Αναλύσεις
Η Τουρκία θα αντιδράσει στο καλώδιο – Το μεγάλο δίλημμα της Αθήνας
Για τουρκική αντίδραση στην επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου προειδοποίησε ο διευθυντής του Naftemporiki.gr, Μιχάλης Ψύλος, στην εκπομπή «Geopolitics» με τον Σάββα Καλεντερίδη. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι σε Αθήνα και Άγκυρα, τα πραγματικά οφέλη του Κάθετου Διαδρόμου για την Ελλάδα, οι ενεργειακές συνεννοήσεις ΗΠΑ–Ρωσίας και οι ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή.
Για τουρκική αντίδραση στην επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου προειδοποίησε ο διευθυντής του Naftemporiki.gr, Μιχάλης Ψύλος, στην εκπομπή «Geopolitics» με τον Σάββα Καλεντερίδη. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι σε Αθήνα και Άγκυρα, τα πραγματικά οφέλη του Κάθετου Διαδρόμου για την Ελλάδα, οι ενεργειακές συνεννοήσεις ΗΠΑ–Ρωσίας και οι ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή.
Ο Μιχάλης Ψύλος περιέγραψε ένα περιβάλλον στο οποίο οι ενεργειακές συμφωνίες, οι επιχειρηματικές επιδιώξεις και οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί διαμορφώνουν τις σχέσεις των κρατών. Για την Ελλάδα, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, το κρίσιμο ζητούμενο είναι πώς η γεωγραφική της θέση και οι συμμαχίες της θα μετατραπούν σε συγκεκριμένα οφέλη και σε ουσιαστική προστασία των συμφερόντων της.
Το καλώδιο και η τουρκική απαίτηση για «άδεια»
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και στις κινήσεις που αναμένονται για την επανέναρξη των ερευνών. Ο Σάββας Καλεντερίδης έθεσε το ερώτημα πώς θα αντιδράσει η Άγκυρα όταν εκδοθεί η σχετική NAVTEX και κινηθεί το ερευνητικό πλοίο.
«Η Τουρκία θα αντιδράσει. Είναι σαφές», απάντησε ο Μιχάλης Ψύλος, εκτιμώντας ότι η τουρκική ηγεσία επιδιώκει να επιβάλει την αντίληψη πως η διέλευση του καλωδίου προϋποθέτει τη δική της συγκατάθεση, είτε αυτή ζητηθεί από την ελληνική πλευρά είτε από τις εμπλεκόμενες εταιρείες.
Ο ίδιος μετέφερε την εικόνα ότι πριν από την 28η Οκτωβρίου θα μπορούσαν να αρχίσουν οι σχετικές διαδικασίες. Παράλληλα, συνέδεσε την πιθανή τουρκική κλιμάκωση με το ενδεχόμενο προώθησης ρυθμίσεων για τη «Γαλάζια Πατρίδα» στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή τη διαδικασία ως διαπραγματευτικό εργαλείο, επιδιώκοντας ανταλλάγματα γύρω από την όδευση του καλωδίου.
Ο Σάββας Καλεντερίδης υπογράμμισε ότι ενδεχόμενη μετατόπιση της διαδρομής προς νοτιότερες περιοχές θα συναντούσε σοβαρές τεχνικές και οικονομικές δυσκολίες, εξαιτίας των μεγάλων θαλάσσιων βαθών και του πρόσθετου κόστους. Έθεσε, όμως, και την πολιτική διάσταση: μια αλλαγή υπό τουρκική πίεση θα μπορούσε, όπως επισήμανε, να εκληφθεί ως αποδοχή τουρκικής δικαιοδοσίας στην περιοχή.
Ο Μιχάλης Ψύλος συμφώνησε ότι εδώ βρίσκεται το μεγάλο δίλημμα που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική κυβέρνηση.
Η ανισορροπία Αθήνας–Άγκυρας στην Ουάσιγκτον
Η συζήτηση άνοιξε με τις αναφορές των δύο συνομιλητών στην αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και στις συνέπειες για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Ο διευθυντής του Naftemporiki.gr υποστήριξε ότι η κατανομή ρόλων ανάμεσα στους Αμερικανούς εκπροσώπους σε Ελλάδα και Τουρκία ήταν εξαρχής άνιση. Αντιπαρέβαλε το πολιτικό βάρος και την προσωπική πρόσβαση του Τομ Μπάρακ στον Ντόναλντ Τραμπ με την ελληνική περίπτωση, επισημαίνοντας τη σημασία που αποδίδει η αμερικανική διοίκηση στον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας.
Έθεσε, επίσης, το ζήτημα της Ελλάδας ως δεδομένου και αξιόπιστου συμμάχου, διερωτώμενος κατά πόσο αυτή η στάση ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση απέναντι σε μια Τουρκία που διατηρεί περισσότερες επιλογές και διαύλους.
Ωστόσο, διαχώρισε την απουσία πρέσβη από τη λειτουργία της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής. Αναφέρθηκε θετικά στην εμπειρία του Τζόσουα Χακ, τονίζοντας ότι η διπλωματική εργασία συνεχίζεται.
Ο Σάββας Καλεντερίδης επέμεινε στη διάκριση ανάμεσα στην υπηρεσιακή συνέχεια και στην απευθείας πολιτική πρόσβαση στον Λευκό Οίκο. Στο πλαίσιο αυτό συζητήθηκε η δυνατότητα αξιοποίησης της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και προσώπων όπως ο Γκας Μπιλιράκης.
Κάθετος Διάδρομος: Τι κερδίζει η Ελλάδα;
Για τον Κάθετο Διάδρομο, ο Μιχάλης Ψύλος εκτίμησε ότι η σημασία του ενισχύεται από την ευρωπαϊκή προσπάθεια απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια και την ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικών πηγών τροφοδοσίας.
Έθεσε, πάντως, ως κρίσιμη προϋπόθεση την ύπαρξη αγοραστών και συμβολαίων στις χώρες προς τις οποίες θα κατευθύνεται το φυσικό αέριο. Όπως προέκυψε από τη συζήτηση, η πολιτική υποστήριξη ενός ενεργειακού σχεδίου πρέπει να συνοδεύεται από εμπορική ανταπόκριση.
Στο ερώτημα για τα ελληνικά οφέλη, υποστήριξε ότι ο ρόλος του κόμβου μεταφοράς από μόνος του δεν αρκεί. Συνέδεσε την ουσιαστική αναβάθμιση της χώρας με την πρόοδο των ερευνών και των εξορύξεων στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης.
Αναφέρθηκε στις δραστηριότητες της Chevron και της ExxonMobil και μετέφερε ότι, σύμφωνα με συζήτηση που είχε με τον Σταύρο Παπασταύρου, εξεταζόταν η πραγματοποίηση πρώτης ερευνητικής γεώτρησης στο Ιόνιο μέσα στην άνοιξη.
Για τις λιβυκές αντιδράσεις νότια της Κρήτης, επισήμανε τον παράγοντα της τουρκικής επιρροής. Εκτίμησε, παράλληλα, ότι βασική αμερικανική προτεραιότητα παραμένει η αποτροπή μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης.
Ενέργεια, Τραμπ–Πούτιν και πιέσεις στον Ζελένσκι
Στο δεύτερο μέρος της εκπομπής, ο Μιχάλης Ψύλος ανέπτυξε την εκτίμηση ότι η επιδίωξη μείωσης του ενεργειακού κόστους στις ΗΠΑ επηρεάζει τις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Ρωσία.
Αναφέρθηκε σε πληροφορίες για χαλάρωση κυρώσεων και διάθεση ρωσικών καυσίμων, συνδέοντάς τες με τις πιέσεις που προκαλούν οι τιμές ενέργειας και μεταφορών στην αμερικανική οικονομία.
Στην ίδια κατεύθυνση ενέταξε τις αναφορές σε αμερικανικό ενδιαφέρον για τους Nord Stream και για περιουσιακά στοιχεία της Lukoil. Κατά την ανάλυσή του, οι επιχειρηματικές επιδιώξεις αποτελούν βασικό παράγοντα μιας πιθανής αμερικανορωσικής συνεννόησης.
Για την Ουκρανία, υποστήριξε ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις. Ο Σάββας Καλεντερίδης ανέδειξε την εξάρτηση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων από τις αμερικανικές πληροφορίες και το Starlink, εξηγώντας τη σημασία τους για την έγκαιρη προειδοποίηση και τις επικοινωνίες στο πεδίο.
Ο Ψύλος αναφέρθηκε ακόμη στα ονόματα του Βαλέρι Ζαλούζνι και του Κίριλο Μπουντάνοφ ως προσώπων που, σύμφωνα με όσα είπε, συζητούνται σε σενάρια διαδοχής του Ουκρανού προέδρου.
Η Ευρώπη και το κόστος του επανεξοπλισμού
Αιχμηρή ήταν η κριτική του Μιχάλη Ψύλου προς την ευρωπαϊκή στρατηγική. Υποστήριξε ότι ο επανεξοπλισμός αντιμετωπίζεται και ως μέσο ενίσχυσης της οικονομίας και της αμυντικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα στη Γερμανία.
Ο Σάββας Καλεντερίδης έθεσε το ζήτημα των κοινωνικών συνεπειών από την ακριβή ενέργεια, την αποβιομηχάνιση και την πίεση στο κράτος πρόνοιας. Συνέδεσε αυτές τις εξελίξεις με τη φτωχοποίηση και την ενίσχυση ακραίων πολιτικών δυνάμεων.
Ο Ψύλος περιέγραψε την Ευρώπη ως εγκλωβισμένη σε μια στρατηγική που δυσκολεύεται να αναθεωρήσει, ενώ αμφισβήτησε την εκτίμηση ότι η Ρωσία διαθέτει τη δυνατότητα να επεκτείνει εύκολα τον πόλεμο σε ευρωπαϊκές χώρες.
Μέση Ανατολή: Συμμαχίες με ανοιχτά μέτωπα
Η συζήτηση επεκτάθηκε στη συνεργασία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας, στον πόλεμο κατά των Χούθι και στο ενδεχόμενο ευρύτερης περιφερειακής συνεννόησης με συμμετοχή του Ισραήλ.
Ο Μιχάλης Ψύλος εκτίμησε ότι οι πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις περιφερειακές ισορροπίες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας πρώτης προσέγγισης με την Τουρκία.
Ο Σάββας Καλεντερίδης επισήμανε ότι ο ανταγωνισμός των δύο χωρών στη Συρία έχει συγκεκριμένο υπόβαθρο στο πεδίο, το οποίο παραμένει ανεξάρτητα από τα πρόσωπα στην εξουσία.
Για τους Χούθι, ο Ψύλος υποστήριξε ότι, παρά τη σχέση τους με την Τεχεράνη, διαθέτουν και δικές τους επιδιώξεις στην Υεμένη. Προειδοποίησε, τέλος, για παρατεταμένη ενεργειακή αβεβαιότητα, όσο η Μέση Ανατολή παραμένει εστία συγκρούσεων.
Κύπρος: Οι συμβολισμοί να αποκτήσουν συνέχεια
Η εκπομπή ολοκληρώθηκε με την Κύπρο και τη συζήτηση για την παρουσία ξένων στρατιωτικών αγημάτων στην παρέλαση της ανεξαρτησίας, καθώς και για την αναβάθμιση των στρατιωτικών υποδομών της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο Μιχάλης Ψύλος εξέφρασε την ελπίδα οι συμβολικές αυτές κινήσεις να αποκτήσουν ουσιαστική πολιτική συνέχεια. Απέρριψε τη λογική των δύο κρατών και τάχθηκε υπέρ της επανένωσης του νησιού, με διζωνική ομοσπονδία και ενιαία κυριαρχία.
Αναλύσεις
Πολιτική νίκη της Τουρκίας στη Λιβύη – Η Ελλάδα ήταν ανύπαρκτη!
Σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική και στους χειρισμούς διαδοχικών κυβερνήσεων άσκησε ο διεθνολόγος Σταύρος Καλεντερίδης, μιλώντας στον Θήτα FM και τη δημοσιογράφο Βασιλική Πολίτου, με αφορμή την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης. Ο αναλυτής χαρακτήρισε την εξέλιξη πολιτική νίκη της Τουρκίας, προειδοποίησε για τον κίνδυνο περαιτέρω προσέγγισης Άγκυρας και Καΐρου και κατηγόρησε την Αθήνα για διαχρονική διπλωματική αδράνεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική και στους χειρισμούς διαδοχικών κυβερνήσεων άσκησε ο διεθνολόγος Σταύρος Καλεντερίδης, μιλώντας στον Θήτα FM και τη δημοσιογράφο Βασιλική Πολίτου, με αφορμή την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης. Ο αναλυτής χαρακτήρισε την εξέλιξη πολιτική νίκη της Τουρκίας, προειδοποίησε για τον κίνδυνο περαιτέρω προσέγγισης Άγκυρας και Καΐρου και κατηγόρησε την Αθήνα για διαχρονική διπλωματική αδράνεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Πολιτική νίκη της Τουρκίας – Η Ελλάδα ήταν ανύπαρκτη»
Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρέθηκε η απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2026, με την οποία το Κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε ομόφωνα το μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης που είχε υπογραφεί μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης το 2019. Παράλληλα, ανακάλεσε προηγούμενες αποφάσεις του 2020 με τις οποίες είχε απορρίψει τις συμφωνίες με την Τουρκία.
Ο Σταύρος Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η εξέλιξη δεν συνιστά αυτομάτως νομική κατοχύρωση των τουρκικών διεκδικήσεων, αποτελεί όμως σημαντικό πολιτικό κέρδος για την Άγκυρα.
Κατά την εκτίμησή του, η τουρκική διπλωματία εργάστηκε συστηματικά τα τελευταία δύο χρόνια για να προσεγγίσει την ηγεσία της ανατολικής Λιβύης, ενώ η ελληνική πλευρά δεν ανέπτυξε την απαραίτητη δραστηριότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Ιταλία, την οποία θεωρεί σημαντικό παράγοντα για την άσκηση πίεσης προς τη Λιβύη. Όπως υποστήριξε, η Αθήνα δεν αξιοποίησε τις δυνατότητες που προσέφερε η σχέση της με τη Ρώμη, ούτε ανέπτυξε αποτελεσματικές πρωτοβουλίες με τους υπόλοιπους περιφερειακούς παίκτες.
Η οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου
Ο διεθνολόγος συνέδεσε τις σημερινές εξελίξεις με τη διαχρονική απουσία οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.
Υποστήριξε ότι η εκκρεμότητα αυτή δημιούργησε γεωπολιτικό κενό, το οποίο αξιοποίησε η Τουρκία για να προωθήσει τις δικές της θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου Νίκο Ρολάνδη και σε παλαιότερες τοποθετήσεις του σχετικά με τις διαπραγματεύσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Ο Καλεντερίδης επικαλέστηκε όσα είχε αναφέρει ο Ρολάνδης για παρεμβάσεις της ελληνικής κυβέρνησης το 2003, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Κώστας Σημίτης και υπουργός Εξωτερικών ο Γιώργος Παπανδρέου.
Σύμφωνα με την περιγραφή του, η τότε ελληνική πλευρά αντιτάχθηκε σε χειρισμούς που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη θέση του συμπλέγματος της Μεγίστης στην οριοθέτηση με την Αίγυπτο, εξαιτίας ανησυχιών για ενδεχόμενη αντίδραση της Τουρκίας.
Ο αναλυτής παρουσίασε την υπόθεση ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας μακροχρόνιας πολιτικής αποφυγής πρωτοβουλιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο στόχαστρο οι συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο
Ο Σταύρος Καλεντερίδης άσκησε ιδιαίτερα αυστηρή κριτική στις συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης που υπέγραψε η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη με την Ιταλία και την Αίγυπτο, καθώς και στην επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Ιόνιο.
Εστίασε σε τρεις βασικές αποφάσεις:
-
Την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και τις ρυθμίσεις που αφορούν τα αλιευτικά δικαιώματα.
-
Τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο, την οποία θεωρεί δυσμενή για τις ελληνικές θέσεις.
-
Την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια αποκλειστικά στο Ιόνιο.
Για τη συμφωνία με την Αίγυπτο ισχυρίστηκε ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε μειωμένη επήρεια ελληνικών νησιών, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης και της Ρόδου.
Επικαλέστηκε, μάλιστα, απώλεια θαλάσσιας έκτασης της τάξης του 8,6%, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη επιλογή αποδυνάμωσε τις ελληνικές θέσεις για μελλοντικές οριοθετήσεις.
Ο Καλεντερίδης επέκρινε επίσης τον τμηματικό χαρακτήρα της συμφωνίας, καθώς η οριοθέτηση δεν επεκτάθηκε ανατολικά μέχρι την περιοχή του Καστελορίζου.
Οι τοποθετήσεις αυτές αποτελούν την αξιολόγηση του αναλυτή. Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 είναι κατατεθειμένη στον ΟΗΕ και προβλέπει ρητά τη δυνατότητα συνέχισης της οριοθέτησης πέρα από τα συμφωνημένα άκρα της.
Κάσος: «Πώς κάνουμε πίσω σε ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα;»
Ξεχωριστό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στην υπόθεση της Κάσου και στις παρεμβάσεις του Άγγελου Συρίγου σχετικά με τους χειρισμούς της ελληνικής πλευράς.
Η Βασιλική Πολίτου έθεσε στον συνομιλητή της το επιχείρημα ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να κινείται διαρκώς προς μία κατεύθυνση και ότι ορισμένες υποχωρήσεις ενδέχεται να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου διπλωματικού σχεδιασμού.
Ο Καλεντερίδης απέρριψε αυτή την προσέγγιση για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Υποστήριξε ότι η πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελεί δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο και ότι η Ελλάδα όφειλε να έχει προβλέψει το ενδεχόμενο τουρκικής παρενόχλησης.
Παράλληλα, έθεσε ζήτημα αξιοπιστίας της χώρας έναντι των διεθνών εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε θαλάσσιες περιοχές ελληνικών συμφερόντων.
Κατηγόρησε επίσης την κυβέρνηση για αντιφατικές τοποθετήσεις σχετικά με τα γεγονότα της Κάσου, επικαλούμενος τις δηλώσεις Συρίγου και την επίσημη κυβερνητική γραμμή.
Τα αμερικανικά σχέδια για την επόμενη ημέρα στη Λιβύη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η αναφορά του Σταύρου Καλεντερίδη στις διεργασίες για πιθανή πολιτική ενοποίηση της Λιβύης.
Κατά την εκτίμησή του, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν μια νέα πολιτική διευθέτηση που θα συνδέει τα στρατόπεδα της ανατολικής και της δυτικής Λιβύης.
Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στον Αμερικανό παράγοντα Μασάντ Μπούλος, τον οποίο συνέδεσε με τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις.
Ο Καλεντερίδης παρουσίασε ως πιθανό σενάριο τη δημιουργία ενός νέου κυβερνητικού σχήματος, στο οποίο θα μπορούσε να αναλάβει την προεδρία ο Σαντάμ Χαφτάρ, γιος του Χαλίφα Χαφτάρ, ενώ η πρωθυπουργία θα προερχόταν από το περιβάλλον της οικογένειας Ντμπεϊμπά.
Πρόκειται για εκτίμηση του αναλυτή σχετικά με ενδεχόμενες μελλοντικές εξελίξεις και όχι για ανακοινωμένη πολιτική συμφωνία.
Ο ίδιος εξέφρασε την ανησυχία ότι ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω ενίσχυση της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη.
Ανησυχία για την Αίγυπτο και τον ρόλο του Πακιστάν
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο διεθνολόγος άνοιξε τη συζήτηση στις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
Αναφέρθηκε στις σχέσεις Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, καθώς και στις συγκρούσεις στο Σουδάν.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην Αίγυπτο, εκφράζοντας προβληματισμό για τη στάση της έναντι των εξελίξεων στη Λιβύη.
Κατά την εκτίμησή του, η στάση του Καΐρου δημιουργεί ερωτήματα για πιθανές παρασκηνιακές συνεννοήσεις στην περιοχή.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Αίγυπτος να επιδιώξει μελλοντικά θαλάσσια οριοθέτηση με την Τουρκία, αξιοποιώντας το τμήμα που δεν καλύπτεται από την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία.
Παράλληλα, έκανε αναφορά σε συμφωνία εξοπλισμών του Πακιστάν με τις δυνάμεις του Χαφτάρ, υποστηρίζοντας ότι το Ισλαμαμπάν αποκτά αυξανόμενο ρόλο στη βορειοαφρικανική χώρα.
Συνέδεσε τις εξελίξεις αυτές με την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας, το Σουέζ και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, περιγράφοντας ένα ευρύτερο πλέγμα περιφερειακών συμφερόντων.
Η στάση ΗΠΑ και Γερμανίας
Η Βασιλική Πολίτου έθεσε επίσης το ζήτημα της αμερικανικής αντίδρασης στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αναφερόμενη σε απάντηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε ερώτηση του δημοσιογράφου Μιχάλη Ιγνατίου.
Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον το ζήτημα με διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με το 2019.
Επέκρινε την αμερικανική στάση, θεωρώντας ότι δεν προσφέρει την πολιτική υποστήριξη που θα επιθυμούσε η ελληνική πλευρά.
Ανάλογη κριτική άσκησε και στη Γερμανία, με αφορμή τοποθετήσεις για το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων κατά της Λιβύης.
Ο διεθνολόγος συνέδεσε τις αντιδράσεις των εταίρων με την εικόνα που, κατά την άποψή του, έχει διαμορφώσει η Ελλάδα μέσω των διπλωματικών της χειρισμών.
Η κεντρική θέση της παρέμβασής του ήταν ότι η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από την ανατολική Λιβύη αποτελεί το αποτέλεσμα μακροχρόνιων γεωπολιτικών διεργασιών, στις οποίες η Τουρκία κινήθηκε ενεργά, ενώ η Ελλάδα δεν κατάφερε, σύμφωνα με τον ίδιο, να αποτρέψει τη μεταβολή των συσχετισμών.
Αναλύσεις
Φωνές από τον Αραβικό Τύπο: Το Ιράν, οι Κούρδοι και το μέλλον της αραβικής ισχύος
Μια εβδομαδιαία επιλογή από απόψεις και αναλύσεις από τα αραβικά μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο.
1. Η ανησυχία του Ιρακινού Κουρδιστάν
Η ανησυχία που εξέφρασε η ηγεσία του Ιρακινού Κουρδιστάν σχετικά με την αμερικανική αποχώρηση αξίζει προσεκτικής εξέτασης. Αποκαλύπτει ότι οι σχέσεις μεταξύ των συνιστωσών του ιρακινού κράτους εξακολουθούν να απαιτούν εγγυήσεις πέραν των συνόρων του.
Κατανοώ τους λόγους αυτής της ανησυχίας, δεδομένου του μακρού ιστορικού καταπίεσης και αθετημένων υποσχέσεων. Όμως το σημαντικότερο ερώτημα είναι γιατί μια χώρα δεν μπορεί να καθησυχάσει ορισμένους από τους ίδιους τους πολίτες της, αφήνοντάς τους να αναζητούν προστασία από μια μακρινή δύναμη της οποίας οι προτεραιότητες αλλάζουν ανάλογα με τα συμφέροντά της.
Το βλέπουμε αυτό στον Λίβανο, το Ιράκ, την Υεμένη και αλλού στην περιοχή μας, όπου εθνικές κοινότητες αναζητούν ασφάλεια μέσω συμμαχιών με ξένες δυνάμεις. Για μένα, αυτό αποτελεί σημάδι ατελούς ανάπτυξης του εθνικού κράτους, και μάλιστα ένα σημάδι που πρέπει να αναγνωρίσουμε.
Οι Κούρδοι του Ιράκ πέτυχαν την πιο σταθερά εδραιωμένη αυτόνομη κυβέρνηση μεταξύ των σύγχρονων κουρδικών κοινοτήτων. Το σύνταγμα του 2005 αναγνώρισε την Περιφέρεια του Κουρδιστάν και τους υφιστάμενους θεσμούς της, δίνοντας στον λαό της κοινοβούλιο, κυβέρνηση και διοικητικές δομές εντός του Ιράκ.
Αυτά ήταν σημαντικά κέρδη για έναν λαό που υπέφερε τραγωδίες, συμπεριλαμβανομένης της εκστρατείας Ανφάλ και της σφαγής της Χαλάμπτζα. Ωστόσο, η μετάβαση από την αυτονομία στην πλήρη ανεξαρτησία προσέκρουσε στη γεωγραφία, την οικονομία και τις θέσεις των γειτονικών χωρών και των μεγάλων δυνάμεων.
Τον Σεπτέμβριο του 2017, περισσότερο από το 92% των συμμετεχόντων στο δημοψήφισμα της περιοχής ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας. Η πλειοψηφία ήταν συντριπτική, αλλά το επιθυμητό κράτος δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Η Βαγδάτη απέρριψε το δημοψήφισμα, οι γειτονικές χώρες εναντιώθηκαν σε αυτό και η Ουάσινγκτον αρνήθηκε την υποστήριξη που περίμεναν οι διοργανωτές του.
Στη συνέχεια, η περιοχή έχασε τον έλεγχο του Κιρκούκ και άλλων αμφισβητούμενων εδαφών. Το δίδαγμα είναι σαφές: η λαϊκή κινητοποίηση μπορεί να παράγει ένα εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει τους συσχετισμούς δυνάμεων ή να δημιουργήσει αυτόνομα τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση κράτους.
Στη Συρία, οι κουρδικές δυνάμεις δημιούργησαν μια de facto αυτόνομη διοίκηση κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, αλλά αυτή δεν εξελίχθηκε σε αναγνωρισμένο ανεξάρτητο κράτος. Στην Τουρκία, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) διεξήγαγε παρατεταμένο ένοπλο αγώνα χωρίς να επιτύχει την ανεξαρτησία. Ωστόσο, οι Τούρκοι Κούρδοι δεν μπορούν να αναχθούν μόνο σε αυτή την οργάνωση· πολλοί επιδίωξαν την πολιτική συμμετοχή και τις εκλογές.
Τα ίδια τα κουρδικά κινήματα διαφέρουν ως προς τους στόχους τους, οι οποίοι κυμαίνονται από τα πολιτιστικά δικαιώματα και την αποκέντρωση έως την αυτονομία και την αποσύνδεση/απόσχιση. Η αγνόηση αυτών των διακρίσεων παραμορφώνει την κατανόηση των διαφορετικών κοινοτήτων.
Το ζήτημα εκτείνεται πολύ πέρα από τους Κούρδους. Η Μέση Ανατολή είναι κατακλυσμένη από εθνικές, θρησκευτικές και δογματικές ταυτότητες, ορισμένα μέλη των οποίων έχουν υποστεί πραγματικές αδικίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μνήμες των υποφερμένων δεινών έχουν μετατραπεί σε μόνιμα πολιτικά σχέδια, με ηγέτες να επενδύουν στον φόβο και να παρουσιάζουν τον διαχωρισμό ως έτοιμη λύση.
Στη συνέχεια, περιφερειακές ή διεθνείς δυνάμεις εισέρχονται στο προσκήνιο, παρέχοντας όπλα και υποσχέσεις, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούν αυτούς τους σκοπούς ως διαπραγματευτικά χαρτιά. Πιστεύω ότι η πιο επικίνδυνη αυταπάτη είναι η ιδέα ότι ένας εξωτερικός προστάτης συμμερίζεται τις φιλοδοξίες μιας κοινότητας τόσο βαθιά όσο ο ίδιος ο λαός της. Οι ξένες δυνάμεις κάνουν τους δικούς τους υπολογισμούς· μπορεί να αποχωρήσουν, ενώ η κοινότητα παραμένει ανάμεσα στους γείτονές της.
Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι απαιτούμε σιωπή από τους καταπιεσμένους ή ότι απαλλάσσουμε τις κεντρικές κυβερνήσεις από τις ευθύνες τους. Οι αρχές που απαγορεύουν στους πολίτες να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους, που εισάγουν διακρίσεις στην απασχόληση ή στα δικαστήρια, ή που βομβαρδίζουν τις πόλεις τους, αναπόφευκτα οδηγούν τους ανθρώπους στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.
Είναι εύκολο για τους ηγέτες να διακηρύσσουν την εθνική ενότητα ενώ κυβερνούν σαν το κράτος να ανήκει αποκλειστικά στη δική τους ομάδα. Η υπεράσπιση της εθνικής ενότητας πρέπει επομένως να ξεκινά από τη μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων. Η ιδιότητα του πολίτη είναι πρώτα υποχρέωση του κράτους, πριν γίνει απαίτηση από τον λαό του.
Η Ελβετία προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα. Τέσσερις εθνικές γλώσσες και διαφορετικές θρησκευτικές και πολιτιστικές παραδόσεις συνυπάρχουν εντός ενός ομοσπονδιακού κράτους. Οι γαλλόφωνοι δεν υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους ή να تقلιδήσουν τις γερμανόφωνες περιοχές. Η κατανομή των εξουσιών, η αναγνώριση της διαφορετικότητας και η πολιτική συμμετοχή βοήθησαν στη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος για τη διατήρηση της συνύπαρξης.
Η Ελβετία δεν είναι ένα μοντέλο που μπορεί να αντιγραφεί αυτούσιο, αλλά αποδεικνύει ότι ο σεβασμός των διαφορών μπορεί να ενισχύσει μια χώρα και ότι η άκαμπτη συγκεντρωτική εξουσία δεν είναι ο μόνος δρόμος προς την ενότητα.
Στον Καναδά, οι ψηφοφόροι του Κεμπέκ απέρριψαν οριακά την κυριαρχία/ανεξαρτησία στο δημοψήφισμα του 1995, με το 50,58% να ψηφίζει κατά. Η πολιτική διαφωνία συνεχίστηκε και οι αυτονομιστές παρέμειναν ελεύθεροι να υποστηρίζουν τις θέσεις τους χωρίς η επαρχία να βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο.
Αυτό που έχει σημασία σε αυτά τα παραδείγματα είναι η ύπαρξη θεσμών που επιτρέπουν τη διαφωνία και τη ρυθμίζουν. Οι πολίτες που μπορούν να αμφισβητήσουν την εξουσία και να προσφύγουν στη δικαιοσύνη διαθέτουν εναλλακτικές λύσεις αντί να υποχωρούν σε κοινοτικές περιχαρακώσεις. Ένα κράτος βέβαιο για τη δική του δικαιοσύνη δεν ερμηνεύει κάθε αίτημα για πολιτιστική αναγνώριση ως εχθρική ενέργεια.
Το Νότιο Σουδάν προσφέρει ένα αντίθετο δίδαγμα. Απέκτησε την ανεξαρτησία του το 2011, για να βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο το 2013. Η ύψωση μιας νέας σημαίας δεν έλυσε τις διαμάχες για την εξουσία· οι διαιρέσεις απλώς μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό του νεοσυσταθέντος κράτους.
Αυτό δεν σβήνει τις αδικίες που υπέστησαν προηγουμένως οι κάτοικοι του Νότου, αλλά εικονογραφεί μια επώδυνη αλήθεια: μια κοινότητα μπορεί να πετύχει τον διαχωρισμό, ενώ οι ηγέτες της αποτυγχάνουν να οικοδομήσουν ένα λειτουργικό κράτος. Επομένως, το πρακτικό ερώτημα εκτείνεται πέρα από τη χάραξη συνόρων, στη υπεύθυνη διακυβέρνηση, τη λογοδοσία των αξιωματούχων και την προστασία των μειονοτήτων εντός αυτών των νέων συνόρων.
Ο αγώνας που αξίζει να δοθεί στην περιοχή μας είναι η δημιουργία σύγχρονων, δίκαιων πολιτικών κρατών που θα χωρούν διαφορετικές ταυτότητες χωρίς να κατανέμουν δικαιώματα με βάση αυτές. Ιρακινός πρώτα, μετά Κούρδος ή Άραβας, Σουνίτης ή Σίιτης. Σύρος πρώτα, μετά Κούρδος, Αλεβίτης ή Δρούζος. Λιβανέζος πρώτα, μετά Χριστιανός ή Μουσουλμάνος, Σίιτης, Σουνίτης ή Δρούζος.
Πρόκειται για τη σχέση μεταξύ πολιτών και κράτους, όχι για την αξιολόγηση της αξίας των ανθρώπων ή τη διαγραφή της ιστορίας τους. Απαιτεί ανεξάρτητη δικαιοσύνη, ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας, δίκαιη κατανομή του πλούτου και εκτελεστές συνταγματικές εγγυήσεις. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η ιδιότητα του πολίτη γίνεται ένα ωραίο σύνθημα που οι άνθρωποι ακούν αλλά δεν βιώνουν ποτέ.
Χρειαζόμαστε πολίτες που να νιώθουν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τις ικανότητές τους, η ασφάλειά τους προστατεύεται από τον νόμο και η αξιοπρέπειά τους δεν απαιτεί ούτε δογματικό διάμεσο ούτε ξένη πρεσβεία. Χρειαζόμαστε επίσης εκπαίδευση που θα διδάσκει στα παιδιά την ιστορία του άλλου χωρίς κατηγορίες για προδοσία ή κατασκευασμένους ηρωισμούς.
Οι άνθρωποι μαθαίνουν τη συνύπαρξη στα σχολεία, στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές, ενώ η πολιτική την καταστρέφει μετατρέποντας τους γείτονες σε υποπτους λόγω των ονομάτων, των θρησκειών ή των γλωσσών τους. Τα έθνη επιτυγχάνουν σταθερότητα μέσω της δικαιοσύνης πριν από οτιδήποτε άλλο.
– Mohammed Al Rumaihi
2. Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία και η αποκατάσταση των κόκκινων γραμμών
Asharq Al-Awsat, Ηνωμένο Βασίλειο, 19 Οκτωβρίου
Η δήλωση του Αιγύπτιου Προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι σχετικά με τις επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία σηματοδοτεί μια σημαντική εξέλιξη σε μια κρίση που έχει επεκταθεί πέρα από την Υεμένη σε μια περιφερειακή αναμέτρηση, διαμορφωμένη από δεκαετίες ιρανικών προσπαθειών ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης.
Η θέση της Αιγύπτου δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Ως μεγάλη αραβική δύναμη, δεν μπορεί να εγκαταλείψει την ευθύνη της να υπερασπιστεί την αραβική εθνική ασφάλεια και τα δικά της άμεσα συμφέροντα. Η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία αποτελούν τη ραχοκοκαλιά κάθε σθεναρής αραβικής θέσης που αποσκοπεί στην προστασία των αραβικών συμφερόντων της περιοχής.
Η Αίγυπτος προσεγγίζει την περιφερειακή επέκταση του Ιράν με σημαντική σύνεση και υπομονή, βασιζόμενη στη διπλωματία και τον χρόνο με την ελπίδα ότι η Τεχεράνη θα εγκαταλείψει τις επανειλημμένες προσπάθειές της να περικυκλώσει τα αραβικά κέντρα λήψης αποφάσεων και να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων σε μεμονωμένες χώρες και σε ολόκληρη την περιοχή.
Πριν από αρκετά χρόνια, συνάντησα τον αλ-Σίσι και τον ρώτησα για την Αίγυπτο, την οικονομία της και την περιφερειακή ασφάλεια. Μου είπε: «Οι δυνάμεις που στοχεύουν την Αίγυπτο στοχεύουν επίσης την περιοχή. Αυτές οι δυνάμεις του κακού περιλαμβάνουν ακραίες οργανώσεις και περιφερειακά κράτη που επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν χώρες και να ανατρέψουν τις υπάρχουσες διευθετήσεις.
Η απόφασή μας να αντιμετωπίσουμε αυτές τις επιθέσεις και τις προσπάθειες είναι σταθερή και η θέλησή μας ισχυρή. Ως αραβικές χώρες, πρέπει να σταθούμε μαζί για να υπερασπιστούμε την εθνική μας ασφάλεια και σταθερότητα απέναντι σε προσπάθειες να διαιρεθούν οι χώρες μας, να βυθιστούν στο χάος και να εξαντληθούν οι οικονομίες τους και οι ευκαιρίες προόδου.
Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι, μαζί με τους αδελφούς μας στον Κόλπο και σε άλλες αραβικές χώρες, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε όσους στοχεύουν τις χώρες μας, την περιοχή μας και τον ρόλο μας».
Τόνισε ότι η σχέση της Αιγύπτου με τη Σαουδική Αραβία είναι «βαθιά και στρατηγική, εξυπηρετώντας και τις δύο χώρες και την αραβική εθνική ασφάλεια».
«Λέω ειλικρινά ότι οι αδελφοί μας στη Σαουδική Αραβία διαχειρίζονται τις υποθέσεις με σοφία και αποφασιστικότητα, γι’ αυτό και τους λέω ότι είμαστε πάντα μαζί». Ήταν εξίσου κατηγορηματικός ότι η σαουδαραβική σταθερότητα σημαίνει αιγυπτιακή σταθερότητα, και το αντίστροφο.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση σε εκείνη τη συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε στην Asharq Al-Awsat, ήταν ότι ο αλ-Σίσι απέφυγε σκόπιμα να κατονομάσει το Ιράν, παρόλο που η Τεχεράνη ήταν σαφώς μεταξύ των δυνάμεων που περιέγραφε ως επιδιώκουσες την αποσταθεροποίηση της περιοχής. Ήθελε να διατηρήσει ένα παράθυρο για διάλογο και να δώσει στη διπλωματία κάθε ευκαιρία να μετριάσει την ιρανική συμπεριφορά, παρά τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των κόκκινων γραμμών από την Τεχεράνη σε αραβικά εδάφη.
Η Σαουδική Αραβία, παρομοίως, επέδειξε σημαντική υπομονή απέναντι στις ιρανικές παρεμβάσεις, διατηρώντας ανοιχτούς τους διπλωματικούς διαύλους τόσο πριν όσο και μετά τη συμφωνία του Πεκίνου. Ωστόσο, το Ριάντ παρέμεινε προσηλωμένο σε θεμελιώδεις αρχές: τον σεβασμό των κόκκινων γραμμών που ορίζονται από το διεθνές δίκαιο και εκείνων που επιβάλλονται από σχέσεις πραγματικής καλής γειτονίας.
Ως εκ τούτου, η αιγυπτιακή και η σαουδαραβική πολιτική συνέκλιναν γύρω από την υποστήριξη των νόμιμων αρχών στην Παλαιστίνη, τον Λίβανο και την Υεμένη, ενώ παράλληλα ενθάρρυναν την κυβέρνηση του Ιράκ να αποκαταστήσει τους θεσμούς του κράτους και να ανακτήσει τη θέση του Ιράκ εντός της αραβικής οικογένειας.
Κατά τη διάρκεια μεγάλων σημείων καμπής τις τελευταίες δεκαετίες, η αιγυπτιακή και η σαουδαραβική αποφασιστικότητα έχουν επανειλημμένα συγκλίνει. Στάθηκαν μαζί όταν ο Σαντάμ Χουσεΐν του Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ, και ξανά όταν οι Αιγύπτιοι βγήκαν στους δρόμους εν μέσω φόβων ότι η διακυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας απειλούσε την ταυτότητα, τη σταθερότητα και τον περιφερειακό ρόλο της χώρας τους.
Η Σαουδική Αραβία ενήργησε με την πεποίθηση ότι η δική της ασφάλεια ήταν αναπόσπαστη από εκείνη της Αιγύπτου, ενώ η Αίγυπτος κατάλαβε ότι η αποσταθεροποίηση της Σαουδικής Αραβίας θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την Αίγυπτο, τον Κόλπο, τον αραβικό και ισλαμικό κόσμο και την παγκόσμια οικονομία.
Η περιφερειακή συνύπαρξη απαιτεί σεβασμό σαφών ορίων: διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα, νόμιμες κυβερνήσεις και το δικαίωμα κάθε κράτους να επιλέγει τις πολιτικές του σύμφωνα με τους καθιερωμένους νόμους και κανόνες. Η περικύκλωση χωρών, η διείσδυση στα σύνορα και στα συστήματα ασφαλείας τους, καθώς και η υπονόμευση της ικανότητάς τους να λαμβάνουν κυρίαρχες αποφάσεις είναι ασύμβατες με αυτές τις αρχές.
Η οργάνωση των Χούθι «Ανσάρ Αλλάχ» έχει οικοδομήσει την προσέγγισή της γύρω από την παραβίαση ουσιαστικά κάθε κόκκινης γραμμής, εγχώρια και διεθνώς. Το ιστορικό της εκτείνεται από την υπονόμευση της νόμιμης κυβέρνησης της Υεμένης και τη δολοφονία του πρώην προέδρου Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ έως την ομηρία του στενού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και τον άγριο βομβαρδισμό πολιτών στο αεροδρόμιο του Ριάντ.
Το Ιράν έχει παραβιάσει παρόμοια τις κόκκινες γραμμές σε εδάφη άλλων χωρών, δημιουργώντας και εξοπλίζοντας πολιτοφυλακές, ελέγχοντας τις αποφάσεις τους και αναθέτοντάς τους περιφερειακές αποστολές που αποσκοπούν στην αποσταθεροποίηση κυβερνήσεων.
Σε αυτό το υπόβαθρο, η θέση του αλ-Σίσι στέλνει μια αυστηρή προειδοποίηση: η Αίγυπτος είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε αμυντικές αποστολές που βοηθούν στον περιορισμό των αποσταθεροποιητικών δυνάμεων της περιοχής. Το κοινό βάρος της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας παρέχει τη βάση για την κινητοποίηση μιας αραβικής, ισλαμικής και διεθνούς απάντησης ικανής να αποκαταστήσει αυτά τα όρια και να αποτρέψει περαιτέρω προσπάθειες ανατροπής της περιφερειακής τάξης.
Η περιοχή είναι γεμάτη με τη μυρωδιά ενός ευρύτερου πολέμου και περιβάλλεται από αβεβαιότητα. Ακόμη και η πιθανή αποχώρηση ενός επικίνδυνου παίκτη όπως ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν θα σήμαινε απαραίτητα ένα λιγότερο επιθετικό Ισραήλ.
Ούτε μπορούμε να προβλέψουμε πώς μπορεί να αντιδράσει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σε μια εκλογική οπισθοδρόμηση του κόμματός του στις ενδιάμεσες εκλογές (midterms). Η κλιμακούμενη συμπεριφορά του Ιράν στο Στενό του Ορμούζ θα μπορούσε να επιταχύνει την έλευση ακόμη πιο επικίνδυνων αναμετρήσεων. Η Τεχεράνη δεν έχει αλλάξει ούτε τη γλώσσα της ούτε τις μεθόδους της.
Ένας Άραβας αξιωματούχος χαμογέλασε παρατεταμένα όταν ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί ισχυρίστηκε ότι η χώρα του προσπάθησε να πείσει τόσο τη Σαουδική Αραβία όσο και τους Χούθι να σταματήσουν την κλιμάκωση, αλλά καμία από τις δύο πλευρές δεν συνεργάστηκε. Ο Αραγκτσί ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός να επιμείνει ότι «οι Χούθι λαμβάνουν τις αποφάσεις τους ανεξάρτητα». Αυτός ο αστείος ισχυρισμός απλώς επίτεινε τη δυσοίωνη εκτίμηση του Άραβα αξιωματούχου.
– Ghassan Charbel
3. Μπορεί η Αίγυπτος να περάσει τη σκληρότερη δοκιμασία πολιτικής εξουσίας;
El Watan, Αίγυπτος, 18 Οκτωβρίου
Κατά τη γνώμη μου, το πιο σημαντικό πράγμα που έχει πει ο Πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι είναι ότι το 2030 θα σηματοδοτήσει το τέλος της προεδρίας του, ότι η απόφαση είναι οριστική και δεν επιδέχεται συζήτηση.
Αυτή η δήλωση αξίζει σοβαρής εξέτασης, χωρίς τα συνηθισμένα χειροκροτήματα ή τον αυτόματο σκεπτικισμό που υποδέχεται σχεδόν τα πάντα. Εάν η δέσμευση εκπληρωθεί, η σημασία της θα εκταθεί πολύ πέρα από τον ίδιο τον πρόεδρο.
Η Αίγυπτος έχει την ευκαιρία να εδραιώσει μια αρχή ουσιαστική για το μέλλον της: ότι το τέλος της θητείας ενός προέδρου πρέπει να είναι μια γνωστή ημερομηνία για την οποία το κράτος προετοιμάζεται και για την οποία η κοινωνία μπορεί να νιώθει καθησυχασμένη. Οι χώρες πρέπει να γνωρίζουν πώς θα μεταβιβαστεί η ευθύνη, όσο ακριβώς χρειάζεται να γνωρίζουν ποιος τη φέρει.
Πιστεύω ότι ο αλ-Σίσι έχει την ευκαιρία να διαμορφώσει ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της πολιτικής του παρακαταθήκης: να αφήσει πίσω του ένα κράτος ικανό να λειτουργεί μετά την αποχώρησή του, θεσμούς που κατανοούν τις ευθύνες τους και ένα πολιτικό σύστημα που αναδεικνύει ανθρώπους αντάξιους της ηγεσίας.
Αλλά εδώ είναι που ξεκινά η δική μας ευθύνη. Όποιος φαντάζεται ότι ο ρόλος του κοινού ξεκινά το πρωί των εκλογών και τελειώνει με την ρίψη της ψηφοφορίας στην κάλπη, υποβιβάζει ένα τεράστιο ζήτημα σε μια μεμονωμένη στιγμή.
Η κάλπη καθορίζει το αποτέλεσμα, αλλά η ποιότητα αυτής της επιλογής διαμορφώνεται σε βάθος πολλών ετών. Εξαρτάται από τη δημόσια συνειδητοποίηση, την πρόσβαση στην πληροφορία, την ικανότητα να αμφισβητείς, να συγκρίνεις και να ζητάς λογοδοσία από τους αξιωματούχους, καθώς και από την εμφάνιση προσωπικοτήτων των οποίων η επάρκεια έχει αποδειχθεί μέσα από την πραγματική εμπειρία.
Δεν θα πρέπει να ανακαλύπτουμε έναν προεδρικό υποψήφιο για πρώτη φορά όταν η φωτογραφία του εμφανίζεται σε μια αφίσα προεκλογικής εκστρατείας. Θα έπρεπε να τον έχουμε δει να αναλαμβάνει ευθύνες, να εξηγεί τις αποφάσεις του, να αναγνωρίζει λάθη και να προτείνει λύσεις των οποίων το κόστος κατανοεί πριν υποσχεθεί αποτελέσματα. Η Αίγυπτος είναι πολύ σημαντική για να ανατεθεί σε έναν χαρισματικό ρήτορα, σε ένα εφήμερο κύμα δημοφιλίας ή σε μια οργάνωση που θεωρεί την προεδρία ως μέσο κατάληψης του κράτους.
Η Αίγυπτος διαθέτει θεσμούς και εμπιστεύομαι ότι έχουν ουσιαστικό ρόλο στην προστασία της χώρας από τη διείσδυση και τις αθέμιτες επιρροές. Όμως η πραγματική προστασία έρχεται μέσα από σαφείς κανόνες, νόμους που εφαρμόζονται εξίσου για όλους, εποπτεία της πολιτικής χρηματοδότησης και των συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς και σεβασμό στο σύνταγμα και τη βούληση του αιγυπτιακού λαού.
Οι ισχυροί θεσμοί καθησυχάζουν τους πολίτες ότι το μέλλον της χώρας τους προστατεύεται από ένα σύστημα ευθύνης και λογοδοσίας, και ότι οποιοσδήποτε νέος πρόεδρος θα κυβερνά εντός ενός εδραιωμένου πλαισίου κανόνων και ορίων.
Γι’ αυτό τα εναπομείναντα χρόνια μέχρι το 2030 είναι εξίσου σημαντικά με την ίδια τη μεταβίβαση της εξουσίας. Πρέπει να δούμε μεγαλύτερες ευκαιρίες για ειδικευμένους ανθρώπους, πολιτικά κόμματα που θα προσφέρουν πρακτικά και επιτεύξιμα προγράμματα, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που θα θέτουν σοβαρά ερωτήματα και δημόσιους λειτουργούς που θα κρίνονται από τα αποτελέσματα της εργασίας τους.
Πρέπει επίσης να μάθουμε ότι η πολιτική διαφωνία δεν καθιστά κάποιον λιγότερο πατριώτη, όπως ακριβώς η πολιτική υποστήριξη δεν συνεπάγεται αυτόματα και ικανότητα.
Βλέπω τη δηλωμένη θέση του προέδρου ως ευκαιρία για μια μεγάλη πρόοδο στην πολιτική ανάπτυξη της Αιγύπτου. Όμως η πραγμάτωση αυτής της ευκαιρίας απαιτεί οι προετοιμασίες για το μέλλον να γίνουν ορατή δράση ξεκινώντας από τώρα.
Εάν συμβεί αυτό, το 2030 θα μπορούσε να γίνει μια κομβική στιγμή: ένας πρόεδρος που ολοκληρώνει τη θητεία του και παραδίδει την ευθύνη, ένα κοινό που κάνει μια ενήμερη επιλογή και θεσμοί που εγγυώνται τη συνέχεια του κράτους και τον σεβασμό των κανόνων του.
Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει ένας ηγέτης στη χώρα του είναι ένα μέλλον που γίνεται πιο ασφαλές ακόμη και κατά την απουσία του. Η Αίγυπτος αξίζει εμπιστοσύνη όχι μόνο σε όποιον την κυβερνά, αλλά και στους κανόνες που θα παραμείνουν αφού ο πρόεδρος αποχωρήσει από το αξίωμά του.
– John Al-Masrii
4. Η Σαουδική Αραβία και ο ιστορικός της ρόλος
Al Qabas, Κουβέιτ, 19 Οκτωβρίου
Έζησα στη Σαουδική Αραβία για περισσότερα από 10 χρόνια υπηρετώντας ως γενικός γραμματέας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εκτίμησα τη βαθιά και ιστορική σημασία του Βασιλείου — όχι μόνο για τον λαό του, τους ηγέτες του και τους γείτονές του, αλλά για την ασφάλεια και τη σταθερότητα του αραβικού και ισλαμικού κόσμου και, πράγματι, χωρών πολύ πέρα από την περιοχή.
Η Σαουδική Αραβία, η γη της και ο λαός της αντιπροσωπεύουν ένα βασικό πυλώνα σταθερότητας για όλους όσοι εκτιμούν μια ασφαλή και αξιοπρεπή ζωή. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που αναγνωρίζεται σε όλες τις ηπείρους.
Το βασίλειο δεν είναι απλώς η γενέτειρα του Ισλάμ, η έδρα των πιο ιερών τόπων του και μια γη κομβική για την αραβική ιστορία. Είναι επίσης ο θεματοφύλακας αυτών των ιερών τόπων, έχοντας πλήρη επίγνωση των τεράστιων ευθυνών που του έχουν ανατεθεί και όντας έτοιμο να ώμο-πλάτη σηκώσει τα βάρη της προστασίας τους, της διατήρησης της σημασίας τους και της διασφάλισης ότι οι Μουσουλμάνοι που καταφθάνουν από κάθε μέρος του κόσμου μπορούν να λατρεύουν με ασφάλεια και άνεση.
Ευτυχώς, η εμπιστοσύνη μεταξύ των Μουσουλμάνων και άλλων στη σοφία της σαουδαραβικής ηγεσίας συνέχισε να αυξάνεται. Οι ηγέτες του βασιλείου κατανοούν ότι οι ευθύνες τους εκτείνονται πέρα από τη φυσική προστασία των ιερών τόπων, στη διατήρηση της ιστορικής και πνευματικής κληρονομιάς μιας θρησκείας της οποίας η εμβέλεια εκτείνεται στην Ασία, την Αφρική και τμήματα της Ευρώπης.
Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η ετοιμότητα του σαουδαραβικού κράτους να εκπληρώσει αυτές τις υποχρεώσεις με εξαιρετική αφοσίωση. Παρατήρησα τις προετοιμασίες που αναλήφθηκαν για την υποδοχή των προσκυνητών και των επισκεπτών, δίνοντας προσοχή όχι μόνο στην προσπάθεια αλλά και στα χειροπιαστά αποτελέσματα.
Οι δρόμοι που οδηγούν στους ιερούς τόπους, τα ξενοδοχεία, τα καταλύματα, οι εμπορικές εγκαταστάσεις και οι βασικές υπηρεσίες αναπτύχθηκαν για να καλύψουν τις ανάγκες των προσκυνητών που εκτελούν το Χατζ (Hajj) και την Ούμρα (Umrah). Σαουδάραβες αξιωματούχοι και θεσμοί αφιερώθηκαν σε αυτή τη συνεχή αποστολή, καθιστώντας την άνεση και την ασφάλεια των πιστών κεντρική προτεραιότητα.
Καθώς το βασίλειο πέτυχε να ανταποκριθεί σε αυτές τις ευθύνες, και η διεθνής φήμη και το κύρος του αυξήθηκαν, οι αντίπαλοι επεδίωξαν να υπονομεύσουν το κύρος που είχε κερδίσει μέσω της οργάνωσης, της φιλοξενίας και της δέσμευσής του να διασφαλίσει ότι οι επισκέπτες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με ασφάλεια.
Εκτέλεσα το προσκύνημα Χατζ δύο φορές. Την πρώτη φορά ήμουν μεταξύ των ανώτερων προσκεκλημένων, μια εξαιρετικά ικανοποιητική και ευχάριστη εμπειρία. Τη δεύτερη φορά ήταν με φίλους, όταν επισκεφθήκαμε μαζί το ιερό τέμενος και τη Μεδίνα. Θυμόμαστε ακόμα την ομορφιά εκείνου του ταξιδιού.
Ο Βασιλιάς Χαλίντ ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του, Βασιλιά Φαχντ. Παρακολούθησα στενά το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, συμμετέχοντας ακόμη και στις συνόδους κορυφής του παράλληλα με τον Βασιλιά Χαλίντ, ο οποίος ενδιαφερόταν βαθιά για τις λεπτομέρειές του και ήταν αφοσιωμένος στην ενίσχυση του έργου του. Διατηρούσα τακτική επαφή με το γραφείο του για να μεταφέρω τις εξελίξεις εντός του συμβουλίου και να εξασφαλίσω την υποστήριξή του.
Ο Βασιλιάς Φαχντ ήταν ένας μονάρχης, ηγέτης και πρωτοπόρος που επεδίωκε να κατανοήσει σε βάθος την πρόοδο του συμβουλίου. Μερικές φορές συνιστούσε υπομονή σε συγκεκριμένα ζητήματα και ενθάρρυνε τη συλλογική συμφωνία από σεβασμό στις συνθήκες των μεμονωμένων κρατών-μελών. Δεν υπήρχε ανάγκη για βιασύνες· αυτό που είχε σημασία ήταν η ενότητα του σκοπού και η σταθερότητα της θέσης.
Οι Σαουδάραβες βασιλιάδες υπήρξαν ηγέτες προσεκτικοί στα περιφερειακά γεγονότα και τις παγκόσμιες εξελίξεις, ικανοί να προσαρμόζονται στις αλλαγές, να καλλιεργούν φιλίες και να αντλούν διδάγματα από τις διεθνείς υποθέσεις. Κατανοούσαν την τέχνη του συμβιβασμού χωρίς βιασύνη ή περιττό θόρυβο, κρατώντας τις πόρτες τους ανοιχτές σε Άραβες, Μουσουλμάνους και άλλους, κοντινούς και μακρινούς.
Το πνεύμα αδελφοσύνης της Σαουδικής Αραβίας επιδείχθηκε με τον πιο ισχυρό τρόπο κατά τη διάρκεια της καταστροφής της εισβολής και της προσάρτησης του Κουβέιτ από τον Σαντάμ Χουσεΐν το 1990. Ο Σαντάμ είχε ανοίξει την πόρτα στη δική του καταστροφή, και η ιστορία έχει καταγράψει τόσο την ασχήμια των ενεργειών του όσο και την αποτυχία μας να αναγνωρίσουμε επαρκώς τον κίνδυνο που συνιστούσε η αλογιστία του για το Κουβέιτ.
Η απάντηση της Σαουδικής Αραβίας ήταν ακλόνητη. Υπό την ηγεσία του Βασιλιά Φαχντ, το βασίλειο δεσμεύτηκε πλήρως για την απελευθέρωση του Κουβέιτ, κινητοποιώντας τους πόρους και τη θέλησή του για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Ήμουν κοντά στον Βασιλιά Φαχντ κατά τη διάρκεια εκείνων των επώδυνων μηνών. Ήταν πάντα πρόθυμος να καθησυχάσει την κοινότητα του Κουβέιτ στο Ριάντ και μου ζητούσε επανειλημμένα να πω στους πολίτες του Κουβέιτ ότι η ημέρα της επιστροφής τους δεν ήταν μακριά, αλλά ότι ήταν απαραίτητη η υπομονή για την ολοκλήρωση των προετοιμασιών που θα εγγυώνταν την απελευθέρωση.
Ήταν μια ιστορική στιγμή που απαιτούσε προσεκτικό σχεδιασμό και την πεποίθηση ότι η αποστολή θα πετύχαινε, μαζί με τη διάθεση να γίνουν αποδεκτές όποιες θυσίες κι αν ήταν απαραίτητες.
Κοιτάζοντας πίσω, θυμάμαι τον αποφασιστικό σαουδαραβικό ρόλο στην έναρξη της προσπάθειας απελευθέρωσης και την εξασφάλιση διεθνούς υποστήριξης για μια έκτακτη συλλογική κινητοποίηση. Εμείς οι Κουβεϊτιανοί συνεχίζουμε να υπερηφανευόμαστε για την αποφασιστικότητα της Σαουδικής Αραβίας να αντιμετωπίσει την επιδρομή και να αποκαταστήσει τη χώρα μας στον λαό της.
Ο κόσμος έγινε μάρτυρας αυτής της δέσμευσης με θαυμασμό, και η ιστορία καταγράφει πώς η εταιρική σχέση Σαουδικής Αραβίας-Κουβέιτ απέδειξε το πλήρες βάθος της αδελφοσύνης μεταξύ των εθνών μας.
Εμείς και οι γενιές που ακολουθούν θα συνεχίσουμε να θαυμάζουμε τη δύναμη της σαουδαραβικής θέλησης που άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση του Κουβέιτ. Το βασίλειο θα παραμείνει για πάντα ένας σταθερός και επιδραστικός πυλώνας στην ιστορία του Κουβέιτ.
jpost.com
Αναλύσεις
Η σύγκρουση με το Ιράν και το μέλλον της διεθνούς τάξης: Ισχύς, στρατηγική αντοχή και παγκόσμια ασφάλεια ενέργειας
Ο ρεαλισμός εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ανταγωνίζονται για την ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή. Η διπλωματία του καταναγκασμού αναδεικνύει την ανάγκη σύνδεσης της πίεσης με επιτεύξιμους στόχους και αξιόπιστες προϋποθέσεις συμμόρφωσης. Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις επιμένουν όταν οι ηγεσίες αμφισβητούν τη σχετική ισχύ τους ή δυσπιστούν απέναντι στις μελλοντικές δεσμεύσεις. Το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης, ενώ η διεθνής πολιτική οικονομία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο μια περιφερειακή σύγκρουση επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές.
Γράφει ο Νικόλαος Λ. Μωραΐτης. Ph.D. Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας, Berkeley
Εισαγωγή: Ένας περιφερειακός πόλεμος με παγκόσμιες συνέπειες
Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αποτελεί καθοριστική δοκιμασία για τις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Αυτό που επικεντρωνόταν στην πυρηνική ασφάλεια και στη στρατιωτική αντιπαράθεση έχει εξελιχθεί σε ευρύτερο ανταγωνισμό για την περιφερειακή επιρροή, τη θαλάσσια πρόσβαση, τον οικονομικό καταναγκασμό και την ανθεκτικότητα του διεθνούς ενεργειακού συστήματος. Οι συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, επηρεάζοντας τα κράτη του Κόλπου, τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τους ασιατικούς εισαγωγείς ενέργειας, τη διεθνή ναυτιλία και την παγκόσμια οικονομία.
Μέχρι σήμερα, η σύγκρουση παραμένει ανεπίλυτη, ενώ οι προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων δεν έχουν οδηγήσει σε σταθερή διευθέτηση. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα, οι αναφορές για επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές καταδεικνύουν ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτικό έλεγχο. Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σημαντικές συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες, το Ιράν μπορεί να επιδιώκει την επιβολή κόστους μέσω ασύμμετρων μέσων, της πίεσης στις θαλάσσιες μεταφορές και της αξιοποίησης της ενεργειακής εξάρτησης τρίτων κρατών.
Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι, επομένως, μόνο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποδυναμώσουν στρατιωτικά ή οικονομικά το Ιράν. Είναι κατά πόσον η Ουάσινγκτον και οι εταίροι της μπορούν να μετατρέψουν τις διαθέσιμες δυνατότητές τους σε βιώσιμη πολιτική διευθέτηση, η οποία θα αντιμετωπίζει τις ανησυχίες για την πυρηνική ασφάλεια, θα αποκαθιστά την ασφαλή εμπορική ναυσιπλοΐα και θα περιορίζει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πολέμου.
Η θεωρία των διεθνών σχέσεων προσφέρει συμπληρωματικά εργαλεία για την κατανόηση αυτής της πρόκλησης. Ο ρεαλισμός εξηγεί τον ανταγωνισμό για ισχύ και ασφάλεια, η θεωρία της αποτροπής εξετάζει πώς τα κράτη επιχειρούν να αποθαρρύνουν εχθρικές ενέργειες, η θεωρία διαπραγμάτευσης ερμηνεύει την επιμονή των συγκρούσεων παρά το υψηλό κόστος τους, το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης και η διεθνής πολιτική οικονομία αναδεικνύει τις επιπτώσεις της στρατιωτικής αντιπαράθεσης στις παγκόσμιες αγορές.
Οι προσεγγίσεις αυτές δεν οδηγούν σε μία ενιαία πρόβλεψη ούτε υποδεικνύουν μια μοναδική πολιτική απάντηση. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ότι η έκβαση της κρίσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να μεταβούν από έναν παρατεταμένο αγώνα αντοχής σε μια εφαρμόσιμη πολιτική συμφωνία.
Τα όρια της στρατιωτικής ισχύος: Μια ρεαλιστική ερμηνεία
Ο ρεαλισμός βασίζεται στην παραδοχή ότι τα κράτη λειτουργούν σε ένα διεθνές σύστημα χωρίς κεντρική αρχή ικανή να εγγυηθεί την ασφάλειά τους. Οι κυβερνήσεις οφείλουν, επομένως, να λαμβάνουν υπόψη τις δυνατότητες και τις προθέσεις των άλλων κρατών, να προστατεύουν τη στρατηγική τους αυτονομία και να αποτρέπουν την απόκτηση πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να απειλήσουν τα συμφέροντά τους.
Η προσέγγιση αυτή εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν αντιλαμβάνονται διαφορετικά τις απαιτήσεις ασφαλείας τους. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αποτρέψει τη διάδοση πυρηνικών όπλων, να προστατεύσει τους περιφερειακούς εταίρους της και να διατηρήσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει την πολιτική της αυτονομία, να αποτρέψει την εξωτερική παρέμβαση και να εξασφαλίσει επαρκή στρατιωτική και περιφερειακή μόχλευση ώστε να αποθαρρύνει νέες επιθέσεις.
Κάθε πλευρά θεωρεί τις δικές της ενέργειες αναγκαίες για την ασφάλειά της, ενώ ερμηνεύει τις ενέργειες της άλλης ως δυνητικές απειλές. Οι αμερικανικές στρατιωτικές αναπτύξεις και οι κυρώσεις αποσκοπούν στον περιορισμό των ιρανικών δυνατοτήτων, ενώ οι ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες και η πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές μπορούν να αυξήσουν το κόστος της αμερικανικής επέμβασης.
Η ανάλυση της κρατικής ισχύος απαιτεί, ωστόσο, να διακρίνουμε τους διαθέσιμους πόρους από τα πολιτικά αποτελέσματα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο κράτος διαθέτει περισσότερα στρατιωτικά μέσα, αλλά και πώς αυτά επηρεάζουν τις επιλογές, τις προσδοκίες και τη συμπεριφορά του αντιπάλου.
Το Ιράν δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε διάσταση του συμβατικού πολέμου. Μπορεί, όμως, να επιδιώξει την εκμετάλλευση ευάλωτων σημείων του περιφερειακού περιβάλλοντος ασφαλείας, ιδίως της εξάρτησης του διεθνούς εμπορίου από την ασφαλή διέλευση μέσω στρατηγικών θαλάσσιων διαύλων. Η δυνατότητα επιβολής σημαντικού κόστους δεν προϋποθέτει την ικανότητα στρατιωτικής ήττας ενός ισχυρότερου αντιπάλου.
Γι’ αυτό οι στρατιωτικές επιτυχίες δεν εγγυώνται στρατηγική επιτυχία. Ένα κράτος μπορεί να καταστρέψει στρατιωτικές υποδομές χωρίς να μεταβάλει τους θεμελιώδεις πολιτικούς στόχους του αντιπάλου του. Μπορεί να επιβάλει οικονομικές απώλειες χωρίς να εξασφαλίσει συνθηκολόγηση ή να προστατεύσει προσωρινά μια θαλάσσια διαδρομή χωρίς να εγγυηθεί τη μακροπρόθεσμη ασφάλειά της.
Η βασική ρεαλιστική πρόκληση είναι, συνεπώς, η σύνδεση της άσκησης ισχύος με έναν σαφώς προσδιορισμένο πολιτικό στόχο. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ενδέχεται να συνεχίζονται ακόμη και όταν η συμβολή τους σε μια βιώσιμη διευθέτηση γίνεται ολοένα πιο αβέβαιη.
Στρατηγική αντοχή και διπλωματία του καταναγκασμού
Η σύγκρουση αναδεικνύει ένα κεντρικό πρόβλημα της διπλωματίας του καταναγκασμού: το κράτος με τους μεγαλύτερους υλικούς πόρους δεν διαθέτει αυτομάτως μεγαλύτερη πολιτική αντοχή ή διαπραγματευτική ισχύ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβάλουν σημαντικό στρατιωτικό και οικονομικό κόστος στο Ιράν. Η Τεχεράνη, ωστόσο, μπορεί να επιχειρήσει να μεταφέρει μέρος του κόστους αυτού στη διεθνή κοινότητα, διαταράσσοντας τη ναυσιπλοΐα, απειλώντας περιφερειακές υποδομές και εντείνοντας την αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές. Οι συνέπειες επηρεάζουν κράτη που δεν συμμετέχουν άμεσα στη σύγκρουση, δημιουργώντας πρόσθετες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις στην Ουάσινγκτον.
Κάθε πλευρά μπορεί να εκτιμά ότι η συνέχιση της πίεσης θα οδηγήσει τελικά τον αντίπαλο σε υποχώρηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να προσδοκούν ότι οι κυρώσεις και η στρατιωτική πίεση θα περιορίσουν την ικανότητα αντίστασης του Ιράν. Η Τεχεράνη, αντίστοιχα, μπορεί να υπολογίζει ότι οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα θα αυξήσουν το διεθνές κόστος της αντιπαράθεσης και θα ενισχύσουν τις πιέσεις για αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής.
Ο κίνδυνος είναι ότι και οι δύο κυβερνήσεις θα υποστούν σημαντικές απώλειες χωρίς να επιτύχουν τους στόχους τους. Η στρατηγική αντοχή δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα απορρόφησης ζημιών, αλλά και από την πολιτική βούληση, την κοινωνική υποστήριξη, τις οικονομικές δυνατότητες και την ικανότητα διατήρησης συμμαχιών.
Για την ανάλυση της σύγκρουσης είναι απαραίτητο να διακρίνουμε την αποτροπή από τον εξαναγκασμό. Η αποτροπή αποσκοπεί στην αποθάρρυνση μιας ενέργειας, καθιστώντας την υπερβολικά δαπανηρή ή επικίνδυνη. Ο εξαναγκασμός επιδιώκει να μεταβάλει τη συμπεριφορά του αντιπάλου ή να τον οδηγήσει σε συγκεκριμένη ενέργεια. Και οι δύο στρατηγικές προϋποθέτουν αξιόπιστες δυνατότητες και σαφή πολιτικά μηνύματα, αλλά ο εξαναγκασμός είναι συχνά δυσκολότερος, επειδή απαιτεί από τον αντίπαλο να εγκαταλείψει μια υφιστάμενη επιλογή ή να αποδεχθεί περιορισμούς.
Η πίεση είναι πιθανότερο να αποδώσει όταν συνδέεται με επιτεύξιμες απαιτήσεις, σαφείς συνέπειες και συγκεκριμένη πορεία προς μια διαπραγματεύσιμη συμφωνία. Αν ένας αντίπαλος θεωρεί ότι η συμμόρφωση θα οδηγήσει απλώς σε νέες απαιτήσεις, μπορεί να θεωρήσει την αντίσταση προτιμότερη ακόμη και όταν το κόστος της είναι υψηλό.
Μια περισσότερο βιώσιμη προσέγγιση θα συνέδεε τις κυρώσεις και τα μέτρα πίεσης με συγκεκριμένες απαιτήσεις ασφαλείας, ανεξάρτητα επαληθεύσιμες δεσμεύσεις και σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβάσεων. Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς η διατήρηση της πίεσης, αλλά η μεταβολή των κινήτρων των εμπλεκομένων με τρόπο που να καθιστά μια συμφωνία προτιμότερη από τη συνέχιση της σύγκρουσης.
Θεωρία διαπραγμάτευσης: Γιατί η σύγκρουση μπορεί να συνεχιστεί
Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις μπορούν να επιμένουν ακόμη και όταν οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να επωφεληθούν από μια συμφωνία. Τα κράτη ενδέχεται να διαφωνούν σχετικά με τη σχετική ισχύ τους, να υπολογίζουν εσφαλμένα το κόστος της συνέχισης των εχθροπραξιών ή να φοβούνται ότι μια συμφωνία θα τα αφήσει εκτεθειμένα σε μελλοντικό καταναγκασμό.
Στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, η Ουάσινγκτον μπορεί να εκτιμά ότι η πρόσθετη πίεση θα οδηγήσει σε αυστηρότερους πυρηνικούς περιορισμούς. Η Τεχεράνη, αντίθετα, μπορεί να θεωρεί ότι η συνέχιση της αντίστασης θα αποδυναμώσει την αμερικανική πολιτική υποστήριξη για έναν παρατεταμένο πόλεμο και θα αυξήσει το διεθνές κόστος των ενεργειακών διαταραχών.
Όταν κάθε πλευρά αναμένει ότι η αναμονή θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική της θέση, οι συνομιλίες μπορούν να οδηγηθούν σε αδιέξοδο. Το πρόβλημα επιτείνεται από τα εσωτερικά πολιτικά κίνητρα: ένας συμβιβασμός μπορεί να παρουσιαστεί ως ένδειξη αδυναμίας, ενώ μια παραχώρηση μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη αποτυχίας της στρατηγικής πίεσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα προβλήματα δέσμευσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να φοβούνται ότι η άρση των κυρώσεων θα επιτρέψει στο Ιράν να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές του χωρίς να τηρήσει τις πυρηνικές δεσμεύσεις του. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, μπορεί να ανησυχεί ότι η αποδοχή περιορισμών θα μειώσει τη διαπραγματευτική της μόχλευση, χωρίς να αποτρέψει μελλοντικές αμερικανικές επιθέσεις.
Μια βιώσιμη διευθέτηση πρέπει να αντιμετωπίζει αυτές τις ανησυχίες μέσω μηχανισμών επαλήθευσης, αμοιβαίας εφαρμογής και επίλυσης διαφορών. Οι συμφωνημένες υποχρεώσεις πρέπει να είναι σαφείς, ενώ οι συνέπειες των παραβιάσεων χρειάζεται να καθορίζονται εκ των προτέρων, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος αυθαίρετων ερμηνειών και αυτόματης επιστροφής σε στρατιωτική κλιμάκωση.
Η απουσία συμφωνίας δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αμοιβαία επωφελές αποτέλεσμα. Μπορεί να υποδηλώνει ότι τα μέρη αδυνατούν να συμφωνήσουν ως προς την κατανομή των οφελών, την αξιοπιστία των μελλοντικών δεσμεύσεων ή το πολιτικό κόστος μιας διευθέτησης. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός πλαισίου στο οποίο η τήρηση της συμφωνίας θα είναι περισσότερο συμφέρουσα από την παραβίασή της.
Τα Στενά του Ορμούζ και η διεθνής πολιτική οικονομία
Τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπουν τη σύγκρουση σε ζήτημα παγκόσμιας οικονομικής ασφάλειας. Η σημασία τους απορρέει από τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου ενεργειακών εξαγωγών σε έναν στενό θαλάσσιο δίαυλο, του οποίου οι εναλλακτικές διαδρομές και μεταφορικές δυνατότητες είναι περιορισμένες.
Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα επηρεάζουν περισσότερα από την άμεση διαθεσιμότητα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυξάνουν το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς, επηρεάζουν τη διαχείριση αποθεμάτων και εντείνουν την αβεβαιότητα για μελλοντικές ελλείψεις. Ακόμη και όταν μέρος των εμπορικών αποστολών συνεχίζεται, η πιθανότητα νέων επιθέσεων μπορεί να αυξήσει το κόστος των συναλλαγών και να αποθαρρύνει τη ναυτιλιακή δραστηριότητα.
Οι συνέπειες κατανέμονται άνισα. Οι ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια του Κόλπου μπορεί να αντιμετωπίσουν εντονότερο ανταγωνισμό για εναλλακτικές προμήθειες. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες είναι εκτεθειμένες στο αυξημένο κόστος ενέργειας και μεταφορών, ενώ οι αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά επηρεάζονται από τις διεθνείς τιμές πετρελαίου, παρά τη σημαντική εγχώρια παραγωγή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η κρίση καταδεικνύει ότι η δυνατότητα απειλής ενός στρατηγικού σημείου συμφόρησης μπορεί να δημιουργήσει επιρροή πέρα από τα όρια της συμβατικής στρατιωτικής ισχύος. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρο το διεθνές ενεργειακό σύστημα για να το αποσταθεροποιήσει. Αρκεί να μπορεί να απειλήσει μια κρίσιμη διαδρομή από την οποία διέρχεται σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου.
Η διεθνής πολιτική οικονομία αντιμετωπίζει τις οικονομικές σχέσεις όχι μόνο ως πεδίο εμπορικών ανταλλαγών, αλλά και ως μέσο άσκησης ισχύος. Οι κυρώσεις, οι χρηματοπιστωτικοί περιορισμοί και οι εμπορικές διαταραχές μπορούν να μεταβάλουν τις διαπραγματευτικές θέσεις των κυβερνήσεων, επιβάλλοντας παράλληλα κόστος σε τρίτα κράτη.
Ο οικονομικός καταναγκασμός, ωστόσο, δημιουργεί περιορισμούς και για εκείνον που τον εφαρμόζει. Οι διαταραχές μπορούν να εντείνουν τον πληθωρισμό, να επιβαρύνουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και να προκαλέσουν διαφωνίες με συμμάχους. Παράλληλα, ενδέχεται να ωθήσουν άλλες κυβερνήσεις να διαφοροποιήσουν τις προμήθειές τους, να αναπτύξουν εναλλακτικές υποδομές ή να μειώσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριμένες γεωπολιτικές σχέσεις.
Οι ενεργειακές συνέπειες της σύγκρουσης μπορεί, επομένως, να διαρκέσουν πέρα από την παύση των εχθροπραξιών. Ακόμη και μετά την αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορεί να επανεκτιμήσουν τους κινδύνους που συνδέονται με τη συγκέντρωση των προμηθειών σε μία περιοχή. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ένα περισσότερο διαφοροποιημένο ενεργειακό σύστημα ή, αντίθετα, ένας εντονότερος γεωπολιτικός κατακερματισμός.
Το μέλλον της οικονομικής πολιτικής ισχύος
Οι κυρώσεις και η οικονομική πίεση πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα πολιτικά αποτελέσματά τους και όχι μόνο το άμεσο οικονομικό κόστος που επιβάλλουν.
Η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων εξαρτάται από τον διεθνή συντονισμό, τη δυνατότητα εφαρμογής τους και την ύπαρξη σαφών πολιτικών στόχων. Όταν οι κυβερνήσεις ακολουθούν αντικρουόμενες πολιτικές ή τα εμπορικά δίκτυα επιτρέπουν την παράκαμψή τους, η πίεση μπορεί να αποδυναμωθεί. Ο συντονισμός ενδέχεται να ενισχύσει τη διαπραγματευτική μόχλευση, αλλά μπορεί επίσης να επιβαρύνει τις συμμετέχουσες οικονομίες και να προκαλέσει διαφωνίες για τους επιδιωκόμενους στόχους.
Στην περίπτωση του Ιράν, η οικονομική πίεση μπορεί να περιορίσει τα έσοδα και την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, όμως, μπορεί να ενθαρρύνει την αναζήτηση εναλλακτικών εμπορικών σχέσεων ή την προσφυγή σε άλλα μέσα αντιπαράθεσης.
Ένα περισσότερο βιώσιμο πλαίσιο θα συνέδεε την οικονομική πίεση με συγκεκριμένους και επαληθεύσιμους στόχους. Η ελάφρυνση των κυρώσεων θα μπορούσε να εφαρμόζεται σταδιακά, ανάλογα με την εκπλήρωση των συμφωνημένων προϋποθέσεων, ενώ προκαθορισμένες διαδικασίες θα ρύθμιζαν την αντιμετώπιση σοβαρών παραβάσεων.
Η ευρύτερη διαπίστωση είναι ότι η οικονομική πολιτική ισχύος αποδίδει περισσότερο όταν συνδυάζεται με τη διπλωματία και εντάσσεται σε αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής διευθέτησης. Μπορεί να μεταβάλει τα κίνητρα των κρατών, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να επιλύσει διαφωνίες σχετικά με την κυριαρχία, την περιφερειακή επιρροή ή την πυρηνική ασφάλεια.
Το δίλημμα ασφαλείας και ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Το δίλημμα ασφαλείας προκύπτει όταν τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος για να ενισχύσει την ασφάλειά του κάνουν ένα άλλο να αισθανθεί περισσότερο εκτεθειμένο, προκαλώντας αντιδράσεις που εντείνουν την αρχική απειλή.
Οι αμερικανικές ναυτικές αναπτύξεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να αποσκοπούν στην προστασία της εμπορικής ναυτιλίας και στην αποτροπή νέων επιθέσεων. Η Τεχεράνη, ωστόσο, μπορεί να τις ερμηνεύσει ως προετοιμασία για περαιτέρω στρατιωτική δράση. Τα ιρανικά αντίμετρα μπορούν, με τη σειρά τους, να ενισχύσουν την αμερικανική αντίληψη ότι απαιτείται πρόσθετη πίεση.
Ο κύκλος αυτός δεν προϋποθέτει πλήρη παρανόηση των προθέσεων του αντιπάλου. Ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται τους κινδύνους, παραμένει η αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες και τις συνέπειες μιας υποχώρησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και ένα περιορισμένο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογη κλιμάκωση.
Η διαχείριση του κινδύνου απαιτεί μηχανισμούς επικοινωνίας και αποκλιμάκωσης, ακόμη και όταν ο στρατηγικός ανταγωνισμός συνεχίζεται. Αξιόπιστοι δίαυλοι στρατιωτικής επικοινωνίας, συμφωνημένες διαδικασίες για τις θαλάσσιες συναντήσεις, ανεξάρτητη διερεύνηση περιστατικών και αμοιβαίοι περιορισμοί στις επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας μπορούν να μειώσουν την πιθανότητα εσφαλμένου υπολογισμού.
Η αποτροπή και η διαχείριση κρίσεων πρέπει, συνεπώς, να λειτουργούν συμπληρωματικά. Η πρώτη επιδιώκει να αποθαρρύνει εχθρικές ενέργειες· η δεύτερη περιορίζει την πιθανότητα η αβεβαιότητα ή ένα μεμονωμένο περιστατικό να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.
Πού οδεύει η σύγκρουση; Τρεις στρατηγικές πιθανότητες
Το μέλλον παραμένει αβέβαιο. Τα θεωρητικά πλαίσια που εξετάστηκαν επιτρέπουν, ωστόσο, τον προσδιορισμό τριών βασικών σεναρίων.
- Διαπραγματευτική αποκλιμάκωση
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το κόστος της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης υπερβαίνει τα οφέλη της πρόσθετης πίεσης. Μια διευθέτηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια και την πυρηνική επαλήθευση, με την ελάφρυνση των κυρώσεων να συνδέεται με μετρήσιμη συμμόρφωση. Η σταδιακή αποκατάσταση της εμπορικής δραστηριότητας θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, ωστόσο, θα εξαρτιόταν από την αξιοπιστία των δεσμεύσεων και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών εφαρμογής.
- Παρατεταμένη αντιπαράθεση
Τα εμπλεκόμενα μέρη συνεχίζουν να χρησιμοποιούν στρατιωτική και οικονομική πίεση χωρίς να καταλήγουν σε συνολική διευθέτηση. Οι περίοδοι μειωμένων εχθροπραξιών παραμένουν εύθραυστες, οι ναυτιλιακές εταιρείες αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα και οι ενεργειακές αγορές παραμένουν ευαίσθητες σε νέα περιστατικά. Οι κυβερνήσεις έχουν παράλληλα κίνητρα να επιταχύνουν τη διαφοροποίηση των προμηθειών και την ανάπτυξη εναλλακτικών υποδομών.
- Ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση
Νέες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, εμπορικά πλοία ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις προκαλούν πρόσθετους κύκλους αντιποίνων. Μια τέτοια εξέλιξη θα αύξανε τον κίνδυνο ευρύτερης οικονομικής διαταραχής και θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό ασφαλείας μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων.
Τα σενάρια αυτά αποτελούν αναλυτικές δυνατότητες και όχι προβλέψεις με δεδομένη έκβαση. Η πορεία της σύγκρουσης θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, την αξιοπιστία των διπλωματικών δεσμεύσεων, τη συμπεριφορά των περιφερειακών παραγόντων και την ικανότητα των διεθνών αγορών να απορροφήσουν νέες διαταραχές.
Η σημαντικότερη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ μιας προσωρινής μείωσης των εχθροπραξιών και μιας διαρκούς μεταβολής της στρατηγικής σχέσης. Μια εκεχειρία μπορεί να περιορίσει το άμεσο κόστος χωρίς να επιλύσει τις υποκείμενες διαφωνίες. Μια ολοκληρωμένη συμφωνία θα πρέπει, αντίθετα, να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι μελλοντικές κρίσεις θα μπορούν να αντιμετωπίζονται χωρίς αυτόματη επιστροφή στη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Ο μακροπρόθεσμος μετασχηματισμός της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας
Η σύγκρουση μπορεί να επιταχύνει αλλαγές στην παγκόσμια ενεργειακή πολιτική. Τα κράτη που θεωρούν τη συγκεντρωμένη εξάρτηση από τη ναυσιπλοΐα του Κόλπου στρατηγική ευπάθεια έχουν κίνητρα να διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας, να επεκτείνουν τα στρατηγικά αποθέματα, να αναπτύξουν εναλλακτικές οδούς μεταφοράς και να επενδύσουν σε ανθεκτικότερες ενεργειακές υποδομές.
Ορισμένες κυβερνήσεις μπορεί να ενισχύσουν τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, στην πυρηνική ενέργεια και στα δίκτυα. Άλλες ενδέχεται να στραφούν περισσότερο σε εναλλακτικούς προμηθευτές ορυκτών καυσίμων ή σε έκτακτες εισαγωγές. Η κατεύθυνση αυτών των μεταβολών θα εξαρτηθεί από τους εθνικούς πόρους, τις οικονομικές συνθήκες και τις υφιστάμενες υποδομές.
Η διαφοροποίηση μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα, μειώνοντας την εξάρτηση από ένα μεμονωμένο σημείο συμφόρησης. Δεν εξαλείφει, ωστόσο, τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Μπορεί να μεταφέρει μέρος της εξάρτησης σε άλλες στρατηγικές αλυσίδες εφοδιασμού, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για κρίσιμα ορυκτά, ενεργειακές τεχνολογίες και παραγωγική ικανότητα.
Ο στόχος δεν θα πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην η πλήρης ενεργειακή αυτάρκεια, η οποία μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική, αλλά η ενίσχυση της ανθεκτικότητας μέσω της διαφοροποίησης και της συνεργασίας. Τα στρατηγικά αποθέματα, οι πολλαπλοί προμηθευτές, οι ευέλικτες υποδομές και ο διεθνής συντονισμός σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις μελλοντικών κρίσεων.
Η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα των πόρων, αλλά και από την αξιοπιστία των διαδρομών μεταφοράς, τη λειτουργία των αγορών και την ικανότητα συνεργασίας μεταξύ των κρατών. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο καθιστά αυτή τη διάσταση της διεθνούς ασφάλειας ιδιαίτερα εμφανή.
Συμπέρασμα: Από έναν αγώνα αντοχής σε μια βιώσιμη στρατηγική διευθέτηση
Η σύγκρουση με το Ιράν αποκαλύπτει έναν θεμελιώδη περιορισμό της κρατικής ισχύος: η ικανότητα επιβολής κόστους δεν εγγυάται την ικανότητα καθορισμού των πολιτικών αποτελεσμάτων.
Ο ρεαλισμός εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ανταγωνίζονται για την ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή. Η διπλωματία του καταναγκασμού αναδεικνύει την ανάγκη σύνδεσης της πίεσης με επιτεύξιμους στόχους και αξιόπιστες προϋποθέσεις συμμόρφωσης. Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις επιμένουν όταν οι ηγεσίες αμφισβητούν τη σχετική ισχύ τους ή δυσπιστούν απέναντι στις μελλοντικές δεσμεύσεις. Το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης, ενώ η διεθνής πολιτική οικονομία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο μια περιφερειακή σύγκρουση επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με την επιλογή μεταξύ μιας παρατεταμένης δοκιμασίας στρατιωτικής και οικονομικής αντοχής και της μετατροπής της διαπραγματευτικής τους μόχλευσης σε εφαρμόσιμη πολιτική διευθέτηση. Το Ιράν αντιμετωπίζει αντίστοιχο δίλημμα: κατά πόσον η συνέχιση της αντίστασης μπορεί να εξασφαλίσει τους στόχους του ή αν μια συμφωνία προσφέρει βιωσιμότερο μέσο προστασίας των συμφερόντων του. Κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο αντίπαλος θα αποδεχθεί τους προτιμώμενους όρους του.
Μια βιώσιμη διευθέτηση θα απαιτούσε επαληθεύσιμες πυρηνικές δεσμεύσεις, ασφαλή εμπορική διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ, σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβάσεων και αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων. Θα χρειαζόταν επίσης συνεργασία μεταξύ περιφερειακών και διεθνών παραγόντων, καθώς και ενεργειακές πολιτικές που περιορίζουν την ευπάθεια της παγκόσμιας οικονομίας.
Η κρίση μπορεί είτε να ενισχύσει τη διεθνή συνεργασία είτε να επιταχύνει τον κατακερματισμό των οικονομικών σχέσεων και των συστημάτων ασφαλείας. Εάν τα κράτη χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερο τις ενεργειακές προμήθειες και τα θαλάσσια σημεία συμφόρησης ως μέσα καταναγκασμού, η διεθνής τάξη ενδέχεται να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική και ασταθής. Αντίθετα, η ενίσχυση της συνεργασίας στη θαλάσσια ασφάλεια, η διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθειών και η διπλωματική διαχείριση των συγκρούσεων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα ανθεκτικότερο διεθνές σύστημα.
Η έκβαση της σύγκρουσης δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τις στρατιωτικές επιτυχίες, τις κυρώσεις ή τις βραχυπρόθεσμες μεταβολές των τιμών της ενέργειας. Καθοριστικό κριτήριο είναι κατά πόσον η πολιτική διευθέτηση μειώνει τον κίνδυνο ανανεωμένου πολέμου, περιορίζει την πιθανότητα πυρηνικής διάδοσης, προστατεύει το διεθνές εμπόριο και δημιουργεί κίνητρα για την ειρηνική επίλυση μελλοντικών διαφορών.
Ο κόσμος αντιμετωπίζει, επομένως, κάτι περισσότερο από μια περιφερειακή σύγκρουση. Πρόκειται για μια δοκιμασία του κατά πόσον η στρατιωτική ισχύς, η οικονομική αλληλεξάρτηση και η διπλωματία μπορούν να συνδυαστούν για τη διαμόρφωση μιας βιώσιμης τάξης ασφαλείας. Η στρατηγική επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο, αλλά από το κατά πόσον οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις θα μπορέσουν να μετατρέψουν την αντιπαράθεση σε ένα σταθερό πλαίσιο διαχείρισης των διαφορών τους.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;