Ακολουθήστε μας

Διεθνή

H Βρετανία και η εισβολή στην Κύπρο

Δημοσιεύτηκε στις

Η τουρκική εισβολή κάθε άλλο παρά απροσδόκητη ήταν για τη Βρετανία. Στις 15 Ιουλίου, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, εκλεγμένος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είχε ανατραπεί με πραξικόπημα που είχε οργανώσει και διατάξει η χούντα των Αθηνών και είχε εκτελέσει στην Κύπρο η –υπό ελλαδική στρατιωτική ηγεσία– Εθνική Φρουρά.

Στις 17 Ιουλίου 1974, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Μπουλέντ Ετσεβίτ, επικεφαλής πολυμελούς αντιπροσωπείας, επισκέφθηκε τη Βρετανία, με σκοπό να διερευνήσει τις θέσεις της στις εξελίξεις στην Κύπρο.

Το πραξικόπημα σήμαινε ότι η Τουρκία είχε υποχρέωση να διαβουλευθεί με τις υπόλοιπες εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, πριν προχωρήσει «σε άλλα μέτρα». Η Τουρκία επέλεξε να διαβουλευθεί μόνο με τη Βρετανία. Ηταν αναμενόμενο: η τελευταία, εκτός από σημαντική δύναμη, είχε βάσεις και στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο.

Οπως φαίνεται από τα πρακτικά της συνάντησης, το βασικό ερώτημα που διατύπωσε ο Ετσεβίτ ήταν τι θα έκανε η Βρετανία αν η Τουρκία επενέβαινε στρατιωτικά στην Κύπρο. Από τις συζητήσεις έγινε φανερή η επιλογή της ουδετερότητας της Βρετανίας.

Δεύτερος άξονας των τουρκοβρετανικών συζητήσεων ήταν η διερεύνηση της δυνατότητας να γίνει η εισβολή μέσω των βρετανικών βάσεων (και άρα με τη συνεργασία της Βρετανίας). Σε αυτό η απάντηση των Βρετανών ήταν ένα εμφαντικό «όχι».

Απομάκρυνση χιλιάδων ξένων υπηκόων

Στις 15 Ιουλίου (όταν δυνάμεις των βάσεων τέθηκαν σε αυξημένο επίπεδο ετοιμότητας), υπήρχαν λιγότεροι από 3.000 Βρετανοί αξιωματικοί και άνδρες στην Κύπρο. Αμέσως μετά, η βρετανική κυβέρνηση ενίσχυσε τις στρατιωτικές της δυνάμεις στο νησί και ο αριθμός τους σχεδόν διπλασιάστηκε.

Οι ενισχύσεις ανέβασαν το σύνολο του βρετανικού στρατιωτικού προσωπικού σε 6.314, αλλά καθώς μέρος των ενισχύσεων διατέθηκε στο βρετανικό κλιμάκιο της UNFICYP, η φρουρά των βάσεων είχε δύναμη περίπου 5.500 άνδρες. Βασική αδυναμία των βρετανικών δυνάμεων ήταν η έλλειψη τεθωρακισμένων. Υπήρχε όμως πολεμική αεροπορία, που ενισχύθηκε με 12 αεροσκάφη Phantom που στάλθηκαν από τη Βρετανία τη νύχτα της 24ης προς 25η Ιουλίου. Πρόσθετη υποστήριξη δινόταν από τη Μάλτα.

Στις 20 Ιουλίου το Βασιλικό Ναυτικό στην Κύπρο είχε διαθέσιμα το ελικοπτεροφόρο HMS Hermes, ένα αντιτορπιλικό και δύο φρεγάτες (στις 23/7 έφτασε και τρίτη) και σκάφη υποστήριξης. Στις 21 Ιουλίου έφτασε και ένα συμβατικό υποβρύχιο με εντολές να παραμείνει σε κατάδυση.

Μαζική ήταν η μεγάλη χερσαία επιχείρηση απομάκρυνσης των ξένων υπηκόων στις 20 και 21 Ιουλίου. Η επιχείρηση αναπτύχθηκε σχεδόν σε όλο το μήκος και το πλάτος της Κύπρου. Το πρωί της 21ης Ιουλίου στις βάσεις ήταν σχεδόν 10.000 Βρετανοί και ξένοι άμαχοι. Πιο γνωστή είναι η διά θαλάσσης απομάκρυνση των ξένων υπηκόων. Μοίρα των βρετανικών πλοίων ήταν έτοιμη να ξεκινήσει από το Ακρωτήρι για την περισυλλογή τους, ήδη από τις 21 Ιουλίου.

Ομως η περιοχή βρισκόταν μέσα στη ζώνη των επιχειρήσεων. Για να ξεκινήσει η επιχείρηση χρειαζόταν η συναίνεση της Ελλάδας (που δόθηκε) και της Τουρκίας, η οποία αρχικά αρνήθηκε να συνεργαστεί.

Στις 22 Ιουλίου στις 19.20, το Λονδίνο έδωσε εντολή να ξεκινήσει η επιχείρηση την επομένη το πρωί, είτε με τη συμφωνία των Τούρκων, είτε χωρίς αυτήν. Καθώς οι Τούρκοι επέμεναν να αρνούνται την έγκρισή τους, στις 03.30 το πρωί (23/7), ο υπουργός Εξωτερικών, Τζέιμς Κάλαχαν, έστειλε προσωπικό μήνυμα στον Ετσεβίτ, καθιστώντας την τουρκική κυβέρνησή υπεύθυνη για όποιο επεισόδιο. Είχε ήδη δοθεί άδεια για αεροπορική κάλυψη από βρετανικά μαχητικά στη ναυτική δύναμη και είχαν αναθεωρηθεί οι κανόνες εμπλοκής:

Τα βρετανικά πλοία μπορούσαν να ανταποδώσουν πυρ αν δέχονταν επίθεση. Σήμα προς τον διοικητή της μοίρας έλεγε ότι η επιχείρηση είχε «ισχυρή υποστήριξη σε ανώτατο επίπεδο στο Λονδίνο» και συνιστούσε ψυχραιμία.


21.7.1974. Τουρίστες περιμένουν στη βρετανική βάση της Δεκελείας να απομακρυνθούν αεροπορικώς από την Κύπρο.

Η επιχείρηση ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στις 23 Ιουλίου, με μία στιγμή αμηχανίας, όταν η βρετανική μοίρα συνάντησε ομάδα τουρκικών πλοίων που θα ανεφοδίαζαν τις δυνάμεις εισβολής. Τα τουρκικά πλοία, όταν συνειδητοποίησαν ότι απέναντί τους ήταν Βρετανοί, ανέκρουσαν πρύμναν και στράφηκαν προς τα βόρεια.

Η UNFICYP και το αεροδρόμιο της Λευκωσίας

Το αεροδρόμιο παραδόθηκε από την Εθνική Φρουρά σε δύναμη της UNFICYP στις 22 Ιουλίου. Καθώς τα τουρκικά στρατεύματα προχωρούσαν, ο Κάλαχαν, σε συνεργασία με τον γ.γ. του ΟΗΕ Κουρτ Βάλντχαϊμ και τον διοικητή της UNFICYP Πρεμ Τσαντ αποφάσισαν να εξασφαλίσουν το αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Η βρετανική αντιπροσωπεία στη Νέα Υόρκη προκάλεσε αίτημα ενίσχυσης της UNFICYP, κάτι που έγινε αμέσως και με ελάχιστες διατυπώσεις.

Την επομένη το απόγευμα, οι τουρκικές δυνάμεις ανακοίνωσαν στα Ηνωμένα Εθνη ότι επέκειτο η κατάληψη του αεροδρομίου από αυτές, ενώ συγχρόνως το τουρκικό ραδιόφωνο ανακοίνωνε την κατάληψή του.


Κονβόι αυτοκινήτων, υπό την εποπτεία του ΟΗΕ, μεταφέρει τουρίστες από το Χίλτον της Λευκωσίας στη βάση της Δεκελείας.

Ο Κάλαχαν ανέλαβε δράση, πιθανώς ενοχλημένος από την τουρκική επιθετικότητα, τις παραβιάσεις της ανακωχής και ενθαρρυμένος από την επιτυχία της σταθερής στάσης που είχε υιοθετήσει. Ενδεχόμενη κατάληψη του αεροδρομίου από τον τουρκικό στρατό εν καιρώ ανακωχής θα αποτελούσε πλήγμα στην αξιοπιστία του ΟΗΕ, αλλά και της Βρετανίας ως εγγυήτριας δύναμης.

Ακόμα, μικρό βρετανικό τμήμα ήταν μέρος του αποσπάσματος της ειρηνευτικής δύναμης που είχε παραλάβει το αεροδρόμιο από τις ελληνικές δυνάμεις. Σε συνομιλία του με τον Ετσεβίτ στις 23 Ιουλίου, ο Κάλαχαν τού δήλωσε ότι η Βρετανία «δεν θα μείνει αργή» αν Βρετανοί της ειρηνευτικής δύναμης σκοτώνονταν από τους Τούρκους.

Επιδιώχθηκε και εδώ η συνεργασία των ΗΠΑ. Ο Βάλντχαϊμ έστειλε εντολή στον διοικητή της UNFICYP να κρατήσει το αεροδρόμιο. Το αίτημα στάλθηκε μέσω του αμερικανικού δικτύου επικοινωνιών. Με τον ίδιο τρόπο, ο Βάλντχαϊμ επικοινώνησε και με τον Ετσεβίτ. Ομως, αίτημα αεροπορικής υποστήριξης της ειρηνευτικής δύναμης που υπέβαλε ο διοικητής της UNFICYP στο αεροπλανοφόρο USS Forrestal (αεροπλάνα του βρίσκονταν σε απόσταση λιγότερο από 9 λεπτά πτήσης) έμεινε αναπάντητο.

Παρά τις ενστάσεις του βρετανικού υπουργείου Αμυνας, ο Κάλαχαν επέμενε στην αυστηρή γραμμή έναντι της Τουρκίας, θεωρώντας δυνατό να χρησιμοποιηθούν βρετανικά πολεμικά αεροπλάνα για υποστήριξη της UNFICYP. Οι κινήσεις αυτές ανακοινώθηκαν στον Τύπο και η ατμόσφαιρα με την Τουρκία βάρυνε αισθητά:

Μερικά χρόνια αργότερα, ο πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον είπε ότι για περίπου 24 ώρες Βρετανία και Τουρκία βρίσκονταν «μία ώρα μακριά από πόλεμο». Αντιμέτωπος με την πιθανότητα βρετανικής εμπλοκής, ο Ετσεβίτ υποχώρησε. Το αεροδρόμιο παρέμεινε (και παραμένει έκτοτε) στον έλεγχο της UNFICYP.

Η πρόταση για ναυτικό αποκλεισμό των βόρειων ακτών της Κύπρου διατυπώθηκε από κύκλους των βάσεων, μετά την επιτυχημένη ολοκλήρωση της απομάκρυνσης ξένων υπηκόων. Στόχος ήταν να εμποδιστεί η ενίσχυση των τουρκικών δυνάμεων. Η πρόταση διατυπώθηκε επισήμως στο Λονδίνο, αλλά δεν φαίνεται να προχώρησε παραπέρα.

Βρετανικές κινήσεις πριν από την έναρξη του δεύτερου Αττίλα

Στις 10 Αυγούστου, με τις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη να αντιμετωπίζουν προβλήματα σχεδόν από την αρχή, ο Κάλαχαν ζήτησε τη γνώμη του υπουργείου Αμυνας για τη δυνατότητα των βρετανικών δυνάμεων στην Κύπρο, να παρεμβληθούν ανάμεσα στους εμπολέμους για να ανακόψουν την αναμενόμενη τουρκική προέλαση.

Οι Βρετανοί στρατιωτικοί ήταν αρνητικοί στην πρόταση αυτή: εκτιμούσαν ότι οι δυνάμεις στην Κύπρο ήταν ανεπαρκείς.

Η πρόταση γνωστοποιήθηκε και προς την ελληνική κυπριακή πλευρά, αλλά ο Κάλαχαν συμπλήρωσε ότι, αν και ήταν εξοργισμένος με τη στάση της τουρκικής πλευράς, η Βρετανία δεν μπορούσε να δράσει παρά σε συνεργασία με τις ΗΠΑ ή τα Ηνωμένα Εθνη.


Γενεύη, 28.7.1974. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας Γεώργιος Μαύρος, της Βρετανίας Τζέιμς Κάλαχαν και της Τουρκίας Τουράν Γκιουνές.

Το πρωί της 12ης Αυγούστου (η ατμόσφαιρα στη Γενεύη έχει χειροτερέψει) σταματά η ανάκληση από την Κύπρο των ενισχύσεων που επρόκειτο να επιστρέψουν στη Βρετανία (παραμένουν και τα 12 Phantom). Ομως η ίδια η πρόταση θεωρείται πλέον μη εφαρμόσιμη, για στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους. Προβάλλονται μεταξύ άλλων η προτεραιότητα της προστασίας των βάσεων, η αποτρεπτική χρήση της UNFICYP κ.ά. Το βρετανικό επιτελείο θέτει ακόμα το ερώτημα πόση αντίσταση θα πρέπει να προβάλουν οι ειρηνευτικές δυνάμεις, εάν οι Τούρκοι επιτεθούν…

Στις 23.00, στις 12 Αυγούστου, οι Τούρκοι ζητούν το 34% του εδάφους της Κύπρου. Ακόμα και τότε, ο Κάλαχαν δεν εγκατέλειψε την ιδέα να χρησιμοποιηθούν ειρηνευτικές δυνάμεις για την ανακοπή της αναμενόμενης τουρκικής προέλασης. Πρότεινε στον Βάλντχαϊμ να αναδιατάξει την UNFICYP γύρω από την περιοχή που ελεγχόταν από τον τουρκικό στρατό και να ζητήσει από τη RAF να κάνει από αέρος αναγνωρίσεις. Ο Κάλαχαν θεωρούσε τέτοιες κινήσεις εντός των ισχυόντων όρων εντολής της ειρηνευτικής δύναμης. Η τουρκική επίθεση τα χαράματα της 14ης Αυγούστου έδωσε τέλος στη συζήτηση.

Η τελευταία βρετανική πράξη παίχθηκε λίγο αργότερα. Στις 15 Αυγούστου το απόγευμα, ο Κάλαχαν πληροφορεί τη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα αναφορικά με το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για αεροπορική κάλυψη της σχεδιαζόμενης ελληνικής νηοπομπής για την Κύπρο: η βρετανική κυβέρνηση «για διάφορους λόγους δεν μπορούσε να συμφωνήσει με το αίτημα αυτό».

Θέση (και του Μακαρίου) ήταν ότι οι Τούρκοι σύντομα θα πετύχαιναν τους στόχους τους και ο έλεγχός τους στην Κύπρο θα αποτελούσε τετελεσμένο. Στην περίπτωση της Κύπρου ο Κάλαχαν θεώρησε ότι ήταν δυνατή μια ενεργότερη στάση της Βρετανίας.

Πολιτικά αντίβαρά του ήταν δύο: το βρετανικό υπουργείο Αμυνας, που θεωρούσε ότι τα προβλήματα στη Βόρεια Ιρλανδία δεν άφηναν διαθέσιμες δυνάμεις για την Κύπρο και ο Κίσινγκερ που αποθάρρυνε ενεργά οποιαδήποτε στρατιωτική κίνηση, από όλους εκτός της Τουρκίας.

Το λάθος του Κάλαχαν ίσως βρίσκεται στη βεβαιότητά του ότι με την εισβολή τον Ιουλίου, η Τουρκία είχε πετύχει τους στόχους της και τώρα επρόκειτο να διαπραγματευθεί. Συνειδητοποίησε ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. H Βρετανία στην Κύπρο το 1974 κλήθηκε να ασκήσει υπευθυνότητα χωρίς ισχύ.

* Ο κ. Γεώργιος Α. Καζαμίας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό

Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.

Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.

Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.

Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.

Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.

Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.

Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.

Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.

Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.

Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.

Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.

Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»

Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

του Αρντασές Γιαγουπιάν

Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»

Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.

Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.

Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.

Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.

Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».

Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.

Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.

Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.

Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.

Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας

Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.

Δημοσιεύτηκε

στις

   Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ

Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.

Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.

Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.

Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.

 

Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

school of gray fish school of gray fish
GEOPOLITICO46 λεπτά πριν

Θεσσαλονίκη: Αλιείς «έσπασαν» την απεργία και αγόρασαν ψάρια από τουρκικό φορτηγό

Ένταση προκαλεί στη Θεσσαλονίκη υπόθεση αγοραπωλησίας αλιευμάτων εκτός ιχθυόσκαλας, την ώρα που ο κλάδος βρίσκεται σε κινητοποιήσεις. Βίντεο που παρουσίασε...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά,...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Κάλλιο να πείσεις την Ουάσιγκτον να δεχθεί τα Εθνικά Χωρικά Ύδατα σου στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο, παρά να κινδυνεύουν τα κυριαρχικά δικαιώματά σου από την Άγκυρα…

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΥΛΟΥ, Hellas Journal – Όσλο Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έρχεται στην Ελλάδα στον απόηχο του θορύβου...

Διεθνή3 ώρες πριν

Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό

Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και...

Πολιτική6 ώρες πριν

Μονή Σινά: Στο Ευρωκοινοβούλιο το ζήτημα – Ο διπλωματικός αγώνας

Υστερα από την επίσκεψη του ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη στο Σινά και στο Υπουργείο Εξωτερικών της Αιγύπτου.

Δημοφιλή