Διεθνή
«Στενότερος στρατηγικός συντονισμός Αθήνας – Λευκωσίας»
Καταγράφει ως σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων ετών τη χρήση πλέον από την Τουρκία του εργαλείου της στρατιωτικής ισχύος. Ο αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Ελλάδας, δρ Θάνος Ντόκος, σημειώνει ότι η προσφυγή στη Χάγη αποτελεί θέση διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων και θα ήταν εφικτή μόνο εφόσον η Τουρκία δεν επιμείνει στον μακρύ κατάλογο διεκδικήσεων που σταδιακά έχει θέσει στο τραπέζι τις τελευταίες δεκαετίες.
Εκτιμά πως αν κερδίσει ο Μουσταφά Ακιντζί και αν η ΕΕ, και ιδίως η Γερμανία, δείξει ενεργό ενδιαφέρον, ίσως υπάρξει ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας για το Κυπριακό. Δεν υποτιμά την ανησυχία για τις κινήσεις του Γιαβούζ και τονίζει ότι για να διαφυλάξουν την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχικά δικαιώματα, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να ενισχύσουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τους συντελεστές εθνικής ισχύος και να πετύχουν στενότερο στρατηγικό συντονισμό στην προσπάθεια χάραξης και υλοποίησης αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής.
-Δύσκολη εποχή για τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας της Ελλάδας;
-Για τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας μιας χώρας που βρίσκεται σε μια δύσκολη γειτονιά, που χαρακτηρίζεται από υψηλή ρευστότητα και αστάθεια, πολλαπλές εστίες εντάσεων και συγκρούσεων και χώρες με ιδιαίτερα φιλόδοξη έως και αναθεωρητική ατζέντα, ενώ παράλληλα μεταβάλλεται ο παγκόσμιος συσχετισμός ισχύος, οι εποχές είναι κατά κανόνα δύσκολες και οι λόγοι επαγρύπνησης πολλαπλοί.
-Ποιος ο μεγαλύτερος φόβος;
-Ο μεγαλύτερος φόβος είναι η Τουρκία να υπερτιμήσει τις δυνάμεις της και να υποτιμήσει τη θέληση και την ικανότητα της Ελλάδας να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Και να εισέλθουμε έτσι σε μια κρίση από την οποία κανείς δεν θα βγει κερδισμένος.
-«Ελλάδα και Κύπρος σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον», η διάλεξή σας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας που διοργάνωσε το Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και την Agora Dialogue, πού εστιαστήκατε;
-To περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας στην περιοχή της Μεσογείου και Μέσης Ανατολής έχει αλλάξει σε σημαντικό βαθμό. Έχουν εμφανιστεί νέοι κρατικοί δρώντες και κενά ισχύος τα οποία προσπαθούν να εκμεταλλευτούν φιλόδοξες περιφερειακές δυνάμεις. Η απειλή χρήσης και η χρήση στρατιωτικής ισχύος ως εργαλείο προώθησης σχεδιασμών εξωτερικής πολιτικής έχουν γίνει συχνότερες, ενώ οι περιφερειακές ισορροπίες μεταβάλλονται συνεχώς. Προσπαθώντας να διαφυλάξουν την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχικά δικαιώματα, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να ενισχύσουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τους συντελεστές εθνικής ισχύος: οικονομία, διπλωματία (με έμφαση στις διμερείς και πολυμερείς συμμαχίες) και άμυνα (όπου η Κυπριακή Δημοκρατία έχει σημαντικά περιθώρια αύξησης της συμβολής της στην κοινή προσπάθεια). Επιπλέον δε, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, απαιτείται ακόμη στενότερος στρατηγικός συντονισμός Ελλάδας και Κύπρου στην προσπάθεια χάραξης και υλοποίησης αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής.
-Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο μέσα από αυτό που η ίδια ονομάζει «Γαλάζια Πατρίδα», το μήνυμα που δίνει είναι ότι είναι η επικυρίαρχος χώρα της Ανατολικής Μεσογείου;
-Η Τουρκία προβάλλει, με συζητούμενη πειστικότητα, την εικόνα μιας μεγάλης περιφερειακής δύναμης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και της Μέσης Ανατολής. Η σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων ετών είναι ότι χρησιμοποιεί πλέον το εργαλείο της στρατιωτικής ισχύος σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την εποχή Νταβούτογλου, όπου η έμφαση ήταν στη διπλωματία, τις οικονομικές σχέσεις και την «κοινή πολιτιστική (οθωμανική) κληρονομιά». Με την επικράτηση των στρατιωτικών στον εσωτερικό ανταγωνισμό με το Υπουργείο Εξωτερικών, η Τουρκία χρησιμοποιεί το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» για να προωθήσει την παρουσία, τον ρόλο και την επιρροή της σε θαλάσσιες περιοχές όπου θεωρεί (μέσω αρκετά ευφάνταστων ερμηνειών του διεθνούς δικαίου της θάλασσας) ότι υπάρχει νομικό κενό και διεκδικήσιμες θαλάσσιες περιοχές. Επιπλέον, σύμφωνα με το τουρκικό αφήγημα, ο αποκλεισμός της Τουρκίας από ενεργειακές και άλλες συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο, αποτέλεσμα των δικών της στρατηγικών επιλογών, θα προσθέταμε ότι την έχει υποχρεώσει να αντιδράσει για να προστατεύσει τα συμφέροντά της.
-Το Γιαβούζ βρίσκεται ήδη στο τεμάχιο 8 της κυπριακής ΑΟΖ και ετοιμάζει τα επόμενα παράνομα γεωτρητικά του βήματα.
-Οι κινήσεις του Γιαβούζ στο τεμάχιο 8 προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς ενδέχεται να αξιοποιήσει πληροφορίες από έρευνες της ΕΝΙ που είχαν δημοσιευθεί λόγω ημέτερης αβλεψίας. Οι παράνομες τουρκικές γεωτρήσεις αποτελούν μια σημαντική κλιμάκωση, αλλά μέχρι στιγμής δεν στέφθηκαν από επιτυχία, είτε λόγω μη-ύπαρξης κοιτασμάτων στις περιοχές ερευνών, είτε λόγω απειρίας του προσωπικού ή άλλων τεχνικών δυσκολιών. Μια επιτυχημένη γεώτρηση θα μεταβάλει το τοπίο υπέρ της Τουρκίας και θα φέρει Κύπρο και Ελλάδα σε ακόμη πιο δύσκολη θέση, καθώς η Τουρκία θα μπορέσει να προχωρήσει σε εκμετάλλευση του ανακαλυφθέντος κοιτάσματος, ενώ ταυτόχρονα θα τεθεί εν αμφιβόλω η ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να παραχωρεί τεμάχια της ΑΟΖ της προς εκμετάλλευση.
-Τι ρόλο παίζει η Ιταλία, μια συμπορεύεται, μια τα γυρίζει;
-Αν και θα ήταν επιθυμητή μια πιο ξεκάθαρη τοποθέτηση της Ιταλίας σχετικά με τις τουρκικές κινήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, τον αγωγό East Med, αλλά και τις συμφωνίες Σαράτζ-Τουρκίας, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι μια χώρα-μέλος της ΕΕ, με καλές σχέσεις με Ελλάδα και Κύπρο, θα αγνοούσε τη διεθνή νομιμότητα, την κοινοτική αλληλεγγύη, την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και τα συμφέροντα μιας πολύ σημαντικής ιταλικής εταιρείας (ΕΝΙ) για να συνδιαλλαγεί κάτω από το τραπέζι με την Τουρκία. Βεβαίως, η Ιταλία έχει και άλλα συμφέροντα, όπως οι διμερείς οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία και η ανάγκη περιορισμού των μεταναστευτικών ροών μέσω Λιβύης, που την υποχρεώνουν να διατηρεί μια καλή σχέση με την Άγκυρα, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό γίνεται σε βάρος των συμφερόντων Ελλάδας και Κύπρου.Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζει διστακτικότητα και αναποφασιστικότητα στην υλοποίηση αποφάσεων του Συμβουλίου Υπουργών και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
-Η ΕΕ, εκ φύσεως, κινείται στη λογική του συμβιβασμού και λαμβάνει αποφάσεις στη βάση του χαμηλότερου κοινού παρονομαστή. Σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα όπως αυτό της επιβολής κυρώσεων επί της Τουρκίας, ενώ υπάρχει ουσιαστική ομοφωνία στη φραστική καταδίκη των παράνομων τουρκικών ενεργειών, παρατηρείται μια σημαντικά μεγαλύτερη δυσκολία στη λήψη και υλοποίηση αποτελεσματικών κυρώσεων. Αυτό οφείλεται από τη μια στην ύπαρξη σημαντικών συμφερόντων σε εθνικό επίπεδο (οικονομικές σχέσεις, ανάγκη διαχείρισης προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών) και από την άλλη στην έλλειψη αποτελεσματικών εργαλείων άσκησης πίεσης από ευρωπαϊκής πλευράς, καθώς οι θεσμικές σχέσεις έχουν φθάσει στο ναδίρ και η ΕΕ δεν μπορεί να απειλήσει π.χ. με περικοπή κονδυλίων αναπτυξιακής βοήθειας ή με το πάγωμα της ενταξιακής διαδικασίας, καθώς στην πράξη ούτε το ένα ούτε το άλλο υφίστανται.
-Θεωρείτε ότι υπάρχουν δυνατότητες συνεννόησης σε θέματα εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, καθώς στο τραπέζι παραμένει και η ελληνοκυπριακή δέσμευση για δημιουργία Ταμείου Υδρογονανθράκων προς όφελος και των δύο κοινοτήτων;
-Η Τουρκία χρησιμοποιεί συχνά το επιχείρημα ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θέλουν να μοιραστούν τα οφέλη της εξόρυξης υδρογονανθράκων με τους Τουρκοκύπριους και σε αυτό το επιχείρημα αρκετές χώρες τείνουν ευήκοον ους. Θα πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους να «εκθέσουμε» την Τουρκία στο ζήτημα αυτό, ίσως με την υποβολή πρότασης για μια άτυπη επιτροπή Ελληνοκυπρίων – Τουρκοκυπρίων που θα συζητήσει μελλοντικούς τρόπους διαμοιρασμού των εσόδων.
-Ποιες είναι οι προοπτικές για την επίλυση του Κυπριακού με αυτά τα δεδομένα;
-Δυστυχώς, η ατμόσφαιρα είναι τόσο τοξική που η επανέναρξη των συνομιλιών με μια σοβαρή προοπτική επίλυσης φαντάζει πολύ δύσκολη. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει νόημα μια τέτοια συζήτηση πριν τις τουρκοκυπριακές εκλογές. Αν κερδίσει ο κ. Ακιντζί και αν η ΕΕ, και ιδίως η Γερμανία, δείξει ενεργό ενδιαφέρον, ίσως υπάρξει ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας. Αλλά θα πρέπει να διεξαχθεί και εντός των τειχών μια συζήτηση για τη μορφή της λύσης που είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε.
Ο Τραμπ θεωρεί ότι μπορεί να κάνει business με Ερντογάν
-Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει τις πλάτες της Αμερικής;
-Οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας έχουν μπει σε πορεία επιδείνωσης από το 2003 και την απόφαση της Άγκυρας να μην επιτρέψει τη διέλευση αμερικανικών στρατευμάτων για το άνοιγμα δεύτερου μετώπου κατά του Ιράκ. Ακολούθησαν πολλά «επεισόδια» και σοβαρές διαφωνίες και οι διμερείς σχέσεις επιδεινώθηκαν σημαντικά, με αποκορύφωμα την κρίση των S-400 που έχει στρέψει ολόκληρο το αμερικανικό «σύστημα» (Κογκρέσο και υπηρεσίες εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας) εναντίον της Τουρκίας. Αν και το λεγόμενο αμερικανικό «κατεστημένο» δεν παραγνωρίζει τη στρατηγική αξία της Τουρκίας και δεν θα επιθυμούσε να την «χάσει» προς όφελος της Ρωσίας, το μόνο που προστατεύει στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο την Τουρκία από την επιβολή σκληρών κυρώσεων είναι η προσωπική σχέση Τραμπ-Ερντογάν. Ο Πρόεδρος Τραμπ θεωρεί ότι μπορεί να κάνει «business» με τον Τούρκο ομόλογό του και αυτό το εκμεταλλεύεται όσο περισσότερο μπορεί ο κ. Ερντογάν.
Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τουρκική κίνηση στην Κρήτη
-Μπορεί να κάνει κίνηση νότια και ανατολικά της Κρήτης ο Ταγίπ Ερντογάν;
-Ασφαλώς και θα μπορούσε να κάνει κίνηση νότια και ανατολικά της Κρήτης, η Τουρκία. Το έχει άλλωστε εξαγγείλει επανειλημμένως ο κ. Ερντογάν. Γνωρίζει βεβαίως ότι η αποστολή ερευνητικού σκάφους ή άλλης μορφής έμπρακτη αμφισβήτηση σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί τμήμα των θαλασσίων ζωνών της είναι μια κίνηση που καμία ελληνική Κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να αγνοήσει, πολύ περισσότερο να αποδεχθεί.
-Ανησυχείτε για το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου ή και στρατιωτικής σύγκρουσης;
-Αν και έχουν σταλεί προς όλες τις κατευθύνσεις τα μηνύματα περί ελληνικών «κόκκινων γραμμών», υπάρχει ανησυχία ότι, είτε για λόγους εσωτερικής πολιτικής είτε επειδή τα πράγματα στη Λιβύη δεν εξελίσσονται όπως θα ήθελε η Τουρκία είτε γιατί μπορεί να υποτιμήσει την ελληνική αντίδραση, η Τουρκία θα μπορούσε να προχωρήσει με μια κίνηση έμπρακτης αμφισβήτησης στη συγκεκριμένη περιοχή, κλιμακώνοντας έτσι τη σοβούσα κρίση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα θα κάνει βεβαίως ό,τι μπορεί για να μη συμβάλει στην περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης, αλλά πλέον όλες οι επιλογές θα βρίσκονται στο τραπέζι.
-Να «τα βρούμε» με την Τουρκία είπατε και έπεσαν πολλοί πάνω σας. Προτείνατε συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο;
-Η συγκεκριμένη φράση, που δυστυχώς παρερμηνεύθηκε, ήταν η ακόλουθη: «Ακόμη και η συνεκμετάλλευση θα μπορούσε να συζητηθεί, υπό την προϋπόθεση της πρότερης οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών μέσω προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο». Αυτό σημαίνει μια ξεκάθαρα εμπροσθοβαρή, υπέρ ημών, συμφωνία. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα εξασφαλίζει αυτό που επεδίωξαν διαδοχικές ελληνικές Κυβερνήσεις, δηλαδή την προσφυγή των δύο χωρών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Τα επόμενα βήματα είναι υποθετικά: εφόσον ανακαλυφθούν σημαντικά κοιτάσματα στο Αιγαίο ή (το πιο πιθανόν) στην Ανατολική Μεσόγειο, εφόσον το κοίτασμα εκτείνεται στις θαλάσσιες ζώνες και των δύο χωρών (περίπτωση Κατάρ-Ιράν), εφόσον η ποσότητα, η τιμή και οι τάσεις απομάκρυνσης από τα ορυκτά καύσιμα επιτρέψουν την εμπορική εκμετάλλευση του κοιτάσματος και, τέλος, εφόσον η Ελλάδα αποφασίσει ότι αυτό τη συμφέρει, τότε θα μπορούσε να διαπραγματευθεί μια συμφωνία συνεκμετάλλευσης με ποσοστά που θα καθοριστούν σύμφωνα με τα συμφωνημένα θαλάσσια σύνορα. Η Ελλάδα εξασφαλίζει λοιπόν τη βασική της επιδίωξη (οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών) με ένα υποθετικό αντάλλαγμα που έτσι κι αλλιώς δεν θα τη βλάψει, καθώς θα στηρίζεται στα δεδομένα της οριοθέτησης που θα έχει προηγηθεί.
-Πού βρίσκεται το ενδεχόμενο να προσφύγετε από κοινού με Τουρκία στη Χάγη για θαλάσσιες ζώνες, όπως είπε ο Πρωθυπουργός;
-Η προσφυγή στη Χάγη αποτελεί θέση διαδοχικών ελληνικών Κυβερνήσεων και θα ήταν εφικτή μόνο εφόσον η Τουρκία δεν επιμείνει στον μακρύ κατάλογο διεκδικήσεων που σταδιακά έχει θέσει στο τραπέζι τις τελευταίες δεκαετίες. Η θέση της ελληνικής Κυβέρνησης είναι ότι προσφυγή μπορεί να υπάρξει μόνο με αντικείμενο την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Παρά τα κάποια ρητορικά πυροτεχνήματα, δεν διαφαίνεται ιδιαίτερη διάθεση από τουρκικής πλευράς.
Όσον αφορά στη συνολική πολιτική της Ελλάδας έναντι μιας τουρκικής ηγεσίας που χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη φιλοδοξία αλλά και έντονη ανασφάλεια (ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016), μίγματος ιδιαίτερα επικίνδυνου, η βασική επιλογή είναι η συνέχιση μιας δισδιάστατης πολιτικής: από τη μια ετοιμότητα για ομαλοποίηση των σχέσεων και από την άλλη ετοιμότητα για κάθε άλλο ενδεχόμενο. Απαραίτητη θα είναι μια πολιτική «έξυπνης ισχύος»: συνδυασμός «ήπιας» και «σκληρής» ισχύος (με έμφαση στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας, την οποία η Τουρκία καταλαβαίνει και σέβεται, μέσω σημαντικών τομών στις Ένοπλες Δυνάμεις και επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες) και βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς μας στον στρατηγικό σχεδιασμό και τη διαχείριση κρίσεων, τομείς στους οποίους αναμένεται να συμβάλλει το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
Ο EastMed ισχυρή απάντηση στη συμφωνία Σαράτζ – Τουρκίας
-Γεωστρατηγικής αξίας και σημασίας ο EastMed;
-Βεβαίως, πρόκειται για μια σημαντική συμφωνία σε γεωστρατηγικό επίπεδο και μια ισχυρή απάντηση στη συμφωνία Σαράτζ-Τουρκίας. Για την υλοποίησή του θα πρέπει να απαντηθούν στο μέλλον σημαντικά ερωτήματα οικονομικής κυρίως φύσης, αλλά αυτή τη στιγμή ιδιαίτερη σημασία έχει η γεωστρατηγική αξία του, άμεση για τις εμπλεκόμενες χώρες και έμμεση για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
-Υποβάθμιση της Ελλάδας φάνηκε από την απουσία της στη Διάσκεψη του Βερολίνου;
-Ομολογουμένως υπήρξε μια απογοήτευση λόγω της μη πρόσκλησης της Ελλάδας στη Διάσκεψη του Βερολίνου. Βεβαίως αυτή η εξέλιξη δεν αποτέλεσε ιδιαίτερη έκπληξη, καθώς η Ελλάδα δεν είχε πρότερη εμπλοκή οποιασδήποτε μορφής (πλην της συμμετοχής στη Διάσκεψη του Παλέρμο, που ήταν όμως μια ξεχωριστή διαδικασία) στις προσπάθειες επίλυσης του λιβυκού προβλήματος. Αυτό που έχει πλέον σημασία είναι η συμμετοχή στα επόμενα στάδια της διαδικασίας (καθώς και σε τυχόν ειρηνευτική δύναμη υπό σημαία ΕΕ ή ΟΗΕ), καθώς και η επιτυχημένη υλοποίηση της επιτευχθείσας συμφωνίας, καθώς κάτι τέτοιο θα συμβάλλει στον περιορισμό της παρουσίας και επιρροής τρίτων χωρών, όπως η Τουρκία.
-Βλέπετε τη Συμφωνία Βερολίνου να υλοποιείται;
-Μέχρι τώρα φαίνεται να υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στην εφαρμογή της εκεχειρίας και εν συνεχεία της οριστικής κατάπαυσης του πυρός. Πολύ περισσότερο δε στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις των αντιμαχόμενων πλευρών για σχηματισμό (νέας) κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Από την άλλη πλευρά, τη συμφωνία στηρίζει μεγάλο τμήμα της διεθνούς κοινότητας που είναι σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικές πιέσεις στους άμεσα εμπλεκόμενους. Επειδή όμως υπάρχουν αποκλίνοντα συμφέροντα ανάμεσα σε ορισμένους εκ των κεντρικών παικτών, η υλοποίηση της Συμφωνίας του Βερολίνου δεν θα είναι απλή υπόθεση.
-Η «Συμφωνία των Πρεσπών» έχασε την αξία της μετά που δεν έκαναν τη Βόρεια Μακεδονία μέλος της ΕΕ;
-Είναι γεγονός ότι η «λογική των Πρεσπών» δέχθηκε ένα προσωρινό πλήγμα από την άσκηση βέτο από τη Γαλλία στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ και Βόρειας Μακεδονίας. Καταβάλλονται προσπάθειες σε πολλά επίπεδα να αλλάξει η γαλλική στάση μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2020 και κάτι τέτοιο είναι αρκετά πιθανό να συμβεί. Έτσι κι αλλιώς, η έναρξη διαπραγματεύσεων δεν σημαίνει γρήγορη ένταξη, σε περίπτωση που η υποψήφια χώρα δεν πληροί τα κριτήρια σε ικανοποιητικό βαθμό. Σε περίπτωση, πάντως, που δεν υπάρξει κάποιας μορφής πρόοδος, έστω και συμβολική, στην ενταξιακή πορεία των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, η επιρροή της ΕΕ θα μειωθεί σημαντικά προς όφελος τρίτων χωρών.
-Πώς αναμένετε το 2020;
-Με γεωπολιτικά και γεωοικονομικά κριτήρια, το 2019 δεν ήταν μια ιδιαίτερα καλή χρονιά για τον κόσμο, την Ευρώπη και την περιοχή μας. Το 2020 θα είναι εν πολλοίς μια συνέχεια της προηγούμενης χρονιάς: διαχείριση του Brexit και των άλλων ευρωπαϊκών κρίσεων, διατλαντικές σχέσεις και σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία και την Κίνα, οικονομικοί ανταγωνισμοί και απειλή εμπορικών «πολέμων», μεταναστευτικές ροές, περιφερειακές συγκρούσεις, αρκετές από αυτές στην ευρύτερη περιοχή μας, κλιματική αλλαγή. Ο κατάλογος των προκλήσεων ασφαλείας θα παραμείνει δυστυχώς μακρύς.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
