Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Η ελληνική επανάσταση στην εποχή των επαναστάσεων

Δημοσιεύτηκε στις

Το παρόν άρθρο συντάσσεται με αφορμή τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει, στα πλαίσια και της επικείμενης επετείου για τα 200 χρόνια από το 1821, σχετικά με τον χαρακτήρα και τις ιδεολογικές προκείμενες της ελληνικής επανάστασης. Ο λόγος που τονίζεται στον τίτλο η εποχή των επαναστάσεων είναι η παραδοχή πως η ελληνική περίπτωση δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από την παγκόσμια κίνηση της ιστορίας της εν λόγω περιόδου (1776 – 1848). Ωστόσο, η προσέγγιση μας θα κινηθεί κριτικά έναντι τόσο της απομονωτικής παρουσίασης -που τείνει να εξετάζει το γεγονός της ελληνικής επανάστασης εκτός αυτού του διεθνούς πλαισίου- όσο και πτυχών της, κυρίαρχης, εκσυγχρονιστικής ματιάς -που θέτει τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», στα πλαίσια μίας κακώς εννοούμενης εξάρτησης, ως πρωταρχικό διακύβευμα των επαναστατημένων Ελλήνων.

Η τελευταία προσέγγιση, μάλιστα, έρχεται -όλο και περισσότερο- να δώσει προτεραιότητα στα «φιλελεύθερα» ιδεολογικά προτάγματα του αγώνα και τεχνηέντως να υποκαταστήσει την παραδοσιακά κυρίαρχη εθνοθρησκευτική διάσταση του. Για να εξετάσουμε την ορθότητα και τα ενδεχόμενα προβλήματα αυτής της θέσης θα αναφερθούμε στο πλαίσιο στο οποίο αναπτύχθηκαν τα επαναστατικά κηρύγματα στον ελληνικό χώρο, στην εξέλιξή τους και στην προσαρμογή τους στο χρόνο σε σύνδεση με τα διεθνή δεδομένα της ανάπτυξης και, τελικά, της ήττας του ριζοσπαστισμού στην Ευρώπη –κατά την περίοδο 1789-1815. Επιπλέον, θα παραθέσουμε τον τρόπο προβολής της ελληνικής επανάστασης προς το εξωτερικό, όπως αυτός αποτυπώνεται στο κείμενο της διακήρυξης της ελληνικής ανεξαρτησίας τον Ιανουάριο του 1822.

Είναι γεγονός ότι τα επαναστατικά κηρύγματα εισέρχονται στον βαλκανικό χώρο κατά την περίοδο ακμής του ριζοσπαστισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μετά το κορυφαίο γεγονός της γαλλικής επανάστασης, της ιακωβίνικης «τρομοκρατίας» (1792-1794) και, ιδίως, της Ναπολεόντειας αυτοκρατορικής επέκτασης στην Ευρώπη και στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αρχής γενομένης από την επαναστατική απόπειρα του Ρήγα Βελεστινλή (1797), το λεγόμενο σενάριο επανάστασης στον ελληνικό χώρο λαμβάνει, αρχικά, χαρακτηριστικά ριζικής κοινωνικής αναμόρφωσης πέραν του σκοπού της εθνικής αποκατάστασης, όντας συνδεδεμένο με τις διακηρύξεις και τα προτάγματα της γαλλικής επανάστασης και των ναπολεόντειων αντιτυραννικών μηνυμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναστατική προοπτική προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις σε ευρέα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Εκπρόσωποι του ελληνικού διαφωτισμού, φαναριώτες και λόγιοι (Βούλγαρης, Καταρτζής, Κούμας, Οικονόμου κ.α.) αντιτάχθηκαν στην τροπή της γαλλικής επανάστασης μετά τη βασιλοκτονία (1793) και οριοθέτησαν τα ανοίγματά τους στον διαφωτισμό. Φιλελεύθεροι, όπως ο Κοραής, άσκησαν κριτική στις ακραίες πτυχές της γαλλικής επανάστασης και στη ναπολεόντεια διακυβέρνηση, ενώ η ισχυρότερη αντίδραση στα επαναστατικά καλέσματα προήλθε από συντηρητικούς λογίους (όπως ο Μιχαήλ Περδικάρης), από τον κλήρο και το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης (Γρηγόριος Ε΄, Αθανάσιος Πάριος κ.α.).

Όπως καταδεικνύει η κοινωνιολογική προσέγγιση του Ανωνύμου Έλληνος στην «Ελληνική Νομαρχία» και ο Βρετανός περιηγητής William Leak, κατά την πρώτη δεκαετία του 19ου αι., οι Έλληνες ήταν χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις: στη μία βρίσκονταν οι φορείς της ιδέας της επανάστασης και στην άλλη η εκκλησία και τα πρόσωπα που κατείχαν διοικητικές θέσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία, οι οποίοι ένιωθαν, εύλογα, να απειλούνται από την επέλαση του ριζοσπαστισμού και τη δυνητική ανατροπή της κοινωνικής και διανοητικής τάξης πραγμάτων. Οι τελευταίοι ασκούσαν τη μεγαλύτερη επιρροή στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Ωστόσο, σε αυτό το πλαίσιο, όπου το ενδεχόμενο επανάστασης άρχισε να γίνεται το κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης, διαμορφώθηκε ένα περιβάλλον στο οποίο άρχισαν να συζητούνται σενάρια μελλοντικής αποκατάστασης του ελληνικού γένους. Η κριτική που ασκήθηκε από τις προαναφερθείσες κοινωνικές ομάδες στις ανατρεπτικές πτυχές του επαναστατικού λόγου, που διαφοροποιούνταν ριζικά από τα δεδομένα της ορθόδοξης παράδοσης και του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος, διαμόρφωσε σταδιακά τα όρια ριζοσπαστισμού στα οποία θα κινούνταν μελλοντικά η προσπάθεια εθνικής αποκατάστασης.

Παράλληλα, η έκβαση των ναπολεόντειων πολέμων, το 1814, σηματοδότησε την απαρχή μίας νέας εποχής, στην οποία οι επαναστατικές ιδέες ήταν πλέον ηττημένες. Οι μυστικές εταιρείες αποτέλεσαν τους φορείς απορρόφησης των επαναστατικών ιδεών στα πλαίσια της παλινόρθωσης. Οι εταιρείες, όμως, μέσα στο προαναφερθέν περιβάλλον, -και ιδιαίτερα η Φιλική Εταιρεία στη ελληνική περίπτωση- εισήγαγαν μία νέα ιεράρχηση, όπου η εθνική αποκατάσταση τίθεται σε προτεραιότητα έναντι μίας ριζικά ανατρεπτικής πολιτικής και κοινωνικής συγκρότησης. Το ιδεολογικό πλαίσιο, επομένως, τροποποιήθηκε σταδιακά, καθώς ο εθνισμός άρχιζε να κερδίζει συνεχώς έδαφος έναντι των παλαιότερων προταγμάτων που συνδύαζαν την εθνική αποκατάσταση με έναν ριζοσπαστικά φιλελεύθερο κοινωνικό μετασχηματισμό.

Επιπλέον, η ελληνική εθνική αποκατάσταση ήταν πλέον συνδεδεμένη όχι με τις διαθέσεις των «δημοκρατικών» Γάλλων αλλά με την προσμονή βοήθειας από την ομόδοξη ρωσική αυτοκρατορία, για την οποία έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι βρίσκεται πίσω από τις ενέργειες της Φιλικής Εταιρείας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με άλλους (κοινωνικοοικονομικούς) παράγοντες της μεταναπολεόντειας εποχής, θα ενεργοποιήσει τα παραδοσιακά ρωσόφιλα στοιχεία του ελληνικού χώρου, τα οποία θα γίνουν κοινωνοί της εθνικής και επαναστατικής ιδέας. Επιπρόσθετα, η οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας, με το σύστημα των τοπικών εφορειών, θα εισαγάγει τις ελληνικές ηγετικές κοινωνικές ομάδες στο επαναστατικό εγχείρημα, μετά το 1818, με την αθρόα μύηση προεστών, φαναριωτών ηγεμόνων και ανωτέρων ιερέων· ομάδων που μέχρι εκείνη τη στιγμή τάσσονταν στους αντίποδες της επαναστατικής προοπτικής. Η Φιλική Εταιρεία, έτσι, κατέστη ο δίαυλος μετάδοσης των επαναστατικών ιδεών και βλέψεων από τα κοινωνικά στρώματα της διασποράς στην καρδιά των ηγετικών ελληνικών ομάδων στο πλαίσιο της οθωμανικής κυριαρχίας. Παράλληλα, κατάφερε να συσπειρώσει διαφορετικά κοινωνικά στρώματα του έθνους, τα οποία κινήθηκαν για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού ανεξάρτητα από την ιδεολογική και κοινωνική τους ταυτότητα.

Μετά την αποτυχία της ελληνικής επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και την εμφανή αδυναμία της να εκπληρώσει το αρχικό σχέδιο μίας ολοκληρωτικής κατάρρευσης της οθωμανικής εξουσίας με μία πανχριστιανική συστράτευση, άρχισε να προωθείται το σενάριο της ανεξαρτησίας, στη βάση της πολιτικής ενοποίησης, στις περιοχές όπου η επανάσταση είχε επικρατήσει (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Νησιά). Οι πιο επιφανείς ελληνικές προσωπικότητες, εντός και, κυρίως, εκτός της επαναστατημένης επικράτειας (Ιωάννης Καποδίστριας, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κ.α.) συνέστηναν την άμεση δημιουργία κεντρικής υπέρτατης διοίκησης, με στόχο αφενός τον κεντρικό συντονισμό των πολεμικών ενεργειών και αφετέρου την ιδεολογική προβολή του ελληνικού αγώνα στο εξωτερικό όχι ως κοινωνικά ανατρεπτικού αλλά ως εθνικού, θρησκευτικού και νομιμόφρονος.

Χαρακτηριστικό τεκμήριο αυτής της προτεραιότητας είναι το υπόμνημα του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Ιγνάτιο, το καλοκαίρι του 1821, στο οποίο, αφού προτρέπει τη σύσταση διοίκησης στους ελευθερωθέντας τόπους που να είναι  απλουστάτη και όσον το δυνατόν παρομοία με την παλαιάν των κατασκευήν καθώς οι νεωτερισμοί θέλουν κάμει περισσότερον κακόν παρά καλόν, σημειώνει: «Χαρακτηρίζουν την επανάστασιν της Ελλάδος ως έργον αυτόχρημα των Ιταλικών, Γερμανικών και Γαλλικών εταιρειών. Η κατηγορία αυτή είναι ψευδής· τουλάχιστον δεν την βοηθεί καμμία απόδειξις· εν τοσούτω αυτή πιέζει το έθνος μας. Αι ανόητοι προκηρύξεις του Υψηλάντου εδικαίωσαν πολλά τους εχθρούς μας (και δεν είναι μόνον οι Τούρκοι εχθροί μας) να σημειώσουν την ελληνικήν επανάστασιν ως περισπασμόν, τον οποίον οι Ιακωβίνοι της Ευρώπης ενήργησαν προς βοήθειαν των ολεθρίων σκοπών των κατά Ιταλίας, Γερμανίας και Γαλλίας». Έτσι, κοινός τόπος της πνευματικής, θα λέγαμε, ηγεσίας των Ελλήνων, που είχε γνώση των ευρωπαϊκών πραγμάτων, κατέστη η εμφάνιση της ελληνικής επανάστασης ως εντελώς ξεχωριστής περίπτωσης από τις επαναστατικές κινήσεις που εκδηλώνονταν την ίδια εποχή στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ιδιαιτερότητά της, σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία, συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επεδίωκε κάποια ριζοσπαστική κοινωνική εκτροπή και τη διατάραξη της ευρωπαϊκής τάξης.

 Η επανάσταση, δηλαδή, εξ υπαρχής, προσπάθησε να πετύχει τη σύνδεσή της όχι με τις επαναστατικές φιλελεύθερες δυνάμεις της εποχής που απειλούσαν το status quo της παλινόρθωσης αλλά με τα κραταιά ευρωπαϊκά -συνταγματικά και μη- βασίλεια. Αυτή η επιλογή αφενός οφειλόταν στην ανάγκη για διπλωματική υποστήριξη της επανάστασης, σε έναν κόσμο όπου οι αντεπαναστατικές δυνάμεις και ιδέες είχαν επικρατήσει πλήρως· αφετέρου, όμως, δήλωνε την προσήλωση των Ελλήνων στον εθνικό προσανατολισμό ο οποίος επισκίαζε τις διακριτές ιδεολογικές και κοινωνικές ταυτότητες των ηγετικών (και μη) προσωπικοτήτων του αγώνα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προσπάθεια απόκρυψης του ονόματος της Φιλικής Εταιρείας (ο εταιρισμός προκαλούσε αρνητικά τις διαθέσεις των Δυνάμεων)  και ο υποβιβασμός του φυσικού αρχηγού της επανάστασης Δημητρίου Υψηλάντη. Επιπλέον, η στάση του Κολοκοτρώνη, στις αρχές τις επανάστασης, που συγκράτησε τον όχλο και τους θερμόαιμους στρατιωτικούς, έξω από το κατάλυμα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, όταν επιχείρησαν να εξοντώσουν τους προύχοντες, λέγοντας ότι δεν πρέπει να μας πουν καρβονάρους.

Το πρώτο ελληνικό πολίτευμα της Επιδαύρου (1822) υπηρέτησε ακριβώς την ανάγκη προβολής του αγώνα, στην Ευρώπη της παλινορθούμενης μοναρχίας (όπου την ίδια εποχή καταπνίγονταν επαναστατικά κινήματα στην Ισπανία, τη Νάπολη και το Πεδεμόντιο), ως εθνικού και θρησκευτικού. Ταυτόχρονα, το προσωρινό πολίτευμα διευθέτησε προσωρινά τις επιμέρους ανταγωνιστικές επιδιώξεις των πρωταγωνιστικών πολιτικών παραγόντων (προυχόντων, φαναριωτών, στρατιωτικών), οι οποίες συνολικά οριοθετούνταν έξω από τον χώρο του φιλελεύθερου ριζοσπαστισμού, όπως αυτός εκφράστηκε πανευρωπαϊκά από τον «ιακωβινισμό» και τον «καρμποναρισμό» στη συνέχεια. Σίγουρα στους κόλπους των Ελλήνων διανοουμένων και, ιδιαιτέρως, των φιλελλήνων υπήρχαν αρκετά στοιχεία που εξέφραζαν, συνήθως, έναν μετριοπαθή και, σε κάποιες περιπτώσεις, ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Τα προτάγματα, όμως, αυτών των ομάδων συμβιβάστηκαν και προωθήθηκαν έως το σημείο εκείνο που να μην διαταράσσεται η επιδιωκόμενη διπλωματική σύνδεση του ελληνικού αγώνα με τον ευρωπαϊκό κόσμο της Ιεράς Συμμαχίας.

Στην εκσυγχρονιστική βιβλιογραφία τονίζονται σε μεγάλο βαθμό τα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά των ελληνικών συνταγμάτων (ισότητα απέναντι στο νόμο, διάκριση των εξουσιών, ανεξιθρησκία), με πρώτο αυτό της Επιδαύρου, και, ενίοτε, η αναντιστοιχία τους με τη παραδοσιακή κοινωνία στην οποία απευθύνονταν. Στη σύνταξή τους, πράγματι, πρωταγωνίστησαν φιλελεύθεροι Έλληνες και φιλέλληνες, όπως ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Ιταλός καρμπονάρος Vincenzo Gallina. Η συνταγματική, ωστόσο, διευθέτηση και η σύσταση επιτροπικής (αντιπροσωπευτικής) διοίκησης ήταν σύμφωνη με τις προθέσεις των επιφανών Ελλήνων του εξωτερικού, ενώ δεν εναντιωνόταν στις αξιώσεις της πλειοψηφίας των ανθρώπων της επαναστατημένης επικράτειας. Επίσης, τα ρεπουμπλικανικά συντάγματα, κατά τη διάρκεια του αγώνα, είχαν προσωρινό χαρακτήρα, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόσωπο εκείνη τη στιγμή που θα αναλάμβανε ως μονάρχης τη διακυβέρνηση. Αυτό σήμαινε ότι η οριστική πολιτειακή συγκρότηση θα ολοκληρωνόταν, μετά από την επιδιωκόμενη -στρατιωτική και διπλωματική- επιτυχία της επανάστασης και την ένταξη της ελληνικής πολιτείας στο ευρωπαϊκό σύστημα σταθερότητας, με την ίδρυση ενός βασιλείου· πράγμα που δεν ήταν αντίθετο με τις διαθέσεις του συνόλου σχεδόν των πολιτικών παραγόντων. Επιπλέον, τα συντάγματα, γενικότερα, στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αποτελούσαν πλέον μία διαδεδομένη πρακτική της εποχής μέσω της οποίας θεσμίζονταν ισχυρά βασίλεια και αναγνωρίζονταν νέα κρατικά μορφώματα και όχι μία ριζοσπαστικά φιλελεύθερη καινοτομία.

Η ελληνική επανάσταση προσάρμοσε το νεωτερικό κεκτημένο του εθνικισμού στις παραδοσιακές νοηματοδοτήσεις του κόσμου και της ιστορίας, στη βάση της υποκατάστασης του θρησκευτικού προνοιακού προορισμού από την υπηρέτηση του εθνικού οράματος. Σε αυτό το πλαίσιο, το μοντέρνο συνταγματικό μοντέλο της Επιδαύρου συνδυάζεται με παραδοσιακές ερμηνείες αποκατάστασης που είναι εμφανείς στο κείμενο της  διακήρυξης της ελληνικής ανεξαρτησίας, σηματοδοτώντας το σημείο συνάντησης της παράδοσης και της νεωτερικότητας. Χαρακτηριστικό στοιχείο της διακήρυξης της ανεξαρτησίας είναι η απουσία της λέξης «επανάσταση» από το κείμενο. Ο αγώνας των Ελλήνων περιγράφεται ως εθνικός και ιερός πόλεμος εναντίον μίας τυραννικής και άνομης εξουσίας. Το εθνικό πρόταγμα έρχεται να υποστασιάσει νομιμοποιητικά το νοούμενο πλέον ως αυθαίρετο και παράνομο πλαίσιο της παρελθούσης συνθήκης της οθωμανικής κατάκτησης. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η επανάσταση προβάλλεται από τους Έλληνες ως προσπάθεια για την επιβολή της νομιμότητας απέναντι στην ανομία της σουλτανικής εξουσίας και όχι ως ανατροπή της τάξης. Η θεία πρόνοια έρχεται να αποκαταστήσει τη νόμιμη εξουσία μέσω της επαναστατικής δράσης (που ονομάζεται «πόλεμος»), η οποία αμφισβητεί τη νομιμότητα του συστήματος της κατάκτησης για να προβάλει τη -χαμένη στον παρελθόντα χρόνο- νομιμότητα του έθνους.

Με βάση τα παραπάνω, είναι εμφανές ότι οι επαναστατικοί λόγοι στον ελληνικό χώρο προσαρμόστηκαν, κατά το διάστημα 1797 – 1821, από τα δεδομένα της ανάπτυξης σε αυτά της ήττας του ριζοσπαστισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η τελική συστράτευση επετεύχθη μέσω της διανοητικής σύγκλησης στη βάση του έθνους και της θρησκείας. Οι ιδεολογικές διαφορές ενυπήρχαν στους κόλπους των επαναστατών, όμως η εθνική αποκατάσταση είχε την απόλυτη προτεραιότητα στη σκέψη και στις στοχεύσεις του συνόλου των πρωταγωνιστών· σε σημείο τέτοιο, ώστε ο όποιος προσδιορισμός που τίθεται στη βάση της ιδεολογικής σύγκρουσης και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τον αγώνα στο σύνολό του να στερείται πραγματολογικής ακρίβειας. Με βάση αυτήν την παραδοχή, οι Έλληνες προέβαλαν τη νομιμότητα του αγώνα, ο οποίος δεν είχε σκοπό τη διατάραξη του ευρωπαϊκού συστήματος σταθερότητας, σε αντίθεση με άλλες φιλελεύθερες επαναστάσεις που κατεστάλησαν την ίδια εποχή στη γηραιά ήπειρο. Η επανάσταση επιδίωξε εξ υπαρχής τη σύνδεση με την Ευρώπη και τα ισχυρά βασίλεια, αξιώνοντας όμως μία ισότιμη και ειλικρινή σχέση βασισμένη σε κοινά πολιτισμικά δεδομένα και όχι στην υποτέλεια. Η τελευταία ήταν παράγωγο της στρατιωτικής ήττας της επανάστασης, όχι ο εξ αρχής ομολογημένος σκοπός της.

Μιχάλης Ρέττος (Cognosco Team),

Εκπαιδευτικός, απόφοιτος κλασικής φιλολογίας (ΕΚΠΑ). Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Baker, Keith Michael. “Revolutionizing Revolution.” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (επιμ.). Stanford, California: Stanford University Press, 2015.

Edelstein, Dan. “From Constitutional to Permanent Revolution.” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (επιμ.), 118–30. Stanford, California: Stanford University Press, 2015.

Leake, William-Martin. Researches in Greece. Λονδίνο: John Booth, Duke Street, Portland Place, 1814.

Petropulos, John. Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843). Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1985.

Rakove, Jack. “Constitutionalism: The Happiest Revolutionary Script.” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (επιμ.). Stanford, California: Stanford University Press, 2015.

Βακαλόπουλος, Απόστολος. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. τ. Ε΄. Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος, 1982.

Δαφνής, Κώστας (επιμ.). Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια. τ. ΣΤ΄. Κέρκυρα: Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 1985.

Δημακόπουλος, Γεώργιος. Η Διοικητική Οργάνωσις Κατά Την Ελληνικήν Επανάστασιν 1821-1827. Αθήνα: Τύποις Αδελφών Κλεισιούνη, 1966.

Δημαράς, Κ.Θ. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: Ερμής, 2009.

Διαμαντούρος, Νικηφόρος. Οι Απαρχές Της Συγκρότησης Σύγχρονου Κράτους Στην Ελλάδα, 1821 -1828. Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2002.

Θεοτοκάς, Νίκος. “Παράδοση Και Νεοτερικότητα: Σχόλια Για Το Εικοσιένα,” Τα Ιστορικά, τχ. 17 (1992): 345–70.

Κιτρομηλίδης, Πασχάλης. Η Γαλλική Επανάσταση Και η Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αθήνα: Πορεία, 2000.

———. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2009.

———. Ρήγα Βελεστινλή: Άπαντα Τα Σωζόμενα. τ. Ε΄. Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων, 2000.

Παναγιωτόπουλος, Βασίλης. “Η Φιλική Εταιρεία: Οργανωτικές Προϋποθέσεις Της Ελληνικής Επανάστασης.” στην Ιστορία Του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ.Γ΄. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003.

Παντελοδήμος, Δημήτριος. Απηχήσεις Της Γαλλικής Επανάστασης Στον Ελληνικό Χώρο Κατά Το ΙΘ΄ Αιώνα. Αθήνα: Συμμετρία, 1993.

Τζάκης, Διονύσης. “Η Εφορεία Της Φιλικής Εταιρείας Στην Πελοπόννησο: Σκέψεις Για Τη Συμμετοχή Των Τοπικών Ηγετικών Ομάδων Στο Εθνικό Κίνημα.” Ιόνιος Λόγος Ε΄ (2015): 97–110.

Φιλήμων, Ιωάννης. Δοκίμιον Ιστορικόν Περί Της Ελληνικής Επαναστάσεως. τ. Α΄. Αθήνα: Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτένα, 1859.

———. Δοκίμιον Ιστορικόν Περί Της Φιλικής Εταιρείας. Ναύπλιο: Θ. Κονταξής και Ν. Λουλάκης, 1834.

huffingtonpost.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας

Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.

Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα

Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.

Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.

Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.

Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.

Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ

Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).

Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.

Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.

Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.

Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.

Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού

Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.

Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.

Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.

Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.

Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.

Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές

Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.

Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.

Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.

Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.

Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.

Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας

Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.

Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.

Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.

Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.

Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.

Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.

Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών

Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.

Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.

Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.

Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.

Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.

Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.

Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές

Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.

Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.

Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.

Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.

Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.

ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός15 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις16 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή