Ακολουθήστε μας

GEOPOLITICO

Τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;

H επιτυχία για την Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση για τον GSI, δεν θα κριθεί από το εάν θα αποδείξει ότι μπορεί να κλιμακώσει. Θα κριθεί από το εάν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να χάσει τον έλεγχο της κλιμάκωσης, να προστατεύσει το έργο και τα συμφέροντά της, να διατηρήσει την ευρωπαϊκή διάσταση του GSI και να οδηγήσει την κατάσταση από την κρίση ξανά στη σταθερότητα.

Δημοσιεύτηκε στις

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

E-mail: konmpalo@gmail.com

WhatsApp Channel: https://whatsapp.com/channel/0029Vb87C9m2Jl8HfqccYV1y

Μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών κ. Γιώργου Γεραπετρίτη, ότι οι εργασίες για την υλοποίηση του Great Sea Interconnector (GSI) θα επανεκκινήσουν και δεδομένων των αντιδράσεων που έχει ήδη εκδηλώσει η Τουρκία, το έργο εισέρχεται σε μια νέα φάση.

Το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η πολιτική και διπλωματική αντιπαράθεση γύρω από το έργο, αλλά το πώς θα διαχειριστεί η Ελλάδα το ενδεχόμενο η τουρκική αμφισβήτηση να μεταφερθεί από το επίπεδο των δηλώσεων στο επιχειρησιακό πεδίο.

Συνεπώς, τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;

Το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, διότι η ουσία της στρατηγικής σχεδίασης και διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητα πρόβλεψης του τρόπου με τον οποίο μπορεί να κινηθεί ο αντίπαλος, ούτε στην ύπαρξη ενός προκαθορισμένου σχεδίου αντίδρασης, μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο.

Βρίσκεται κυρίως, στην ύπαρξη ενός συστήματος το οποίο είναι σε θέση να λειτουργήσει αποτελεσματικά υπό διαφορετικά επίπεδα έντασης και διαφορετικά σενάρια εξέλιξης της κρίσης, προσαρμόζοντας έγκαιρα τις αποφάσεις και τα διαθέσιμα εργαλεία του στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα τις πρόδρομες ενδείξεις και τους δείκτες έγκαιρης προειδοποίησης μιας ενδεχόμενης κρίσης, να επαληθεύσει τι πραγματικά συμβαίνει, να αξιολογήσει την πρόθεση του αντιπάλου και το επίπεδο της απειλής, να υποστηρίξει τη λήψη έγκαιρων στρατηγικών αποφάσεων και να διαχειριστεί την κλιμάκωση χωρίς να χαθεί ο έλεγχος της κατάστασης.

Συνεπώς, η στρατηγική ετοιμότητα δεν προϋποθέτει μόνο την ακριβή πρόβλεψη της επόμενης κίνησης του αντιπάλου, αλλά την ύπαρξη ενός συστήματος που μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά περισσότερες από μία πιθανές εξελίξεις.

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ένα περιβάλλον ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όπου μια δήλωση, μια NAVTEX, μια διπλωματική διαμαρτυρία ή ακόμη και μια επιχειρησιακή κίνηση στη θάλασσα μπορεί να αυξήσει την ένταση, χωρίς κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι έχει ήδη εκδηλωθεί κρίση.

Επομένως, το πρώτο βήμα ενός αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης κρίσεων δεν είναι η αντίδραση, αλλά η έγκαιρη αξιολόγηση του γεγονότος και η αποτίμηση του σχετικά με το εάν, και σε ποιο βαθμό, αυτό μεταβάλλει το επίπεδο της κρίσης.

Κατά τη φάση της αξιολόγηση της κατάστασης θα πρέπει να αξιολογηθεί:

  • Ποιο ακριβώς είναι το γεγονός;

  • Ποιος το προκάλεσε;

  • Πρόκειται για πολιτικό μήνυμα, επιχειρησιακή προειδοποίηση ή πραγματική παρεμπόδιση;

  • Ποια είναι η πρόθεση;

  • Ποιο είναι το επίπεδο του κινδύνου;

  • Σε ποιο σημείο ένα επεισόδιο μετατρέπεται σε κρίση;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να έχει δοθεί πριν από την κρίση και όχι κατά τη διάρκειά της.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, στην περίπτωση επανέναρξης των εργασιών για το GSI, το πρώτο λάθος που θα μπορούσε να γίνει στη διαχείριση μιας πιθανής κρίσης, θα ήταν να μην γίνει σωστή αξιολόγηση της κατάστασης και να θεωρηθεί ότι κάθε τουρκική αντίδραση συνιστά αυτομάτως κρίση.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η παρεμπόδιση του έργου από μέρους της Τουρκίας, ως επιχειρησιακό γεγονός, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει εκδηλωθεί εθνική κρίση.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το επίπεδο της παρεμπόδισης, η ένταση, η διάρκεια, οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται και κυρίως, η δυνατότητα ελέγχου της κατάστασης και της κλιμάκωσης.

Βάσει της αξιολόγησης των ανωτέρω δεδομένων θα πρέπει να γίνει η λήψη στρατηγικών αποφάσεων σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης.

Θα πρέπει δηλαδή, να προσδιοριστεί ποιος είναι ο επιδιωκόμενος πολιτικός και στρατηγικός στόχος (ΑΝΣΚ) και ποιο μείγμα διπλωματικών, επιχειρησιακών, νομικών και επικοινωνιακών εργαλείων απαιτείται για την επίτευξή του.

Η αντίδραση επομένως, δεν πρέπει να αποτελεί αυτόματο αποτέλεσμα της κλιμάκωσης, αλλά επιλογή που υπηρετεί συγκεκριμένο πολιτικό και στρατηγικό σκοπό.

Τέλος, κάθε σχέδιο διαχείρισης κρίσης πρέπει να περιλαμβάνει εξαρχής μηχανισμούς αποκλιμάκωσης και εξόδου από την κρίση, καθώς και διαδικασίες αξιολόγησης και αποτίμησης της κρίσης με στόχο την αξιοποίηση των διδαγμάτων και την ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας.

Συνεπώς, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους λήπτες αποφάσεων στην Ελλάδα, ότι η έναρξη μιας κρίσης ή σύγκρουσης στο επιχειρησιακό πεδίο χωρίς σαφή αντίληψη για το πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να τερματιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε μια δυναμική κλιμάκωσης που είναι πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί από ότι αρχικά εκτιμήθηκε.

Επιπλέον, θα πρέπει να καθοριστούν τα επίπεδα αντίδρασης βάσει των ορίων κλιμάκωσης, ώστε η εξέλιξη της κρίσης να μην οδηγεί αυτομάτως σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, αλλά να αντιμετωπίζεται μέσα από μια προοδευτική και ελεγχόμενη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Για παράδειγμα, διαφορετική διαχείριση απαιτεί μια τουρκική δημόσια δήλωση, μια NAVTEX, η ανάπτυξη ναυτικών μονάδων, η παρουσία πολεμικού πλοίου κοντά σε ερευνητικό σκάφος, μια επικίνδυνη προσέγγιση ή παρενόχληση, η πραγματική παρεμπόδιση των εργασιών και ένα ατύχημα ή ένα θερμό επεισόδιο.

Συνεπώς, η Ελλάδα χρειάζεται ένα ολιστικό και κλιμακωτό σύστημα σχεδίων και επιλογών, με σαφή κριτήρια ενεργοποίησης που θα βασίζεται στη λογική ότι όσο αυξάνεται η ένταση, πρέπει να προσαρμόζεται αντίστοιχα και η ένταση της αντίδρασης, χωρίς όμως η προσαρμογή αυτή να οδηγεί σε αυτόματη ή ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι χρήσιμο να αξιολογηθούν τα πιθανά σενάρια αντίδρασης της Τουρκίας στην επανέναρξη των εργασιών για τον GSI.

Συγκεκριμένα, οι πιθανές επιλογές της Άγκυρας ανάλογα με το βαθμό έντασης είναι:

Σενάρια χαμηλής έντασης:

  • Ρητορική κλιμάκωση μέσω δηλώσεων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων και απαίτηση «προηγούμενου συντονισμού» με την Τουρκία για κάθε εργασία έρευνας ή πόντισης καλωδίου.

  • Επικοινωνιακή προσπάθεια σύνδεσης του GSI με τις ευρύτερες τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

  • Έκδοση NAVTEX που θα χαρακτηρίζουν τις περιοχές πόντισης ως «παράνομες» επειδή επικαλύπτουν την τουρκική υφαλοκρηπίδα.

  • Διπλωματικές διαμαρτυρίες στις εταιρείες κατασκευής και στις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, με στόχο την άσκηση πολιτικής πίεσης και προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως παραβάτης του διεθνούς δικαίου.

  • Άσκηση πίεσης στα στελέχη των ξένων επενδυτών και κατασκευαστών με απειλές για αποκλεισμό τους από μελλοντικά ενεργειακά ή εμπορικά έργα εντός της Τουρκίας.

Σενάρια μεσαίας έντασης:

  • Παρενοχλήσεις ελληνικών ή άλλων πλοίων που συμμετέχουν στις εργασίες, με ναυτικές ή εναέριες μονάδες και τη μετάδοση «οδηγιών αποχώρησης», υποστηρίζοντας ότι τα πλοία βρίσκονται σε τουρκική υφαλοκρηπίδα.

  • Πρακτικές παρεμπόδισης (Risk Maneuvers) με παρεμβολές στις επικοινωνίες, επικίνδυνους ελιγμούς ή δημιουργία ναυτικού συνωστισμού γύρω από το πλοίο που εκτελεί τις εργασίες, ώστε να αυξηθεί το ασφαλιστικό και επιχειρησιακό ρίσκο για την εταιρεία, εξαναγκάζοντάς την σε προσωρινή αναστολή εργασιών.

  • Ανάπτυξη τουρκικών ερευνητικών ή άλλων πλοίων σε παρακείμενες περιοχές, με στόχο τη δημιουργία επιχειρησιακής πίεσης και αμφισβήτησης.

  • Ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή χωρίς άμεση πρόκληση θερμού επεισοδίου.

  • Έκδοση αντι-NAVTEX από την Τουρκία που θα δεσμεύει τις ίδιες περιοχές για δήθεν «στρατιωτικές ασκήσεις», επιχειρώντας να δημιουργήσει τεχνητό συνωστισμό και κίνδυνο ατυχήματος.

  • Συνδυασμός επιχειρησιακών ενεργειών με διπλωματικές και επικοινωνιακές κινήσεις, ώστε να αυξηθεί το κόστος συνέχισης των εργασιών.

Σενάρια υψηλής έντασης:

  • Σημαντική ενίσχυση της τουρκικής ναυτικής και αεροπορικής παρουσίας στην περιοχή.

  • Άμεση επιχειρησιακή παρεμπόδιση των εργασιών μέσω ανάπτυξης πολεμικών πλοίων που θα απαιτούν την άμεση αποχώρηση του πλοίου που υλοποιεί την πόντιση καλωδίου υπό την απειλή χρήσης ισχύος.

  • Επικίνδυνες προσεγγίσεις ή άλλες ενέργειες που αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ατυχήματος ή θερμού επεισοδίου (π.χ. παρενόχληση από τουρκικά drones / αεροσκάφη).

  • Ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου σε θαλάσσιο ή εναέριο επίπεδο, το οποίο θα μπορούσε να μετατρέψει ένα αρχικά επιχειρησιακό ζήτημα σε ευρύτερη ελληνοτουρκική κρίση.

  • Γεωπολιτική κλιμάκωση ευρείας κλίμακας με μια γενικευμένη κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τα παραπάνω σενάρια δεν αποτελούν υποχρεωτικά γραμμική ακολουθία κλιμάκωσης, καθώς η Τουρκία θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετικό επίπεδο αντίδρασης, να συνδυάσει εργαλεία ή να μεταβεί από ένα επίπεδο σε άλλο, ανάλογα με τις συνθήκες και την εξέλιξη της κατάστασης.

Η επιλογή της αντίδρασης θα μπορούσε να επηρεαστεί από την ελληνική στάση, το εκτιμώμενο κόστος και όφελος κάθε επιλογής, την εσωτερική δυναμική στην Τουρκία, καθώς και από τη στάση της Ε.Ε., των ΗΠΑ, της Γαλλίας, του Ισραήλ και άλλων εμπλεκόμενων παραγόντων.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή διάσταση του GSI, η χρηματοδότηση και η συμμετοχή διεθνών επενδυτών και εταιρειών μπορούν να αυξήσουν το πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης, χωρίς όμως να αποκλείουν την εκδήλωση κρίσης.

Επομένως, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να διαχειριστεί ένα εύρος πιθανών αντιδράσεων, από την απλή διπλωματική και επικοινωνιακή πίεση μέχρι την επιχειρησιακή παρεμπόδιση και στη δυσμενέστερη περίπτωση, ένα θερμό επεισόδιο.

Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται ενιαίος μηχανισμός συντονισμού και λήψης αποφάσεων, με σαφή πολιτική καθοδήγηση και συνεχή σύνδεση του πολιτικού επιπέδου με το επιχειρησιακό.

Ειδικότερα, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να κινηθεί ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα, προσαρμόζοντας τα διαθέσιμα μέσα και τους συντελεστές ισχύος της, ανάλογα με το επίπεδο και τη μορφή της τουρκικής αντίδρασης.

Συγκεκριμένα, η ελληνική στρατηγική αντίδραση θα πρέπει να αναπτυχθεί σε πέντε αλληλοσυμπληρούμενους άξονες όπως:

1. Επιχειρησιακή ετοιμότητα και αποτροπή:

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, απαιτείται αξιόπιστο σύστημα επιτήρησης, προστασίας και ετοιμότητας, με σαφή κριτήρια ενεργοποίησης ανάλογα με το επίπεδο κλιμάκωσης.

Παράλληλα, απαιτείται συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία και τους εμπλεκόμενους φορείς για την προστασία του προσωπικού, των πλοίων και των κρίσιμων υποδομών του έργου.

Εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσης της επιχειρησιακής παρουσίας, κατά προτεραιότητα με ελληνικές δυνάμεις και, όπου αυτό είναι εφικτό και αποφασιστεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων διμερών, ευρωπαϊκών ή συμμαχικών σχημάτων, με δυνάμεις της Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

2. Διπλωματική και ευρωπαϊκή θωράκιση:

Η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του GSI και να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμπόδισης του έργου δεν θα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα ακόμη επεισόδιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά θα αξιολογείται και ως ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, τη διασυνδεσιμότητα και την προστασία ευρωπαϊκών στρατηγικών υποδομών.

Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη ενημέρωση και ο συντονισμός με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και με τις χώρες που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την υλοποίηση του έργου, μπορούν να αυξήσουν το διπλωματικό και πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.

3. Νομική θωράκιση:

Η Ελλάδα θα πρέπει να διαθέτει εξαρχής τεκμηριωμένη νομική θέση, η οποία να μπορεί να υποστηρίξει τη νομιμότητα των ενεργειών της και να αντιμετωπίσει τις τουρκικές αιτιάσεις τόσο σε διμερές όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Η νομική προετοιμασία δεν αποτελεί, επομένως, απλώς εργαλείο αντίδρασης μετά την εκδήλωση της κρίσης. Αποτελεί στοιχείο της ίδιας της στρατηγικής ετοιμότητας.

4. Στρατηγική Επικοινωνία:

Η επικοινωνιακή διαχείριση θα πρέπει να λειτουργεί παράλληλα με τη διπλωματική και επιχειρησιακή διαχείριση.

Βασικός στόχος δεν θα πρέπει να είναι η επικοινωνιακή αντιπαράθεση με την Τουρκία, αλλά η διαμόρφωση του ερμηνευτικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα αξιολογηθεί η κρίση και οι ενδεχόμενες τουρκικές ενέργειες εφόσον εκδηλωθούν, σε σχέση με τις ευρωπαϊκές υποδομές, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το βασικό μήνυμα θα πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις άξονες:

Ευρωπαϊκή υποδομή – διεθνές δίκαιο – ενεργειακή ασφάλεια – περιφερειακή σταθερότητα.

Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα θα πρέπει να αποφύγει τη διμεροποίηση του GSI και να αναδεικνύει συνεχώς ότι η υλοποίηση του έργου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής προσπάθειας για την ενίσχυση της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας και ανθεκτικότητας.

5. Συντονισμός με εταίρους και συμμάχους:

Απαιτείται έγκαιρος συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις χώρες που έχουν άμεσο στρατηγικό ή οικονομικό ενδιαφέρον για την περιοχή και το έργο.

Η συνεργασία αυτή δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μέσο δημιουργίας ενός «κοινού μετώπου» απέναντι στην Τουρκία, αλλά ως μηχανισμός συντονισμού πολιτικών, διπλωματικών, νομικών και επιχειρησιακών επιλογών.

Η εμπλοκή διεθνών επενδυτών και εταιρειών, καθώς και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και θεσμική στήριξη του έργου, μπορούν παράλληλα να αυξήσουν το πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.

Με τον συνδυασμό των ανωτέρω μέτρων, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει την αποτρεπτική αξιοπιστία της, να περιορίσει τα περιθώρια ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και να αυξήσει τις διαθέσιμες επιλογές της σε περίπτωση που η κρίση κλιμακωθεί.

Συνεπώς, η ελληνική στρατηγική δεν θα πρέπει να βασίζεται στην επιλογή ενός μόνο εργαλείου, αλλά σε ένα ολιστικό μείγμα αποτροπής, διπλωματίας, νομικής προετοιμασίας, επιχειρησιακής ετοιμότητας και Στρατηγικής Επικοινωνίας, το οποίο θα μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο της κρίσης.

Εν κατακλείδι, η επανέναρξη των εργασιών για τον GSI δεν σημαίνει ότι μια νέα κρίση είναι αναπόφευκτη γι’ αυτό, η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο μιας κρίσης και κυρίως, για περισσότερες από μία μορφές και επίπεδα εξέλιξής της.

Γιατί, η πραγματική στρατηγική ετοιμότητα δεν μετριέται από το πόσο καλά γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει ο αντίπαλος, αλλά από το πόσο καλά μπορούμε να διαχειριστούμε αυτό που τελικά θα συμβεί.

Στον GSI, επομένως, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να προστατεύσει ένα ευρωπαϊκό έργο.

Είναι να διασφαλίσει ότι, εφόσον προκύψει κρίση, θα διαθέτει τις πολιτικές, διπλωματικές, νομικές, επιχειρησιακές και επικοινωνιακές επιλογές για να τη διαχειριστεί, να ελέγξει την κλιμάκωση και να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Κοντολογίς, η επιτυχία για την Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση για τον GSI, δεν θα κριθεί από το εάν θα αποδείξει ότι μπορεί να κλιμακώσει.

Θα κριθεί από το εάν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να χάσει τον έλεγχο της κλιμάκωσης, να προστατεύσει το έργο και τα συμφέροντά της, να διατηρήσει την ευρωπαϊκή διάσταση του GSI και να οδηγήσει την κατάσταση από την κρίση ξανά στη σταθερότητα.

GEOPOLITICO

Νέες στρατιωτικές ισορροπίες απέναντι στους Χούθι! Η Αίγυπτος μπαίνει στο παιχνίδι της Σαουδικής Αραβίας

Το Κάιρο δηλώνει έτοιμο να συνδράμει στρατιωτικά το Ριάντ, καθώς κλιμακώνονται οι επιθέσεις των Χούθι κατά σαουδαραβικών εγκαταστάσεων. Στο παρασκήνιο βρίσκεται η νέα αμυντική συνεργασία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, που μεταβάλλει τις ισορροπίες στην Ερυθρά Θάλασσα και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια σημαντική εξέλιξη βρίσκεται σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, καθώς η Αίγυπτος δηλώνει έτοιμη να παράσχει στρατιωτική υποστήριξη στη Σαουδική Αραβία, εφόσον της ζητηθεί, με φόντο την κλιμάκωση των επιθέσεων των Χούθι.

Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι ζήτησε από το κοινοβούλιο να εξετάσει την παροχή εξουσιοδότησης στις αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις, προκειμένου να μπορούν να συνδράμουν στην άμυνα της Σαουδικής Αραβίας.

Η απόφαση συνδέεται με το νέο κύμα επιθέσεων των ανταρτών της Υεμένης εναντίον σαουδαραβικών στόχων και την αυξανόμενη ανησυχία για την ασφάλεια της περιοχής.

Σύμφωνα με το Reuters, οι κοινοβουλευτικές συζητήσεις συνεχίζονταν στις 19 Οκτωβρίου. Δεν είχε επιβεβαιωθεί τελική εξουσιοδότηση στρατιωτικής ανάπτυξης.

Οι Χούθι χτυπούν τη Σαουδική Αραβία

Η ένταση κλιμακώθηκε ύστερα από επιθέσεις κατά σημαντικών σαουδαραβικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων του διεθνούς αεροδρομίου του Ριάντ και ενεργειακών υποδομών.

Οι επιθέσεις προκάλεσαν ανθρώπινες απώλειες, τραυματισμούς και προβλήματα στις αεροπορικές μεταφορές.

Η στοχοποίηση του Ριάντ και των ενεργειακών εγκαταστάσεων δείχνει ότι η σύγκρουση στην Υεμένη μπορεί να επηρεάσει άμεσα την οικονομική και εσωτερική ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας.

Η απόφαση του Καΐρου

Η Αίγυπτος διατηρεί στενές στρατηγικές και οικονομικές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία.

Οι δύο χώρες είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν στο πλαίσιο της στρατιωτικής επέμβασης στην Υεμένη, η οποία ξεκίνησε το 2015.

Η νέα αιγυπτιακή τοποθέτηση δεν σημαίνει ότι αιγυπτιακά στρατεύματα έχουν ήδη αναπτυχθεί σε σαουδαραβικό έδαφος.

Σημαίνει ότι το Κάιρο επιδιώκει να διαθέτει τη θεσμική δυνατότητα να ανταποκριθεί σε πιθανό σαουδαραβικό αίτημα.

Ανάλογα με τις ανάγκες του Ριάντ και τη μορφή της συμφωνίας, μια τέτοια συνδρομή θα μπορούσε να αφορά την προστασία υποδομών, την αεράμυνα, την ανταλλαγή πληροφοριών ή τη ναυτική ασφάλεια.

Στο προσκήνιο Τουρκία και Πακιστάν

Η αιγυπτιακή κινητικότητα αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον εξαιτίας της αμυντικής συνεργασίας Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν.

Στις 7 Οκτωβρίου, το Reuters μετέδωσε ότι η Τουρκία παρείχε τεχνική και αμυντική υποστήριξη προς τη Σαουδική Αραβία.

Στη συμφωνία που αναφέρεται ως «Mecca Joint Defence Agreement» προβλέπεται μηχανισμός κοινής αμυντικής συνεργασίας ανάμεσα στα τρία κράτη.

Η Άγκυρα φέρεται να συνδράμει με στρατιωτικό εξοπλισμό, συστήματα αεράμυνας, τεχνογνωσία για μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ανταλλαγή πληροφοριών.

Ωστόσο, κατά τον χρόνο του δημοσιεύματος, η Τουρκία δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει την κοινοβουλευτική κύρωση της συμφωνίας.

Η Ερυθρά Θάλασσα ως γεωστρατηγικό πεδίο

Το διακύβευμα ξεπερνά την ίδια τη Σαουδική Αραβία.

Η Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποτελούν κρίσιμες θαλάσσιες οδούς για τις εμπορικές μεταφορές μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Η ασφάλεια της περιοχής επηρεάζει άμεσα τη Διώρυγα του Σουέζ, από την οποία η Αίγυπτος αντλεί σημαντικά οικονομικά έσοδα.

Οι επιθέσεις των Χούθι και οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα δημιουργούν επομένως και αιγυπτιακό εθνικό συμφέρον για την αποκατάσταση της ασφάλειας.

Η συμμετοχή της Τουρκίας και του Πακιστάν στη στρατιωτική υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας δημιουργεί παράλληλα νέα δεδομένα για την περιφερειακή συνεργασία.

Για το Κάιρο, η στρατιωτική κινητοποίηση αποτελεί τρόπο ενίσχυσης της σχέσης του με το Ριάντ, αλλά και διατήρησης του δικού του ρόλου στην ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας.

Το ερώτημα είναι εάν η νέα πραγματικότητα θα οδηγήσει σε συντονισμό των περιφερειακών δυνάμεων ή σε ανταγωνισμό για την πολιτική και στρατιωτική επιρροή.

Η απάντηση θα επηρεάσει τις ισορροπίες από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ρήγμα Τραμπ–Ζελένσκι: Στη Νορβηγία αναζητείται διέξοδος για την Ουκρανία

Η ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου οδηγεί σε νέα διπλωματική πρωτοβουλία. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι μεταβαίνει στο Όσλο για επαφές με τον Αμερικανό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ, την ώρα που καταγράφονται σοβαρές διαφωνίες για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, την ενεργειακή πολιτική και την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή εισέρχονται οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ουκρανίας, καθώς οι διαφωνίες μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Βολοντίμιρ Ζελένσκι αποκτούν άμεσες συνέπειες για την πολεμική προσπάθεια του Κιέβου.

Ο Ουκρανός πρόεδρος μεταβαίνει σήμερα, Τρίτη 20 Οκτωβρίου, στη Νορβηγία, όπου αναμένεται να συναντηθεί με τον ειδικό απεσταλμένο της αμερικανικής κυβέρνησης, Στιβ Γουίτκοφ.

Σύμφωνα με το Reuters, στις συνομιλίες συμμετέχουν επίσης ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας Γιόνας Γκαρ Στέρε και ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ. Ο Τζάρεντ Κούσνερ προβλέπεται να συμμετάσχει μέσω τηλεδιάσκεψης.

Στο επίκεντρο οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της αντιπαράθεσης αφορά την ενεργειακή πολιτική της Ουάσιγκτον.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε χαλάρωση συγκεκριμένων κυρώσεων που αφορούν ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, επιδιώκοντας να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές των καυσίμων.

Παράλληλα, σύμφωνα με τους Financial Times, ο Τραμπ έχει πιέσει το Κίεβο να περιορίσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων.

Η λογική της αμερικανικής πλευράς συνδέεται με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι επιθέσεις αυτές στην προσφορά πετρελαίου και στις διεθνείς τιμές.

Για το Κίεβο, ωστόσο, η δυνατότητα πλήγματος στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελεί μέρος της στρατηγικής άσκησης πίεσης στη Μόσχα.

Η κρίσιμη διάσταση των πληροφοριών

Ακόμη σοβαρότερες είναι οι διαφωνίες γύρω από την αμερικανική τεχνολογική και πληροφοριακή υποστήριξη.

Η ουκρανική πλευρά καταγγέλλει ότι αντιμετωπίζει περιορισμούς στην έγκαιρη ενημέρωση για ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις, αλλά και προβλήματα που επηρεάζουν τις δορυφορικές επικοινωνίες.

Εάν όμως οι περιορισμοί έχουν την έκταση που περιγράφει το Κίεβο, οι συνέπειες είναι σημαντικές.

Η έγκαιρη προειδοποίηση για εκτοξεύσεις πυραύλων και η διαθεσιμότητα αξιόπιστων επικοινωνιών είναι καθοριστικές για την αεράμυνα, τη διοίκηση μονάδων και τη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων.

Η Ευρώπη μπροστά σε νέα πραγματικότητα

Οι εξελίξεις δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που συνεχίζουν να στηρίζουν την Ουκρανία.

Η στρατιωτική υποστήριξη δεν αφορά μόνο την παράδοση οπλικών συστημάτων. Εξαρτάται από την παροχή πληροφοριών, την τεχνική υποστήριξη, την αναπλήρωση αποθεμάτων και την πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες.

Η Νορβηγία και η Φινλανδία αποκτούν, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερο διπλωματικό ρόλο, επιχειρώντας να διατηρήσουν ανοικτή την επικοινωνία ανάμεσα στο Κίεβο και στην Ουάσιγκτον.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να καλύψουν ενδεχόμενα κενά στην αμερικανική βοήθεια και να διατηρήσουν την αποτελεσματικότητα της ουκρανικής άμυνας.

Οι συνομιλίες στο Όσλο θα αποτελέσουν μια σημαντική δοκιμασία για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η αμερικανική πολιτική στον πόλεμο της Ουκρανίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αιφνιδιαστική επίσκεψη Χέγκσεθ στο Ισραήλ: Στο τραπέζι το Ιράν και τα επόμενα βήματα στη Μέση Ανατολή

Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ πραγματοποίησε μη προαναγγελθείσα επίσκεψη στο Ισραήλ και συναντήθηκε με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η συνάντηση σε στρατιωτική αεροπορική βάση πραγματοποιήθηκε σε περίοδο αυξημένης έντασης με την Τεχεράνη και συζητήσεων για ενδεχόμενη επανάληψη στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η μη προαναγγελθείσα επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ στο Ισραήλ, όπου συναντήθηκε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Την είδηση μετέδωσε αρχικά το Axios, επικαλούμενο δύο πηγές με γνώση της συνάντησης, ενώ ακολούθησε σχετική αναφορά του Reuters.

Σύμφωνα με το Axios, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στην αεροπορική βάση Οβντά, στο νότιο Ισραήλ, η οποία έχει συνδεθεί με την παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων ιπτάμενων τάνκερ.

Η ατζέντα του Ιράν

Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε περίοδο αυξημένης έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν.

Σύμφωνα με το αμερικανικό δημοσίευμα, οι δύο σύμμαχοι εξετάζουν το ενδεχόμενο επανάληψης μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν.

Δεν έχουν δημοσιοποιηθεί λεπτομέρειες για συγκεκριμένες επιχειρησιακές αποφάσεις ή για το περιεχόμενο των συνομιλιών Χέγκσεθ–Νετανιάχου.

Ωστόσο, η συνάντηση αποκτά βαρύτητα λόγω της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης στην περιοχή, της σημασίας των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και των επιπτώσεων που μπορεί να έχει οποιαδήποτε νέα κλιμάκωση στην ενεργειακή ασφάλεια.

Ο στρατιωτικός παράγοντας

Η πιθανή διεξαγωγή νέων επιχειρήσεων θα απαιτούσε σημαντικό συντονισμό μεταξύ των αμερικανικών και ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.

Οι βασικές επιχειρησιακές παράμετροι περιλαμβάνουν την αεροπορική υποστήριξη, τον ανεφοδιασμό αεροσκαφών, την προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, την αντιπυραυλική άμυνα και την αντιμετώπιση πιθανών ιρανικών αντιποίνων.

Εξίσου σημαντική είναι η ασφάλεια των αμερικανικών δυνάμεων που βρίσκονται στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση με το Ιράν θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο το Ισραήλ αλλά και τις χώρες του Περσικού Κόλπου, τη ναυσιπλοΐα και τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Η εκλογική συγκυρία στο Ισραήλ

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε επίσης λίγο πριν από τις ισραηλινές βουλευτικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για τα τέλη Οκτωβρίου.

Το Reuters επισημαίνει ότι μία ημέρα πριν από τη γνωστοποίηση της επίσκεψης, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε εκφράσει την υποστήριξή του προς τον Νετανιάχου.

Η σύμπτωση διπλωματικής κινητικότητας και εκλογικής διαδικασίας προσδίδει πρόσθετη πολιτική διάσταση στην επίσκεψη, χωρίς να είναι γνωστό κατά πόσο επηρέασε τον προγραμματισμό της.

Το βασικό ερώτημα είναι εάν η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική συνεργασία θα επικεντρωθεί στην αποτροπή νέων επιθέσεων ή εάν προετοιμάζονται ευρύτερες στρατιωτικές επιλογές.

Προς το παρόν, η αιφνιδιαστική επίσκεψη αποτελεί επιβεβαιωμένο γεγονός. Το ακριβές επιχειρησιακό περιεχόμενο των συνομιλιών παραμένει άγνωστο.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO13 δευτερόλεπτα πριν

Τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;

H επιτυχία για την Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση για τον GSI, δεν θα κριθεί από το εάν θα...

GEOPOLITICO31 λεπτά πριν

Νέες στρατιωτικές ισορροπίες απέναντι στους Χούθι! Η Αίγυπτος μπαίνει στο παιχνίδι της Σαουδικής Αραβίας

Το Κάιρο δηλώνει έτοιμο να συνδράμει στρατιωτικά το Ριάντ, καθώς κλιμακώνονται οι επιθέσεις των Χούθι κατά σαουδαραβικών εγκαταστάσεων. Στο παρασκήνιο...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μουντζουρούλιας: Η Ευρώπη στις φλόγες, η Τουρκία πιέζει για το καλώδιο – Στο επίκεντρο ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ

Με τις ταραχές στη Γαλλία, την αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ και τις τουρκικές απειλές γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου στο επίκεντρο,...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Ρήγμα Τραμπ–Ζελένσκι: Στη Νορβηγία αναζητείται διέξοδος για την Ουκρανία

Η ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου οδηγεί σε νέα διπλωματική πρωτοβουλία. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι μεταβαίνει στο Όσλο για επαφές...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

X-BAT και ελληνική άμυνα: Νέες δυνατότητες για αεροπορία και ναυτικό

Η Ελλάδα πρέπει να απαιτεί και να αξιοποιεί τη γεωστρατηγική της θέση. Ποια όπλα χρειάζεται η Πολεμική Αεροπορία για να...

Δημοφιλή