Διεθνή
Το μεταναστευτικό βουλιάζει και την Κύπρο
Το 3,6% του πληθυσμού της Κύπρου αποτελείται από αιτητές ασύλου – Οι αυξημένες ροές από την Τουρκία προς τα κατεχόμενα με κατάληξη τις ελεύθερες περιοχές, οι αφίξεις διά θαλάσσης και το αρνητικό ευρωπαϊκό ρεκόρ για τη χώρα μας
Τον φάκελο του μεταναστευτικού προβλήματος, που ολοένα και βαθαίνει, ανοίγει σήμερα η «Σημερινή». Οι αφίξεις προσφύγων και παράνομων μεταναστών διά θαλάσσης ή μέσω κατεχομένων, κάθε χρόνο σημειώνουν και ένα νέο ρεκόρ. Οι αιτητές ασύλου την τελευταία 4ετία έχουν την τάση να διπλασιάζονται, με αποτέλεσμα σήμερα να αποτελούν το 3,6% του συνολικού πληθυσμού μας και να δίνουν στη χώρα μας το αρνητικό ρεκόρ των περισσότερων κατά κεφαλήν μεταναστών σε όλη την ΕΕ. Το όλο ζήτημα διογκώνεται κυρίως λόγω της στάσης της Τουρκίας να διοχετεύει στις ελεύθερες περιοχές μετανάστες -ως επί το πλείστον Σύρους και Αφρικανούς- αφού, όπως καταδεικνύουν τα στατιστικά στοιχεία, 6 στους 10 αιτητές ασύλου έρχονται από τη Νεκρή Ζώνη.
Οι αιτήσεις ασύλου κατά το 2019 σε σχέση με το 2018 αυξήθηκαν κατά 70,84%, ενώ κατά το 2018 σε σχέση με το 2017 είχαν αυξηθεί κατά 69,38%
Από το 2004 μέχρι σήμερα έχει δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας σε 11.029 άτομα
Εκτοξεύθηκαν οι αιτήσεις για άσυλο
Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της Υπηρεσίας Ασύλου, οι αιτήσεις για άσυλο, χρόνο με τον χρόνο αυξάνονται δραματικά. Σύμφωνα με στοιχεία που εξασφαλίσαμε από την αρμόδια Υπηρεσία, οι νέοι αιτητές ασύλου στην Κύπρο το 2019 έφτασαν τους 13.259. Ο αριθμός αυτός εκτόξευσε τις αιτήσεις που βρίσκονται υπό εξέταση στις 17.171 (άτομα). Το 2018 αιτήθηκαν για άσυλο συνολικά 7.761 άτομα, ωστόσο στο τέλος του έτους εκκρεμούσαν οι αιτήσεις 8.502 ατόμων. Το 2017 είχαν αιτηθεί 4.582 άτομα και περί τα τέλη του έτους παρέμεναν εκκρεμείς οι αιτήσεις 3.843 ατόμων. Το 2016 αιτήθηκαν άσυλο συνολικά 2.936 άτομα και περί τα τέλη του έτους εκκρεμούσαν οι αιτήσεις 1.827 ατόμων. Το 2015 οι νέοι αιτητές ασύλου ανήλθαν στους 2.253, ενώ στο τέλος του χρόνου εκκρεμούσαν οι αιτήσεις 1.557 ατόμων. Το 2014 οι νέοι αιτητές ήταν συνολικά 1.728 και οι υπό εξέταση αιτήσεις ανέρχονταν στις 1.773, το 2013 είχαμε 1.246 νέους αιτητές και εκκρεμούσαν συνολικά 1.634 αιτήσεις, το 2012 είχαμε 1.620 νέες αιτήσεις και στο τέλος του έτους εκκρεμούσαν 1.228 αιτήσεις, το 2011 οι νέες αιτήσεις ανέρχονταν στις 1.770 και οι εκκρεμείς στις 1.203, ενώ το 2010 οι νέες αιτήσεις ήταν 2.882 και οι εκκρεμείς 2.390. Περισσότερες ήταν οι νέες αιτήσεις τα δύο προηγούμενα έτη, αφού το 2009 έφτασαν τις 3.199 και οι εκκρεμείς ήταν 1.797 και το 2008 οι νέες είχαν φτάσει τις 3.922 με αποτέλεσμα να εκτοξεύσουν τις εκκρεμείς αιτήσεις στις 5.833.
Καθεστώς πρόσφυγα
σε 9.724 άτομα σε 12 έτη
Περαιτέρω, αξίζει να αναφέρουμε ότι η Δημοκρατία, από το 2008 και μέχρι τα τέλη του 2019, έχει παραχωρήσει καθεστώς διεθνούς προστασίας σε περίπου 9.724 άτομα. Αναλυτικά, να σημειώσουμε ότι το 2018 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 147 άτομα, όπως επίσης και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε άλλα 1.149 άτομα, ενώ απορρίφθηκαν συνολικά 2.053 αιτήσεις. Το 2018 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 191 άτομα (123 υποθέσεις), το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1.011 άτομα (693 υποθέσεις) ενώ απορρίφθηκαν 1.260 άτομα (1.196 υποθέσεις). Το 2017 δόθηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε 224 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1.026 άτομα και απορρίφθηκαν 1.209 άτομα. Το 2016 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 204 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1091 άτομα και απορρίφθηκαν 676 άτομα. Το 2015 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 200 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1.384 άτομα και απορρίφθηκαν 473 άτομα. Το 2014 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 53 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 941 άτομα και απορρίφθηκαν 309 άτομα. Το 2013 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 33 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 124 άτομα και απορρίφθηκαν 633 άτομα. Το 2012 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 80 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 10 άτομα και απορρίφθηκαν 1.240 άτομα. Το 2011 δόθηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε 53 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1 άτομο και απορρίφθηκαν 2.559 άτομα. Το 2010 δόθηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε 31 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 370 άτομα και απορρίφθηκαν 2.032 άτομα. Τέλος, το 2009 δόθηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε 49 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1.287 άτομα και απορρίφθηκαν 3.325 άτομα.
Οι χώρες καταγωγής τους
Σύμφωνα και πάλι με τα στατιστικά στοιχεία της Υπηρεσίας Ασύλου, οι πλείστοι αιτητές ασύλου προέρχονται από τη Συρία, ωστόσο την τελευταία τετραετία παρατηρείται μία σταδιακή μείωση στο ποσοστό τους. Συγκεκριμένα, το 2018 το 26% των αιτητών ήταν Σύροι, 11% προέρχονταν από την Ινδία, 8% από το Μπανγκλαντές, 8% από το Πακιστάν, 7% από το Καμερούν, 5% από την Αίγυπτο, 5% από το Βιετνάμ, 5% από τη Γεωργία, 5% από το Ιράκ, 4% από τη Σρι Λάνκα και το υπόλοιπο 16% προέρχονταν από άλλες χώρες. Το 2017 το 39% των αιτητών ασύλου προέρχονταν από τη Συρία, ένα 10% από την Ινδία, 8% από το Βιετνάμ, 6% από το Μπανγκλαντές, 6% από την Αίγυπτο, 4% από το Πακιστάν, 3% από τη Σρι Λάνκα, 3% από τη Σομαλία, 2% από το Καμερούν, 2% από τις Φιλιππίνες και το υπόλοιπο ποσοστό ύψους 17% από άλλες χώρες. Το 2016 οι Σύροι αιτητές ασύλου ήταν ακόμη περισσότεροι. Συγκεκριμένα, το 41% των αιτητών ασύλου προέρχονταν από τη Συρία, ένα 8% από τη Σομαλία, 7% από το Πακιστάν, 7% από την Ινδία, 5% από το Βιετνάμ, 5% από το Μπανγκλαντές, 4% από την Αίγυπτο, 3% από τη Σρι Λάνκα, 2% από το Καμερούν, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό της τάξης του 15% των αιτητών ασύλου προέρχονταν από άλλες χώρες.
6 στους 10 έρχονται
από τη Νεκρή Ζώνη
Σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, υπολογίζεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των αιτητών ασύλου -που σε ποσοστό μεταφράζεται της τάξης του 60%- εισέρχονται από μη ελεγχόμενα σημεία της Νεκρής Ζώνης, ενώ ένας επίσης σημαντικός αριθμός διέρχονται μέσω των οδοφραγμάτων και κυρίως του Λήδρα Πάλας. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι για τους πρώτους οκτώ μήνες του 2019 περίπου 4.000 αιτητές ασύλου εισήλθαν από τη Νεκρή Ζώνη, ενώ άλλοι 900 ήρθαν στις ελεύθερες περιοχές μέσω των οδοφραγμάτων. Συγκριτικά αξίζει να αναφέρουμε ότι κατά το 2019 η Λιμενική ενεπλάκη σε 13 περιπτώσεις, κατά τις οποίες εντοπίστηκαν βάρκες που μετέφεραν παράνομα παράτυπους μετανάστες και διασώθηκαν συνολικά 455 άτομα.
Τοποθετούμενος επί του θέματος ο Υπουργός Εσωτερικών, Νίκος Νουρής, σε πρόσφατη γραπτή του απάντηση προς τη Βουλή, ανέφερε ότι «είναι φανερό πως οι παράνομες ‘αρχές’ των κατεχομένων, όπως επίσης και η ίδια η Τουρκία η οποία ελέγχει στην ουσία τα κατεχόμενα, είτε διευκολύνει είτε στην καλύτερη περίπτωση δεν λαμβάνει κανένα ενεργό μέτρο για την αποτροπή των ροών προς τις ελεύθερες περιοχές». Περαιτέρω, μίλησε για ένα νέο φαινόμενο, που εμφανίστηκε τα τελευταία τρία χρόνια, εννοώντας τις μαζικές αφίξεις από χώρες της Αφρικής. Εξήγησε ότι η οδός είναι αεροπορικώς, πρώτα από την Άγκυρα, όπου παίρνουν τριήμερη βίζα για transit στο ψευδοκράτος και στο τέλος καταλήγουν στις ελεύθερες περιοχές ζητώντας άσυλο. Επίσης, συμπλήρωσε, ένας σημαντικός αριθμός αιτητών από το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές, οι οποίοι σπούδαζαν και εργάζονταν στα κατεχόμενα, αλλά και περίπου το 50% των αιτητών από τη Γεωργία, διήλθαν από μη ελεγχόμενα σημεία της Νεκρής Ζώνης. Την ίδια ώρα, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 2019 είχαν παρατηρηθεί σημαντικοί αριθμοί Σύρων υπηκόων, οι οποίοι προηγουμένως διέμεναν στον Λίβανο ή στην Τουρκία, που έφτασαν αεροπορικώς από ή μέσω Τουρκίας στο παράνομο αεροδρόμιο της Τύμβου και στη συνέχεια κατέληξαν στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας ζητώντας άσυλο.
Το 3,6% του πληθυσμού
μας είναι αιτητές ασύλου
Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η μικροσκοπική μας χώρα φιλοξενεί πλέον τους περισσότερους κατά κεφαλήν μετανάστες στην ΕΕ. Σύμφωνα με τη Eurostat, η Κύπρος δέχεται πάνω από 3.000 νέες αιτήσεις ασύλου ανά εκατομμύριο πληθυσμού, αριθμός δεκαπλάσιος απ’ ό,τι δέχεται κατά μέσο όρο η ΕΕ (324 νέες αιτήσεις ανά εκατομμύριο πληθυσμού). Τα εν λόγω στοιχεία κατατάσσουν την Κύπρο στην πρώτη θέση με τα υψηλότερα ποσοστά υποδοχής κατά κεφαλήν, αφήνοντας πίσω της την Ελλάδα, τη Μάλτα, το Λίχτενσταϊν, και το Λουξεμβούργο.
Άλλωστε αυτό προκύπτει και από τους υπολογισμούς του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τους οποίους οι αιτητές ασύλου αποτελούν το 3,6% του πληθυσμού της Κύπρου, την ώρα που σε άλλες χώρες πρώτης γραμμής, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, το ίδιο ποσοστό φτάνει μόλις το 1%. Το εν λόγω ποσοστό προκύπτει εάν αναλογιστούμε ότι ο πληθυσμός των ελεύθερων περιοχών του κράτους, σύμφωνα με την τελευταία δημογραφική έκθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου στο τέλος του 2018 υπολογιζόταν στις 875.900, ενώ οι αιτητές ασύλου σήμερα ανέρχονται στις 31.200. Ο εν λόγω αριθμός αποτελεί το άθροισμα των αιτητών ασύλου των οποίων η αίτηση τελεί υπό εξέταση είτε σε πρώτο βαθμό από την Υπηρεσία Ασύλου (17.171) είτε σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, δηλαδή στο αρμόδιο δικαστήριο ή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων (3000), και όλων των ατόμων που έχουν αναγνωριστεί από το 2004 μέχρι σήμερα (11.029).
ΟΙ ΡΟΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΤΟ 2019
Οι πλείστοι ήρθαν από τα κατεχόμενα
Ανεξέλεγκτα αυξανόμενη θεωρείται τα τελευταία χρόνια η ροή μεταναστών από την Τουρκία και διαμέσου των κατεχόμενων περιοχών προς τις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα που εξασφαλίσαμε από την Υπηρεσία Ασύλου, οι αιτητές ασύλου που αφίχθηκαν παράνομα από τα κατεχόμενα ή διά θαλάσσης με βάρκες κατά το 2019 ή από άγνωστο σημείο εισόδου ανέρχονταν σε 7.002 (ποσοστό 63%), ενώ οι αιτητές ασύλου που αφίχθηκαν νόμιμα κατά το 2019 -δηλαδή ήταν ήδη στη Δημοκρατία με κάποια άδεια παραμονής και στη συνέχεια αιτήθηκαν για άσυλο ή οι Γεωργιανοί που εισέρχονται νόμιμα από το αεροδρόμιο χωρίς βίζα και υποβάλλουν αίτηση για άσυλο- ανέρχονταν στους 4.743 (ποσοστό 37%). Αξίζει να τονιστεί πως, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι αφίξεις με βάρκες απευθείας στις ελεύθερες περιοχές κατά το 2018 και το 2019 ήταν περίπου 1.020. Οπότε από τους 7.002 αιτητές ασύλου που αφίχθηκαν παράνομα στην Κύπρο κατά το 2019, οι πλείστοι ήρθαν από τα κατεχόμενα και πολύ λίγοι από αυτούς (περίπου 600) ήρθαν διά θαλάσσης απευθείας στις ελεύθερες περιοχές.
Όσον αφορά τις πρώτες εθνικότητες σε αιτήσεις ασύλου κατά το 2019, είχαν ως εξής: Από Συρία 2.602, Γεωργία 1.594, Ινδία 1.508, Μπαγκλαντές 1.270, Καμερούν 1.187, Πακιστάν 1.181, Βιετνάμ 529, Αίγυπτος 500, Νιγηρία 386 και Σρι Λάνκα 385.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
