Face control στις κινεζικές τηλεπικοινωνίες
Αποφασισμένη να χτίσει τον δικό της ψηφιακό κόσμο με βάση τους δικούς της όρους, άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς είναι η κυβέρνηση της Κίνας.
Όπως αναφέρει το techgear.gr, από την 1η Δεκεμβρίου 2019, όποιος πολίτης επιθυμεί να ανοίξει καινούργια σύνδεση σε κάποιον πάροχο τηλεπικοινωνιών θα πρέπει εκτός από την ταυτότητα του να δέχεται το σκανάρισμα του προσώπου του για την καλύτερη δυνατή ταυτοποίηση του.
Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση της Κίνας θέλει να εξαλείψει τα φαινόμενα απάτης και προφανώς ταυτόχρονα δημιουργεί μια τεράστια βάση δεδομένων με τα πρόσωπα των πολιτών που ενδεχομένως θα ενισχύσει άλλα projects παρακολούθησης τους, για τα οποία έχουμε μιλήσει αρκετά στο παρελθόν.
Πολλοί μπορεί να θυμάστε ότι η Κίνα χρησιμοποιεί τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου για να εντοπίζει πολίτες που βρίσκονται στις “μαύρες λίστες” της (π.χ. είναι καταζητούμενοι, σεσημασμένοι, μειονότητες, αντιφρονούντες κλπ.). Οι αντιδράσεις που υπήρξαν στο παρελθόν πνίγηκαν στην γραφειοκρατεία, μιας και η κυβέρνηση της Κίνας είναι από τις λίγες σε όλο τον κόσμο που μπορεί να κάνει σχεδόν ό,τι γουστάρει χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν.
Το ζήτημα είναι αν η απόφαση της Κίνας θα βρει μιμητές σε μερικά χρόνια και στον υπόλοιπο “πολιτισμένο” κόσμο…
Πηγή φωτογραφίας: Engadget.com
GEOPOLITICO
Η μεγάλη ταπείνωση του Ντόναλντ Τραμπ! Οι πέντε επιλογές που οδήγησαν στη συντριβή των Ρεπουμπλικανών και οι ρωγμές στο MAGA
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 εξελίχθηκαν σε ισχυρό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ, με τους Δημοκρατικούς να ανακτούν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Οι Financial Times αναλύουν τους λόγους που οδήγησαν στην εκλογική ανατροπή, αναδεικνύοντας τις οικονομικές συνέπειες των δασμών, την ακρίβεια, τον πόλεμο στο Ιράν, τις αδυναμίες των υποψηφίων και την απομάκρυνση του κινήματος MAGA από την αρχική αντισυστημική του ταυτότητα.
Δέκα χρόνια χρειάστηκε ο Ντόναλντ Τραμπ για να μετατρέψει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε έναν πολιτικό οργανισμό που περιστρέφεται γύρω από το πρόσωπό του. Από την πρώτη εκλογική του νίκη το 2016 μέχρι την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2025, ο Αμερικανός πρόεδρος κατάφερε να επιβάλει την πολιτική του ατζέντα, να αναδιαμορφώσει την εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών και να καταστήσει το κίνημα «Make America Great Again» κυρίαρχη δύναμη της αμερικανικής Δεξιάς.
Ωστόσο, οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 ανέτρεψαν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Οι Δημοκρατικοί πέτυχαν μια ευρεία εκλογική νίκη, ανακτώντας τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν απώλειες ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά αποτελούσαν προπύργιά τους.
Το Associated Press επιβεβαίωσε την επικράτηση των Δημοκρατικών στη Γερουσία το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου και στη Βουλή των Αντιπροσώπων τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Νοεμβρίου.
Σε εκτενή ανάλυσή τους, με τίτλο «The great humbling of Donald Trump», οι Financial Times εξετάζουν τις αιτίες της ήττας και επισημαίνουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη συνήθη φθορά μιας κυβέρνησης.
Αντιθέτως, διαπιστώνουν ότι βασικές πολιτικές επιλογές της δεύτερης θητείας Τραμπ λειτούργησαν εις βάρος του, απομακρύνοντας τμήματα των ψηφοφόρων που είχαν συμβάλει στην επιστροφή του στην εξουσία.
Οι δασμοί γύρισαν εναντίον των Αμερικανών
Η εμπορική πολιτική αποτέλεσε έναν από τους θεμελιώδεις άξονες του τραμπισμού από το 2016.
Ο Τραμπ υποσχέθηκε ότι οι υψηλοί δασμοί θα περιόριζαν τις εισαγωγές, θα ενθάρρυναν την επιστροφή βιομηχανικών δραστηριοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και θα προστάτευαν τις θέσεις εργασίας.
Στη δεύτερη προεδρική του θητεία προχώρησε σε ευρεία εφαρμογή αυτής της πολιτικής, επιβάλλοντας δασμούς σε προϊόντα από σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της χώρας.
Ωστόσο, οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν στις ξένες επιχειρήσεις.
Οι αμερικανικές εταιρείες που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα αντιμετώπισαν αυξημένο κόστος παραγωγής, ενώ οι εμπορικές αντιπαραθέσεις δημιούργησαν πρόσθετες δυσκολίες για τους εξαγωγείς, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα.
Η προστασία της αμερικανικής παραγωγής, που αποτελούσε κεντρική υπόσχεση του Τραμπ, συνοδεύτηκε έτσι από οικονομικές επιβαρύνσεις για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί η δυσαρέσκεια σε κοινωνικές ομάδες που είχαν στηρίξει την οικονομική ατζέντα του MAGA.
Η ακρίβεια που δεν αντιμετωπίστηκε
Η δεύτερη σημαντική αιτία της ήττας εντοπίζεται στο κόστος ζωής.
Παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις του Τραμπ για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, εκατομμύρια αμερικανικά νοικοκυριά εξακολούθησαν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση.
Σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times, οι τιμές της βενζίνης έφτασαν περίπου τα 3,46 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων ξεπέρασαν το 7%.
Οι επιδόσεις της Wall Street και η ανάπτυξη σε ορισμένους τομείς της οικονομίας δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν την πίεση που αισθάνονταν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους.
Για ένα πολιτικό κίνημα που είχε επενδύσει στην εκπροσώπηση των εργαζομένων και των οικονομικά πιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, η αδυναμία ουσιαστικής ανακούφισης των νοικοκυριών αποδείχθηκε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.
Η οικονομική δυσαρέσκεια δεν περιορίστηκε στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους των Δημοκρατικών, αλλά επηρέασε και πολίτες που είχαν ψηφίσει Τραμπ το 2024.
Ο πόλεμος στο Ιράν και η διάψευση της υπόσχεσης για ειρήνη
Ακόμη μεγαλύτερη πολιτική ζημιά προκάλεσε η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν.
Ο Τραμπ είχε οικοδομήσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του ταυτότητας πάνω στην αντίθεση προς τους παρατεταμένους πολέμους και τις δαπανηρές στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.
Η σύγκρουση με την Τεχεράνη ήρθε σε αντίθεση με αυτή την υπόσχεση, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και μέσα στο κίνημα MAGA.
Οι συνέπειες επεκτάθηκαν στην οικονομία, καθώς η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και στις μεταφορές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ συνέβαλε στην αύξηση των τιμών των καυσίμων.
Η δυσαρέσκεια υπήρξε τόσο έντονη ώστε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέδωσε δημόσια στον πόλεμο σημαντικό μέρος της εκλογικής αποτυχίας.
Στις 4 Νοεμβρίου, ο Βανς υποστήριξε ότι η στρατιωτική σύγκρουση αποτέλεσε τον βασικό λόγο της ήττας των Ρεπουμπλικανών.
Η παρέμβασή του είχε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς διαφοροποιήθηκε από την προσπάθεια του Λευκού Οίκου να αποδώσει την αποτυχία κυρίως στους υποψηφίους του κόμματος.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, υπερασπίστηκε την απόφαση για τον πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι ενήργησε σωστά και ότι θα επαναλάμβανε την ίδια επιλογή.
Η δημόσια τοποθέτηση του αντιπροέδρου ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα: την αντίφαση ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και στις προσδοκίες ενός σημαντικού τμήματος των ψηφοφόρων της.
Η προσωπική σφραγίδα Τραμπ στους υποψηφίους
Κατά την τελευταία δεκαετία, η προσωπική υποστήριξη του Ντόναλντ Τραμπ εξελίχθηκε σε καθοριστικό παράγοντα για τις εσωκομματικές αναμετρήσεις των Ρεπουμπλικανών.
Υποψήφιοι που εξασφάλιζαν την έγκρισή του αποκτούσαν σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους τους, ενώ όσοι αμφισβητούσαν την ηγεσία του συχνά βρίσκονταν αντιμέτωποι με οργανωμένες πολιτικές επιθέσεις.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της τακτικής στις εσωκομματικές διαδικασίες δεν μεταφέρθηκε στις γενικές εκλογές.
Οι Δημοκρατικοί αξιοποίησαν τη στενή σχέση πολλών Ρεπουμπλικανών υποψηφίων με τον πρόεδρο, μετατρέποντας τις τοπικές αναμετρήσεις σε ευρύτερη πολιτική αποδοκιμασία της κυβερνητικής του πολιτικής.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ακόμη και υποψήφιοι που προσπάθησαν να κρατήσουν αποστάσεις από τον Τραμπ δεν κατόρθωσαν να αποφύγουν το αρνητικό εκλογικό κλίμα.
Η εξέλιξη αναδεικνύει ένα βασικό πρόβλημα για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα: η προσωπική επιρροή του προέδρου παραμένει καθοριστική στην εσωκομματική ζωή, αλλά δεν εγγυάται την προσέλκυση ανεξάρτητων και μετριοπαθών ψηφοφόρων.
Από την αντισυστημική εξέγερση στην εικόνα της οικονομικής ελίτ
Ο πέμπτος παράγοντας αφορά την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του κινήματος MAGA.
Το 2016, ο Τραμπ εμφανίστηκε ως ο επιχειρηματίας που θα συγκρουόταν με το κατεστημένο της Ουάσιγκτον και θα ανέτρεπε τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ πολιτικών, οικονομικών παραγόντων και μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων.
Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα της δεύτερης κυβέρνησής του απέχει σημαντικά από εκείνη την αρχική αντισυστημική παρουσίαση.
Οι στενές σχέσεις με δισεκατομμυριούχους, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες μελών της οικογένειάς του στον χώρο των κρυπτονομισμάτων και οι επικρίσεις για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων έχουν ενισχύσει την πολιτική αντιπαράθεση.
Παράλληλα, τα σχέδια κατασκευής μιας νέας μεγάλης αίθουσας δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο απέκτησαν συμβολική σημασία για τους επικριτές του προέδρου.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, η προβολή πολυτελών κυβερνητικών εγκαταστάσεων ενίσχυσε την εικόνα μιας εξουσίας που έχει απομακρυνθεί από τα προβλήματα της καθημερινότητας.
Οι Financial Times εντάσσουν τα παραπάνω στην ευρύτερη αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική υπέρ των απλών Αμερικανών και στην εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται κοντά στα ισχυρότερα οικονομικά συμφέροντα.
Οι ρωγμές στην κοινωνική συμμαχία του MAGA
Η εκλογική ήττα δεν αφορά μόνο τις επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών στις επιμέρους πολιτείες.
Αναδεικνύει δυσκολίες στη διατήρηση της ευρείας κοινωνικής συμμαχίας που συγκρότησε ο Τραμπ, προσελκύοντας εργαζομένους χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, κατοίκους παλαιών βιομηχανικών περιοχών, τμήματα της ισπανόφωνης κοινότητας και νεότερους ψηφοφόρους.
Η πολιτική αυτή συμμαχία είχε στηριχθεί σε ένα μείγμα οικονομικού προστατευτισμού, αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής, εθνικής κυριαρχίας και απόρριψης του παραδοσιακού πολιτικού κατεστημένου.
Ωστόσο, η ακρίβεια, οι εμπορικές συγκρούσεις και η εμπλοκή σε έναν νέο πόλεμο έθεσαν υπό δοκιμασία ορισμένες από τις βασικές προσδοκίες των ψηφοφόρων της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το MAGA έχει πάψει να αποτελεί ισχυρό πολιτικό ρεύμα.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική επιρροή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και να καθορίζει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ατζέντας.
Το αποτέλεσμα, όμως, δείχνει ότι η πολιτική ταύτιση με τον πρόεδρο δεν αρκεί πλέον για τη διατήρηση της εκλογικής πλειοψηφίας.
Η επόμενη διετία και το πρόβλημα της διαδοχής
Η απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας μεταβάλλει ουσιαστικά τους όρους άσκησης της προεδρικής εξουσίας.
Από τις 3 Ιανουαρίου 2027, όταν θα αναλάβει καθήκοντα το νέο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί θα διαθέτουν αυξημένη δυνατότητα να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο και να διερευνούν αποφάσεις της κυβέρνησης.
Ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει τις εκτελεστικές και συνταγματικές αρμοδιότητες της προεδρίας, αλλά η προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας θα απαιτεί πλέον συνεννοήσεις με την αντιπολίτευση.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τις προεδρικές εκλογές του 2028 αποκτά νέα δυναμική.
Ο Τζέι Ντι Βανς θεωρείται ένας από τους πιθανούς διεκδικητές της διαδοχής του Τραμπ, ο οποίος δεν μπορεί, βάσει της 22ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, να εκλεγεί για τρίτη προεδρική θητεία.
Η δημόσια διαφοροποίηση του Βανς για τον πόλεμο στο Ιράν δείχνει ότι η συζήτηση για την επόμενη ημέρα έχει ήδη ξεκινήσει στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών.
Το ερώτημα είναι αν το κόμμα θα συνεχίσει να ακολουθεί πλήρως την πολιτική γραμμή του Τραμπ ή αν θα επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του, διατηρώντας τα στοιχεία του MAGA που εξακολουθούν να έχουν κοινωνική απήχηση.
Η ήττα της 3ης Νοεμβρίου δεν σηματοδοτεί το τέλος του τραμπισμού. Αποτελεί, ωστόσο, τη σοβαρότερη μέχρι σήμερα δοκιμασία για τη δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πολιτικός που κατάφερε να ανατρέψει τις παραδοσιακές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τις συνέπειες της ίδιας του της διακυβέρνησης.
Και το βασικό δίδαγμα της εκλογικής αναμέτρησης είναι ότι ακόμη και ένα ισχυρό προσωπικό πολιτικό κίνημα δεν μπορεί να αγνοεί επ’ αόριστον την οικονομική πραγματικότητα και τις προσδοκίες των πολιτών που το ανέδειξαν.
GEOPOLITICO
Προειδοποίηση Ρίκερ για το τουρκολιβυκό: «Μπορεί να περιπλέξει τις έρευνες της Chevron στην Κρήτη» – Βλέπει συμφωνία Τουρκίας και Αιγύπτου
Σαφή προειδοποίηση για τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει το τουρκολιβυκό μνημόνιο στις ενεργειακές έρευνες νοτίως της Κρήτης απευθύνει ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Φίλιπ Ρίκερ. Σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», ο Αμερικανός διπλωμάτης υπογραμμίζει ότι η συμφωνία Άγκυρας–Τρίπολης δεν μπορεί να καταργήσει τα νόμιμα δικαιώματα τρίτων χωρών, εκφράζει την ελπίδα ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο παρεμπόδισης των ερευνών της Chevron και εκτιμά ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επιδιώξει αντίστοιχη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η αμερικανική θέση απέναντι στο τουρκολιβυκό παραμένει σταθερή, παρά τις διαφορετικές διατυπώσεις των πρόσφατων ανακοινώσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Ο Φίλιπ Ρίκερ, ο οποίος υπηρέτησε ως υφυπουργός Εξωτερικών για Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις κατά την πρώτη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, τοποθετήθηκε για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, τη στάση της Ουάσιγκτον και τις επιδιώξεις της Άγκυρας μετά τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η συνέντευξή του στην «Καθημερινή» αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επιχειρεί να προωθήσει τις έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να επικαλείται το μνημόνιο του 2019 για να στηρίξει τις διεκδικήσεις της στην περιοχή.
«Μια διμερής συμφωνία δεν καταργεί τα δικαιώματα τρίτων χωρών»
Ο πρώην Αμερικανός αξιωματούχος υπενθύμισε ότι ήδη από το 2019 είχε χαρακτηρίσει την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου προκλητική και μη εποικοδομητική.
Όπως εξήγησε, οι αμερικανικές επιφυλάξεις συνδέονταν με το γεγονός ότι η συμφωνία επιχειρούσε να καθορίσει θαλάσσια όρια χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα και τα πιθανά θαλάσσια δικαιώματα άλλων κρατών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Ο Ρίκερ επισήμανε ότι βασική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον εκείνη την περίοδο ήταν η αποτροπή νέων εντάσεων μεταξύ συμμάχων του ΝΑΤΟ και περιφερειακών εταίρων, με τις διαπραγματεύσεις να θεωρούνται η καταλληλότερη οδός για την αντιμετώπιση των διαφορών.
Ιδιαίτερα σαφής ήταν η τοποθέτησή του στο ερώτημα κατά πόσο η επικύρωση του μνημονίου μπορεί να δημιουργήσει νομικώς έγκυρα θαλάσσια δικαιώματα.
«Μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να καταργήσει τα νόμιμα δικαιώματα τρίτων χωρών απλώς και μόνον επειδή έχει υπογραφεί ή επικυρωθεί από τα δύο μέρη», υπογράμμισε.
Πρόσθεσε ότι πρόκειται για θεμελιώδη αρχή του Διεθνούς Δικαίου, επισημαίνοντας πως η οριοθέτηση αλληλεπικαλυπτόμενων θαλάσσιων διεκδικήσεων πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική πλευρά, καθώς επιβεβαιώνει τη βασική νομική αρχή ότι μια συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να δημιουργήσει υποχρεώσεις ή να αφαιρέσει δικαιώματα τρίτου κράτους χωρίς τη συναίνεσή του.
Το ενδεχόμενο εμπλοκής στις έρευνες της Chevron
Το πλέον κρίσιμο σημείο της συνέντευξης αφορά τις ενεργειακές έρευνες νοτίως της Κρήτης και το ενδεχόμενο η Τουρκία να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το μνημόνιο ως μέσο αμφισβήτησης ή παρεμπόδισης των σχετικών δραστηριοτήτων.
Ερωτηθείς εάν η συμφωνία Τουρκίας–Λιβύης θα μπορούσε να περιπλέξει ή να καθυστερήσει τις έρευνες υδρογονανθράκων, στις οποίες εμπλέκεται η αμερικανική Chevron, ο Ρίκερ αναγνώρισε ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
«Θα μπορούσε να δημιουργήσει περιπλοκές, αλλά ελπίζω να μην καταστεί αυτόματο βέτο έναντι της νόμιμης εμπορικής εξερεύνησης», δήλωσε.
Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν συμφέρον από τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και την ενίσχυση των επενδύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κατά τον Ρίκερ, η περιοχή πρέπει να εξελιχθεί σε χώρο ενεργειακής συνεργασίας και κοινών οικονομικών ευκαιριών και όχι σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν συνιστά διαβεβαίωση ότι οι έρευνες θα πραγματοποιηθούν χωρίς προβλήματα. Αντιθέτως, ο Αμερικανός διπλωμάτης αναγνωρίζει τον κίνδυνο δημιουργίας επιπλοκών, εκφράζοντας παράλληλα την επιθυμία του να μη μετατραπεί το μνημόνιο σε εργαλείο παρεμπόδισης νόμιμων ενεργειακών δραστηριοτήτων.
Οι δύο ανακοινώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η στάση της Ουάσιγκτον
Ο Φίλιπ Ρίκερ αναφέρθηκε και στη συζήτηση που προκάλεσαν οι δύο διαφορετικές ανακοινώσεις του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, στις 21 και 25 Οκτωβρίου.
Η πρώτη ανακοίνωση δεν περιλάμβανε ρητή καταδίκη της συμφωνίας, περιοριζόμενη σε αναφορές στον διάλογο και στην ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Αντίθετα, στη δεύτερη ανακοίνωση το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επανήλθε με σαφέστερη διατύπωση, χαρακτηρίζοντας την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου μη εποικοδομητική και προκλητική, επισημαίνοντας ότι έχει προκαλέσει εντάσεις στην περιοχή.
Ο πρώην Αμερικανός αξιωματούχος εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς το ενδεχόμενο αλλαγής της αμερικανικής πολιτικής.
Όπως εξήγησε, η δεύτερη ανακοίνωση διευκρίνιζε ότι η θέση της Ουάσιγκτον δεν έχει μεταβληθεί και προσέφερε μεγαλύτερη σαφήνεια σε σχέση με την αρχική τοποθέτηση.
Ο Ρίκερ αναγνώρισε τη σημασία της διπλωματικής γλώσσας, σημειώνοντας ότι τόσο οι διατυπώσεις όσο και οι παραλείψεις μιας επίσημης ανακοίνωσης μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Απέφυγε, πάντως, να διατυπώσει εικασίες για τις εσωτερικές διαβουλεύσεις που ενδέχεται να πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσιγκτον μεταξύ των δύο ανακοινώσεων.
Κατά την εκτίμησή του, το ουσιαστικό αποτέλεσμα ήταν η επαναβεβαίωση μιας συνεπούς αμερικανικής θέσης απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η διπλωματική πίεση;
Στη συνέντευξη τέθηκε επίσης το ζήτημα της κοινής διπλωματικής αντίδρασης Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Μπαχρέιν και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που είχαν καταδικάσει τη συμφωνία στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.
Ο Ρίκερ αναγνώρισε ότι η διεθνής διπλωματική πίεση έχει σημασία, διευκρίνισε όμως ότι υπάρχουν όρια ως προς τα αποτελέσματα που μπορεί να επιτύχει.
Το ουσιαστικό ερώτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά πόσο οι διπλωματικές παρεμβάσεις μπορούν να αποτρέψουν ή να αποθαρρύνουν ενέργειες που ενδέχεται να προκαλέσουν νέα ένταση στις ενεργειακές δραστηριότητες της περιοχής.
Επισήμανε ότι η προτεραιότητα πρέπει να είναι η αποτροπή μετατροπής του μνημονίου σε μόνιμη πηγή αντιπαράθεσης, η διαφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων χωρών και η προστασία των ευρύτερων κοινών συμφερόντων.
Με αυτόν τον τρόπο, ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης διαχώρισε την πολιτική σημασία των διεθνών αντιδράσεων από την πρακτική δυνατότητα ακύρωσης ή αναστολής μιας συμφωνίας στην οποία τα εμπλεκόμενα μέρη εξακολουθούν να επιμένουν.
Προειδοποίηση για πιθανή συμφωνία Τουρκίας–Αιγύπτου
Ιδιαίτερη σημασία για τις μελλοντικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο έχει η εκτίμηση του Ρίκερ ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επιδιώξει την υπογραφή αντίστοιχης συμφωνίας οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο.
Ερωτηθείς σχετικά, ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ απάντησε ότι πρόκειται για υπαρκτή πιθανότητα, διευκρινίζοντας πως η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου εξαρτάται από τη στάση του Καΐρου.
Όπως παρατήρησε, η Άγκυρα καταβάλλει προσπάθειες αποκατάστασης των σχέσεών της με την Αίγυπτο, έπειτα από μια μακρά περίοδο έντονων πολιτικών διαφωνιών.
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, εκτίμησε ότι τα ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Η επισήμανση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα, καθώς η Ελλάδα και η Αίγυπτος διαθέτουν ήδη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ από το 2020.
Μάλιστα, στις 22 Οκτωβρίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου, Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελάτι, συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για την επέκταση της οριοθέτησης, απορρίπτοντας παράλληλα την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή.
Η εκτίμηση του Ρίκερ δεν σημαίνει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για τουρκοαιγυπτιακή συμφωνία, ούτε ότι το Κάιρο προτίθεται να αποδεχθεί τις τουρκικές θέσεις. Αναδεικνύει, ωστόσο, μία πιθανή μελλοντική επιδίωξη της τουρκικής διπλωματίας.
Η διπλωματική εκπροσώπηση των ΗΠΑ στην Αθήνα
Ο πρώην Αμερικανός υφυπουργός ρωτήθηκε και για το κατά πόσο η απουσία επικυρωμένου Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα είχε επηρεάσει την αντιμετώπιση των εξελίξεων.
Ο ίδιος απέρριψε την εκτίμηση ότι η συγκεκριμένη συνθήκη είχε επιδεινώσει την κατάσταση, εξηγώντας ότι ένας έμπειρος επιτετραμμένος μπορεί να διαδραματίσει αποτελεσματικό διπλωματικό ρόλο.
Επισήμανε μάλιστα ότι ο συγκεκριμένος διπλωμάτης διέθετε σημαντική επαγγελματική εμπειρία και γνώση της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής.
Κατά τον Ρίκερ, η συζήτηση για την παρουσία ή την απουσία επικυρωμένου πρέσβη μπορεί ορισμένες φορές να αποσπά την προσοχή από την ουσία της διπλωματικής δραστηριότητας.
Τα μηνύματα για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο
Οι παρεμβάσεις του Φίλιπ Ρίκερ αναδεικνύουν τρεις κρίσιμες παραμέτρους για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρώτον, ότι η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν αρκεί για να καταργήσει τα νόμιμα θαλάσσια δικαιώματα της Ελλάδας ή άλλων κρατών.
Δεύτερον, ότι η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει πρακτικές δυσκολίες στις έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρέχει στην Τουρκία ή στη Λιβύη δικαίωμα αυτόματης παρεμπόδισής τους.
Τρίτον, ότι η προσέγγιση Τουρκίας και Αιγύπτου αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον ευρύτερο σχεδιασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Το σημαντικότερο στοιχείο της συνέντευξης είναι ότι ο πρώην Αμερικανός αξιωματούχος διαχωρίζει τη νομική διάσταση από την πολιτική και επιχειρησιακή πραγματικότητα. Μια συμφωνία μπορεί να μην παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων χωρών, αλλά η επίκλησή της εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί εντάσεις και αβεβαιότητα.
Για την Αθήνα, επομένως, το ζητούμενο δεν περιορίζεται στη διπλωματική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου. Περιλαμβάνει και τη διασφάλιση ότι οι νόμιμες ενεργειακές δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας θα μπορούν να προχωρήσουν χωρίς παρεμβάσεις.
Η παρουσία αμερικανικών ενεργειακών συμφερόντων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Chevron, προσθέτει μία ακόμη σημαντική παράμετρο στις περιφερειακές ισορροπίες, χωρίς ωστόσο να αναιρεί την ανάγκη προσεκτικής διπλωματικής διαχείρισης των εξελίξεων.
Διεθνή
Ο Ρούμπιο διαψεύδει ότι θα παραιτηθεί από την Κυβέρνηση Τραμπ
Ήταν πάντα πρόθεσή του να συνεχίσει να εργάζεται στην Κυβέρνηση Τραμπ ως το τέλος της θητείας της, είπε ο Υπουργός στην εφημερίδα.
Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, Μάρκο Ρούμπιο, διέψευσε χθες Πέμπτη, κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε στη New York Times, τη σεναριολογία πως σκοπεύει να εγκαταλείψει την Κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ μετά τη σαρωτική ήττα των ρεπουμπλικάνων στις ενδιάμεσες εκλογές.
Ήταν πάντα πρόθεσή του να συνεχίσει να εργάζεται στην Κυβέρνηση Τραμπ ως το τέλος της θητείας της, είπε ο Υπουργός στην εφημερίδα.
Ο κ. Ρούμπιο, ο οποίος εκτός από Υπουργός Εξωτερικών είναι επίσης σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της προεδρίας, θεωρείται δυνητικός υποψήφιος για τη διαδοχή του ρεπουμπλικάνου μεγιστάνα στις εκλογές του 2028.
Μερικές ημέρες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές εμφανίστηκε μαζί με τον Ντόναλντ Τραμπ και πήρε για λίγο τον λόγο κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης.
Στη συνέντευξή του στη νεοϋορκέζικη εφημερίδα ο Μάρκο Ρούμπιο προτίμησε να μην εκφραστεί για το πολιτικό του μέλλον, πέρα από να πει πως «δεν θα μιλάω πλέον για το 2028».
«Δεν ξέρω από πού προήλθαν αυτές οι πληροφορίες, για να είμαι ειλικρινής», είπε εξάλλου ερωτηθείς σχετικά με την αρθρογραφία περί υποτιθέμενης αποχώρησής του από την κυβέρνηση.
Το Bloomberg ανέφερε χθες ότι ο Μάρκο Ρούμπιο ζυγίζει το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει την κυβέρνηση προκειμένου να διεκδικήσει την προεδρία, προσθέτοντας ότι δεν έχει αποφασίσει.
Το πρακτορείο ειδήσεων σημείωσε ακόμη ότι συζήτησε το ενδεχόμενο με άλλα στελέχη στον Λευκό Οίκο, όμως αυτά τα τελευταία τον παρότρυναν να παραμείνει στην κυβέρνηση.
Ο Ντίλαν Τζόνσον, Υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για τη δημόσια διπλωματία, απέρριψε κατηγορηματικά το δημοσίευμα, που είναι κατ’ αυτόν «εφεύρημα», είναι «εντελώς» φτιαχτό.
Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας έχει πει επανειλημμένα, κάτι που επανέλαβε χθες στη NYT, ότι θα υποστήριζε τη δυνητική υποψηφιότητα του «πολύ καλού φίλου» του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, εάν αυτός ο τελευταίος την ανακοίνωνε.
Ως αυτό το στάδιο τουλάχιστον, ο Αντιπρόεδρος Βανς θεωρείται από παρατηρητές μάλλον ο επικρατέστερος επίδοξος διάδοχος του Ντόναλντ Τραμπ στο ρεπουμπλικανικό κόμμα.
Πηγή: ΑΠΕ
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO3 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;
-
Πολιτική3 μήνες πρινΣΟΚ στη Λέσβο! Τούρκοι τουρίστες έβαλαν στο νησί αυτοκίνητο με εικόνα του σφαγέα Κεμάλ στο παρμπρίζ