Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Eλληνοτουκικά – Κυπριακό: Πολύ μεγάλοι κίνδυνοι αλλά και κάποιες ευκαιρίες

Δημοσιεύτηκε στις

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Κατ’ αρχήν, η επίσκεψη Τσίπρα στην Τουρκία πρέπει να θεωρηθεί θετική και αυτό για έναν προπάντων λόγο. Είναι απαραίτητο, για να αποφύγει η Ελλάδα μια τελική καταστροφή, να διατηρηθεί ανοιχτή, απυθείας και όχι μέσω τρίτων, γραμμή με την ‘Αγκυρα (όπως και με τη Μόσχα, το Πεκίνο, τη Δαμασκό, την Τεχεράνη).

Δηλαδή μια δυνατότητα άμεσου, χωρίς παρεμβολές τρίτων, ειλικρινούς και σοβαρού διαλόγου με την ηγεσία της Τουρκίας. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς αναγκαστικά συμφωνία.
Αν τώρα μπορεί ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του να τα κάνουν έστω κι αυτά είναι anybody’s guess. Οι κυβερνητικές επιδόσεις στην εξωτερική πολιτική έχουν καταστεί πλέον κτήμα όλων των Ελλήνων και περιττεύει ο σχολιασμός τους από μας. Τέλος πάντων, όποιες κι αν είναι οι δυνατότητες, αυτή είναι η κυβέρνηση και καλά κάνει και μιλάει απευθείας με τον Ερντογάν.

Αν βέβαια τώρα, ο κ. Τσίπρας εξακολουθεί, όπως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι συμβαίνει, να θέλει να εξυπηρετήσει όλα τα ανθελληνικά χατήρια των Αμερικανών, όπως έκανε στο μακεδονικό, τότε ο Θεός να βάλει το χέρι του. Εκτός του ότι κινδυνεύει να δώσει τη χαριστική βολή στο κόμμα του, αν δεν την έχει ήδη δώσει, κινδυνεύει να δώσει και τη χαριστική βολή στον ελληνικό λαό και το κράτος του.
Οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι
Είναι απλώς εξωφρενικό να διαβάζουμε στις θεωρούμενες ως εγκυρότερες και καλύτερα πληροφορημένες εφημερίδες της χώρας, ότι ο κ. Αποστολάκης χρησιμοποιεί τους Αμερικανούς για να μεταφέρουν τις ιδέες του στην τουρκική στρατιωτική ηγεσία ή ότι το Επιτελείο μαθαίνει από το Ισραήλ τα υποτιθέμενα σχέδια επιχειρήσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο. Εμείς παρατηρούμε πάντως με ενδιαφέρον ότι κανένα από αυτά τα σχέδια δεν απεδείχθη ποτέ ότι όντως υπήρξε. Αντιθέτως, όταν μας έλεγαν πολλοί και διάφοροι ότι είναι θέμα χρόνου η κατάληψη του Καστελόριζου, οι βασικές μονάδες του τουρκικού στρατού που θα μπορούσαν θεωρητικά να επιχειρήσουν κάτι τέτοιο είχαν μετακινηθεί στη … Συρία!
Είναι απολύτως εξωφρενικό και τερατώδες και συνιστά τεράστιο κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια της χώρας να μην γνωρίζουν (ή να συμπεριφέρονται ως να μη γνωρίζουν) οι πολιτικοί και στρατιωτικοί αρμόδιοι της χώρας τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, του ΝΑΤΟ και των συμμάχων τους στην Ελλάδα, από το 1947 και δώθε και, ιδίως, το ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ήταν οι αρχιτέκτονες και σκηνοθέτες όλων ανεξαιρέτως των ελληνοτουρκικών κρίσεων και ιδίως της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 και ντε φάκτο διχοτόμησης του νησιού. Βεβαίως πρέπει να λαμβάνουμε και να αξιολογούμε τις πληροφορίες που παίρνουμε από τους «συμμάχους», αλλά πληροφορίες και ενθαρρύνσεις δόθηκαν κάποτε και από αυτή την κλινική στη Βασιλίσσης Σοφίας, από κει που ξεκίνησε όλη η τραγωδία του 1974. (Ιδιοτελή) Αμνησία έπαθαν οι αρμόδιοι;
Τόχουμε πει, το ξαναλέμε. Δεν προτείνουμε να κηρύξει η χώρα πόλεμο στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Άλλωστε, στον μόνο που μπορούν και έχουν κηρύξει τον πόλεμο οι ‘Ελληνες πολιτικοί, στην πλειοψηφία τους, είναι ο ελληνικός λαός και η χώρα τους. Νάμαστε στοιχειωδώς προσεκτικοί και σοβαροί λέμε όλο κι όλο, αλλά φαίνεται ότι ακόμα και τα αυτονόητα απαιτούν μια επανάσταση κάθε φορά στην Ελλάδα.
Τροποποιήσεις στην ελληνοτουρκική στρατηγική εξίσωση
Ο οικονομικο-κοινωνικός πόλεμος κατά της Ελλάδας και της Κύπρου μετά το 2010 και οι παρενέργειες της «Μεγάλης Σταυροφορίας» των Νεοσυντηρητικών ΗΠΑ-Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την «υπαρξιακή» κρίση της ΕΕ και τον αρχόμενο παγκόσμιο πόλεμο της Δύσης κατά Ρωσίας και Κίνας, έχουν ήδη επηρεάσει βαθειά και τροποποιήσει ουσιαστικά τις παραμέτρους της ελληνοτουρκικής εξίσωσης όπως διαμορφώθηκαν στην περίοδο 1955-2010.
Ουδέποτε στην ιστορία της η Τουρκία επεχείρησε στο εξωτερικό, χωρίς να είναι σίγουρη για το αποτέλεσμα και χωρίς να έχει λάβει τη συγκατάθεση ή την ενθάρρυνση μεγάλων δυνάμεων. Έχει ασφαλώς τις δικές της διεκδικήσεις στο Αιγαίο, τη Θράκη και την Κύπρο, αλλά πάντα ήταν οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους που την έσπρωξαν και την ενθάρρυναν να τις προβάλλει, ενίοτε και manu military. Η Βρετανία έβαλε την Τουρκία στο Κυπριακό το 1955, Άγγλοι και Αμερικανοί ήταν πίσω από τα πογκρόμ των Ελλήνων στην Τουρκία, ο Χένρι Κίσσινγκερ ενορχήστρωσε το προδοτικό πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και την τουρκική εισβολή του 1974 κλπ. κλπ. Τάκαναν για δύο λόγους. Να απαγορεύσουν στους ‘Ελληνες της Κύπρου οποιαδήποτε άσκηση κυριαρχίας σε αυτό το νησί, που το θέλουν για τους ίδιους (όχι βεβαίως για να το δώσουν στην Τουρκία) και για να αρνηθούν στην Ελλάδα τα μέσα της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας της, ιδίως τον έλεγχο του Αιγαίου.
Σήμερα, η ρήξη Δύσης-Ισραήλ με την Τουρκία δημιουργεί εκ των πραγμάτων νέα δεδομένα. Ταυτόχρονα, στον παραδοσιακό ελληνο-τουρκικό ανταγωνισμό προστίθεται και μία άλλη αντικειμενική συνθήκη. Και οι τρεις χώρες, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Τουρκία, αποτελούν ταυτόχρονα αντικείμενο δυτικής ιμπεριαλιστικής επιβουλής, αν και με διαφορετικές μεθόδους κάθε μία.
Παραμένουν φυσικά εν ισχύ οι τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, δεν αυξήθηκαν όμως στη διάρκεια της διακυβέρνησης Ερντογάν, όπως τεχνηέντως, από αφέλεια ή κάτι χειρότερο, βομβαρδίζουν τον ελληνικό λαό τα μέσα του, ορθόδοξα και εναλλακτικά.
Ο «νέο-οθωμανισμός» του Ερντογάν συνιστά ασφαλώς μια διαρκή απειλή, αλλά δεν είναι εφεύρεση του Ερντογάν αυτή, όπως ανακριβώς ισχυρίζονται οι διάφοροι αυτοσχέδιοι (και συχνά σκεπτόμενοι με το μυαλό και τις πληροφορίες ξένων) «αναλυτές». Νεοθωμανιστής ήταν και ο Ισμαήλ Τζεμ και ο Τουργκούτ Οζάλ ακόμα περισσότερο.
Η Τουρκία ασφαλώς θα ήθελε την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και εγώ να κερδίσω το Λαϊκό Λαχείο. ‘Άλλο αυτό και άλλο να εκτιμά κάποιος σοβαρά ότι επειδή το θέλει, το μπορεί κιόλας και ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα της επιτρέψουν να κυριαρχήσει στην Αν. Μεσόγειο. Αδέρφια μην ανησυχείτε, είμαστε ήδη αποικία άλλων και καμία Τουρκία δεν μπορεί να μας απειλήσει. Οι … άλλοι είναι που μας απειλούν. Η χώρα παραμένει πάντα καταστρεφόμενη αποικία χρέους, με βασικούς δείκτες (χρέος, ΑΕΠ, ανεργία κλπ.) πολύ χειρότερους από το 2010 που μπήκαμε στα Μνημόνια. Με τους όρους των εκθέσεων του ΔΝΤ και με την ψήφο των νέων που εγκαταλείπουν μαζικά την Ελλάδα, απλούστατα η χώρα μας δεν είναι βιώσιμη. Το βασικό της πρόβλημα – πρόβλημα κυριολεκτικά επιβίωσης – είναι η αποκατάσταση της κυριαρχίας της και η οικονομική της σωτηρία.
Επ’ αυτών, καμία πολιτική δύναμη της χώρας δεν έχει σήμερα να προτείνει τίποτα. Τουλάχιστον όμως ας μην ολοκληρώσουμε και σε άλλους τομείς την καταστροφή.
Το να θέλει κανείς, στην κατάσταση που είναι σήμερα η χώρα, να επεκτείνει αύριο το πρωί τα χωρικά ύδατα ή να ανακηρύξει ΑΟΖ, ή να αλλάξει μονομερώς το στάτους κβο των Ιμίων που συνομολόγησε, ατυχέστατα και δουλικότατα, η κυβέρνηση της Ελλάδας το 1996, να λύσει το κυπριακό ή δεν ξέρω τι άλλο, χωρίς να παίρνει στοιχειωδώς υπόψιν του την εσωτερική και διεθνή πραγματικότητα, συνιστά στην καλύτερη περίπτωση ανεύθυνο τυχοδιωκτισμό, στη χειρότερη εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων που μας πάνε για τελικό τερματισμό.
Οι βασικοί κίνδυνοι αυτής της ιστορικής περιόδου
Αυτό το γενικό πλαίσιο εγκυμονεί τρεις πολύ σοβαρούς κινδύνους για την Ελλάδα
Πρώτον, για μια ολόκληρη περίοδο θα παραμείνει, όπως φαίνεται, υπαρκτός ο κίνδυνος να σπρώξουν, οι λεγόμενοι «φίλοι, εταίροι και σύμμαχοι» Ελλάδα και Τουρκία σε σύγκρουση, μέσω της επιρροής που διαθέτουν στις δύο χώρες, ενθαρρύνοντας ή και δημιουργώντας ρεύματα που να οδηγούν προς τα κει, εάν αποφασίσουν ότι χρειάζονται κάτι τέτοιο. Η προβοκάτσια θα είναι η πιθανότερη μέθοδος που θα χρησιμοποιήσουν. Δόξα τω Θεώ, γνωρίζουμε πολύ καλά από την ιστορία μας πόσο εύκολα οι «θορυβώδεις» δήθεν «εθνικόφρονες», μπορούν να προκαλέσουν εθνικές καταστροφές, όσο για τους Εφιάλτες κάθε είδους αφθονούν στην Ελλάδα, κανα Λεωνίδα ψάχνουμε συνήθως με τον φακό!
Την πατήσαμε άσχημα με τις αντιμνημονιακές παλληκαριές άνευ περιεχομένου, ως απεδείχθη τελικά, της ψευτο-αριστεράς, δεν χρειάζεται να δοκιμάσουμε τώρα και τον επικίνδυνο, εκτονωτικό «εθνικισμό» μιας «νεοεθνικόφρονος» ακροδεξιάς.
Μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση, όποια κι αν είναι η έκβασή της, θα προκαλέσει την καταστροφή και των δύο χωρών.
Δεύτερον, για μια ολόκληρη περίοδο θα παραμείνει ενεργή η απειλή αυτοδιάλυσης του κυπριακού κράτους και μετατροπής του – και τυπικά – σε αποικία ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Βρετανίας και Ισραήλ, μέσω σχεδίων τύπου Ανάν. Το μόνο που τώρα εμποδίζει μια τέτοια αυτοδιάλυση είναι το ότι το καθεστώς Ερντογάν επέζησε του πραξικοπήματος του 2016 και δεν τα έχει βρει ακόμα ως προς την Κύπρο με τους Δυτικούς και τον Νετανιάχου. Αν ανατραπεί ή αν τα βρει με τους Δυτικούς και το Ισραήλ, η Κύπρος τελείωσε σε πέντε λεπτά.
Ενδεχόμενη διάλυση του κυπριακού κράτους θα σημάνει την ταχεία τελική καταστροφή όχι μόνο του κυπριακού, αλλά του συνόλου του ελληνισμού.
Τρίτο, για μια ολόκληρη περίοδο θα υφίσταται επίσης ο κίνδυνος να προχωρήσουμε, είτε πιεζόμενοι, είτε μέσω μιας τεχνητής κρίσης, σε οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με την Τουρκία, υπό δυσμενείς όρους για την Ελλάδα, που χρειάζεται στην Exxon για να λεηλατήσει και τα τυχόν υπάρχοντα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, αφαιρώντας από τους ‘Ελληνες το τελευταίο οικονομικό χαρτί που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, όχι βεβαίως μόνο του, για τη σωτηρία της χώρας. Έχουμε εξηγήσει αλλού γιατί υπό καθεστώς αποικίας χρέους, η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων συνιστά πράξη λεηλασίας και καταστροφής της χώρας. Αυτό μπορεί να γίνει με την εφαρμογή π.χ. του πακέτου Ροζάκη (και επί Γιώργου Παπανδρέου και επί Κοτζιά στο ΥΠΕΞ) για «Λύση» των «ελληνοτουρκικών» εις βάρος των ελληνικών και υπέρ των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων, όπως έγινε ήδη και με το μακεδονικό.
Αλλά και μια νέα ευκαιρία
Όπως είπαμε η τωρινή κατάσταση εμπεριέχει επίσης και μια νέα συνθήκη. Ελλάδα, Κύπρος και Τουρκία, παράλληλα με τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, έχουν και μια κοινή ιδιότητα. Είναι και οι τρεις στο στόχαστρο των ίδιων διεθνών κέντρων, με διαφορετικό τρόπο και μεθόδους κάθε μία.
Μια έξυπνη ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί την πολύ μεγάλη ανάγκη του Ερντογάν να μην του ανοίξουν μέτωπο προς δυσμάς Αμερικανοί και Ισραηλινοί.
Πολύ σπουδαία είναι και η πρόταση του Μίκη Θεοδωράκη για την ουδετερότητα της Ελλάδας στον παγκόσμιο πόλεμο που αρχίζει κατά της Ρωσίας, της Κίνας και των συμμάχων τους στη Μέση Ανατολή.
Εκεί θάπρεπε να κινηθεί η Ελλάδα κι από κει θα κέρδιζε, αντί να παραχωρεί, όπως πράττει τώρα, τον χώρο της και τις ένοπλες δυνάμεις σε επικίνδυνους τρίτους, χωρίς καν κάποιο αντάλλαγμα μάλιστα.
Βέβαια αυτά χρειάζονται ηγέτες και πολιτική και άρχουσα τάξη και μυαλά που δεν υφίσταται αυτή τη στιγμή στη χώρα.
Τουλάχιστον όμως, ας επιχειρήσουμε να διατηρήσουμε το στάτους κβο με την Τουρκία χωρίς περαιτέρω απώλειες κυριαρχίας και χωρίς να τερματίσουμε την εθνική και κρατική μας ύπαρξη είτε με ένα νέο σχέδιο Ανάν, είτε με μια πολεμική καταστροφή.
Δεν απευθυνόμαστε στον πατριωτισμό των Ελλήνων πολιτικών, για τους λόγους που φαντάζεστε. Απευθυνόμαστε στο ιδιοτελές συμφέρον τους, αφού θα χάσουν όπως πάμε και τη χώρα που κυβερνάνε ή θέλουν να κυβερνήσουν.
ΥΓ. Διαπίστωσα από συζητήσεις με Κυπρίους φίλους ότι στη Μεγαλόνησο νομίζουν ότι ζει ακόμα ο στρατηγός Ντε Γκωλ. Τους πληροφορώ ότι μετά την εκλογή Σαρκοζί το 2008, ο κ. Νετανιάχου έχει καθοριστική επιρροή στην εξωτερική και αμυντική πολιτική της Γαλλίας (όπως και έχει αναλάβει και την αναδιοργάνωση, απότι ακούω, της αστυνομίας της, όπως και αρκετών άλλων ευρωπαϊκών κρατών), ενώ η χώρα επέστρεψε κανονικότατα στο ΝΑΤΟ. Το γεγονός σημειωτέον έχει προκαλέσει την υπόγεια, ενίοτε και επίγεια εξέγερση πολλών στρατιωτικών και διπλωματών της χώρας, που εμφορούνται ακόμα από τα γκωλικά ανεξαρτησιακά ιδεώδη. Ενδεικτική είναι επ’ αυτού και η πρόσφατη σύγκρουση του δημοφιλούς Στρατηγού De Villiers με τον Μακρόν, έστω κι αν επισήμως άλλες ήταν οι αιτίες.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή