Διεθνή
Ακόμη πιο βαθιά η Τουρκία στο συριακό αδιέξοδο
Μέχρι τώρα η Τουρκία είχε προσπαθήσει να έχει μια εμπλοκή στη συριακή κρίση που να εξυπηρετεί τον όποιον σχεδιασμό είχε και ταυτόχρονα να την προφυλάσσει από κινδύνους. Για μια χώρα που ούτως ή άλλως είχε για πολλά χρόνια έναν όχι και τόσο χαμηλής έντασης πόλεμο με το κουρδικό αντάρτικο το κόστος φάνταζε διαχειρίσιμο. Όμως, οι εξελίξεις στην Ιντλίμπ με τα δεκάδες θύματα μεταξύ των τουρκικών ένοπλων δυνάμεων, ύστερα από την αντεπίθεση των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων μετά την ανακατάληψη της Σαρακέμπ από δυνάμεις υποστηριζόμενες από την Τουρκία, διαμορφώνει νέα δεδομένα.
Οι ανακοινώσεις της τουρκικής κυβέρνησης, ύστερα από έκτακτη σύσκεψη στις 27 Φεβρουαρίου ότι πλέον θα πληγούν στόχοι της συριακής κυβέρνησης παραπέμπουν σε μια ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση των τουρκικών πολεμικών επιχειρήσεων με ανοιχτό το ερώτημα για το εάν και πώς θα γίνουν αυτές, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι ο εναέριος χώρος της Συρίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο των ρωσικών δυνάμεων που υποστηρίζουν τη συριακή κυβέρνηση.
Επιπλέον, πέραν των αναμενόμενων υψηλών τόνων, δεδομένου και του μεγέθους των απωλειών, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η νέα κλιμάκωση συνδυάζεται με μια εμφανή στρατηγική αποκλιμάκωσης της τουρκικής εμπλοκής στη συριακή κρίση.
Μια εμπλοκή που πάντα χρειάστηκε την ανοχή άλλων δυνάμεων
Παρότι η Τουρκική εμπλοκή στη συριακή κρίση, ξεκινώντας από τα αρχή της υποστήριξης τμήματος της αντιπολίτευσης, μέχρι τη σημερινή κλιμάκωση της αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στην Ιντλίμπ, αποτέλεσε την πιο μεγάλη «προβολή ισχύος» και τη διεκδίκηση ρόλου περιφερειακής δύναμης από τη μεριά της Τουρκίας, την ίδια στιγμή εξαρχής ήταν μία κίνηση που δεν μπορούσε να σταθεί από μόνη της, χωρίς τη στήριξη ή την ανοχή άλλων δυνάμεων.
Αυτό φάνηκε και στην αρχή όταν η Τουρκία είδε σταδιακά άλλες δυνάμεις, όπως ήταν η Σαουδική Αραβία, να στηρίζουν άλλες μερίδες της αντιπολίτευσης από αυτές που στήριζε η ίδια και το Κατάρ, και αργότερα με την ανάδυση του κινδύνου από το Ισλαμικό Κράτος αλλά και σήμερα γύρω από την Ιντλίμπ. Σε όλες τις περιπτώσεις η Τουρκία στηρίχτηκε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη στήριξη ή την ανοχή άλλων δυνάμεων.
Η ανοχή της Ρωσίας μέχρι τώρα
Από ένα σημείο και μετά η Τουρκία στηρίχτηκε στην παρουσία και την ανοχή της Ρωσίας, καθώς η Μόσχα αναδύθηκε τα τελευταία χρόνια ως η μόνη δύναμη που προσπαθούσε να μεθοδεύσει μια πολιτική διέξοδο, ιδίως από τη στιγμή που κατέστη σαφές ότι δεν ετίθετο ζήτημα ανατροπής της κυβέρνησης Άσαντ.
Κυρίως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν η Ρωσία αυτή που εγγυήθηκε στην Τουρκία ότι δεν θα διαμορφωθεί μια οιονεί κουρδική κρατική οντότητα, την ώρα που οι ΗΠΑ στηρίζονταν πρωτίστως στις κουρδικές δυνάμεις πολιτοφυλακής, ενώ χωρίς τη ρωσική ανοχή η Τουρκία δεν θα είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει την εισβολή στην περιοχή της Αφρίν που ήταν το πρώτο βήμα περιορισμού των υπό κουρδικό έλεγχο περιοχών.
Αντίστοιχα, μετά την ανακοίνωση της μερικής αμερικανικής αποχώρησης από τη βορειοανατολική Συρία ήταν πάλι η Ρωσία που εγγυήθηκε τελικά τη δυνατότητα της Τουρκίας να αποκτήσει τη ζώνη ασφαλείας που διεκδικούσε, έστω και σε μικρότερη έκταση.
Και βέβαια, η ίδια η τουρκική παρουσία στην Ιντλίμπ και η διάσωση των ένοπλων ισλαμικών ομάδων που υποστηρίζει και που βρίσκονται στην περιοχή της Ιντλίμπ, ήταν το αποτέλεσμα της συναίνεσης που έδωσε η Ρωσία και η οποία αποτυπώθηκε στη συμφωνία του Σότσι το 2018.
Το τέλος της ρωσικής υπομονής
Όμως, η Ρωσική παρουσία στη Συρία δεν αποσκοπούσε απλώς στο να εξασφαλίσει κάποιες ισορροπίες. Η Ρωσία διεκδικούσε και διεκδικεί να είναι η δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί μια πολιτική λύση, που να εξασφαλίζει την εδαφική και πολιτική ακεραιότητα της Συρίας και τη δρομολόγηση μιας συνεννόησης ανάμεσα στην κυβέρνηση Άσαντ και τα πιο πολιτικά τμήματα της αντιπολίτευσης, τραβώντας μιας διαχωριστική γραμμή με τις οργανώσεις που θεωρεί τρομοκρατικές. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρούσε δόκιμη την τουρκική ανησυχία σε σχέση με το κουρδικό και αποδέχτηκε το δικαίωμα της Άγκυρας να έχει ένα λόγο, όμως δεν δέχτηκε ποτέ να είναι απλώς μια δύναμη που εξυπηρετούσε τις τουρκικές «προβολές ισχύος».
Εντός αυτού του πλαισίου η Μόσχα μπορούσε να επιδεικνύει ευελιξία και να προτείνει συμβιβασμούς. Η συμφωνία του Σότσι ήταν ένα τέτοιο παράδειγμα. Η Τουρκία θα διέσωζε τις ένοπλες δυνάμεις που στηρίζει, όμως υπό τον όρο ότι θα αναλάμβανε αυτή τη διαδικασία απομάκρυνσης και αφοπλισμού των πιο επιθετικών ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων που είχαν βρεθεί εκεί και κυρίως αυτών που είχαν σχέση με αυτό που ήταν προηγουμένως η Αλ Κάιντα στη Συρία.
Την ίδια ώρα η Τουρκία προσπάθησε να εκμεταλλευτεί αυτή τη συμφωνία για να μπορέσει να διευρύνει την παρουσία της στη Συρία, εκτός όλων των άλλων και ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να μεταφέρει πρόσφυγες που είναι στο έδαφός της στις περιοχές όπου υπήρχε ενισχυμένη κουρδική παρουσία, με σκοπό τη διαμόρφωση ευνοϊκότερης πληθυσμιακής σύνθεσης.
Όμως, για τη Μόσχα ο συγκεκριμένος συμβιβασμός είχε πάντα ένα όριο, μια ημερομηνία λήξης, που ήταν η σταδιακή απομάκρυνση των ομάδων που η κυβέρνηση θεωρεί τρομοκρατικές και η επέκταση της κυριαρχίας της συριακής κυβέρνησης και σε αυτή την περιοχή.
Η Τουρκία από τη μεριά της θεωρούσε ότι αυτό θα διακύβευε τη δική της παρουσία συμπεριλαμβανομένου του τρόπου που θέλει να χρησιμοποιήσει τη μετεγκατάσταση των προσφύγων.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης
Το όριο του συμβιβασμού φάνηκε όταν οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις, με την υποστήριξη ρωσικών και ιρανικών δυνάμεων, άρχισαν να διεκδικούν μεγαλύτερο τμήμα της επαρχίας της Ιντλίμπ, ιδίως από τη στιγμή που απέκτησαν και μεγαλύτερο έλεγχο στην περιοχή του Χαλεπιού. Αυτό επιτάθηκε και από τη διαπίστωση ότι υπήρχαν επιθέσεις εναντίον τους προερχόμενες από αυτές τις περιοχές. Επίκεντρο της διεκδίκησης ο έλεγχος των δύο αυτοκινητοδρόμων, του Μ4 και το Μ5 που είναι κομβικοί για την επικοινωνία ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της χώρας.
Απέναντι σε αυτό η Τουρκία επέλεξε να κλιμακώσει τη στρατιωτική εμπλοκή της επιδιώκοντας να ανακόψει την κίνηση των κυβερνητικών δυνάμεων. Ανάμεσα στις 2 και τις 22 Φεβρουαρίου περίπου 2700 τουρκικά στρατιωτικά οχήματα όλων των ειδών μπήκαν στο συριακό έδαφος και ο αριθμός των τούρκων στρατιωτών στην περιοχή της Ιντλίμπ έφτασε τις 7400. Μόνο που αυτή η κλιμάκωση της παρουσίας σήμαινε και την κλιμάκωση των τουρκικών απωλειών.
Ακόμη και η μεγαλύτερη πρόσφατη επιτυχία των τουρκικών δυνάμεων και των ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης που στηρίζουν, δηλαδή η ανακατάληψη της Σαρακέμπ ήρθε με κόστος απωλειών, με αποκορύφωμα τα τουλάχιστον 33 θύματα στις 27 Φεβρουαρίου.
Παρότι η ανακατάληψη της Σαρακέμπ, που έσπασε την πολιορκία σε ορισμένες τουρκικές θέσεις ήταν η πρώτη απώλεια πρόσφατα κατακτημένης περιοχής από τις κυβερνητικές δυνάμεις, εντούτοις οι τελευταίες συνεχίζουν να καταλαμβάνουν θέσεις στην περιοχή της Σαλ Αλ-Γκαμπ, στην περιφέρεια της Χάμα, πλησιάζοντας το να την ελέγξουν πλήρως.
Παρότι η ρητορική του Ερντογάν, ιδίως μετά τις εξελίξεις στις 27 Φεβρουαρίου, παραπέμπει σε μια συνολική αντιπαράθεση με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις και παρά την ύπαρξη επιμέρους επιτυχιών όπως η ανακατάληψη της Σαρακέμπ. η Τουρκία γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να κερδίσει αυτό τον πόλεμο, εάν τον δει ως γενικευμένη σύγκρουση με τη συριακή κυβέρνηση, ιδίως όταν αυτή έχει τη στήριξη μαχητών υποστηριζόμενων από το Ιράν και φυσικά της ρωσική αεροπορίας, την ώρα που η αμερικανική υποστήριξη στην Τουρκία είναι περισσότερο ρητορική και οι ΗΠΑ, που καλούν σε άμεση κατάπαυση πυρός, δεν έχουν δείξει διάθεση παραπέρα εμπλοκής. Ανεξαρτήτως ρητορικής, η Τουρκία πολύ δύσκολα μπορεί να κερδίσει έναν πόλεμο ενάντια στις κυβερνητικές δυνάμεις.
Ούτε θέλει η Άγκυρα να προχωρήσει σε μια συνολική ρήξη με τη Μόσχα και γιατί έχει μαζί ένα ευρύ φάσμα οικονομικών και πολιτικών συνεργασιών και γιατί δεν θέλει να διακυβεύσει τις εγγυήσεις που έμπρακτα προσφέρει ως προς το κουρδικό ζήτημα.
Η διαρκής αντίφαση της τουρκικής πολιτικής
Αυτό εξηγεί και τη διαρκή αντίφαση της τουρκικής πολιτικής. Από τη μια να υψώνει τους τόνους και να κλιμακώνει την εμπλοκή και από την άλλη να ξέρει ότι δεν μπορεί μεσοπρόθεσμα να κερδίσει με όρους καθαρά στρατιωτικούς.
Από τη μια, το προηγούμενο διάστημα να έχει έρθει σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ για τη στήριξή τους στους Κούρδους και τώρα να ζητά αμερικανική εμπλοκή σε μια σύγκρουση από την οποία οι ΗΠΑ έχουν σε μεγάλο βαθμό αποχωρήσει. Από τη μια να αρνείται τις ρωσικές προτάσεις και από την άλλη να αντιλαμβάνεται ότι μόνο η Ρωσία μπορεί να εγγυηθεί ένα συμβιβασμό.
Από τη μια να γνωρίζει τα όρια της εμπλοκής στη Συρία και από την άλλη να κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με παρατεταμένη και αιματηρή σύγκρουση, με μεγάλο κόστος και η οποία θα την κάνει μέρος του προβλήματος και όχι του συνασπισμού που θα φέρει την λύση.
Η ρωσική πρόταση και η τουρκική παλινωδία
Η Μόσχα σε αυτή τη φάση δεν επιθυμεί να εξυπηρετήσει τα τουρκικά σχέδια. Είναι διατεθειμένη να προσφέρει ένα συμβιβασμό και να εγγυηθεί και ότι η Τουρκία δεν θα φαντάζει ηττημένη, αλλά υπό τον όρο ότι δεν θα αναιρεθεί ο πραγματικός συσχετισμός δύναμης και οι θέσεις που κατέκτησαν οι κυβερνητικές δυνάμεις. Αυτό σηματοδοτεί η θέση ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν τα πράγματα σε αυτά που προέβλεπε η συμφωνία του Σότσι.
Αυτό αποτυπώθηκε στη ρωσική πρόταση για ζώνη βάθους 16 χιλιομέτρων υπό τουρκικό έλεγχο, ρωσικό έλεγχο των περασμάτων ανάμεσα στην Ιντλίμπ και την Αφρίν, κοινό ρωσικό και τουρκικό έλεγχο των αυτοκινητοδρόμων και μετακίνηση προς τα σύνορα των τουρκικών παρατηρητηρίων.
Παράλληλα, η Ρωσία επιμένει ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση εάν δεν αντιμετωπιστούν οι ομάδες που χαρακτηρίζει ως τρομοκρατικές και χρησιμοποιούν ως ορμητήριο την περιοχή της Ιντλίμπ.
Παράλληλα, η Μόσχα επιμένει ότι η συζήτηση για πολιτική λύση οφείλει να γίνει μεταξύ των δυνάμεων που συμμετέχουν στην «διαδικασία της Αστάνα» δηλαδή της Ρωσίας, της Τουρκίας και του Ιράν, απορρίπτοντας την τουρκική πρόταση για τετραμερή συνάντηση Τουρκίας, Ρωσίας, Γερμανίας και Γαλλίας.
Η Τουρκία σε αυτή τη φάση δυσκολεύεται να δεχτεί τους ρωσικούς όρους, την ώρα που δεν μπορεί να επιβάλει κάποιους διαφορετικούς. Περισσότερο δείχνει να συνδυάζει τη στρατιωτική πίεση με την πολιτική ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να υπάρξει μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που αφενός να της δίνει κάποιες από τις προηγούμενες θέσεις της, αφετέρου να της επιτρέψει να μην εμπλακεί παραπέρα σε πολεμικές επιχειρήσεις. Ωστόσο σε πρώτη φάση, αυτό που έχει πετύχει είναι να είναι αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερη πολεμική εμπλοκή. Η Μόσχα, από τη μεριά της έδειξε να πιστεύει ότι είναι η Τουρκία που πρέπει να παραμείνει υπό πίεση ώστε να έρθει με πιο ρεαλιστικό πνεύμα στη διαπραγμάτευση. Βέβαια, η Μόσχα δεν δείχνει να επιθυμεί και μια γενικευμένη σύγκρουση, στο βαθμό που θέλει να κατοχυρωθεί ως δύναμη που εγγυάται την ειρήνη στην περιοχή.
Πάντως είναι ενδεικτικό ότι η Τουρκία αποφεύγει να επιρρίπτει ευθύνες στις ρωσικές δυνάμεις, στοχοποιώντας μόνο τις κυβερνητικές δυνάμεις, την ίδια ώρα που η Ρωσία διαβεβαίωσε ότι η ρωσική αεροπορία δεν είχε συμμετοχή στην επίθεση κατά των τουρκικών δυνάμεων. Ωστόσο, το Ρωσικό Υπουργείο Άμυνας έσπευσε να υπογραμμίσει ότι οι τουρκικές δυνάμεις που δέχτηκαν την επίθεση ήταν σε περιοχή που δρούσαν τρομοκράτες, ότι με βάση την ενημέρωση που είχαν από την Τουρκία δεν μπορούσαν να ήταν εκεί τουρκικές δυνάμεις και ότι η Ρωσία πήρε πρωτοβουλία για να σταματήσουν τα πυρά των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων.
Η ρωσική διάθεση να υπάρξουν πολιτικές πρωτοβουλίες φάνηκε και στο γεγονός ότι τελικά στην επικοινωνία που είχαν στις 28 Φεβρουαρίου ο Πούτιν με τον Ερντογάν συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί συνάντησή τους. Πάντως ο Σεργκέι Λαβρόφ φρόντισε να θέσει τα όρια της ρωσικής στάσης: «Ο Συριακός Στρατός έχει το δικαίωμα να σταματήσει τους τρομοκράτες στην Ιντλίμπ. Η Ρωσία δεν μπορεί να αποτρέψει τον Συριακό στρατό από το να το κάνει. Είμαστε σε συνεχή διάλογο με την Τουρκία».
Πηγή www.in.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
