Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Οι ΗΠΑ δεν μπορούν χωρίς τους Ινδούς: Η αθέατη δύναμη πίσω από την αμερικανική τεχνολογική και επιστημονική υπεροχή

Από τη Silicon Valley και τις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας μέχρι τα νοσοκομεία, τα ερευνητικά εργαστήρια και τα πανεπιστήμια, οι μετανάστες ινδικής καταγωγής έχουν εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα της αμερικανικής οικονομικής ισχύος. Την ώρα, όμως, που η κυβέρνηση Τραμπ περιορίζει τη νόμιμη μετανάστευση εξειδικευμένων εργαζομένων και ενισχύονται τα περιστατικά εχθρότητας εναντίον των Ινδών, αναδεικνύεται μια σημαντική αντίφαση: Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν την πρόσβαση στο ανθρώπινο δυναμικό που έχει συμβάλει στην τεχνολογική, επιστημονική και ιατρική τους υπεροχή.

Δημοσιεύτηκε στις

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάσταση της σχέσης Ηνωμένων Πολιτειών και Ινδίας αναδεικνύει η Μινακσί Άχμεντ (Meenakshi Ahamed), σε άρθρο της στο The Atlantic, στις 22 Οκτωβρίου 2026, με τίτλο «America Needs Its Indian Immigrants».

Η βασική θέση είναι ότι η επιτυχία των Ινδών μεταναστών στις ΗΠΑ δεν αποτελεί μόνο μια εντυπωσιακή ιστορία κοινωνικής ανόδου. Συνδέεται άμεσα με δύο από τους σημαντικότερους πυλώνες της αμερικανικής ισχύος: την τεχνολογία και την ιατρική.

Πρόκειται για μια κοινότητα που μέσα σε μερικές δεκαετίες απέκτησε σημαντική παρουσία στην επιστημονική έρευνα, στην επιχειρηματικότητα και στη διοίκηση μεγάλων εταιρειών.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με δύο παράγοντες. Από τη μία πλευρά, η Ινδία δημιούργησε μια μεγάλη δεξαμενή ανθρώπων με υψηλή επιστημονική και τεχνική κατάρτιση. Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν ένα οικονομικό και ακαδημαϊκό περιβάλλον που επέτρεψε σε πολλούς από αυτούς να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους.

Η διασύνδεση των δύο χωρών μέσω της εκπαίδευσης, της εργασίας και της επιστημονικής έρευνας αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ανάπτυξης της ινδοαμερικανικής κοινότητας.

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν μια εξαιρετικά επιτυχημένη κοινότητα

Τα δημογραφικά και οικονομικά στοιχεία αποτυπώνουν το εύρος της παρουσίας των Ινδών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με το Pew Research Center, ο πληθυσμός ινδικής καταγωγής στις ΗΠΑ υπολογιζόταν σε περίπου 5,2 εκατομμύρια ανθρώπους το 2023.

Οι Ινδοαμερικανοί αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα ασιατικής καταγωγής στη χώρα.

Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι:

  • 77% των Ινδοαμερικανών ηλικίας άνω των 25 ετών διαθέτει τουλάχιστον πανεπιστημιακό πτυχίο.

  • Περίπου 45% διαθέτει μεταπτυχιακό ή ανώτερο τίτλο σπουδών.

  • Το διάμεσο ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ανέρχεται σε 151.200 δολάρια.

  • Το ποσοστό φτώχειας περιορίζεται στο 6%.

  • Περίπου 66% της κοινότητας αποτελείται από μετανάστες.

Το διάμεσο οικογενειακό εισόδημα των νοικοκυριών ινδικής καταγωγής είναι ιδιαίτερα υψηλό σε σύγκριση με το σύνολο των αμερικανικών νοικοκυριών.

Η εκπαιδευτική επίδοση είναι επίσης εντυπωσιακή. Το 77% των Ινδοαμερικανών άνω των 25 ετών που διαθέτει τουλάχιστον πανεπιστημιακό πτυχίο υπερβαίνει σημαντικά τον αντίστοιχο αμερικανικό μέσο όρο.

Αυτό το υψηλό μορφωτικό επίπεδο συνδέεται με τη μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων σε επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης, ιδίως στους τομείς της τεχνολογίας, της επιστήμης και της υγείας.

Η αύξηση του πληθυσμού είναι εξίσου χαρακτηριστική. Από περίπου 1,8 εκατομμύρια ανθρώπους το 2000, η κοινότητα ξεπέρασε τα 4,8 εκατομμύρια το 2023, σύμφωνα με τις συγκρίσιμες εκτιμήσεις του Pew Research Center.

Από την Ινδία στην κορυφή της Silicon Valley

Η παρουσία στελεχών ινδικής καταγωγής στην ηγεσία κορυφαίων αμερικανικών εταιρειών αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της συμβολής τους στην οικονομία των ΗΠΑ.

Ο Σάτια Ναντέλα ανέλαβε την ηγεσία της Microsoft, ενώ ο Σουντάρ Πιτσάι αναδείχθηκε στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Google και στη συνέχεια της Alphabet.

Ο Αρβίντ Κρίσνα ανέλαβε την ηγεσία της IBM, ενώ ο Σαντάνου Ναραγιέν συνδέθηκε επί σχεδόν δύο δεκαετίες με την ανάπτυξη της Adobe, πριν από την ανακοίνωση της διαδοχής του το 2026.

Η παρουσία Ινδών στελεχών δεν περιορίζεται στη διοίκηση των μεγάλων εταιρειών.

Επεκτείνεται στην ανάπτυξη λογισμικού, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην κυβερνοασφάλεια, στους ημιαγωγούς, στις τηλεπικοινωνίες και στα συστήματα πληροφορικής.

Η αμερικανική τεχνολογική βιομηχανία άντλησε επί δεκαετίες εξειδικευμένο προσωπικό από την Ινδία, αξιοποιώντας την παραγωγή μηχανικών και επιστημόνων από τα πανεπιστήμια της χώρας.

Ιδιαίτερο ρόλο διαδραμάτισαν τα Indian Institutes of Technology (IIT), τα οποία αναπτύχθηκαν από τη δεκαετία του 1950.

Τα συγκεκριμένα ιδρύματα δημιούργησαν γενιές μηχανικών και ερευνητών που αναζήτησαν επαγγελματικές ευκαιρίες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ανάπτυξη της αμερικανικής βιομηχανίας υπολογιστών και αργότερα του διαδικτύου αύξησε ακόμη περισσότερο τη ζήτηση για εργαζομένους υψηλής τεχνολογικής κατάρτισης.

Σημαντικό σταθμό αποτέλεσε και η περίοδος προετοιμασίας για το λεγόμενο πρόβλημα του έτους 2000 (Y2K), όταν αμερικανικές επιχειρήσεις χρειάστηκαν μεγάλο αριθμό ειδικών πληροφορικής για την προσαρμογή των συστημάτων τους.

Η Ινδία είχε ήδη δημιουργήσει τις κατάλληλες εκπαιδευτικές και επιχειρηματικές υποδομές ώστε να ανταποκριθεί σε αυτή τη ζήτηση.

Οι Ινδοί γιατροί και η αμερικανική υγειονομική περίθαλψη

Η συμβολή των Ινδών μεταναστών δεν περιορίζεται στην τεχνολογία.

Η ιατρική αποτελεί έναν δεύτερο τομέα στον οποίο το ανθρώπινο δυναμικό από την Ινδία έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο.

Η αμερικανική αγορά υγείας αντιμετωπίζει διαχρονικά ανάγκες στελέχωσης, ιδιαίτερα σε ορισμένες ιατρικές ειδικότητες και γεωγραφικές περιοχές.

Οι απόφοιτοι ιατρικών σχολών του εξωτερικού αποτελούν σημαντικό τμήμα του ιατρικού δυναμικού των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Association of American Medical Colleges (AAMC), το 25,6% των ενεργών γιατρών στις ΗΠΑ το 2024 είχε αποφοιτήσει από ιατρική σχολή εκτός της χώρας.

Το συγκεκριμένο ποσοστό αφορά αποφοίτους ξένων ιατρικών σχολών συνολικά και όχι αποκλειστικά γιατρούς ινδικής καταγωγής.

Ωστόσο, η Ινδία αποτελεί διαχρονικά μία από τις σημαντικότερες χώρες προέλευσης γιατρών που εκπαιδεύτηκαν στο εξωτερικό και στη συνέχεια εντάχθηκαν στο αμερικανικό σύστημα υγείας.

Η μετανάστευση Ινδών γιατρών ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά τις αλλαγές στην αμερικανική μεταναστευτική νομοθεσία το 1965.

Η διεύρυνση της πρόσβασης εξειδικευμένων επαγγελματιών συνέπεσε με την επέκταση των αμερικανικών υπηρεσιών υγείας και τη μεγαλύτερη ανάγκη για ιατρικό προσωπικό.

Η σύνδεση των δύο χωρών μέσω της ιατρικής εκπαίδευσης παραμένει σημαντική μέχρι σήμερα.

Η αντίφαση της κυβέρνησης Τραμπ

Παρά τη συμβολή των Ινδών μεταναστών στην αμερικανική οικονομία, η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ έχει δημιουργήσει νέα εμπόδια στην πρόσβαση εξειδικευμένων αλλοδαπών εργαζομένων στην αγορά εργασίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το πρόγραμμα θεωρήσεων εργασίας H-1B.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα επιτρέπει σε αμερικανικές επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν εργαζομένους από το εξωτερικό για επαγγέλματα που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις.

Οι Ινδοί αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα δικαιούχων.

Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής υπηρεσίας μετανάστευσης USCIS, το 71% των εγκεκριμένων αιτήσεων H-1B για το οικονομικό έτος 2024 αφορούσε δικαιούχους που είχαν γεννηθεί στην Ινδία.

Η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε από τον Σεπτέμβριο του 2025 στην επιβολή πληρωμής 100.000 δολαρίων για ορισμένες νέες αιτήσεις H-1B, προβλέποντας συγκεκριμένες εξαιρέσεις.

Τον Σεπτέμβριο του 2026 ανακοίνωσε τη συνέχιση των περιορισμών και πρόσθετες αλλαγές στη λειτουργία του προγράμματος.

Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι παρεμβάσεις αποσκοπούν στην αντιμετώπιση καταχρήσεων, στην προστασία των μισθών και στη βελτίωση των επαγγελματικών ευκαιριών των Αμερικανών εργαζομένων.

Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι καταχωρίσεις H-1B από τις μεγαλύτερες εταιρείες στελέχωσης και εξωτερικής ανάθεσης υπηρεσιών πληροφορικής μειώθηκαν κατά 92%.

Το ποσοστό αυτό αφορά συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων και δεν αντιστοιχεί σε συνολική μείωση 92% όλων των αιτήσεων H-1B.

Οι αλλαγές προκαλούν προβληματισμό σε επιχειρήσεις που βασίζονται στην πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού από το εξωτερικό.

Η αντιπαράθεση αφορά δύο διαφορετικές προτεραιότητες: την προστασία της εγχώριας αμερικανικής αγοράς εργασίας και τη διατήρηση της δυνατότητας προσέλκυσης επιστημόνων, μηχανικών και επαγγελματιών υψηλής κατάρτισης.

Η αύξηση της εχθρότητας απέναντι στους Ινδούς

Παράλληλα με τη συζήτηση για τις μεταναστευτικές θεωρήσεις, καταγράφεται αύξηση της εχθρικής ρητορικής απέναντι στους Ινδούς και γενικότερα στους κατοίκους των ΗΠΑ με καταγωγή από τη Νότια Ασία.

Σύμφωνα με έρευνα της οργάνωσης Stop AAPI Hate, σχεδόν οι μισοί ενήλικοι νοτιοασιατικής καταγωγής που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφεραν ότι αντιμετώπισαν κάποια μορφή περιστατικού μίσους με φυλετικά κίνητρα κατά τη διάρκεια του 2025.

Η ίδια έρευνα καταγράφει σημαντική αύξηση της χρήσης προσβλητικών χαρακτηρισμών εναντίον Νοτιοασιατών στο διαδίκτυο μεταξύ 2023 και 2025.

Η τάση αυτή συνδέεται με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις για τη μετανάστευση, την οικονομική ανασφάλεια και τη δημόσια συζήτηση σχετικά με τις θέσεις εργασίας στον τεχνολογικό τομέα.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς οι Ινδοαμερικανοί αποτελούν μια από τις περισσότερο μορφωμένες και οικονομικά επιτυχημένες μεταναστευτικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αύξηση των περιστατικών εχθρότητας έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα της αμερικανικής κοινωνίας ως περιβάλλοντος που παραδοσιακά προσέλκυε ανθρώπους με υψηλές επαγγελματικές φιλοδοξίες από ολόκληρο τον κόσμο.

Η ιστορική διάσταση: Από τους αποκλεισμούς στην προσέλκυση επιστημόνων

Η Άχμεντ συνδέει τις σημερινές εξελίξεις με την ιστορία της ασιατικής μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η αμερικανική μεταναστευτική νομοθεσία περιόριζε δραστικά την είσοδο μεταναστών από μεγάλο μέρος της Ασίας.

Ο νόμος του 1917, γνωστός και ως Asiatic Barred Zone Act, απέκλεισε τη μετανάστευση από εκτεταμένες ασιατικές περιοχές.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε σταδιακά, με καθοριστική τομή τη μεταναστευτική μεταρρύθμιση του 1965.

Η αλλαγή αυτή επέτρεψε σε περισσότερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς και άλλους εξειδικευμένους επαγγελματίες από την Ινδία να εγκατασταθούν στις ΗΠΑ.

Ακολούθησε η ανάπτυξη των αμερικανικών πανεπιστημίων, της βιομηχανίας υπολογιστών και της Silicon Valley, που δημιούργησαν πρόσθετες ευκαιρίες.

Η μεταναστευτική ροή από την Ινδία συνέβαλε στην κάλυψη αναγκών των αμερικανικών επιχειρήσεων και επιστημονικών ιδρυμάτων, ενώ παράλληλα δημιούργησε μια δυναμική κοινότητα επιχειρηματιών και επαγγελματιών.

Η γεωπολιτική σημασία της ινδικής διασποράς

Πέρα από την οικονομική διάσταση, η ινδική παρουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέεται και με τη στρατηγική σχέση Ουάσιγκτον–Νέου Δελχί.

Η Ινδία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εταίρους των ΗΠΑ στην περιοχή του Ινδοειρηνικού.

Η συνεργασία των δύο χωρών επεκτείνεται στην άμυνα, στην υψηλή τεχνολογία, στην επιστημονική έρευνα, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στην ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών.

Η μεγάλη ινδική διασπορά ενισχύει τις επαφές μεταξύ των δύο κοινωνιών και δημιουργεί δεσμούς σε επιχειρηματικό, ακαδημαϊκό και επιστημονικό επίπεδο.

Η παρουσία Ινδών επιστημόνων και στελεχών σε αμερικανικές επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας συνδέει τις δύο οικονομίες μέσω ανθρώπινων και επαγγελματικών δικτύων που έχουν αναπτυχθεί επί δεκαετίες.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίοδο της τεχνολογικής αντιπαράθεσης Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την υπεροχή της στην τεχνητή νοημοσύνη, στους ημιαγωγούς, στην κυβερνοασφάλεια και σε άλλες στρατηγικές τεχνολογίες.

Η δυνατότητα προσέλκυσης εξειδικευμένων επιστημόνων από χώρες όπως η Ινδία αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής οικονομίας.

Παράλληλα, η ίδια η Ινδία αναπτύσσει ολοένα μεγαλύτερες δυνατότητες στην τεχνολογία, στην ψηφιακή οικονομία και στην επιστημονική έρευνα.

Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον για τη μετανάστευση εξειδικευμένων εργαζομένων δεν επηρεάζουν αποκλειστικά την αμερικανική αγορά εργασίας, αλλά και ένα σημαντικό πεδίο της ευρύτερης σχέσης ΗΠΑ–Ινδίας.

Το δίλημμα της αμερικανικής υπερδύναμης

Η ιστορία των Ινδών μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύει τη σημασία της διεθνούς κινητικότητας επιστημόνων και επαγγελματιών για την αμερικανική ανάπτυξη.

Η χώρα αξιοποίησε για δεκαετίες την εκπαίδευση, τις δεξιότητες και την επιχειρηματικότητα ανθρώπων που προέρχονταν από διαφορετικά εκπαιδευτικά και κοινωνικά περιβάλλοντα.

Η Ινδία, μέσω των πανεπιστημίων και του ανθρώπινου δυναμικού της, συνέβαλε σε αυτή τη διαδικασία.

Η αμερικανική οικονομία προσέφερε, από την πλευρά της, επενδύσεις, ερευνητικές υποδομές και δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.

Η σημερινή συζήτηση για τους περιορισμούς στη μετανάστευση αφορά επομένως κάτι ευρύτερο από τη χορήγηση θεωρήσεων εργασίας.

Αφορά τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να εξακολουθήσουν να προσελκύουν ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης, την ίδια στιγμή που ο διεθνής ανταγωνισμός για επιστήμονες, μηχανικούς και τεχνολογικές δεξιότητες εντείνεται.

Η κεντρική αντίφαση που αναδεικνύει το δημοσίευμα είναι ότι η Αμερική επιχειρεί να περιορίσει τη μετανάστευση σε μια περίοδο κατά την οποία η επιστημονική, τεχνολογική και οικονομική της ανταγωνιστικότητα εξακολουθεί να στηρίζεται, σε σημαντικό βαθμό, στην προσέλκυση ταλέντων από το εξωτερικό.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Η Τουρκία χτίζει «ισλαμικό ΝΑΤΟ»: Μετά τη Συμφωνία της Μέκκας, νέα αμυντική συμμαχία με Κατάρ, Πακιστάν και Ινδονησία!

Η Άγκυρα επιταχύνει τις κινήσεις της για τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου αμυντικής συνεργασίας μεταξύ ισχυρών μουσουλμανικών κρατών. Μετά την τριμερή Συμφωνία της Μέκκας, που συνδέει αμυντικά την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το πυρηνικό Πακιστάν, ακολούθησε στις 21 Οκτωβρίου 2026 νέα τετραμερής συμφωνία με τη συμμετοχή του Κατάρ και της Ινδονησίας. Οι δύο πρωτοβουλίες ενισχύουν τον ρόλο της Τουρκίας στη διαμόρφωση νέων περιφερειακών στρατιωτικών συνεργασιών, προκαλώντας ερωτήματα για το κατά πόσον η Άγκυρα επιχειρεί σταδιακά να συγκροτήσει έναν αμυντικό συνασπισμό στα πρότυπα ενός «ισλαμικού ΝΑΤΟ».

Δημοσιεύτηκε

στις

Στις 21 Οκτωβρίου 2026, στην Ντόχα του Κατάρ, η Τουρκία, το Πακιστάν, το Κατάρ και η Ινδονησία υπέγραψαν συμφωνία για την ενίσχυση της συνεργασίας τους στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη, International Institute of Strategy

Η συμφωνία, με την ονομασία «Badr Memorandum of Understanding», προβλέπει ανάπτυξη κοινών προγραμμάτων παραγωγής στρατιωτικού υλικού, τεχνολογικής συνεργασίας, εκπαίδευσης και έρευνας.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας, η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην αξιοποίηση των ιδιαίτερων παραγωγικών δυνατοτήτων των τεσσάρων χωρών, ώστε να δημιουργηθούν κοινά αμυντικά προγράμματα και να ενισχυθούν οι εγχώριες στρατιωτικές βιομηχανίες.

Στο επίκεντρο βρίσκονται:

  • Η από κοινού ανάπτυξη και παραγωγή αμυντικών συστημάτων.

  • Η ανταλλαγή στρατιωτικής τεχνογνωσίας.

  • Η συνεργασία στην έρευνα και ανάπτυξη.

  • Η τεχνική και στρατιωτική εκπαίδευση.

  • Η ενίσχυση των παραγωγικών δυνατοτήτων των συμμετεχόντων κρατών.

  • Η κάλυψη αμυντικών αναγκών φίλων και συμμαχικών χωρών.

Ο επικεφαλής της τουρκικής Προεδρίας Αμυντικών Βιομηχανιών, Χαλούκ Γκιοργκιούν, υπογράμμισε ότι η συμφωνία δημιουργεί τη βάση για στρατηγική συνεργασία στους τομείς της τεχνολογίας και της κοινής παραγωγής.

Όπως προκύπτει από τις επίσημες ανακοινώσεις, η συμφωνία Badr αφορά κυρίως την αμυντική βιομηχανία. Δεν περιλαμβάνει δημοσιοποιημένη ρήτρα συλλογικής άμυνας αντίστοιχη με εκείνη του ΝΑΤΟ.

Η Συμφωνία της Μέκκας: Η συλλογική άμυνα στο επίκεντρο

Η νέα τετραμερής συμφωνία έρχεται μόλις δύο μήνες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας, στις 7 Αυγούστου 2026, μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.

Πρόκειται για μια συμφωνία διαφορετικού χαρακτήρα, καθώς περιλαμβάνει συγκεκριμένες δεσμεύσεις αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής.

Σύμφωνα με το κείμενό της, επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη παρουσιάζει ομοιότητες με το άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Η συμφωνία προβλέπει επίσης:

  • Συνεργασία στον τομέα των στρατιωτικών πληροφοριών.

  • Αμοιβαία υποστήριξη σε περίπτωση εξωτερικής επίθεσης.

  • Κοινές αμυντικές δραστηριότητες.

  • Συνεργασία σε εξοπλιστικά προγράμματα.

  • Συντονισμό στον τομέα της αντιτρομοκρατίας.

  • Δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης στρατιωτικών δυνάμεων και μέσων.

Στις 20 Οκτωβρίου έγινε γνωστό ότι η τουρκική κυβέρνηση διαβίβασε τη συμφωνία στο Κοινοβούλιο προς επικύρωση.

Η κοινοβουλευτική διαδικασία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της επίσημης έγκρισής της από την Τουρκία.

Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έχει υποστηρίξει ότι πρόκειται για αμυντική συμφωνία και όχι για μηχανισμό διεξαγωγής επιθετικών επιχειρήσεων.

Η Άγκυρα έχει επίσης επισημάνει ότι ενδεχόμενη αποστολή τουρκικών στρατευμάτων στο εξωτερικό υπόκειται στις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες.

Τουρκία, Πακιστάν και Σαουδική Αραβία: Τρεις διαφορετικές στρατιωτικές δυνατότητες

Η Συμφωνία της Μέκκας συνδέει τρία κράτη με διαφορετικά στρατιωτικά, οικονομικά και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά.

Η Τουρκία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ και έχει αναπτύξει σημαντική εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Επενδύει στην κατασκευή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, πολεμικών πλοίων, τεθωρακισμένων οχημάτων, πυραυλικών συστημάτων και μαχητικών αεροσκαφών.

Το Πακιστάν αποτελεί τη μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικά όπλα. Παράλληλα, έχει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και μακρόχρονη συνεργασία με την Κίνα στην ανάπτυξη στρατιωτικών τεχνολογιών.

Η Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους, υψηλές αμυντικές δαπάνες και στρατηγική θέση στην Αραβική Χερσόνησο.

Η τριμερής συμφωνία συνδυάζει αυτές τις διαφορετικές δυνατότητες σε ένα θεσμικό πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας.

Οι τρεις χώρες έχουν ήδη προχωρήσει στη δημιουργία μηχανισμών συντονισμού για την εφαρμογή της συμφωνίας, ενώ η ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας βρίσκεται στο επίκεντρο των πρόσφατων διαβουλεύσεων λόγω των επιθέσεων των Χούθι.

Κατάρ και Ινδονησία διευρύνουν το δίκτυο συνεργασιών

Η συμμετοχή του Κατάρ και της Ινδονησίας στη συμφωνία Badr προσθέτει δύο ακόμη σημαντικές χώρες στο αναπτυσσόμενο δίκτυο αμυντικών συνεργασιών της Άγκυρας.

Το Κατάρ διατηρεί στενές στρατιωτικές σχέσεις με την Τουρκία, η οποία διαθέτει στρατιωτική παρουσία στο έδαφός του.

Παράλληλα, η Ντόχα έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους σε στρατιωτικό εξοπλισμό και αμυντικές υποδομές.

Η Ινδονησία, από την πλευρά της, αποτελεί τη μεγαλύτερη μουσουλμανική χώρα στον κόσμο σε πληθυσμό και διαθέτει σημαντική γεωγραφική παρουσία στη Νοτιοανατολική Ασία.

Οι αμυντικές σχέσεις Τουρκίας και Ινδονησίας έχουν ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, με συνεργασίες που αφορούν στρατιωτικό εξοπλισμό και τεχνολογίες.

Η ένταξη της Ινδονησίας στη νέα τετραμερή συνεργασία διευρύνει γεωγραφικά το πλαίσιο από τη Μέση Ανατολή μέχρι τον Ινδοειρηνικό.

Την ίδια στιγμή, το Πακιστάν συμμετέχει και στις δύο συμφωνίες, διαμορφώνοντας έναν κοινό σύνδεσμο μεταξύ των δύο αμυντικών σχημάτων.

Δημιουργείται ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ»;

Οι δύο συμφωνίες επαναφέρουν τη συζήτηση για το ενδεχόμενο συγκρότησης ενός ευρύτερου αμυντικού συνασπισμού μουσουλμανικών κρατών.

Η Συμφωνία της Μέκκας προβλέπει αμοιβαία στρατιωτική συνδρομή, ενώ η συμφωνία Badr δημιουργεί πλαίσιο συνεργασίας στην αμυντική παραγωγή και την τεχνολογική ανάπτυξη.

Η Τουρκία συμμετέχει και στις δύο πρωτοβουλίες, γεγονός που ενισχύει τη θέση της ως βασικού συνδετικού κρίκου μεταξύ διαφορετικών κρατών.

Ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί η ίδρυση ενιαίας στρατιωτικής συμμαχίας που να περιλαμβάνει και τις πέντε χώρες.

Δεν υπάρχει επίσης επιβεβαιωμένη κοινή διοίκηση, ενιαίος μηχανισμός στρατιωτικών επιχειρήσεων ή συλλογική ρήτρα άμυνας που να καλύπτει το σύνολο των κρατών των δύο συμφωνιών.

Κατά συνέπεια, ο χαρακτηρισμός «ισλαμικό ΝΑΤΟ» περιγράφει ένα πιθανό μοντέλο μελλοντικής ενοποίησης των συνεργασιών και όχι έναν ήδη συγκροτημένο οργανισμό.

Η υπογραφή των δύο συμφωνιών, πάντως, καταγράφει την ανάπτυξη αμυντικών δεσμών μεταξύ ισχυρών μουσουλμανικών κρατών με τη συμμετοχή της Άγκυρας.

Το Πακιστάν και οι επιπτώσεις για την Ινδία

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι νέες συμφωνίες για την Ινδία, λόγω της παραδοσιακής αντιπαράθεσής της με το Πακιστάν.

Το Ισλαμαμπάντ συμμετέχει τόσο στη Συμφωνία της Μέκκας όσο και στη συμφωνία Badr, αποκτώντας πρόσβαση σε διευρυμένα σχήματα συνεργασίας για στρατιωτική τεχνολογία, παραγωγή και εκπαίδευση.

Η αμυντική συνεργασία με την Τουρκία μπορεί να προσφέρει στο Πακιστάν πρόσθετες δυνατότητες σε τομείς όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα ηλεκτρονικά συστήματα και οι στρατιωτικές πλατφόρμες.

Στην Ινδία έχουν ήδη αναπτυχθεί συζητήσεις για τις επιπτώσεις της συμφωνίας Badr και ιδιαίτερα για τη συμμετοχή της Ινδονησίας.

Το Νέο Δελχί διατηρεί δικές του αμυντικές σχέσεις με την Τζακάρτα, στις οποίες περιλαμβάνεται η συνεργασία για πυραυλικά συστήματα.

Ωστόσο, δεν έχει τεκμηριωθεί ότι η νέα τετραμερής συμφωνία στρέφεται επισήμως κατά της Ινδίας ή ότι συνεπάγεται μεταφορά ευαίσθητης ινδικής τεχνολογίας στο Πακιστάν.

Το εύρος της αμυντικής συνεργασίας θα εξαρτηθεί από τα συγκεκριμένα προγράμματα που θα συμφωνηθούν μεταξύ των τεσσάρων κρατών.

Η γεωπολιτική διάσταση και ο IMEC

Η επέκταση των αμυντικών συνεργασιών της Τουρκίας καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκονται σε εξέλιξη ευρύτερα σχέδια οικονομικής, ενεργειακής και μεταφορικής διασύνδεσης μεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης.

Ένα από τα σημαντικότερα είναι ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, γνωστός ως IMEC.

Η πρωτοβουλία ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023, στο περιθώριο της συνόδου της G20 στο Νέο Δελχί.

Το αρχικό μνημόνιο υπέγραψαν η Ινδία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο σχεδιασμός προβλέπει την ανάπτυξη μεταφορικών, ενεργειακών και ψηφιακών υποδομών, με στόχο τη σύνδεση της Ινδίας με την ευρωπαϊκή αγορά μέσω της Μέσης Ανατολής.

Στην προτεινόμενη διαδρομή περιλαμβάνεται το Ισραήλ, παρότι δεν συγκαταλέγεται στους αρχικούς υπογράφοντες.

Η Ελλάδα έχει εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον για τη συμμετοχή της στον διάδρομο, προβάλλοντας τις δυνατότητες των λιμένων και των υποδομών της ως πύλης εισόδου προς την Ευρώπη.

Η Κύπρος διαθέτει επίσης γεωγραφική θέση και υποδομές που μπορούν να συνδεθούν με ευρύτερα σχέδια ενεργειακής και ψηφιακής διασύνδεσης.

Στο πλαίσιο των σχετικών ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών περιλαμβάνονται και έργα τηλεπικοινωνιακής διασύνδεσης, όπως το Blue Raman, στα οποία εμπλέκονται η Ελλάδα και η Κύπρος.

Η Τουρκία δεν συμμετείχε στο αρχικό μνημόνιο του IMEC και έχει προωθήσει εναλλακτικούς σχεδιασμούς διασύνδεσης, μεταξύ των οποίων ο Αναπτυξιακός Δρόμος μέσω Ιράκ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Σαουδική Αραβία συμμετέχει τόσο στη Συμφωνία της Μέκκας όσο και στον IMEC, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι περιφερειακές αμυντικές και οικονομικές συνεργασίες δεν συγκροτούν κατ’ ανάγκην δύο απολύτως αντίπαλα στρατόπεδα.

Η απάντηση που απαιτείται από την Ελλάδα

Απέναντι στη διαρκή προσπάθεια της Τουρκίας να διευρύνει το δίκτυο στρατιωτικών και αμυντικών συνεργασιών της, η Ελλάδα πρέπει να αντιδράσει με την περαιτέρω ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας της με την Κυπριακή Δημοκρατία, το Ισραήλ και την Ινδία.

Οι τέσσερις χώρες διαθέτουν σημαντικές δυνατότητες συνεργασίας στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και των μεταφορών.

Η Ινδία αποτελεί ιδρυτικό εταίρο του IMEC, το Ισραήλ βρίσκεται στον βασικό γεωγραφικό σχεδιασμό της διαδρομής, ενώ Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή και ανατολικομεσογειακή διάσταση του εγχειρήματος.

Η Αθήνα οφείλει να επιδιώξει στενότερο συντονισμό με τη Λευκωσία, την Ιερουσαλήμ και το Νέο Δελχί, αξιοποιώντας τις υφιστάμενες διμερείς και πολυμερείς σχέσεις.

Η συνεργασία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ανταλλαγή πληροφοριών, συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, προστασία κρίσιμων υποδομών και ανάπτυξη ασφαλών ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων.

Η συγκρότηση ενός σταθερού πλαισίου συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ–Ινδίας, με αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο IMEC, αποτελεί στρατηγική επιλογή στην οποία η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ελλάδα και Αίγυπτος προσπαθούν να “μαζέψουν” τη διπλωματική ήττα! Συζητούν επέκταση της οριοθέτησης ΑΟΖ προς την Κύπρο

Οι συζητήσεις πραγματοποιούνται μετά την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, προκαλώντας την αντίδραση της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο διαμορφώνουν οι επαφές Αθήνας και Καΐρου για την επέκταση της μεταξύ τους οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης προς τα ανατολικά, στην κατεύθυνση της Κύπρου.

Οι συζητήσεις πραγματοποιούνται μετά την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, προκαλώντας την αντίδραση της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο τραπέζι η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας

Η Ελλάδα και η Αίγυπτος βρίσκονται σε συζητήσεις για την επέκταση προς ανατολάς της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών που συμφώνησαν το 2020, με κατεύθυνση την Κύπρο.

Την εξέλιξη γνωστοποίησε στις 22 Οκτωβρίου ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε επέκταση της υφιστάμενης συμφωνίας θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Οι συνομιλίες συνδέονται χρονικά με την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, η οποία στις 20 Οκτωβρίου ενέκρινε το μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης που είχε υπογραφεί το 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της τότε διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης.

Η εξέλιξη στη Λιβύη προκάλεσε νέα διπλωματική κινητικότητα, καθώς η ελληνική και η αιγυπτιακή πλευρά εξακολουθούν να αμφισβητούν τη νομιμότητα της τουρκολιβυκής συμφωνίας.

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί νέα οριοθετική συμφωνία ούτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων.

Η μεταστροφή της ανατολικής Λιβύης

Η απόφαση της λιβυκής Βουλής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το συγκεκριμένο κοινοβουλευτικό όργανο, με έδρα την ανατολική Λιβύη, είχε προηγουμένως αντιταχθεί στη συμφωνία του 2019.

Με την ψηφοφορία της 20ής Οκτωβρίου, η Βουλή αναγνώρισε το μνημόνιο που είχε συνάψει η κυβέρνηση της Τρίπολης με την Άγκυρα, ανατρέποντας την προηγούμενη στάση της.

Η εξέλιξη εντάσσεται στην ευρύτερη προσέγγιση της Τουρκίας με πολιτικούς και θεσμικούς παράγοντες της ανατολικής Λιβύης, ενώ η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις.

Το μνημόνιο του 2019 προβλέπει οριοθέτηση θαλασσίων δικαιοδοσιών μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα αντιτίθεται σε αυτήν, υποστηρίζοντας ότι αγνοούνται τα δικαιώματα ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.

Η επίσημη αντίδραση της Αθήνας

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε στις 20 Οκτωβρίου την απόφαση της λιβυκής Βουλής.

Στην ανακοίνωσή του υπογράμμισε ότι η κοινοβουλευτική έγκριση δεν μεταβάλλει, κατά την ελληνική θέση, τον παράνομο και άκυρο χαρακτήρα του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Η Αθήνα επισήμανε ότι η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να θεμελιώνουν τη συγκεκριμένη θαλάσσια οριοθέτηση, ενώ τόνισε ότι το μνημόνιο παραβλέπει τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών βάσει του διεθνούς δικαίου.

Το υπουργείο Εξωτερικών υπενθύμισε επίσης τις συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης που έχει συνάψει η Ελλάδα με την Αίγυπτο και την Ιταλία.

Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι οι εταίροι και σύμμαχοι της χώρας έχουν ενημερωθεί και ότι η Ελλάδα θα προχωρήσει στις κατάλληλες ενέργειες για την προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της.

Κοινό μέτωπο Αθήνας και Καΐρου

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ Αμπντελάτι επαναβεβαίωσαν την αντίθεσή τους στην έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Οι δύο πλευρές διακήρυξαν την προσήλωσή τους στο διεθνές δίκαιο και στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Η υφιστάμενη ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, που υπογράφηκε τον Αύγουστο του 2020, αφορά μερική οριοθέτηση ΑΟΖ. Δεν καλύπτει το σύνολο των θαλάσσιων περιοχών στις οποίες θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών.

Η συζήτηση για επέκταση της οριοθέτησης προς ανατολάς αφορά συνεπώς περιοχές που είχαν παραμείνει εκτός της προηγούμενης συμφωνίας.

Παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Στις 21 Οκτωβρίου η Ευρωπαϊκή Ένωση τοποθετήθηκε επισήμως κατά της έγκρισης του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή.

Σε δήλωση του Ύπατου Εκπροσώπου εξ ονόματος της ΕΕ, επαναλήφθηκε η ευρωπαϊκή θέση ότι το μνημόνιο του 2019 παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας.

Η ΕΕ υποστήριξε ότι η συμφωνία είναι άκυρη και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.

Η ευρωπαϊκή τοποθέτηση παραπέμπει στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019 και στην επαναβεβαίωση της σχετικής θέσης τον Ιούνιο του 2025.

Παράλληλα, η Ένωση κάλεσε τα εμπλεκόμενα κράτη να σεβαστούν τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών και το διεθνές δίκαιο.

Το επόμενο στάδιο

Η προοπτική επέκτασης της ελληνοαιγυπτιακής οριοθέτησης βρίσκεται πλέον στη διπλωματική ατζέντα των δύο χωρών.

Η ανακοίνωση των συνομιλιών δεν συνεπάγεται ότι έχει ήδη επιτευχθεί συμφωνία ή ότι έχουν καθοριστεί οι συντεταγμένες μιας νέας οριοθετικής γραμμής.

Οι επόμενες επαφές Αθήνας και Καΐρου θα καθορίσουν εάν οι συζητήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε νέα διμερή συμφωνία, στο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί μετά την απόφαση της λιβυκής Βουλής.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η μεγάλη γεωπολιτική στροφή! Πυρηνικά, φυσικό αέριο και αμερικανικά σχέδια

Στη «Φωνή της Αρμενίας» με τη Λιάνα Μανουκιάν, μέσα από τη Δημόσια Ραδιοφωνία της Αρμενίας, παρουσιάζονται οι σημαντικότερες εξελίξεις γύρω από τις σχέσεις του Ερεβάν με τη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Αζερμπαϊτζάν.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η Αρμενία βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες οικονομικές και γεωπολιτικές αποφάσεις!

Στη «Φωνή της Αρμενίας» με τη Λιάνα Μανουκιάν, μέσα από τη Δημόσια Ραδιοφωνία της Αρμενίας, παρουσιάζονται οι σημαντικότερες εξελίξεις γύρω από τις σχέσεις του Ερεβάν με τη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Αζερμπαϊτζάν.

🔴 Τι θα συμβεί εάν η Αρμενία αποχωρήσει από την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση;

🔴 Πώς επηρεάζει την αρμενική οικονομία η τιμή του φυσικού αερίου;

🔴 Τι προτείνει η Μόσχα για τον νέο πυρηνικό σταθμό;

🔴 Πώς σχεδιάζεται η σύνδεση Αρμενίας, Αζερμπαϊτζάν, Ναχιτσεβάν και Ιράν;

🔴 Τι προβλέπει η στρατηγική συμφωνία με τις ΗΠΑ για το πρόγραμμα TRIPP;

Στο επίκεντρο βρίσκεται η συμφωνία για τις νέες μεταφορικές διαδρομές στον Νότιο Καύκασο, η οποία προβλέπει σημαντική αμερικανική συμμετοχή και προκαλεί αντιδράσεις στην αρμενική αντιπολίτευση.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO24 λεπτά πριν

Σφοδρή διαμαρτυρία των Ποντίων της Γερμανίας για όπερα αφιερωμένη στον Μουσταφά Κεμάλ

Την έντονη αντίδραση των ποντιακών συλλόγων της Βάδης-Βυρτεμβέργης προκαλεί η προγραμματισμένη παρουσίαση όπερας με θέμα τον Μουσταφά Κεμάλ στη Στουτγάρδη...

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

Ανατροπή με το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου! Από το φθινόπωρο του 2026 μετατίθεται στο 2028 η πιθανή επανεκκίνηση του GSI

Ανατροπή στον σχεδιασμό για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, καθώς ενώ το προηγούμενο διάστημα υπολογιζόταν η επανέναρξη των ερευνών βυθού μέσα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι ΗΠΑ δεν μπορούν χωρίς τους Ινδούς: Η αθέατη δύναμη πίσω από την αμερικανική τεχνολογική και επιστημονική υπεροχή

Από τη Silicon Valley και τις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας μέχρι τα νοσοκομεία, τα ερευνητικά εργαστήρια και τα πανεπιστήμια, οι μετανάστες...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Ξεκάθαρο μήνυμα της Αιγύπτου στην Τουρκία: Ο Αμπντελάτι απέρριψε κατά πρόσωπο στον Φιντάν το τουρκολιβυκό μνημόνιο

Την κατηγορηματική αντίθεση της Αιγύπτου στην επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου επανέλαβε ο υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ Αμπντελάτι κατά τη συνάντησή του...

Άμυνα2 ώρες πριν

Το Ισραήλ φέρεται να υπέγραψε συμφωνία ύψους 235 εκατ. δολαρίων για την προμήθεια πυραυλικών συστημάτων στο Αζερμπαϊτζάν

Η στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών ενισχύεται περαιτέρω, ενώ εντείνονται οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις των ισραηλινών εξοπλισμών στην περιφερειακή...

Δημοφιλή