιώθηκε η στελέχωση των κρίσιμων μονάδων;
- Μειώθηκαν οι αποχωρήσεις σε ειδικότητες με υψηλό κόστος εκπαίδευσης;
- Αυξήθηκε η διαθεσιμότητα των μέσων;
- Περιορίστηκαν οι καθυστερήσεις στη συντήρηση;
- Βελτιώθηκε η ικανότητα αξιοποίησης των νέων συστημάτων;
Η λογιστική καταγραφή των δαπανών είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Η αμυντική πολιτική οφείλει να συνδέει τους οικονομικούς πόρους με συγκεκριμένα αποτελέσματα, ώστε η στρατιωτική ηγεσία και η πολιτική εξουσία να γνωρίζουν πού αποδίδουν οι παρεμβάσεις και πού χρειάζονται διορθώσεις.
Συγχωνεύσεις στρατοπέδων και αναδιοργάνωση: η εξοικονόμηση πρέπει να αποδεικνύεται
Η αναδιοργάνωση των μονάδων και η συγχώνευση στρατοπέδων μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των διοικητικών επικαλύψεων, στην καλύτερη κατανομή του προσωπικού και στη μείωση των λειτουργικών δαπανών. Η διατήρηση κάθε υφιστάμενης δομής μόνο και μόνο επειδή υπάρχει επί δεκαετίες δεν αποτελεί από μόνη της ορθολογική αμυντική πολιτική. Οι οργανωτικές δομές πρέπει να εξυπηρετούν τις σημερινές και μελλοντικές επιχειρησιακές ανάγκες.
Στην πράξη, ωστόσο, η αναδιοργάνωση κινδυνεύει να χάσει τον επιχειρησιακό της προσανατολισμό όταν οι αποφάσεις για τη διατήρηση, τη μεταφορά ή τη συγχώνευση στρατοπέδων επηρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες και τοπικιστικές πιέσεις. Η προσπάθεια διατήρησης στρατιωτικών εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση τοπικών οικονομικών συμφερόντων ή για την αποφυγή πολιτικού κόστους δεν μπορεί να υποκαθιστά την αξιολόγηση των πραγματικών αμυντικών αναγκών.
Η απόφαση για κάθε στρατόπεδο οφείλει να στηρίζεται σε σαφή επιχειρησιακά κριτήρια: στη γεωγραφική θέση, στην αποστολή και στην ετοιμότητα των μονάδων, στους χρόνους αντίδρασης, στις δυνατότητες διοικητικής μέριμνας, στις ανάγκες επάνδρωσης και στη συνολική συμβολή του στην εθνική άμυνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τοπικές κοινωνίες και οι οικονομικές συνέπειες των αποφάσεων πρέπει να αγνοούνται. Σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατάλληλα μέτρα πολιτικής και όχι με τη διατήρηση μιας στρατιωτικής δομής που ενδέχεται να μην εξυπηρετεί πλέον επαρκώς την αποστολή της. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να ασκεί τη θεσμική της ευθύνη, χωρίς να υποκαθιστά τα επιχειρησιακά κριτήρια με τοπικές ή κομματικές προτεραιότητες.
Κατά την παρουσίαση της δεύτερης φάσης της Ατζέντας 2030, το Υπουργείο ανακοίνωσε εκτιμώμενη ετήσια εξοικονόμηση 85 εκατομμυρίων ευρώ από ευρύτερες οργανωτικές αλλαγές και επιπλέον 16,5 εκατομμυρίων ευρώ από τις συγχωνεύσεις στρατοπέδων [9].
Τα ποσά αυτά αποτελούν σημαντικό στοιχείο του σχεδιασμού, αλλά για να αξιολογηθεί η πραγματική τους αξία χρειάζεται απολογισμός μετά την εφαρμογή.
Η συγκέντρωση δραστηριοτήτων σε λιγότερες εγκαταστάσεις μπορεί να μειώσει συγκεκριμένες δαπάνες, δημιουργεί όμως και μεταβατικό κόστος. Απαιτούνται μετακινήσεις προσωπικού και υλικού, προσαρμογή εγκαταστάσεων, πιθανές νέες ανάγκες στέγασης και ανακατανομή αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται εάν η νέα διάταξη επηρεάζει τους χρόνους αντίδρασης, τη διοικητική μέριμνα και την υποστήριξη των μονάδων στις περιοχές ευθύνης τους.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να χαρακτηριστούν εκ των προτέρων οι συγχωνεύσεις επιτυχημένες ή αποτυχημένες. Υπάρχει, όμως, σαφής ανάγκη να δημοσιοποιηθεί συγκεντρωτικός απολογισμός που θα συγκρίνει τις αρχικές εκτιμήσεις με το πραγματικό κόστος και θα καταγράφει τις επιχειρησιακές επιπτώσεις.
Το ουσιαστικό όφελος θα προκύψει εάν το προσωπικό που απελευθερώνεται από διοικητικές και υποστηρικτικές λειτουργίες μετακινηθεί εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές ελλείψεις. Εάν οι αλλαγές περιοριστούν στη μείωση εγκαταστάσεων και δαπανών, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, το αποτέλεσμα θα είναι κατώτερο των προσδοκιών.
Νέα οπλικά συστήματα χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο ανθρώπινου δυναμικού
Ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας. Τα σύγχρονα αεροσκάφη, τα πλοία νέας γενιάς, τα συστήματα αεράμυνας, οι αισθητήρες και τα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τις δυνατότητες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Κάθε νέα τεχνολογική δυνατότητα, όμως, μεταβάλλει και τις απαιτήσεις σε προσωπικό. Χρειάζονται χειριστές, μηχανικοί, τεχνικοί συντήρησης, ειδικοί πληροφορικής, αναλυτές πληροφοριών και στελέχη με γνώσεις κυβερνοασφάλειας. Απαιτούνται επίσης συνεχής εκπαίδευση, πιστοποιήσεις, εξοικείωση με τα συστήματα και διαρκής ανανέωση των δεξιοτήτων.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο όταν οι ειδικότητες αυτές είναι περιζήτητες και στην ιδιωτική αγορά εργασίας. Η χώρα μπορεί να επενδύει σημαντικά ποσά στην εκπαίδευση ενός τεχνικού, αλλά να δυσκολεύεται να διατηρήσει τις υπηρεσίες του εάν οι συνθήκες σταδιοδρομίας δεν ανταποκρίνονται στις επαγγελματικές του προσδοκίες. Η απώλεια τέτοιου προσωπικού έχει διπλό κόστος: χάνεται η εμπειρία που έχει ήδη αποκτηθεί και δημιουργείται ανάγκη νέας εκπαίδευσης.
Γι’ αυτό κάθε μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα πρέπει να συνοδεύεται από ολοκληρωμένο σχέδιο ανθρώπινου δυναμικού. Πριν από την προμήθεια ενός συστήματος πρέπει να είναι γνωστά:
- ο αριθμός των απαιτούμενων στελεχών,
- οι ειδικότητες και τα επίπεδα πιστοποίησης,
- ο χρόνος εκπαίδευσης,
- οι ανάγκες συντήρησης,
- το κόστος διαρκούς κατάρτισης,
- οι προϋποθέσεις διατήρησης της τεχνογνωσίας.
Η επιχειρησιακή αξία ενός μέσου δεν καθορίζεται μόνο από τις τεχνικές προδιαγραφές του. Εξαρτάται από τη διαθεσιμότητά του, την ποιότητα της συντήρησης, την επάρκεια των πληρωμάτων και την ικανότητα ένταξής του σε ένα ευρύτερο σύστημα επιχειρήσεων. Ένα σύγχρονο οπλικό σύστημα που δεν διαθέτει επαρκές προσωπικό για την αξιοποίησή του δεν προσφέρει το σύνολο της δυνατότητας για την οποία αποκτήθηκε.
Η ίδια λογική ισχύει για τη διακλαδικότητα. Η συνεργασία Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας δεν εξασφαλίζεται μόνο με τη διασύνδεση τεχνολογικών μέσων. Απαιτεί κοινά πρότυπα, συμβατές διαδικασίες, εκπαιδευμένο προσωπικό, σαφείς αρμοδιότητες και ασκήσεις που επιβεβαιώνουν ότι τα επιμέρους συστήματα λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο.
Η εμπειρία από πολυεθνικά περιβάλλοντα του ΝΑΤΟ αναδεικνύει ακριβώς τη σημασία αυτής της διασύνδεσης: η τεχνολογία δημιουργεί δυνατότητες, αλλά η διοίκηση, η εκπαίδευση και η συνεργασία καθορίζουν το αποτέλεσμα. Αυτή η διάσταση πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της εφαρμογής της Ατζέντας 2030.
Δημογραφικό και εφεδρεία: ο σχεδιασμός πρέπει να κοιτάζει πέρα από το 2030
Η δημογραφική συρρίκνωση της Ελλάδας αποτελεί μακροπρόθεσμη πρόκληση για τη στελέχωση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η μείωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων περιορίζει τη δυνητική δεξαμενή στρατολόγησης και εντείνει τον ανταγωνισμό με την αγορά εργασίας για ανθρώπους με τεχνικές και επιστημονικές δεξιότητες.
Η επίπτωση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των στρατευσίμων ή των υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές. Αφορά τη δυνατότητα εξεύρεσης και διατήρησης επαγγελματιών που θα στελεχώσουν κρίσιμες ειδικότητες τα επόμενα χρόνια. Εάν οι απαιτήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων αυξάνονται λόγω τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, ενώ η διαθέσιμη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού περιορίζεται, ο σχεδιασμός πρέπει να προβλέπει εγκαίρως εναλλακτικές λύσεις.
Ο ν. 5265/2026 περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη στρατολογία και την εθελοντική στράτευση γυναικών [1]. Η αξιοποίηση της εφεδρείας μπορεί να ενισχύσει τη συνολική αμυντική ικανότητα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιμετωπίζεται ως απλή αριθμητική αύξηση διαθέσιμων προσώπων.
Η αποτελεσματικότητα της εφεδρείας δεν κρίνεται από τις εξαγγελίες ή από την επιδίωξη προσωπικής υστεροφημίας οποιουδήποτε αρχηγού Α/ΓΕΣ ή Α/ΓΕΕΘΑ. Κρίνεται από τη συνέχεια του σχεδιασμού, την αξιοκρατική αξιοποίηση των στελεχών και τη δημιουργία μιας εφεδρείας που μπορεί πράγματι να ενεργοποιηθεί και να υποστηρίξει τις επιχειρησιακές ανάγκες. Όταν οι επιλογές επηρεάζονται από προσωπικές φιλοδοξίες ή από την προτίμηση ημετέρων αντί κατάλληλων και έμπειρων στελεχών, υπάρχει κίνδυνος να υπονομευθούν η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα της προσπάθειας.
Μια αξιόπιστη εφεδρεία απαιτεί επικαιροποιημένα μητρώα, κατάλληλη αντιστοίχιση ειδικοτήτων, τακτική μετεκπαίδευση, διαθέσιμο εξοπλισμό και σαφείς διαδικασίες ενεργοποίησης. Απαιτεί, επίσης, πραγματική σύνδεση των εφέδρων με τις μονάδες στις οποίες θα κληθούν να υπηρετήσουν, ώστε να γνωρίζουν τις διαδικασίες, τα μέσα και την αποστολή τους.
Η θητεία προσφέρει ένα σημαντικό ανθρώπινο απόθεμα, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη για επαγγελματίες με πολυετή εμπειρία στη λειτουργία και στη συντήρηση σύνθετων συστημάτων. Η ισορροπία ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό, στους επαγγελματίες οπλίτες, στους στρατευσίμους και στην εφεδρεία πρέπει να σχεδιαστεί με βάση τις ανάγκες που θα υπάρχουν το 2030 και μετά.
Η Ατζέντα 2030 χρειάζεται, επομένως, ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις δημογραφικές προβλέψεις, τις τεχνολογικές εξελίξεις, τις απαιτήσεις των Κλάδων και τις ειδικότητες που θα είναι κρίσιμες στο μέλλον. Η αναδιοργάνωση του παρόντος δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον σχεδιασμό για το ανθρώπινο δυναμικό της επόμενης δεκαετίας.
Τι διδάσκει η ευρωπαϊκή εμπειρία
Οι δυσκολίες στελέχωσης δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, δύο χώρες με διαφορετικές στρατιωτικές παραδόσεις, οικονομικές δυνατότητες και μοντέλα στελέχωσης, προσφέρουν χρήσιμα παραδείγματα για την αξιολόγηση των πολιτικών προσωπικού.
Στη Γερμανία, η ετήσια έκθεση του Κοινοβουλευτικού Επιτρόπου για τις Ένοπλες Δυνάμεις, που δημοσιεύθηκε στις 3 Μαρτίου 2026 για το έτος 2025, ανέδειξε τις ελλείψεις προσωπικού ως σοβαρό πρόβλημα της Bundeswehr, παρά την αύξηση των διαθέσιμων πόρων [10].
Η γερμανική εμπειρία υπογραμμίζει ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την απαιτούμενη στελέχωση. Οι διαδικασίες προσλήψεων, η ταχύτητα ολοκλήρωσης των ελέγχων, η επαγγελματική προοπτική και η διατήρηση όσων έχουν ήδη εκπαιδευτεί επηρεάζουν καθοριστικά το τελικό αποτέλεσμα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο προσφέρει μια ενδιαφέρουσα εικόνα βελτίωσης ορισμένων δεικτών. Σύμφωνα με την επίσημη τριμηνιαία στατιστική του βρετανικού Υπουργείου Άμυνας, την 1η Ιουλίου 2026 η πλήρως εκπαιδευμένη δύναμη ανήλθε σε 127.060 άτομα, αυξημένη κατά 880 σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Κατά το δωδεκάμηνο έως τις 30 Ιουνίου 2026, οι προσλήψεις στις τακτικές ένοπλες δυνάμεις ανήλθαν σε 14.500, ενώ οι αποχωρήσεις σε 13.050 [11].
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι προσλήψεις μπορούν να υπερβούν τις αποχωρήσεις και να συμβάλουν στην ενίσχυση της στελέχωσης. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι έχουν εξαλειφθεί οι ελλείψεις ή ότι όλα τα επιμέρους προβλήματα έχουν επιλυθεί.
Το δίδαγμα για την Ελλάδα δεν είναι η αυτούσια αντιγραφή ξένων μοντέλων. Οι επιχειρησιακές ανάγκες, η γεωγραφία και η σύνθεση των Ενόπλων Δυνάμεων διαφέρουν. Η αξία της σύγκρισης βρίσκεται στις αρχές που μπορούν να εφαρμοστούν: συστηματική καταγραφή των αναγκών, παρακολούθηση της σταδιοδρομίας, έγκαιρος εντοπισμός των ειδικοτήτων που παρουσιάζουν ελλείψεις και διαφανής αξιολόγηση των μέτρων.
Η δημοσίευση αξιόπιστων στοιχείων δεν είναι απλώς ζήτημα διοικητικής διαφάνειας. Αποτελεί εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού. Επιτρέπει στην ηγεσία να εντοπίζει τις αιτίες των προβλημάτων, να κατανέμει καλύτερα τους πόρους και να προσαρμόζει τις πολιτικές πριν οι ελλείψεις επηρεάσουν σοβαρά την επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η Ελλάδα χρειάζεται έναν αντίστοιχο μηχανισμό αξιολόγησης, προσαρμοσμένο στις εθνικές ανάγκες και με πλήρη προστασία των ευαίσθητων επιχειρησιακών πληροφοριών. Χωρίς αυτή τη βάση, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να εξαρτάται από αποσπασματικές καταγραφές και αντιφατικούς αριθμούς, ενώ η διοίκηση στερείται μιας ολοκληρωμένης εικόνας για την πραγματική κατάσταση.
Έξι παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την Ατζέντα 2030
Η κριτική μιας αμυντικής μεταρρύθμισης αποκτά αξία όταν οδηγεί σε εφαρμόσιμες προτάσεις. Η Ατζέντα 2030 δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί ούτε να ανατραπεί συνολικά. Χρειάζεται να συνδεθεί στενότερα με την πραγματική κατάσταση του προσωπικού, να αποκτήσει μετρήσιμους στόχους και να προβλέπει διορθωτικές παρεμβάσεις όταν τα αποτελέσματα αποκλίνουν από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Πρώτον, να θεσπιστεί ετήσια έκθεση ανθρώπινου δυναμικού προς τη Βουλή. Η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει συγκεντρωτικά στοιχεία για την κάλυψη οργανικών θέσεων, τις εισαγωγές και αποφοιτήσεις στρατιωτικών σχολών, τις παραιτήσεις, τις αποχωρήσεις ανά Κλάδο και ειδικότητα και τις ελλείψεις σε κρίσιμες θέσεις. Η δημοσίευση θα επιτρέπει την αξιολόγηση της πολιτικής προσωπικού με αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να αποκαλύπτονται ευαίσθητα επιχειρησιακά δεδομένα.
Δεύτερον, κάθε μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα να συνοδεύεται από ολοκληρωμένο σχέδιο στελέχωσης. Το σχέδιο πρέπει να προσδιορίζει τις απαιτούμενες ειδικότητες, τον αριθμό των στελεχών, τον χρόνο εκπαίδευσης, το κόστος πιστοποίησης και τις προϋποθέσεις διατήρησης της τεχνογνωσίας. Η προμήθεια ενός συστήματος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ολοκληρωμένη επιχειρησιακή επένδυση, η οποία περιλαμβάνει ανθρώπους, υποστήριξη, εκπαίδευση και συντήρηση.
Τρίτον, να αξιολογείται συστηματικά το νέο πλαίσιο σταδιοδρομίας. Οι αλλαγές στον ν. 5265/2026 πρέπει να συνοδεύονται από ετήσια αποτίμηση των επιπτώσεών τους στην εξέλιξη, στην αξιολόγηση και στην παραμονή των στελεχών. Όπου εντοπίζονται δυσλειτουργίες, πρέπει να εξετάζονται διορθώσεις με βάση τα πραγματικά αποτελέσματα, διασφαλίζοντας την αξιοκρατία, τη διαφάνεια και την επαγγελματική προοπτική.
Τέταρτον, να εφαρμοστεί στοχευμένο πρόγραμμα διατήρησης προσωπικού. Οι πολιτικές αποδοχών, στέγασης, οικογενειακής μέριμνας και επαγγελματικής εξέλιξης πρέπει να συνδέονται με τις πραγματικές ανάγκες κάθε Κλάδου. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι τεχνικές και επιστημονικές ειδικότητες για τις οποίες ο ανταγωνισμός με την αγορά εργασίας είναι έντονος. Οι παρεμβάσεις πρέπει να βασίζονται σε καταγραφή των λόγων αποχώρησης και σε αξιολόγηση του πραγματικού κόστους αντικατάστασης έμπειρων στελεχών.
Πέμπτον, να δημοσιοποιείται απολογισμός του στεγαστικού προγράμματος και των συγχωνεύσεων στρατοπέδων. Για τη στέγαση, βασικοί δείκτες πρέπει να είναι οι κατοικίες που παραδίδονται και χρησιμοποιούνται, ο χρόνος αναμονής και η κάλυψη των αναγκών ανά περιοχή. Για τις συγχωνεύσεις, απαιτείται σύγκριση των προβλεπόμενων εξοικονομήσεων με το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα και με τις επιπτώσεις στην επιχειρησιακή λειτουργία.
Έκτον, να εκπονηθεί ειδικό σχέδιο στελέχωσης και τεχνολογικής υποστήριξης για το Πολεμικό Ναυτικό. Τα κενά στις στρατιωτικές σχολές και οι διαθέσιμες, αν και όχι πλήρως εναρμονισμένες, καταγραφές παραιτήσεων δικαιολογούν στοχευμένη διερεύνηση. Το σχέδιο πρέπει να εξετάσει τις συνθήκες υπηρεσίας, την επαγγελματική εξέλιξη, το κόστος διαβίωσης, τις ανάγκες τεχνικής υποστήριξης και τον ανταγωνισμό με την εμπορική ναυτιλία, χωρίς να προδικάζει τις αιτίες πριν αυτές τεκμηριωθούν.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να ενισχύσουν τη μεταρρύθμιση χωρίς να ακυρώσουν τον αρχικό της προσανατολισμό. Κυρίως, μπορούν να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό συνεχούς αξιολόγησης, ώστε οι αποφάσεις να μην παραμένουν στατικές όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες ή όταν η εφαρμογή αποκαλύπτει αδυναμίες που δεν είχαν προβλεφθεί στον αρχικό σχεδιασμό.
Συμπέρασμα: Η αποτροπή αρχίζει από τους ανθρώπους που καλούνται να την υπηρετήσουν
Η Ατζέντα 2030 αποτελεί μια αναγκαία προσπάθεια προσαρμογής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στις απαιτήσεις του σύγχρονου πολέμου. Η αναδιοργάνωση, η τεχνολογική αναβάθμιση, η ενίσχυση της διακλαδικότητας και η ορθολογικότερη αξιοποίηση των πόρων μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την αμυντική ικανότητα της χώρας. Η επιτυχία τους, ωστόσο, δεν είναι δεδομένη ούτε μπορεί να συναχθεί μόνο από τη θέσπιση νόμων, την ανακοίνωση εξοπλιστικών προγραμμάτων ή την παρουσίαση νέων οργανωτικών δομών.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δίνουν μια σύνθετη εικόνα. Η βελτίωση της κάλυψης των στρατιωτικών σχολών το 2026 είναι θετική εξέλιξη. Οι δυσκολίες που εξακολουθούν να εμφανίζονται σε συγκεκριμένες σχολές, οι αναφορές για αποχωρήσεις στελεχών και οι ανησυχίες γύρω από τη σταδιοδρομία δείχνουν, παράλληλα, ότι η πολιτική προσωπικού χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση και βελτίωση. Οι αναφορές αυτές δεν αρκούν για να προεξοφλήσουν την αποτυχία της μεταρρύθμισης, αρκούν όμως για να καταστήσουν αναγκαία μια πιο συστηματική και διαφανή αξιολόγηση.
Η εμπειρία από τη στρατιωτική διοίκηση και τη λειτουργία σύνθετων πολυεθνικών οργανισμών, όπως το SHAPE του ΝΑΤΟ, αναδεικνύει τη σημασία της σαφούς κατανομής ευθυνών, της εμπιστοσύνης, της διαλειτουργικότητας και της ικανότητας μετατροπής του σχεδιασμού σε εφαρμόσιμες διαδικασίες. Καμία οργανωτική αλλαγή δεν αποδίδει πλήρως όταν οι άνθρωποι που καλούνται να την εφαρμόσουν δεν έχουν επαρκή εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα και σαφή αντίληψη της αποστολής τους.
Αυτή η αρχή πρέπει να καθοδηγεί και την ελληνική αμυντική μεταρρύθμιση. Το ανθρώπινο δυναμικό δεν μπορεί να αποτελεί μεταβλητή που προσαρμόζεται εκ των υστέρων στις νέες δομές. Πρέπει να συνυπολογίζεται από την αρχή, μαζί με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις, τις τεχνολογικές δυνατότητες και τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους.
Ο σύγχρονος στρατιωτικός οργανισμός χρειάζεται νέες δεξιότητες, υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, επαγγελματική συνέχεια και ικανότητα προσαρμογής. Χρειάζεται αξιωματικούς που μπορούν να σχεδιάζουν και να διοικούν σε σύνθετα περιβάλλοντα, υπαξιωματικούς με σαφή επαγγελματική εξέλιξη και δυνατότητα ανέλιξης στην ιεραρχία, οι οποίοι διατηρούν και μεταφέρουν την τεχνική και επιχειρησιακή εμπειρία, καθώς και εξειδικευμένο προσωπικό που μπορεί να αξιοποιεί τα συστήματα στα οποία επενδύει η χώρα. Για να προσελκύσει και να διατηρήσει αυτούς τους ανθρώπους, οφείλει να τους προσφέρει ένα πλαίσιο σταδιοδρομίας με σαφείς κανόνες, αξιοκρατία και πραγματική προοπτική.
Η αποτροπή δεν είναι απλώς το άθροισμα των οπλικών συστημάτων που διαθέτει μια χώρα ούτε το ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανά για την άμυνά της. Είναι η ικανότητά της να μετατρέπει τους διαθέσιμους πόρους σε διαρκή επιχειρησιακή ετοιμότητα, να επανδρώνει τις μονάδες της, να συντηρεί τα μέσα της και να διατηρεί την ικανότητα αντίδρασης όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Η πραγματική δοκιμασία της Ατζέντας 2030 είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει την οργανωτική και τεχνολογική αλλαγή σε διατηρήσιμη στρατιωτική ισχύ. Εάν η ανθρώπινη διάσταση παραμείνει ισότιμος πυλώνας της μεταρρύθμισης, το σχέδιο μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό βήμα προς την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας. Εάν η στελέχωση, η εμπειρία και η επαγγελματική προοπτική δεν αντιμετωπιστούν με την ίδια συνέπεια όπως οι εξοπλισμοί και οι οργανωτικές αλλαγές, υπάρχει ο κίνδυνος η μεταρρύθμιση να εμφανίσει θεσμική πρόοδο χωρίς να αποδώσει το σύνολο των επιχειρησιακών δυνατοτήτων που υπόσχεται.
Η πραγματική δοκιμασία της Ατζέντας 2030 είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει την οργανωτική και τεχνολογική αλλαγή σε διατηρήσιμη στρατιωτική ισχύ. Εάν η ανθρώπινη διάσταση παραμείνει ισότιμος πυλώνας της μεταρρύθμισης, το σχέδιο μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό βήμα προς την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας. Εάν η στελέχωση, η εμπειρία και η επαγγελματική προοπτική δεν αντιμετωπιστούν με την ίδια συνέπεια όπως οι εξοπλισμοί και οι οργανωτικές αλλαγές, υπάρχει ο κίνδυνος η μεταρρύθμιση να εμφανίσει θεσμική πρόοδο χωρίς να αποδώσει το σύνολο των επιχειρησιακών δυνατοτήτων που υπόσχεται.
Πηγές
[1] Νόμος 5265/2026 – «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή». Taxheaven – Νομοθεσία https://www.taxheaven.gr/law/5265/2026
[2] alfavita – Τι συμβαίνει με τις στρατιωτικές σχολές; 473 κενές θέσεις το 2025. https://www.alfavita.gr/panellinies/485049_ti-symbainei-me-tis-stratiotikes-sholes-stratiotikes-sholes-473-kenes-theseis
[3] AMYNA News – Στρατιωτικές σχολές και Πανελλαδικές 2026: Κενές θέσεις και στοιχεία εισαγωγής. https://amyna.news/ellada/stratiotikes-sxoles-panellinies-2026-vaseis-kenes-theseis/
[4] Armyvoice.gr – Παραιτήσεις στρατιωτικών: 23 αξιωματικοί αποχωρούν, σύμφωνα με δημοσίευμα του Σεπτεμβρίου 2026. https://armyvoice.gr/2026/09/paraitiseis-stratiotikon-23-axiomatikoi-fevgoun/
[5] Defence Review – Ιστορικό ρεκόρ παραιτήσεων στο Πολεμικό Ναυτικό. https://defencereview.gr/asfaleia/esoteriki-asfaleia/istoriko-rekor-paraitiseon-sto-polem/
[6] Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΕΣ) – Ανακοινώσεις και παρεμβάσεις για τα υπηρεσιακά και εργασιακά ζητήματα των στρατιωτικών. https://www.poes.gr/
[7] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας – Ανακοίνωση για τις αυξήσεις στις αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, 28 Μαρτίου 2025. https://www.mod.mil.gr/dilosi-ypoyrgoy-ethnikis-amynas-nikoy-dendia-schetika-tin-ayxisi-ton/
[8] NATO – Defence Expenditure of NATO Countries (2014–2025) (Αμυντικές δαπάνες των χωρών του ΝΑΤΟ, 2014–2025). Επίσημα στοιχεία του ΝΑΤΟ. https://www.nato.int/en/news-and-events/articles/news/2025/08/28/defence-expenditure-of-nato-countries-2014-2025
[9] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας – Παρουσίαση της Β΄ Φάσης της μεταρρύθμισης «Ατζέντα 2030». Επίσημη ανακοίνωση για την εξοικονόμηση πόρων και την αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων. https://www.mod.mil.gr/paroysiastike-ton-yetha-n-dendia-v-fasi-tis-metarrythmisis-atzenta/
[10] Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή (Deutscher Bundestag) – Ετήσιες εκθέσεις του Κοινοβουλευτικού Επιτρόπου για τις Ένοπλες Δυνάμεις. https://www.bundestag.de/parlament/wehrbeauftragter/jahresberichte
[11] Υπουργείο Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Ministry of Defence) – Quarterly Service Personnel Statistics: 1 July 2026 (Τριμηνιαία στατιστικά στοιχεία στρατιωτικού προσωπικού, 1 Ιουλίου 2026). Επίσημα στοιχεία για τη στελέχωση, τις προσλήψεις και τις αποχωρήσεις από τις βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις. https://www.gov.uk/government/statistics/quarterly-service-personnel-statistics-2026/quarterly-service-personnel-statistics-1-july-2026
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;