Ακολουθήστε μας

Πολιτική

Σαν σήμερα το 1948 τα Δωδεκάνησα ενσωματώνονται επισήμως στην Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Σαν σήμερα το 1948 τα Δωδεκάνησα ενσωματώνονται επισήμως στην Ελλάδα

Τα Δωδεκάνησα (για την ακρίβεια είναι 14) ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων δεμένα με τις τύχες του Ελληνισμού. Εν τούτοις, μόλις το 1947 ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος.

Εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης δέχθηκαν καταστρεπτικές επιδρομές από τους Πέρσες, τους Σαρακηνούς, τους Βενετούς, τους Γενουάτες, τους Σταυροφόρους και τους Τούρκους (Σελτζούκους και Οθωμανούς). Από το 1309 περιήλθαν στην εξουσία των Ιωαννιτών Ιπποτών και έμειναν υπό την κυριαρχία τους έως το 1522, οπότε καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους. Με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, τα Δωδεκάνησα επαναστάτησαν, αλλά το 1830 επιστράφηκαν μαζί με τη Σάμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αντάλλαγμα την Εύβοια, η οποία ενσωματώθηκε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.


Η κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς το 1912 αναπτέρωσε τις ελπίδες των κατοίκων τους ότι σύντομα τα νησιά θα ενταχθούν στον εθνικό κορμό. Πράγματι, με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνταν στην Ελλάδα, με εξαίρεση τη Ρόδο, που θα παρέμενε για ένα διάστημα υπό ιταλική διοίκηση. Όμως, η ατυχής έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούς να υπαναχωρήσουν και με την άνοδο του Μουσολίνι προσπάθησαν να τα εξιταλίσουν. Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (1943), κύριοι των Δωδεκανήσων έγιναν οι Γερμανοί και μετά την παράδοση της Χιτλερικής Γερμανίας (Μάιος 1945), η Μεγάλη Βρετανία.

Ήταν η χρυσή ευκαιρία για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στο ελληνικό κράτος, την οποία η ελληνική διπλωματία δεν έπρεπε να αφήσει να πάει χαμένη. Ήταν απαίτηση του ελληνικού λαού και είχε χυθεί άφθονο ελληνικό αίμα για την εκδίωξη των Γερμανών από τα Δωδεκάνησα. Το θέμα θα λυνόταν οριστικά από τη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών δυνάμεων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που θα συνερχόταν στο Παρίσι.
Η Ελλάδα δια του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Τσαλδάρη διαμήνυσε ότι θα έθετε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως εθνικές διεκδικήσεις την πρόσκτηση της Βορείου Ηπείρου και των Δωδεκανήσων, τη διευθέτηση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, ενώ σκόπευε να θέσει και το ζήτημα της Κύπρου στη Μεγάλη Βρετανία. Από τις τέσσερις αυτές εθνικές διεκδικήσεις, μόνο το θέμα των Δωδεκανήσων ευοδώθηκε, χωρίς δυσκολίες και περιπλοκές.
Είναι γνωστό ότι ο Στάλιν και ο Τσόρτσιλ, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προσπάθησαν να δελεάσουν την Τουρκία, προσφέροντάς της ορισμένα παράκτια νησιά του Αιγαίου, προκειμένου να την πείσουν να βγει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων ή τουλάχιστον να παραμείνει αυστηρά ουδέτερη. Επιπροσθέτως, ο Στάλιν είχε συνδέσει το θέμα των Δωδεκανήσων με την Τριπολίτιδα (σημερινή Λιβύη), για την οποία η Σοβιετική Ένωση είχε διατυπώσει το αίτημα να της ανατεθεί η εντολή.
Όμως, σε μια απρόσμενη στροφή της πολιτικής της, η Σοβιετική Ένωση συγκατατέθηκε να αποδοθούν τα Δωδεκάνησα στη Ελλάδα, στη συνεδρίαση των Υπουργών Εξωτερικών που προετοίμαζε τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Η δήλωση έγινε στις 27 Ιουνίου 1946 από τον Υπουργό Εξωτερικών Βιατσεσλάβ Σκριάμπιν, γνωστότερο ως Μολότοφ, με μοναδικό όρο την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Έτσι, προτού καν συνέλθει η Διάσκεψη Ειρήνης, το θέμα των Δωδεκανήσων είχε λάβει ευνοϊκή τροπή για την Ελλάδα.
Η είδηση για την απόδοση των Δωδεκανήσων στη Ελλάδα χαιρετίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, σε μια περίοδο που η χώρα βρισκόταν στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου. Η Διάσκεψη της Ειρήνης συνήλθε στο Παρίσι από τις 29 Ιουλίου έως τις 11 Οκτωβρίου 1946, όπου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς και τα θέματα της Βορείου Ηπείρου και της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, χωρίς επιτυχία, αφού οι ΗΠΑ δεν θέλησαν να δυσαρεστήσουν τη σύμμαχό τους Σοβιετική Ένωση και τους δορυφόρους της Αλβανία και Βουλγαρία. Η προσπάθεια της Τουρκίας να διεκδικήσει το Καστελόριζο και τη Σύμη έπεσαν στο κενό.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφηκε στο Παρίσι η Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, σύμφωνα με την οποία τα Δωδεκάνησα αποδίδονταν στην Ελλάδα, ενώ η Ιταλία υποχρεωνόταν σε αποζημίωση ύψους 105 εκατομμυρίων δολαρίων προς τη χώρα μας. Με επιμονή της σοβιετικής πλευράς, οριζόταν στο κείμενο ότι τα νησιά θα παρέμεναν αποστρατιωτικοποιημένα, πρόβλεψη που θα επικαλεστεί η Τουρκία κατά τρόπο καταχρηστικό μετά το 1974. Από την τουρκική ερμηνεία του κειμένου της ελληνοϊταλικής συνθήκης του 1947, σε συνδυασμό με τις ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932, θα προκύψει και το ζήτημα των «γκρίζων ζωνών», που έθεσε η Άγκυρα μετά την Κρίση των Ιμίων το 1996.
Η τελετή παράδοσης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα από τις βρετανικές αρχές έγινε στις 31 Μαρτίου 1947 στη Ρόδο μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Πρώτος διοικητής των Δωδεκανήσων ανέλαβε ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης, με πολιτικό σύμβουλο τον πανεπιστημιακό και δικαστικό Μιχαήλ Στασινόπουλο, μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η επίσημη τελετή της ενσωμάτωσης έγινε στις 7 Μαρτίου 1948 και το 1955 τα Δωδεκάνησα έγιναν νομός με πρωτεύουσα τη Ρόδο.
Πηγή: sansimera.gr
Read more:newsbomb.gr/

Αναλύσεις

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν

Την 1η Οκτωβρίου 2026, η Αθήνα φιλοξένησε την 6η Σύνοδο της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Οικονομικής, Βιομηχανικής και Τεχνολογικής Συνεργασίας Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, την πρώτη από το 2013. Στόχος ήταν η περαιτέρω διεύρυνση των διμερών οικονομικών σχέσεων, με έμφαση στην ενέργεια, στις επενδύσεις, στις μεταφορές, στις υποδομές και στον τουρισμό. Υπογράφηκε, μάλιστα, κοινό πρόγραμμα τουριστικής δράσης για την περίοδο 2026–2028.

Η οικονομική συνεργασία μεταξύ κρατών δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Το πολιτικό ζήτημα προκύπτει όταν η ανάπτυξη αυτών των σχέσεων δεν συνοδεύεται από ανάλογη διπλωματική πίεση για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν, οι λόγοι για να τεθούν τέτοια ερωτήματα είναι συγκεκριμένοι και σοβαροί.

Ο Αλίγιεφ «επιτίθεται» στην Τουρκία; Τι λέει πραγματικά η ομιλία του

Την ίδια περίοδο, ελληνικά δημοσιεύματα παρουσίασαν τις δηλώσεις του προέδρου του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ στο 8ο Συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος YAP, που πραγματοποιήθηκε στο Μπακού στις 2 Οκτωβρίου 2026, ως αιχμηρό μήνυμα προς την Άγκυρα. Ορισμένα έφτασαν να μιλούν για «χαστούκι» στον Ερντογάν και για ρήγμα στη στρατηγική συμμαχία των δύο χωρών.

Ο Αλίγιεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται ξένη κηδεμονία, ότι κανείς δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις εσωτερικές του υποθέσεις και ότι η χώρα αγόρασε τα όπλα της με δικά της χρήματα, σε τιμές της διεθνούς αγοράς. Επέμεινε, επίσης, στην ανάγκη να προστατευθεί ο ιδεολογικός χώρος της χώρας από ξένες επιρροές.

Οι δηλώσεις αυτές έχουν πολιτική σημασία. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: στην επίσημη ομιλία του ο Αλίγιεφ δεν κατονομάζει την Τουρκία ως αποδέκτη αυτών των αιχμών. Η σύνδεση των δηλώσεων με υποτιθέμενες τουρκικές πιέσεις για τη μαντίλα στα σχολεία του Αζερμπαϊτζάν, με την αντιπαράθεση για τον ρόλο της Τουρκίας στον πόλεμο του 2020 στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (Αρτσάχ), ή με τις σχέσεις Μπακού–Ισραήλ αποτελεί ερμηνεία που χρειάζεται ανεξάρτητη τεκμηρίωση.

Επομένως, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να μιλήσουμε ήδη για ρήγμα στην τουρκοαζερική συμμαχία. Υπάρχει, όμως, ένα ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο το Μπακού επιθυμεί να διατηρεί τη στρατηγική συμμαχία με την Άγκυρα, χωρίς να επιτρέπει στην Τουρκία να εμφανίζεται ως ο προστάτης ή ο καθοδηγητής του;

Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Αθήνα δεν πρέπει να συγχέει την επιθυμία του Αζερμπαϊτζάν να εμφανίζεται ως ανεξάρτητος περιφερειακός παράγοντας με οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή της πολιτικής του. Ακόμη και αν υπάρχουν επιμέρους διαφωνίες μεταξύ Άγκυρας και Μπακού, αυτές δεν αναιρούν από μόνες τους τη στρατιωτική και πολιτική συνεργασία τους.

Η ουσία, συνεπώς, δεν βρίσκεται στο αν ο Αλίγιεφ «έριξε χαστούκι» στον Ερντογάν. Βρίσκεται στο αν οι δηλώσεις του θα συνοδευτούν από συγκεκριμένες πολιτικές πράξεις και αν θα επηρεάσουν τη συνεργασία των δύο χωρών σε ζητήματα που αφορούν άμεσα την Κύπρο, την Αρμενία και το Αρτσάχ.

Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο οφείλει να εστιάσει η ελληνική εξωτερική πολιτική: όχι στους εντυπωσιακούς τίτλους περί ρήξης, αλλά στις πραγματικές στρατηγικές επιλογές των δύο κυβερνήσεων, την ώρα που η Ελλάδα διευρύνει την οικονομική της συνεργασία με το Μπακού.

Το πραγματικό χαστούκι στην Τουρκία θα ήταν μια τοποθέτηση στο θέμα της Κύπρου. Αλλά ξέρουμε καλά πως στο παρελθόν οποιαδήποτε τοποθέτηση από το Μπακού ήταν θετική προς την Τουρκική κατοχή, ακόμα και αναγνώρισης των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου, από τον Αλίεφ.

 

Ποιά η θέση του Αζερμπαϊτζάν στην πολιτική σκηνή; Οι 19 Αρμένιοι κρατούμενοι και η διεθνής κατακραυγή

Η Αρμενία έθεσε ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών το ζήτημα των 19 Αρμενίων που εξακολουθούν να κρατούνται από το Αζερμπαϊτζάν, χαρακτηρίζοντάς το επείγον ανθρωπιστικό ζήτημα. Ανάμεσά τους βρίσκονται πρώην ηγετικά στελέχη του Αρτσάχ, τα οποία συνελήφθησαν μετά την αζερική στρατιωτική επίθεση του Σεπτεμβρίου 2023 και την αναγκαστική έξοδο του αρμενικού πληθυσμού από την πατρίδα του.

Οι δικαστικές διαδικασίες στο Μπακού και οι βαριές ποινές που επιβλήθηκαν σε Αρμένιους κρατουμένους έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των Αρμενίων πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων πολέμου, καθώς και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.

 

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέτει όρους στο Αζερμπαϊτζάν — Θα τους λάβει υπόψη η Αθήνα;

Στις 8 Οκτωβρίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα με το οποίο καταδικάζει τη συστηματική καταστολή της αντιπολίτευσης, των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών στο Αζερμπαϊτζάν. Απαιτεί την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, με ιδιαίτερη αναφορά στους ηγέτες της αντιπολίτευσης, στους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και στους Αρμένιους πολιτικούς κρατουμένους και αιχμαλώτους πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των πρώην ανώτατων αξιωματούχων του Αρτσάχ. Παράλληλα, ζητεί να εξεταστούν στοχευμένες κυρώσεις κατά υπευθύνων αξιωματούχων, ενώ καθιστά σαφές ότι η περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων ΕΕ–Αζερμπαϊτζάν πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη πρόοδο στα ανθρώπινα δικαιώματα και την απελευθέρωση όσων κρατούνται για πολιτικούς λόγους.

Το μήνυμα είναι σαφές: οι οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με το Μπακού δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν οι πολιτικές διώξεις και η παράνομη κράτηση Αρμενίων. Επομένως, όταν η Ελλάδα συμμετέχει σε κοινές οικονομικές επιτροπές και επιχειρηματικά φόρουμ με το Αζερμπαϊτζάν, το εύλογο ερώτημα είναι αν θα συνταχθεί με την ευρωπαϊκή απαίτηση για απτά αποτελέσματα ή αν θα περιοριστεί στην προώθηση των οικονομικών συμφερόντων της.

Η Ουάσιγκτον ζητά να σταματήσει η στρατιωτική βοήθεια

Στις 7 Οκτωβρίου, η Αρμενική Εθνική Επιτροπή Αμερικής (ANCA) ανακοίνωσε ότι 101 μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου —26 γερουσιαστές και 75 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων— υπέγραψαν διακομματική και διακοινοβουλευτική επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ζητώντας να ανασταλεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Αζερμπαϊτζάν, εφόσον το Μπακού δεν προχωρήσει σε ουσιαστικά βήματα για την αντιμετώπιση των καταγγελλόμενων παραβιάσεων.

Την πρωτοβουλία συντόνισαν οι γερουσιαστές Gary Peters και Adam Schiff και οι βουλευτές Gus Bilirakis και Frank Pallone. Η επιστολή επικαλείται την κράτηση και καταδίκη Αρμενίων, την καταστροφή αρμενικής χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς και τη συνεχιζόμενη παρουσία αζερικών στρατιωτικών δυνάμεων σε διεθνώς αναγνωρισμένο αρμενικό έδαφος.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Άρθρο 907 του αμερικανικού Νόμου περί Υποστήριξης της Ελευθερίας, το οποίο περιορίζει την κρατική βοήθεια προς το Αζερμπαϊτζάν, αλλά προβλέπει δυνατότητα προεδρικής εξαίρεσης. Η κυβέρνηση Τραμπ επανέφερε την εξαίρεση το 2025 και την παρέτεινε το 2026, επιτρέποντας εκ νέου τη στρατιωτική βοήθεια.

Οι νομοθέτες ζητούν από την κυβέρνηση να αξιοποιήσει αυτό το εργαλείο πίεσης, συνδέοντας τη βοήθεια με συγκεκριμένα αποτελέσματα: την απελευθέρωση των Αρμενίων κρατουμένων, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και την αποχώρηση των αζερικών δυνάμεων από αρμενικά εδάφη.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για μια πρωτοβουλία Αρμενίων της διασποράς, αλλά για μια διακομματική παρέμβαση με συμμετοχή μελών και των δύο σωμάτων του αμερικανικού Κογκρέσου.

 

Η υπόθεση August Hanning και τα ερωτήματα για το Αζερμπαϊτζάν

Ένα ακόμη ζήτημα που απαιτεί προσοχή είναι η υπόθεση του August Hanning, πρώην επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών BND, την οποία διηύθυνε από το 1998 έως το 2005.

Στις 6 Οκτωβρίου 2026, ο Hanning συνελήφθη στη Γερμανία ως ύποπτος για κατασκοπεία και εσχάτη προδοσία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Der Spiegel και άλλων γερμανικών μέσων, οι ερευνητές εξετάζουν την πιθανότητα να είχε έρθει σε επαφή με πρόσωπο που συνδεόταν με τις υπηρεσίες πληροφοριών του Αζερμπαϊτζάν και να είχε συντάξει ανάλυση για ξένη υπηρεσία πληροφοριών, αξιοποιώντας απόρρητες πληροφορίες που φέρεται να είχε προμηθευτεί μέσω πρώην συνεργάτη του.

Η αζερική πλευρά αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Επομένως, οι καταγγελίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο έρευνας και όχι ως αποδεδειγμένα γεγονότα ή τελεσίδικα συμπεράσματα για την ευθύνη του Hanning ή του Αζερμπαϊτζάν.

Ωστόσο, η υπόθεση αναδεικνύει ερωτήματα για τις μεθόδους με τις οποίες κράτη επιδιώκουν να αποκτήσουν επιρροή στο εξωτερικό. Η διερεύνησή της από τις γερμανικές αρχές καθιστά σαφές ότι πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφάλειας και θεσμικής αξιοπιστίας, όχι απλώς για μια διπλωματική διαφωνία.

Δεν πρέπει, άλλωστε, να παραβλέπουμε ότι στην Ελλάδα έχουν συλληφθεί Αζέροι με την κατηγορία της κατασκοπείας σε στρατηγικής σημασίας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, με χαρακτηριστική την υπόθεση της Σούδας, όπου τον Μάιο του 2026 ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε έναν Αζέρο υπήκοο σε επτά χρόνια και έναν μήνα φυλάκισης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη η Αθήνα να αξιολογεί τις σχέσεις της με το Μπακού και υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας.

 

Και η Ελλάδα; Ποιες αρχές υπηρετεί η Αθήνα;

Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στην περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής συνεργασίας με το Μπακού. Το επίσημο ανακοινωθέν της 1ης Οκτωβρίου δίνει έμφαση στις οικονομικές ευκαιρίες, στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στη συνδεσιμότητα. Δεν καταγράφει, όμως, κάποια δημόσια δέσμευση που να συνδέει την πρόοδο αυτής της συνεργασίας με τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της απελευθέρωσης των πολιτικών κρατουμένων. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα ζητήματα δεν συζητήθηκαν σε διπλωματικό επίπεδο, αφήνει, ωστόσο, εύλογα ερωτήματα για τις προτεραιότητες της Αθήνας.

Η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων και διατηρεί ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τον αρμενικό λαό. Παράλληλα, η Κύπρος εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής, ενώ το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με την Τουρκία. Αυτή η πραγματικότητα καθιστά αναγκαία μια συνεπή ελληνική εξωτερική πολιτική, η οποία να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και τις αρχές της κυριαρχίας, του διεθνούς δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τι σημαίνουν, όμως, στην πράξη τα ευρωπαϊκά ιδεώδη της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του κράτους δικαίου; Είναι αρχές που επικαλούμαστε μόνο όταν εξυπηρετούν τις πολιτικές μας επιλογές ή δεσμεύσεις που πρέπει να εφαρμόζονται και όταν διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα; Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να διακόψει κάθε οικονομική σχέση με το Αζερμπαϊτζάν ούτε να υιοθετήσει άκριτα κάθε αντίθετη θέση για συνεργασία. Οφείλει, όμως, να εξηγεί πώς συμβιβάζει την οικονομική της διπλωματία με τις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις, την ιστορική της μνήμη και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των λαών.

Η αντίφαση γίνεται εντονότερη όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και των Αρμενίων ομήρων, καθώς και τη σύνδεση των μελλοντικών σχέσεων ΕΕ–Αζερμπαϊτζάν με απτή πρόοδο στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ η Αθήνα προβάλλει νέες δυνατότητες συνεργασίας χωρίς να δημοσιοποιεί ανάλογες προϋποθέσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις διπλωματικές της σχέσεις για να ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις, να στηρίξει ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες και να απαιτήσει διαφάνεια σχετικά με τις συνθήκες κράτησης και τις δικαστικές διαδικασίες. Θα μπορούσε, επίσης, να υποστηρίξει μια σαφή ευρωπαϊκή πολιτική που να συνδέει την περαιτέρω αναβάθμιση των σχέσεων με το Αζερμπαϊτζάν με μετρήσιμα αποτελέσματα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να έχει οικονομικές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν. Είναι αν η Αθήνα μπορεί να υπερασπίζεται ταυτόχρονα τα εθνικά της συμφέροντα, την Κυπριακή Δημοκρατία, το διεθνές δίκαιο και τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, χωρίς να εφαρμόζει διαφορετικά μέτρα και σταθμά ανάλογα με τον συνομιλητή της. Η βίαιη εκτόπιση 120000 γηγενών Αρμενίων, υπό συνθήκες που έχουν προκαλέσει σοβαρές καταγγελίες για εθνοκάθαρση και γενοκτονία, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα ιδίως όταν η Ελλάδα πρεσβεύει τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του διεθνούς δικαίου.

 Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις συμφωνίες που υπογράφει μια χώρα, αλλά και από τις αρχές που αρνείται να εγκαταλείψει για να τις πετύχει.

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτική

Ευρωκοινοβούλιο: Σφοδρές καταγγελίες κατά της Τουρκίας για Αιγαίο, Κύπρο και «Γαλάζια Πατρίδα» – Στο επίκεντρο ο GSI

Στο επίκεντρο της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βρέθηκαν στις 8 Οκτωβρίου οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, το casus belli, η συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους και οι παρεμβάσεις της Άγκυρας σε ευρωπαϊκά ενεργειακά έργα. Έλληνες, Κύπριοι και άλλοι Ευρωπαίοι ευρωβουλευτές ζήτησαν ουσιαστικότερη αντιμετώπιση της τουρκικής πολιτικής, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέλαβε την αλληλεγγύη της προς την Ελλάδα και την Κύπρο, επιμένοντας παράλληλα στη σημασία του διαλόγου με την Τουρκία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Με έντονες τοποθετήσεις και ευθείες επικρίσεις προς την Άγκυρα διεξήχθη την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026 στο Στρασβούργο η συζήτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την κλιμάκωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.

Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας 2026/2908(RSP), με αντικείμενο τις πρόσφατες τουρκικές προκλήσεις και τις επιπτώσεις τους στην περιφερειακή ασφάλεια.

Στις παρεμβάσεις καταγράφηκαν ανησυχίες για το τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», την αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τις παραβιάσεις στον αέρα και στη θάλασσα, καθώς και την παρεμπόδιση ενεργειακών σχεδίων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

Μαυρίδης: Η πολιτική κατευνασμού δεν αποδίδει

Ο Κύπριος ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης άσκησε έντονη κριτική στην ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της Τουρκίας.

Υποστήριξε ότι οι ήπιες διατυπώσεις και η λεγόμενη θετική ατζέντα δεν έχουν αποτρέψει την τουρκική πολιτική αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου.

Ο ίδιος έθεσε ζήτημα διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, ζητώντας εξηγήσεις για την απουσία ανάλογων οικονομικών και πολιτικών κυρώσεων απέναντι στην Άγκυρα.

Φουρλάς: 520 αεροπορικές και 23 θαλάσσιες παραβιάσεις

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η παρέμβαση του Κύπριου ευρωβουλευτή Λουκά Φουρλά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η Κυπριακή Δημοκρατία κατέγραψε μέσα σε διάστημα τριών μηνών 520 αεροπορικές και 23 θαλάσσιες παραβιάσεις από την Τουρκία.

Ο Φουρλάς κατηγόρησε την Άγκυρα ότι αμφισβητεί δικαιώματα κρατών-μελών, διατηρεί την απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας και παρεμβαίνει σε ευρωπαϊκά ενεργειακά έργα.

Οι συγκεκριμένοι αριθμοί αποτελούν στοιχεία που επικαλέστηκε ο ευρωβουλευτής κατά την παρέμβασή του.

Ο GSI στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων

Ξεχωριστή θέση στη συζήτηση κατέλαβε ο Great Sea Interconnector, το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.

Ευρωβουλευτές αναφέρθηκαν στις τουρκικές παρεμβάσεις που εμποδίζουν την ομαλή εξέλιξη του έργου, τονίζοντας ότι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η συζήτηση αποκτά πρόσθετη βαρύτητα μετά τη δημόσια υποστήριξη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προς την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα περιοριστεί στην πολιτική στήριξη ή θα αναπτύξει πιο συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την προστασία των στρατηγικών υποδομών της.

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τοποθετήθηκε ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος Ραφαέλε Φίτο.

Ο Φίτο υπογράμμισε την υποχρέωση της Τουρκίας να σέβεται την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών-μελών σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Δικαίου της Θάλασσας.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ανάγκη αποκλιμάκωσης και επίλυσης διαφορών μέσω διαλόγου, στη βάση των αρχών καλής γειτονίας και του πνεύματος της Διακήρυξης των Αθηνών του 2023.

Για το Κυπριακό επανέλαβε την υποστήριξη της ΕΕ σε συνολική λύση εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών.

Η τοποθέτηση ανέδειξε τη διπλή προσέγγιση των Βρυξελλών: αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά ταυτόχρονα διατήρηση της συνεργασίας με την Τουρκία σε ζητήματα ευρύτερου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

Από τις δηλώσεις στις αποφάσεις

Η συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο ανέδειξε διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις ως προς την αντιμετώπιση της Άγκυρας.

Ορισμένοι ευρωβουλευτές ζήτησαν κυρώσεις και αυστηρότερη ευρωπαϊκή πολιτική, ενώ άλλες παρεμβάσεις προέκριναν τη διπλωματική επίλυση των διαφορών.

Προς το παρόν, η συγκεκριμένη διαδικασία δεν συνιστά απόφαση επιβολής κυρώσεων.

Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η πραγματική σημασία των παρεμβάσεων θα κριθεί από το κατά πόσον θα ακολουθήσουν συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ιδίως στο πεδίο της ενεργειακής ασφάλειας, του Δικαίου της Θάλασσας και της προστασίας κυριαρχικών δικαιωμάτων

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Σάλος στις ΗΠΑ με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ! Η πρώτη αντίδραση Τραμπ για τα 100.000 δολάρια και οι σοβαρές καταγγελίες

Διαστάσεις αποκτά στην Ουάσιγκτον η υπόθεση που αφορά την Αμερικανίδα πρέσβη στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, μετά το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Wall Street Journal για αίτημα καταβολής 100.000 δολαρίων από δωρητή των Ρεπουμπλικανών. Ο Ντόναλντ Τραμπ τοποθετήθηκε για πρώτη φορά δημοσίως, αποφεύγοντας να υπερασπιστεί επί της ουσίας την πρέσβη, ενώ οι Δημοκρατικοί ζητούν την παράδοση οικονομικών στοιχείων και προσωπικής αλληλογραφίας. Η υπόθεση ανακύπτει σε μια περίοδο ενισχυμένης ελληνοαμερικανικής συνεργασίας, λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής επικαιρότητας βρίσκεται η πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, καθώς οι αποκαλύψεις για τις οικονομικές της συναλλαγές πριν από την επικύρωση του διορισμού της προκαλούν πολιτικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κλήθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου να σχολιάσει τις καταγγελίες, κατά τη διάρκεια συνομιλίας του με δημοσιογράφους έξω από τον Λευκό Οίκο, λίγο πριν αναχωρήσει για πολιτική συγκέντρωση των Ρεπουμπλικανών στην Αλαμπάμα.

Η απάντησή του ήταν σύντομη και προσεκτική.

«Μόλις το άκουσα κι εγώ, πολύ δυσάρεστο», ανέφερε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, προσθέτοντας ότι δεν γνώριζε αρκετές λεπτομέρειες για την υπόθεση, αλλά ότι η Γκίλφοϊλ ήταν πάντοτε πολύ ευγενική.

Η τοποθέτηση του Τραμπ παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς δεν συνοδεύτηκε από σαφή υπεράσπιση της Αμερικανίδας πρέσβεως απέναντι στις συγκεκριμένες καταγγελίες. Ταυτόχρονα, όμως, ο πρόεδρος δεν διατύπωσε κατηγορία εναντίον της ούτε προανήγγειλε κάποια ενέργεια σε βάρος της.

 

Η αποκάλυψη της Wall Street Journal για τα 100.000 δολάρια

Η υπόθεση άρχισε να λαμβάνει δημοσιότητα μετά το ρεπορτάζ της αμερικανικής εφημερίδας Wall Street Journal, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ φέρεται να είχε ζητήσει από τον Έρικ Ντέτερς, δωρητή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, να καταβάλει 100.000 δολάρια για την αποπληρωμή οφειλής της προς την American Express.

Το περιστατικό φέρεται να σημειώθηκε πριν από την ακρόασή της στη Γερουσία, στο πλαίσιο της διαδικασίας επικύρωσης του διορισμού της ως πρέσβεως των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το περιεχόμενο ηλεκτρονικών μηνυμάτων που φέρονται να ανταλλάχθηκαν μεταξύ των εμπλεκομένων.

Σύμφωνα με το The Hill, σε μήνυμα της 3ης Ιουλίου 2025 μέσω της εφαρμογής Signal, η Γκίλφοϊλ φέρεται να εξηγούσε ότι η μεταφορά χρημάτων απευθείας στην American Express δεν θα αποτυπωνόταν στα σχετικά έγγραφα.

Η αναφορά αυτή δημιουργεί ερωτήματα για τη φύση της συναλλαγής και τις προθέσεις των εμπλεκομένων.

Πρέπει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για ισχυρισμούς δημοσιογραφικών ερευνών. Δεν συνιστούν από μόνοι τους δικαστική διαπίστωση παράνομης συμπεριφοράς.

Στο μικροσκόπιο των Δημοκρατικών η Αμερικανίδα πρέσβης

Η υπόθεση απέκτησε και θεσμική διάσταση, καθώς οι Δημοκρατικοί της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων ζήτησαν στοιχεία για τις οικονομικές συναλλαγές της Γκίλφοϊλ.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του ΣΚΑΪ στις 9 Οκτωβρίου, ο Δημοκρατικός βουλευτής Ρόμπερτ Γκαρσία, ανώτερο μέλος της επιτροπής, απέστειλε επιστολή ζητώντας την παράδοση οικονομικών εγγράφων και σχετικής αλληλογραφίας.

Το αίτημα αφορά, μεταξύ άλλων, επικοινωνίες με αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ.

Ως προθεσμία για την υποβολή των στοιχείων ορίστηκε η 22α Οκτωβρίου 2026.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δείχνει ότι οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διερευνήσουν κατά πόσον υπήρξαν οικονομικές συναλλαγές συνδεδεμένες με υποσχέσεις πολιτικής επιρροής ή πρόσβασης.

Η διερεύνηση, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ενοχής.

Ο παράγοντας Μάρκο Ρούμπιο και η επίσκεψη στην Αθήνα

Το θέμα έχει πρόσθετο διπλωματικό ενδιαφέρον, καθώς ήρθε στην επιφάνεια σχεδόν ταυτόχρονα με τη σημαντική επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα.

Στις 3 Οκτωβρίου, πριν από την επίσκεψη, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας είχε εκφραστεί θετικά για την παρουσία της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα.

Ο Ρούμπιο είχε χαρακτηρίσει την πρέσβη ιδιαίτερα αποτελεσματική στην προώθηση της αμερικανικής πολιτικής, αναφερόμενος ειδικά στην ενεργειακή συνεργασία και στον Κάθετο Ενεργειακό Διάδρομο.

Είχε επίσης υπογραμμίσει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο πρόεδρος Τραμπ εκτιμούσαν το έργο της.

Οι δηλώσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το φως των μεταγενέστερων αποκαλύψεων.

Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών αντιμετώπισε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την υπόθεση, στις οποίες, σύμφωνα με το δημοσίευμα του ΣΚΑΪ, αντέδρασε με έντονη δυσαρέσκεια.

Το γεγονός ότι η υπόθεση απασχολεί την αμερικανική πολιτική ηγεσία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αμφισβητείται ο διπλωματικός ρόλος της πρέσβεως. Δημιουργεί, ωστόσο, ένα νέο επικοινωνιακό και πολιτικό δεδομένο.

Τι σημαίνει η υπόθεση για την Ελλάδα

Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ βρίσκεται στην Αθήνα σε μία περίοδο κατά την οποία οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν αποκτήσει αυξημένη γεωπολιτική σημασία.

Η συνεργασία των δύο χωρών στην άμυνα, στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου αποτελεί βασικό άξονα της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή.

Η πρόσφατη επίσκεψη Ρούμπιο και ο έκτος Στρατηγικός Διάλογος Ελλάδας–ΗΠΑ ανέδειξαν αυτή τη συνεργασία.

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ αφορά πρωτίστως το αμερικανικό πολιτικό και θεσμικό σύστημα.

Δεν υπάρχουν, με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία, αποδείξεις ότι επηρεάζει τις διμερείς συμφωνίες ή τη συνέχεια της στρατηγικής συνεργασίας Αθήνας και Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, υπάρχουν τρία κρίσιμα ζητήματα που θα καθορίσουν τη συνέχεια.

Το πρώτο είναι εάν η Γκίλφοϊλ θα δώσει δημόσιες εξηγήσεις για τις αναφερόμενες οικονομικές συναλλαγές.

Το δεύτερο αφορά τα στοιχεία που θα προκύψουν από την κοινοβουλευτική διερεύνηση των Δημοκρατικών.

Και το τρίτο είναι η στάση που θα επιλέξουν να τηρήσουν ο Λευκός Οίκος και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εφόσον προκύψουν νέες αποκαλύψεις.

Προς το παρόν, ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να κρατήσει αποστάσεις από την ουσία της υπόθεσης, επικαλούμενος περιορισμένη ενημέρωση.

Αυτή είναι η σημαντικότερη πολιτική διάσταση της πρώτης αντίδρασής του.

Η Γκίλφοϊλ δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με ένα αρνητικό δημοσίευμα, αλλά και με αίτημα κοινοβουλευτικής διερεύνησης στις ΗΠΑ. Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η υπόθεση θα παραμείνει στο επίπεδο των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων ή θα αποκτήσει σοβαρότερες θεσμικές συνέπειες.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις22 λεπτά πριν

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Το μυστήριο του Σαμουήλ: Ο τάφος, οι επιγραφές και η μάχη για την Ιστορία

Οι «Ανιχνεύσεις» ανοίγουν τον φάκελο του Σαμουήλ, εξετάζοντας την άνοδο των Κομητόπουλων, τη σύγκρουση με το Βυζάντιο και τη διεκδίκηση...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Άλμα στον θόλο της αεράμυνας

Αγορά τρίτου BARAK MX, ήρθαν μονάδες του Drone dome, στον δρόμο το IRON BEAM (λέιζερ) και στο πλάνο το IRON...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Μηνύματα απελπισίας!

Ο καθηγητής Ιωαννίδης πιθανότατα προσπάθησε, με την ομιλία του, χωρίς προοπτική, να υπενθυμίσει ότι η τελευταία ελπίδα, αν και δύσκολα...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Σοβιετικές πολιτικές που συγκλίνουν με εκείνες Λονδίνου/Άγκυρας

Ιστορία και αλήθεια εκδικούνται με τον χρόνο όταν περιφρονούνται…

Δημοφιλή