Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πρέσβης της Ρωσίας στην Αθήνα, Αντρέι Μάσλοβ: O Turkish Stream μπορεί να διασφαλίσει ενεργειακή ασφάλεια και σταθερότητα στην ΕΕ

Δημοσιεύτηκε στις

Η προέκταση του Turkish Stream, η Συμφωνία των Πρεσπών, η στρατιωτικο-τεχνική συνεργασία Ελλάδας – Ρωσίας, οι ρωσικές επενδύσεις, ο τουρισμός και άλλα σημαντικά ζητήματα ανέπτυξε σε συνέντευξή του στο Sputnik ο Πρέσβης της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ελλάδα, Αντρέι Μάσλοβ.
Συνέντευξη εφ όλης της ύλης παραχώρησε στο Sputnik ο Πρέσβης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Αντρέι Μάσλοβ, με αφορμή τον εορτασμό της Ημέρας Διπλωματικού Υπαλλήλου στη Ρωσία, σήμερα 10 Φεβρουαρίου. Ο κ. Μάσλοβ ανέπτυξε τα σημαντικά θέματα της διπλωματίας, τις ρωσοελληνικές σχέσεις, τη Συμφωνία των Πρεσπών, την εισδοχή της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά και την έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο, το ρωσικό ενδιαφέρον για τη διαδικασία αποκρατικοποιήσεων στην Ελλάδα και την προέκταση του Turkish Stream.

Ειδικότερα για το τελευταίο, ο κ. Μάσλοβ τόνισε μεταξύ πολλών άλλων, ότι «η κατασκευή του Turkish Stream αποτελεί έναν ισχυρό παράγοντα που μπορεί να διασφαλίσει την αύξηση της ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας στην Ευρώπη», τονίζοντας ότι «το 2018, οι ελληνικές προμήθειες ρωσικού αερίου αυξήθηκαν πάνω από 10%».

Για τη Συμφωνία των Πρεσπών, ο ρώσος πρέσβης εξέφρασε την άποψη ότι «δεν μπορεί να ενισχύσει τη σταθερότητα και την ασφάλεια στα Βαλκάνια», έκανε λόγο για «μια επιταχυνόμενη, πυρετώδη εισδοχή μιας μικρής βαλκανικής χώρας στο ΝΑΤΟ», επισημαίνοντας πως «οι δυο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία, βρήκαν ένα νέο όνομα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά τις δυο πλευρές».
«Είμαστε έτοιμοι να αναπτύξουμε αυτή τη σχέση», δήλωσε σχετικά με την ενίσχυση της στρατιωτικο-τεχνικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας, υπογράμμισε τον μεγάλο αριθμό των ρώσων τουριστών στην Ελλάδα αλλά και των Ελλήνων που επισκέπτονται τη Ρωσία, ανέφερε πως «το συνολικό κεφάλαιο των επενδύσεων στην Ελλάδα υπερβαίνει το μισό δισεκατομμύριο ευρώ», ενώ μίλησε και τα θέματα που βρίσκονται στην ατζέντα το 2019.
Αναλυτικά, η συνέντευξη του Αντρέι Μάσλοβ στο Sputnik:
Σήμερα η Ρωσία γιορτάζει την Ημέρα Διπλωματικού Υπαλλήλου. Πώς θα χαρακτηρίζατε τις αρχές της διεθνούς διπλωματίας σήμερα; Έχουν αλλάξει αυτές οι αρχές τα τελευταία 190 χρόνια, από τότε δηλαδή που η Ρωσία και η Ελλάδα εγκαθίδρυσαν τις μεταξύ τους διπλωματικές σχέσεις;
Η διπλωματία έχει αλλάξει πάρα πολύ. Είναι ξεκάθαρο πως, από τη στιγμή που η Ρωσία υποστήριξε τους Έλληνες στον αγώνα τους για ανεξαρτησία, ο κόσμος άλλαξε ριζικά και έγινε περισσότερο περίπλοκος. Σήμερα, ζούμε σε ένα σύστημα που δημιουργήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αυτό το σύστημα των διεθνών σχέσεων βασίζεται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα του σύγχρονου διεθνούς δικαίου.
Δυστυχώς, παρακολουθούμε πώς ορισμένες χώρες προσπαθούν να δημιουργήσουν μια νέα τάξη πραγμάτων (διεθνή τάξη) βασισμένη στους κανόνες που οι ίδιες επινοούν και στη συνέχεια τις παρουσιάζουν ως δήθεν άποψη της παγκόσμιας κοινότητας.
Προσπαθούν να υποτάξουν διεθνείς κανόνες, να αντικαταστήσουν τις πραγματικές προκλήσεις με ψευδείς, να οικοδομήσουν σχέσεις, βασισμένες στην υπαγόρευση και στον εκβιασμό.
Η ρωσική διπλωματία απορρίπτει μια τέτοια προσέγγιση. Πιστεύουμε ότι ο σύγχρονος πολυπολικός κόσμος πρέπει να ρυθμίζεται από ένα ισχυρό σύστημα διεθνών σχέσεων, βασισμένο στο σεβασμό των αρχών του διεθνούς δικαίου.
Μιλώντας για τις διμερείς σχέσεις δύο χωρών, ποιες κοινές δράσεις βρίσκονται στην ατζέντα για το 2019, πρώτα απ’ όλα στον οικονομικό τομέα;
Όπως γνωρίζετε, στις 7 Δεκεμβρίου στη Μόσχα, ο Πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας συμφώνησαν για ένα ολόκληρο πρόγραμμα κοινών δράσεων και συνεργασίας. Από την αρχή του έτους ξεκινήσαμε να εφαρμόζουμε τις συμφωνίες που επετεύχθησαν σε αυτές τις συνομιλίες.
Τον Ιανουάριο πραγματοποιήθηκε στην Αγία Πετρούπολη συνάντηση διμερούς μικτής επιτροπής για τη ναυτιλία. Πρόσφατα, συνεδρίασαν στην Αθήνα οι αρχές πολιτικής αεροπορίας των δύο χωρών, όπου συμφωνήθηκε το χρονοδιάγραμμα των πτήσεων για τη θερινή περίοδο. Τους επόμενους μήνες, θα πραγματοποιηθούν συναντήσεις των ομάδων εργασίας, οι οποίες θα πρέπει να προετοιμάσουν τη 12η σύνοδο της Μικτής Επιτροπής Ρωσίας-Ελλάδας για την Οικονομική, Βιομηχανική, Επιστημονική και Τεχνική Συνεργασία. Είναι προγραμματισμένη για τον Απρίλιο στη Θεσσαλονίκη, όπου θα γίνει αξιολόγηση της εφαρμογής των συμφωνηθέντων.
Εδώ και καιρό, είναι επίσης προγραμματισμένο το πρώτο διαπεριφερειακό επιχειρηματικό φόρουμ. Πρόκειται για μια ελληνική πρωτοβουλία από το 2016, στην οποία αμέσως ανταποκρίθηκαν οι ρωσικές αρχές. Δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί, ωστόσο, παραμένει στην ατζέντα. Το φόρουμ θα πραγματοποιηθεί και εργαζόμαστε πάνω σε αυτό. Αν και δεν έχουμε ακόμα ημερομηνία να ανακοινώσουμε, είναι γνωστό ότι θα γίνει στην Αθήνα.
Το 2018 αναδείχθηκε για μια ακόμα φορά ότι η Ελλάδα παραμένει αγαπημένος τουριστικός προορισμός των Ρώσων. Υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης στον τουριστικό τομέα;
Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου Τουριστικών Πρακτόρων Ρωσίας, το 2018, περίπου 850.000 από τους πολίτες μας αφίχθησαν στην Ελλάδα για διακοπές. Δεν είναι το απόλυτο ρεκόρ που καταγράφηκε το 2013, ωστόσο, βλέπουμε ότι παραμένει η θετική δυναμική. Σε σύγκριση με το 2017 αναμένουμε αύξηση της τάξεως 1%.
Αυτό που είναι ενθαρρυντικό, είναι το γεγονός ότι φέτος οι πρόωρες κρατήσεις με προορισμό την Ελλάδα στην χώρα μας είναι αυξημένες. Επίσης, αυξάνεται ο αριθμός των Ελλήνων που επισκέπτονται τη Ρωσία.
Η αύξηση αυτή αντικατοπτρίζεται και στον θρησκευτικό τουρισμό;
Δεν έχουμε ξεχωριστά στοιχεία για τον θρησκευτικό τουρισμό. Πέρυσι, παρατηρήσαμε μια μικρή μείωση στη ροή των προσκυνητών, κυρίως εκείνων που ταξίδευαν στον Άθω, αλλά ήταν μια μικρή μείωση. Είναι δύσκολο να πούμε πώς θα εξελιχθούν οι καταστάσεις. Ας δούμε σε ποιο βαθμό θα επηρεάσουν τα γνωστά προβλήματα τον θρησκευτικό τουρισμό.
Το 2018 η Ελλάδα βγήκε επίσημα από το μνημόνιο. Έχει επηρεάσει αυτό το γεγονός το ενδιαφέρον των Ρώσων επενδυτών; Ποιοι τομείς της ελληνικής οικονομίας έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, στους οποίους η Ρωσία επιδιώκει στενότερη συνεργασία;
Είναι αλήθεια ότι μετά από μια παρατεταμένη κρίση η Ελλάδα βγήκε από την περίοδο των μνημονίων και η ελληνική οικονομία άρχισε να παρουσιάζει θετικά σημάδια.
Η ελληνική κυβέρνηση εκφράζει ενδιαφέρον για επενδύσεις από τη χώρα μας. Μετά τις συνομιλίες με τον Έλληνα Πρωθυπουργό, ο Ρώσος Πρόεδρος τόνισε ότι «είμαστε έτοιμοι να εργαστούμε σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένου του τομέα των ενεργειακών έργων υποδομής».
Ρώσοι επενδυτές βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα και κάνουν μεγάλες επενδύσεις. Για παράδειγμα, στην Ελούντα της Κρήτης ο ρωσικός όμιλος εταιρειών Mirum χτίζει μεγάλο ξενοδοχειακό, ψυχαγωγικό και οικιστικό συγκρότημα. Στον Σκορπιό επίσης δημιουργούνται τουριστικές υποδομές. Υπάρχουν και άλλες επενδύσεις, μικρότερες. Το συνολικό κεφάλαιο των επενδύσεων υπερβαίνει το μισό δισεκατομμύριο ευρώ.
Όσον αφορά τις προοπτικές, αναμένουμε τις προκηρύξεις διεθνών διαγωνισμών, όπως για τα 10 περιφερειακά λιμάνια, εμπορευματικά κέντρα, σιδηροδρομικές υποδομές κά. Χωρίς να γίνουν γνωστοί οι όροι των διαγωνισμών, οι σοβαροί Ρώσοι ιδιώτες επενδυτές δεν μπορούν να δηλώσουν εκ των προτέρων ότι θα επενδύσουν λεφτά. Μια επιχείρηση λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βάσει των κριτηρίων της αγοράς. Δεν θα πει ότι ενδιαφέρεται για κάτι χωρίς να το έχει μελετήσει λεπτομερώς, κυριολεκτικά να βάλει τα πάντα κάτω από το μικροσκόπιο.
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε επανειλημμένα μεταβιβάσει στους Έλληνες εταίρους ότι οι όροι των προκηρύξεων για τους επιχειρηματίες μας πρέπει να είναι διαφανείς και να μην υπάρχουν διακρίσεις εις βάρος τους σε σύγκριση με άλλους.
Όσον αφορά τη συνεργασία στον πολιτιστικό τομέα, τι προγραμματίζεται για το 2019;
Στην συνάντηση κορυφής στη Μόσχα τον Δεκέμβριο, οι ηγέτες των δύο χωρών ανακοίνωσαν ότι το 2019 θα ανακηρυχθεί σε Έτος Ρωσικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στην Ελλάδα και αντιστρόφως Έτος Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στη Ρωσία. Είναι η τρίτη αφιερωματική χρονιά μεταξύ των χωρών μας. Έρχεται ως συνέχεια του μεγάλου Αφιερωματικού Έτους το 2016 και του Έτους Τουρισμού που εμβληματικά ολοκληρώθηκε το περασμένο Νοέμβριο.
Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τη ρωσική γλώσσα στην Ελλάδα. Το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών έχει ειδικό Τμήμα ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας και σλαβικών σπουδών, όπου τα ρωσικά διδάσκονται ως ειδικότητα που κατοχυρώνεται στο κρατικό πτυχίο. Δεδομένης της αυξανόμενης ζήτησης για τα ρωσικά, συζητάμε με την ελληνική πλευρά την αποκατάσταση της ρωσικής ως δεύτερης ξένης γλώσσας στα ελληνικά δημόσια σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, βάσει του πιλοτικού προγράμματος που υπήρχε το 2008-2011.
Έχουμε επίσης μεγάλο ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα στη Ρωσία. Όταν φοίτησα στο πανεπιστήμιο, το Κρατικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας ήταν το μόνο ΑΕΙ, στο οποίο διδασκόταν η νεοελληνική γλώσσα. Τα Αρχαία Ελληνικά διδάσκονταν σε πολλά μέρη, αλλά η σύγχρονη γλώσσα δεν ήταν τόσο συνηθισμένη.
Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει. Τα παιδιά σπουδάζουν τα νέα ελληνικά στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσωφ της Μόσχας, στο Πανεπιστήμιο Ξένων Γλωσσών, στο Παιδαγωγικό, στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης και σε άλλα ΑΕΙ της χώρας μας. Επιπλέον υπάρχουν σχολεία στη Μόσχα και στη νότια Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας, που έχουν τα νέα ελληνικά ως μάθημα επιλογής.
Οι Έλληνες κάθε χρόνο έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τριτοβάθμια εκπαίδευση στη Ρωσία. Το ακαδημαϊκό έτος 2019-2020, 20 επιπλέον φοιτητές από την Ελλάδα θα ξεκινήσουν τις σπουδές τους στη χώρα μας σε διάφορους τομείς: από τη λογοτεχνία και τη θεολογία μέχρι την πληροφορική και την αστροφυσική. Τα έξοδα αυτά θα καλυφθούν από το ρωσικό κράτος.
Πιστεύω ότι το Έτος Γλώσσας και Λογοτεχνίας μεταξύ των χωρών μας θα δώσει μια καλή ώθηση στην προώθηση της διδασκαλίας, της εκμάθησης της ρωσικής και ελληνικής γλώσσας. Αυτή τη στιγμή προετοιμάζουμε με την ελληνική πλευρά ένα κοινό πρόγραμμα συγκεκριμένων εκδηλώσεων.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Τουρκία την περασμένη εβδομάδα, ο Αλέξης Τσίπρας εκδήλωσε εκ νέου το ενδιαφέρον της Ελλάδας για προέκταση του Turkish Stream προς την Ευρώπη μέσω της ελληνικής επικράτειας. Η δεύτερη γραμμή του Turkish Stream είναι προγραμματισμένη για το 2019. Άλλες χώρες έχουν ήδη εκφράσει το ενδιαφέρον τους για το έργο. Υπάρχει κάποιος κατάλογος «υποψηφίων» και ποιες είναι οι πιθανότητες της Ελλάδας; Σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις αυτή τη στιγμή;
Οι Έλληνες, πράγματι, έχουν δηλώσει επανειλημμένα το ενδιαφέρον τους — αυτό το θέμα συζητήθηκε το 2016, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ρώσου Προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ελλάδα. Συζητήθηκε επίσης στις συνομιλίες μεταξύ του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Αλέξη Τσίπρα, τον Δεκέμβριο, στη Μόσχα.
Η Gazprom μαζί με την ελληνική ΔΕΠΑ και την ιταλική Edison υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας για τη διερεύνηση του θέματος της επέκτασης της ευρωπαϊκής γραμμής του Turkish Stream μέσω Ελλάδας και Ιταλίας, το 2017. Σύμφωνα με αυτή, συστάθηκαν ομάδα εργασίας και συντονιστική επιτροπή. Κατά τη διάρκεια των επαφών τον Δεκέμβριο, τα μέρη υπογράμμισαν τη σημασία συνέχισης της εργασίας σε τριμερές επίπεδο. Επειδή ο αγωγός Turkish Stream είναι αποκλειστικά εμπορικό έργο, είναι δουλειά των επιχειρήσεων να επεξεργάζονται τις πτυχές του.
Δεν έχει αποφασιστεί ακόμα από πού θα περνάει η δεύτερη γραμμή του αγωγού, — υπάρχουν διάφορες επιλογές. Η τελική απόφαση για τη διαδρομή του ευρωπαϊκού αγωγού αερίου, όπως έχει επανειλημμένως τονίσει ο Πρόεδρος της Ρωσίας, πρέπει να βασιστεί πρωτίστως στη βάση της οικονομικής ωφέλειας από την άποψη των εταιρειών. Θα υπολογιστεί πού είναι πιο επικερδές να επεκταθεί μια δεύτερη γραμμή.
Δεύτερον, εξίσου σημαντικό είναι να λάβουμε σαφείς εγγυήσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι το σχέδιο δε θα ακυρωθεί. Δε θέλουμε να επαναληφθεί η μοίρα του αγωγού South Stream, ενός καλού και μεγάλου έργου, την υλοποίηση του οποίου πρακτικά ματαίωσε η Κομισιόν.
Βλέπουμε ότι υπάρχει ισχυρό λόμπι ενάντια στην εξάρτηση, όπως συνηθίζουν να λένε, από το ρωσικό φυσικό αέριο. Τι απαντάει η Ρωσία σε αυτές τις προσπάθειες;
Όντως αυτό το λόμπι δεν κρύβει τις προθέσεις του. Αρκετά συχνά βλέπουμε δημόσιες δηλώσεις από αντιπροσώπους ορισμένων χωρών, οι οποίοι δε διστάζουν να αντιταχθούν ανοιχτά στην επέκταση της δεύτερης γραμμής του Turkish Stream στην Ευρώπη.
Η Gazprom είναι ένας τόσο αξιόπιστος πάροχος αερίου στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες που δεν απαιτούνται πρόσθετες διαβεβαιώσεις και επεξηγήσεις. Οι παροχές ρωσικού αερίου στην Ευρώπη συνεχώς αυξάνονται. Το 2018, οι ελληνικές προμήθειες ρωσικού αερίου αυξήθηκαν πάνω από 10%. Συνολικά καλύψαμε τις αυξανόμενες ανάγκες της Ελλάδας κατά άνω των 65%. Πιστεύουμε ότι η κατασκευή του Turkish Stream αποτελεί έναν ισχυρό παράγοντα που μπορεί να διασφαλίσει την αύξηση της ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας στην Ευρώπη.
Τώρα, όλα εξαρτώνται από τα ίδια τα μέλη της Ε.Ε. Εάν ενδιαφέρονται να προμηθεύονται το αέριό μας από τον Turkish Stream, θα πρέπει να φροντίσουν γι’ αυτό. Το δηλώσαμε ευθέως: εάν το επιθυμείτε, πρέπει να πάρετε τις αποφάσεις σας και να το διαπραγματευτείτε εσείς οι ίδιοι με τις Βρυξέλλες και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Υπάρχει κάτι στα σκαριά στον τομέα της στρατιωτικο-τεχνικής συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας; Ποιες είναι οι εκτιμήσεις;
Η Ελλάδα κατέχει στρατιωτικό εξοπλισμό ρωσικής παραγωγής, τον οποίο προμηθεύτηκε από τη Μόσχα περισσότερα από 15 χρόνια πριν. Η στρατιωτικο-τεχνική μας συνεργασία είναι επικεντρωμένη στην παροχή υπηρεσιών για την συντήρηση, τη λειτουργία και τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας αυτού του εξοπλισμού, ο οποίος έχει αποδειχτεί πολύ καλός. Είναι σαφές ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ επιβάλλει κατανοητούς περιορισμούς στη στρατιωτική μας συνεργασία. Ωστόσο, ο διάλογος δεν σταματά, μόλις το Δεκέμβριο στη Μόσχα πραγματοποιήθηκε η τακτική συνάντηση της Μικτής Επιτροπής για την στρατιωτικο-τεχνική μας συνεργασία. Από την πλευρά μας είμαστε έτοιμοι να αναπτύξουμε τις σχέσεις στον στρατιωτικο-τεχνικό τομέα στο βαθμό που θα είναι έτοιμοι οι Έλληνες εταίροι μας.
Μιλώντας για το ΝΑΤΟ, πιστεύετε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών, που συνεπάγεται την εισδοχή της πΓΔΜ στη Συμμαχία, συμβάλλει στην αύξηση της ασφάλειας στα Βαλκάνια όπως υπογραμμίζεται από πολλές πλευρές;
Αυτό που αναμφίβολα δεν μπορεί να ενισχύσει τη σταθερότητα και την ασφάλεια στα Βαλκάνια είναι η ένταξη μιας ακόμη χώρας στο ΝΑΤΟ.
Ως προς τη Συμφωνία των Πρεσπών το ζήτημα του ονόματος ήταν ανοιχτό περισσότερο από το ένα τέταρτο του αιώνα. Αυτές τις ημέρες, όπως βλέπουμε, ολοκληρώνεται η διαδικασία έγκρισης του νέου ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Οι δυο πλευρές — η Ελλάδα και η ΠΓΔΜ — κατέληξαν σε συμφωνία, βρήκαν ένα νέο όνομα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά τις δυο πλευρές, φαίνεται σαν να μην υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η διαδικασία επισημοποίησης της συμφωνίας έγινε με σοβαρή παραβίαση του εσωτερικού δικαίου μιας από τις χώρες. Το δημοψήφισμα για το όνομα εκεί απέτυχε. Παρόλα αυτά, η διαδικασία επικύρωσης αγνόησε τη βούληση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της χώρας.
Η Ρωσία ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ — και το ονοματολογικό βρίσκεται στην ατζέντα του Συμβουλίου Ασφαλείας από το 1993 — επισημαίνει το γεγονός ότι παραβιάστηκε η νομική καθαρότητα των διαδικασιών έγκρισης της συμφωνίας.
Και βεβαίως, όπως είπα, μια τόσο επιταχυνόμενη, πυρετώδης εισδοχή μιας βαλκανικής χώρας στο ΝΑΤΟ δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας.
Θα μπορούσε ο επόμενος υποψήφιος «στόχος» να είναι η Σερβία;
Το γεγονός ότι οι χώρες της Δύσης έχουν έναν τέτοιο σκοπό είναι γνωστό σε όλους εδώ και πάρα πολύ καιρό, δεν το κρύβουν. Πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε επέκταση του ΝΑΤΟ αποτελεί σοβαρή παραβίαση της σταθερότητας. Ένας απλός λόγος: εάν μια χώρα γίνει μέλος της Συμμαχίας, η στρατιωτική υποδομή του μπλοκ μπορεί να εμφανιστεί στην επικράτειά της, πράγμα που σημαίνει ότι αναπόφευκτα θα λάβουμε και ορισμένα μέτρα, προκειμένου να διαφυλάξουμε τη δική μας ασφάλεια. Το ένα συνεπάγεται το άλλο. Με όλα αυτά, βήμα προς βήμα, υπονομεύεται η ασφάλεια και η σταθερότητα στην περιοχή.
Μπορεί η Συμφωνία των Πρεσπών, με τη σημερινή της μορφή, να ικανοποιήσει τις δύο πλευρές;
Πρόκειται για τα εσωτερικά των δυο χωρών, δεν θέλουμε να παρέμβουμε ή να δώσουμε συμβουλές σε αυτές τις πτυχές της συμφωνίας. Οι δύο χώρες διαπραγματεύτηκαν, κατέληξαν στη συγκεκριμένη συμφωνία, συμφώνησαν για ένα όνομα. Καλή ή κακή, αυτή είναι — δεν εναπόκειται σε εμάς να το κρίνουμε αυτό. Αλλά ο τρόπος, με τον οποίο επιτεύχθηκε η συμφωνία και πώς υπαγορεύτηκαν όλα αυτά — και υπαγορεύτηκαν από την επιθυμία να μπει γρήγορα μια χώρα στο ΝΑΤΟ, όπως αποφασίστηκε στην Ουάσινγκτον, αυτό είναι που προκαλεί ανησυχία, διότι υπονομεύει τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.
Πιστεύετε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή στην επίλυση του Κυπριακού;
Η ρωσική θέση στο Κυπριακό διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στην αρχή της διένεξης στην Κύπρο, και δεν άλλαξε. Είμαστε υπέρ της δημιουργίας ενός ενιαίου, αδιαίρετου, εδαφικά ακεραίου κράτους με μια διεθνή προσωπικότητα, μια κυριαρχία με βάση το δικοινοτικό, διζωνικό μοντέλο. Αυτά είναι που υποδηλώνουν μια ομοσπονδιακή δομή της Κύπρου.
Πριν από δύο χρόνια, όπως γνωρίζετε, όλες οι πλευρές συμφώνησαν να διοργανώσουν μια διεθνή διάσκεψη για το θέμα αυτό, η οποία έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 2017 στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας. Παραμονές αυτής της διάσκεψης, οι αντιπροσωπείες επέλεξαν τη συμμετοχή πέντε πλευρών: των δύο κοινοτήτων και των τριών χωρών — εγγυητριών: της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Η διάσκεψη κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Έκτοτε, οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις δεν έχουν επαναληφθεί και ο στόχος τους είναι να επιλυθούν πρώτα τα εσωτερικά ζητήματα του προβλήματος και μετέπειτα η διεθνής διάσκεψη θα απασχοληθεί με τα εξωτερικά ζητήματα, δηλαδή τα θέματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Η διαδικασία έχει «παγώσει», το πότε θα γίνει επανέναρξη των συνομιλιών είναι άγνωστο και δεν γίνεται λόγος για μια νέα διεθνή διάσκεψη.
Το ερώτημα σχετικά με τη διαμεσολάβηση της Ρωσίας δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη, διότι οι ίδιες οι κοινότητες επέλεξαν συμμετοχή πέντε πλευρών και αυτό είναι το κυριαρχικό τους δικαίωμα. Είδαμε τα αποτελέσματα στο Κραν Μοντανά. Τι θα γίνει στη συνέχεια εξαρτάται από τις ίδιες τις πλευρές. Οι κοινότητες γνωρίζουν το Κυπριακό καλύτερα απ’ όποιονδήποτε. Ως εκ τούτου, δεν χρειάζονται συμβούλους, ούτε συμβουλές έξωθεν, ούτε τεχνητά χρονοδιαγράμματα.
Και τελευταία ερώτηση. Πώς είναι τώρα ο Αλεξάντρ Βίννικ; Ποιες είναι οι προοπτικές να εκδοθεί στη Ρωσία;
Ο Αλεξάντρ Βίννικ αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο νοσοκομείο, επειδή εδώ και καιρό κήρυξε απεργία πείνας. Η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί σοβαρά. Χωρίς να επέμβουμε στη νομική πλευρά της υπόθεσης, με αυτήν ασχολούνται οι δικηγόροι του Αλεξάντρ, εμείς κάνουμε το παν για να έχει όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπείς συνθήκες, για να του παρέχεται συνέχεια η απαραίτητη ιατρική βοήθεια. Από την πρώτη στιγμή, όταν το καλοκαίρι του 2017 ο Αλεξάντρ Βίννικ συλλήφθηκε από τις ελληνικές αρχές βάσει του αμερικανικού εντάλματος, οι ρωσικές διπλωματικές/προξενικές αποστολές στην Ελλάδα ασχολούνται συνέχεια με την υπόθεσή του. Πρώτα απ’ όλα, προσπαθούμε να ελέγχουμε και να εξασφαλίζουμε ότι τα δικαιώματά του ως Ρώσου υπηκόου δεν παραβιάζονται. Σε όλες τις δικαστικές συνεδριάσεις είναι παρόντες υπάλληλοι της Πρεσβείας της Ρωσίας στην Αθήνα ή εάν η δίκη λαμβάνει χώρα στη Θεσσαλονίκη, τότε του Γενικού μας προξενείου εκεί. Τακτικά τον επισκεπτόμαστε, οι προξενικοί μας υπάλληλοι επικοινωνούν μαζί του. Κι εγώ τον επισκέπτηκα στο κατάστημα κράτησης Κορυδαλλού.
Υπάρχουν τρεις δικαστικές αποφάσεις που έχουν την ίδια ισχύ, για την έκδοση του Αλεξάντρ Βίννικ στη Ρωσία, στις ΗΠΑ και στη Γαλλία. Τη σειρά εκτέλεσης αυτών των αποφάσεων θα την καθορίσει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ελλάδας. Δεν ξέρουμε πότε θα γίνει αυτό, επειδή δεν υπάρχουν προθεσμίες που επιβάλλονται. Πιστεύουμε ότι πρέπει να εκδοθεί στη χώρα της υπηκοότητάς του, στη Ρωσία, όπου θα αντιμετωπίσει πολύ σοβαρές κατηγορίες για εγκληματικές πράξεις.
Πηγή: Σπούτνικ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή