Ιστορία - Πολιτισμός
Ο Δασκαλογιάννης, τα Ορλωφικά και η πρώτη κρητική επανάσταση
Του Γώργου Καραμπελιά από την ιστοσελίδα newshub.gr
Η χαρακτηριστικότερη απόδειξη για τον πανελλαδικό χαρακτήρα που έτεινε να προσλάβει η επανάσταση των Ορλωφικών το 1770 είναι η επανάσταση του Δασκαλογιάννη στα Σφακιά, που αποτελεί ένα γεγονός πανελλαδικής εμβἐλειας, είχε χιλιάδες θύματα και διήρκεσε τόσο πολύ, ώστε να μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε πως αποτελεί το δεύτερο επίκεντρο της επανάστασης μετά την Πελοπόννησο.
Ευτυχώς, για τους αγώνες των Σφακιανών και το μαρτύριο του ηγέτη της επανάστασης διαθέτουμε μια ἐμμετρη αφήγηση, 1034 στίχων, το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη». Το έπος το συνέθεσε ένας συναγωνιστής του Δασκαλογιάννη, ο αγράμματος τυροκόμος μπαρμπα Μπατζελιός (Παντελής), από το Μουρί Σφακίων, ο οποίος δεκαέξι χρόνια μετά το πέρας της επανάστασης, θα το αφηγηθεί στον Αναγνώστη του παπά Σήφη Σκορδύλη, ο οποίος και το κατέγραψε.
Τα Σφακιά, όπως η Μάνη ήταν μια περιοχή ημιανεξάρτητη και απροσπέλαστη στους Τούρκους. Ο Εβλιγιά Τζελεμπή, αναφέρει ότι τα Σφακιά τα είχε πατήσει ο ίδιος ο θρυλικός Δελή Χουσεΐν Πασάς, ο Γαζής. Ωστόσο το 1658, και σε συμφωνία με τον Χουσεΐν Πασά, τα Σφακιά έγιναν βακούφια αφιερωμένα στις ιερές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα και οι Τούρκοι ποτέ δεν εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή.
Στα τουρκικά αρχεία του Μεγάλου Κάστρου, που μετέφρασε ο Ν. Σταυρινίδης, βρίσκουμε οργισμένα φιρμάνια των σουλτάνων, που ζητούν να λάβει τέλος αυτή η προνομιακή μεταχείριση των Σφακιανών. Διαβάζουμε στις 18-3-1759:
…παρά ταύτα, οι ραγιάδες της εν λόγω επαρχίας (Σφακίων) συνεργαζόμενοι στενώς μετά των απίστων εχθρών κουρσάρων και όντες λίαν πανούργοι και δόλιοι, βασιζόμενοι δε και εις το δύσβατον των οδών των και το απρόσιτον της Επαρχίας των…, αρνούνται… την καταβολήν των φόρων των, προβάλλοντες άρνησιν και εμμονήν και αντίστασιν, συγκεντρωθέντων ούτω εις χείρας των άνω των 40.000 γροσίων… Οσάκις δε απέστειλε (ο έφορος) ανθρώπους εις την Επαρχίαν των διά να ζητήσουν… την πληρωμήν… όχι μόνον δεν επλήρωσαν τούτους, αλλ’ ούτε απάντησιν τινά έδωσαν…
Ωστόσο σε βασιλικό «Χάττι Χουμαγιούν» της 19ης Ιουνίου 1765, τονίζεται: «Άμα τη λήψει, ενεργούντες συμφώνως προς την επί τούτοις εκδοθείσαν διαταγήν μου… φροντίσατε να σέβεσθε την παλαιόθεν εις τα βακούφια ελευθερίαν…».
Όταν τους απειλούσαν οι Τούρκοι, άλλοι Σφακιανοί διέφευγαν με τα σκάφη τους στο πέλαγος και οι υπόλοιποι ανέβαιναν στα απάτητα βουνά και στα άγρια φαράγγια της περιοχής. Διαβάζουμε σε φιρμάνι της εποχής: «Εάν δε, παρ’ ελπίδα, φθάση απεσταλμένος τις εις την επαρχίαν των, οι κατηραμένοι κάτοικοί της και οι υπόλοιποι καπεταναίοι τους διαφεύγουν…».
Ποτέ δεν έπαψαν να έρχονται σε προστριβές με Τούρκους αξιωματούχους των γύρω περιοχών. Εκείνη την εποχή βρισκόταν σε μόνιμη αντιδικία με τον γαιοκτήμονα και κτηνοτρόφο Ιμπραήμ Αληδάκι, απόγονο Ενετών εξωμοτών, που είχε στήσει δεκατέσσερις στάνες στα βουνά από το Ρέθυμνο μέχρι τη Σούδα, ενώ στον πύργο του, κτισμένο πάνω στη μοναδική έξοδο των Σφακιών, στέγαζε δεκάδες ενόπλους, μεταξύ των οποίων και χριστιανούς.
Ο Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων, ορεινό χωριό σε ύψος 600μ., περί τα δύο χιλιόμετρα από τη θάλασσα, στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλης. Πιθανολογείται ότι γεννήθηκε μεταξύ του 1722 και του 1730. Έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «Δασκαλογιάννης» διότι εξ αιτίας της μόρφωσής του τον αποκαλούσαν «δάσκαλο». Ο «Δάσκαλος» έναν αιώνα μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους εγκαινίασε μια νέα περίοδο επαναστάσεων των Κρητικών, αυτή φορά όχι εναντίον των Ενετών αλλά των Τούρκων, και ξεσήκωσε τους συμπατριώτες του για να κάνει «ρωμέϊκο» την Κρήτη.
Ο πατέρας του ήταν καραβοκύρης, ενώ πιθανότατα είχε στείλει το γιο του στην Ιταλία δεδομένου ότι μιλούσε ιταλικά, αλλά και ρώσικα. Ο Ιωάννης είχε τέσσερα αδέρφια, τέσσερις κόρες και δύο γιους και κατείχε τέσσερα μεγάλα σκάφη με τα οποία ταξίδευε στα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλσσας. Μαζί με τ’ αδέρφια του είχε ναυτικά «πρακτορεία» στα κυριότερα λιμάνια.

Οι Σφακιανοί, σε αντίθεση με τους άλλους Κρητικούς που είχαν υποχρεωθεί από την τουρκική κατοχή να εγκαταλείψουν τη μεγάλη ναυτική παράδοση της Κρήτης, ήταν σχεδόν οι μόνοι που την συνέχιζαν, διατηρώντας δεκάδες καράβια, με βάση το Λουτρό στο Λιβυκό πέλαγος, μια και η ναυτιλία αναπτυσσόταν πάντα σε περιοχές απρόσιτες για την τουρκική εξουσία.
Ο Δασκαλογιάννης συμμετείχε πιθανότατα και στις συσκέψεις των Ελλήνων στην Τεργέστη με τους Ρώσους και τους Έλληνες προξένους των και δέχεται να συμμετάσχει στο επαναστατικό κίνημα πιστεύοντας πως ρωσικός στόλος και στρατός θα φθάσουν στην Κρήτη για να συνδράμουν τους επαναστατημένους Κρητικούς.
Το 1769 επιστρέφει στα Σφακιά και προσπαθεί να πείσει τους συμπατριώτες του πως ήρθε ή ώρα του σηκωμού και της απελευθέρωσης. με τη συνδρομή του ξανθού γένους.
«Μεσούντος του μηνός Σιεβάλ», δηλαδή το τέλος Ιανουαρίου 1770, οι Τούρκοι των Χανίων αναφέρουν στον σουλτάνο ότι, όπως αποκαλύπτουν «εξ αλλεπαλλήλων πηγών γραπταί πληροφορίαι», δεκάδες ρούσικα πλοία εισέβαλαν στη Μεσόγειο από το Γιβραλτάρ ενώ ο Αλέξιος Ορλώφ, που βρισκόταν τότε στη Πάρο με το ρώσικο στόλο, στέλνει ξανά επιστολή στον Δασκαλογιάννη και του υπόσχεται για άλλη μια φορά βοήθεια.
Θέ μου, καὶ δώσ’ μου φώτιση, καρδιὰ σὰν τὸ καζάνι,
νὰ κάτσω νὰ συλλογιαστῶ τὸ Δάσκαλο τὸ Γιάννη, [ ]
Ὁ Μπέης ἀποὺ τὴ Βλαχιὰ κι ὁ Μπέης ’πού τὴ Μάνη
κρυφοκουβέντες εἴχασι μὲ τὸ Δασκαλογιάννη,
ὀποῦ ’τονε ξεχωριστὸς σὲ πλούτη κι ἀξιοσύνη,
μὲ τὴν καρδιὰ ντου ἤθελε τὴν Κρήτη Ρωμιοσύνη.
Κάθε Λαμπρὴ καὶ Κυριακὴ ἔβανε τὸ καπέλο
καὶ τοῦ Πρωτόπαπα ’λεγε «Τὸ Μόσκοβο θὰ φέρω,
νὰ τὰ συντράμει τὰ Σφακιά, τσὶ Τούρκους νὰ ζιγώξου
καὶ γιὰ τὴν Κόκκινη Μηλιὰ δρόμο νὰ τῶνε δώσου.
Κι ὂσ’ ἀπ’ αὐτοὺς τὸ θέλουσι στὴν Κρήτη ν’ ἀπομείνου,
σταυρὸ νὰ προσκυνήσουσι καὶ χρισθιανοὶ νὰ γίνου.» [ ]
Ο Δασκαλογιάννης συμμετέχει έτσι στον κεντρικό πυρήνα του επαναστατικού εγχειρήματος, μαζί με τον «Μπέη ἀποὺ τὴ Βλαχιὰ» και τον «Μπέη ’πού τὴ Μάνη» και στόχος του ήταν η ανασύσταση ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους: να κάνει «τὴν Κρήτη Ρωμιοσύνη» στέλνοντας τους Τούρκους πίσω στην «Κόκκινη Μηλιά». Εξ άλλου διακρίνεται καθαρά η αναφορά στους τουρκοκρητικούς που αν θέλουν να μείνουν στην Κρήτη θα πρέπει να γίνουν και πάλι χριστιανοί:
Δείχνει του καὶ τὰ γράμματα ποὺ ’χε ’πό τσὴ Ρωσίας
κι ἀποὺ τὸ Μπέη τοῦ Μωργιᾶ καὶ Μπέη τσὴ Βλαχῖας,
ποῦ μέσα κεῖ τοῦ λέγασι «Δάσκαλε, χαζιρεύγου,
καράβια ’πού τὸ Μόσκοβο κι ἀσκέργια θὰ κατέβου·
καὶ σὰν ἀκούσεις πόλεμο σὲ τοῦτα δὰ τὰ μέρη
νὰ ξεκινήσεις τὸ εὐτὺς μὲ οὖλο σου τ’ ἀσκέρι,
τὰ παλληκάργια τῷ Σφακιῷ στσι Τούρκους νὰ μολάρεις,
νὰ μὴν τωνὲ χωστεῖ κιανεῖς, πεζὸς γ-ἢ καβαλάρης.
καὶ τὴν Τουρκιὰ οὔλη μαζὶ νὰ τῆνε πολεμοῦμε,
λεύτερη τὴν πατρίδα μας ὀγλήγορα νὰ δοῦμε».
«Ἄκουσες ’δά, Πρωτόπαπα, τὰ γράμματα πῶς πάσι;
μὰ θὲ νὰ περιμένομε γιὰ νὰ χαζιρευτούσι,
τὰ κάτεργα [ ]
«Οὒλ’ οἱ Ρωμιοὶ θὰ σηκωθοὺ καὶ τὴν Τουρκιὰ θὰ φάσι».
Μετά από συνελεύσεις στις οποίες ψήφισαν όλοι οι «άνδρες των αρμάτων», στις 25 Μαρτίου 1770 δεκάδες παπάδες, πάνοπλοι και δύο χιλιάδες επαναστάτες με τους καπετάνιους τους, ύστερα από μια πανηγυρική λειτουργία και τους απαραίτητους πυροβολισμούς, κήρυξαν την επανάσταση, στην αυλή της Παναγίας της Θυμιανής, υψώνοντας την επαναστατική σημαία στην Ανώπολη. Αρχηγοί των επαναστατών, εκτός από τον Δασκαλογιάννη αναφέρονται ο Μανούσακας, ο Γιωργάκης, ο Βουρδουμπάς, ο Χούρδος, ο Μπουνάτος, ο παπα Σήφης, ο Βολούδης, ο Μωράκης, ο Σκορδίλης και αρκετοί άλλοι .
Όμως την τελευταία στιγμή ο Αλέξιος Ορλώφ με το ρώσικο στόλο, αντί να πλεύσει προς τα Χανιά, όπως είχε υποσχεθεί με την επιστολή του προς τον Δασκαλογιάννη, έπλευσε προς τον Τσεσμέ όπου και καταναυμάχησε τον τούρκικο στόλο.
Οι Τούρκοι κινητοποιούνται αμέσως και στις 7 Μαΐου του 1770 έφτασε στο Μεγάλο Κάστρο αυτοκρατορικό φιρμάνι που όριζε: «Αν εξακριβώσητε ότι πράγματι ούτοι (οι Σφακιανοί) τυγχάνουσι επαναστάτες και στασιαστές, ενισχύουν δε τους εχθρούς της πίστεως και προβαίνουν εις πράξεις ανατρεπτικάς… τότε πάντες υμείς εν ομοφωνία εκστρατεύσατε εναντίον τους και προβήτε εις την σφαγήν και τον αφανισμόν αυτών…».
Στα τέλη Μαϊου άρχισαν οι μάχες . Οι τουρκικές δυνάμεις χτυπούσαν τα Σφακιά από δυο μέρη. Από την ανατολική διάβαση και κατά μέτωπον.
Παρά την τεράστια αριθμητική υπεροχή του εχθρού, οι επαναστάτες έδωσαν φονικότατη μάχη στα στενά της Νίμπρου που κράτησε δύο ολόκληρες μέρες, ώστε να καθυστερήσει η προέλαση των τουρκικών δυνάμεων και να επιβιβασθούν στα καράβια τα γυναικόπαιδα. Οι επαναστάτες κερδίζουν τις πρώτες μάχες, και αιφνιδιάζουν τον εχθρό κυλώντας ακόμη και βράχους από τις πλαγιές των φαραγγιών.
Ωστόσο οι Τούρκοι πληροφορούνται ότι τα γυναικόπαιδα σκοπεύουν να διαφύγουν δια θαλάσσης και στέλνουν 6.000 στρατό στην Ανώπολη για να τα εμποδίσει. Πάνω από το Λουτρό γίνεται άγρια μάχη στήθος με στήθος, Από τους 700-800 άνδρες του Δασκαλογιάννη, έχουν σκοτωθεί οι 300, ενώ οι Τούρκοι είχαν πάνω από 1000 νεκρούς, Στο τέλος κατορθώνουν να μπουν στην Ανώπολη, όπου στη σφαγή που ακολούθησε σκοτώθηκαν όλοι, άνδρες και γυναίκες, εκτός από εκατό γυναικόπαιδα που αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι. Οι τελευταίοι συνέχισαν το εξοντωτικό τους έργο, κόβοντας δέντρα και ξεριζώνοντας τα αμπέλια. Όσους άνδρες συλλάμβαναν τους έσφαζαν επί τόπου, ενώ πολλές γυναίκες, παιδιά και γέρους τους έριχναν σε γκρεμούς.
Στη διάρκεια της φονικής μάχης ο Δασκαλογιάννης είχε στείλει τη γυναίκα του μαζί με τις δύο μεγάλες του κόρες, τη Μαρία και την Ανθούσα, στο Λουτρό, για να μπουν στο καράβι του. Ωστόσο οι κόρες του θα πέσουν στα χέρια των Τούρκων που τις παρέδωσαν στον σερασκέρη.
Ο πασάς του έστειλε επιστολή παρακαλώντας τον να παραδοθεί, με την υπόσχεση ότι θα αποχωρήσει αμέσως από τα Σφακιά. Στη Γενική Συνέλευση που συγκαλείται στα Κρούσια αποφασίζουν ομόφωνα ότι θα συνεχίσουν τον αγώνα και μηνύουν στον πασά ότι δεν θα παραδοθούν ποτέ.
Η τελευταία πράξη του δράματος παίζεται στο φαράγγι της Αράδαινας, στα Λευκά Όρη. Οι Τούρκοι στρατοπέδευσαν χαμηλά στο Φραγκοκάστελλο όπου εύρισκαν νερό γιατί οι Σφακιανοί δηλητηρίασαν όλα τα πηγάδια της περιοχής. Και από κει με επιδρομές και ενέδρες προσπαθούσαν να συλλάβουν τον Δασκαλογιάννη ενώ τους είχαν αποκόψει από πηγές ανεφοδιασμού. Οι τελάληδες φώναζαν κάθε μέρα πως αν παραδοθεί ο Δασκαλογιάννης, ως όμηρος και ως εγγύηση πως δεν θα συνεχιστεί η επανάσταση οι Τούρκοι θα φύγουν από τα Σφακιά και θα χορηγήσουν γενική αμνηστία.
Ο Δασκαλογιάννης αποφάσισε να δεχθεί τις επίμονες προτάσεις των πασάδων, μια και κρατούσαν και τις θυγατέρες του. Ο πασάς τον δέχεται, του παρουσιάζει τη κόρη του Μαρία για να τον ευχαριστήσει και μετά άρχισε να τον ανακρίνει. Παράλληλα έστειλε την ακόλουθη επιστολή στους Σφακιανούς:
Προς τους καπεταναίους των Σφακίων
Με το γενικό αρχηγό σας τον οποίο θεωρώ φίλο και όχι αιχμάλωτο έδωσα τις ακόλουθες συμφωνίες που πρέπει να παραδεχτείτε όλοι, αλλιώς θα σας καταστρέψομε εντελώς.
Πρώτον: Ο αρχηγός Δασκαλογιάννης δεν θα επιστρέψει στα Σφακιά αλλά θα παραμείνει μαζί μας, για τρία χρόνια, με την περιποίηση φυσικά που απαιτεί η θέση του.
Δεύτερον: Πρέπει να δηλώσουν οι Σφακιανοί εγγράφως ότι αναγνωρίζουν την τούρκικη κυβέρνηση της Κρήτης.
Τρίτον: Οι Σφακιανοί θα εξακολουθούν να έχουν τα όπλα τους, θα διοικούνται σύμφωνα με τα έθιμά τους, και θα πληρώνουν κάθε χρόνο 5000 γρόσια.
Αφού δεν υπήρχαν περιθώρια επιλογής, γίνεται αποδεκτή και το κίνημα παίρνει τέλος. Την απάντηση ανέλαβαν να τη μεταφέρουν στον πασά εβδομήντα πέντε οπλαρχηγοί, ο πρωτόπαπας κι άλλοι έξη παπάδες, στέλνοντας και 500 αιγοπρόβατα πεσκέσι.
Ο Χασάν πασάς τους συνέλαβε αμέσως, και τους φυλάκισε στον Κουλέ του Ηρακλείου όπου μερικούς κρέμασε αμέσως ενώ άλλοι πέθαναν από τα βασανιστήρια. Όσοι επέζησαν κατόρθωσαν να δραπετεύσουν μετά από χρόνια.
Τον Δασκαλογιάννη μαζί με την κόρη του – αφού τον κράτησε ο πασάς για ένα διάστημα στο σεράγι ως δόλωμα για τους τρεις αδελφούς του, που είχαν καταφύγει στα Κύθηρα– τον παρέδωσε βορρά στο μαινόμενο πλήθος στις 17 Ιουνίου 1771, ημέρα Παρασκευή, αργία των Μουσουλμάνων. Αφού τον διαπόμπευσαν μέσα από τους κεντρικούς δρόμους κατέληξαν στην πλατεία της ανατολικής πύλης του Μεγάλου Κάστρου. Ήρθαν μαραγκοί, έμπηξαν τέσσερις πασσάλους στο χώμα, κάρφωσαν σανίδες κι έκαναν ένα κάθισμα ψηλό όπου τον έβαλαν να καθίσει και αφού τον έδεσαν ένας γενίτσαρος με ξυράφι στο χέρι τον άρπαξε απ’ τα μαλλιά και άρχισε να τον γδέρνει σιγά-σιγά. Μπροστά του έβαλαν ένα καθρέφτη για να μεγαλώσουν την οδύνη του και έφεραν δεμένο τον αδερφό του, Χατζή Σγουρομάλλη και όταν είδε ο ένας τον άλλο, «εμουγκαλίσθησαν ως βόες δις και τρις» κατά την έκφραση του ιστορικού. Από τη στιγμή αυτή ο Σγουρομάλλης τρελάθηκε. Το πτώμα του Δασκάλου το άφησαν δυο μέρες, να το σαπίσει ο καλοκαιρινός ήλιος και μετά υποχρέωσαν δυο ραγιάδες να το θάψουν Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του Δασκαλογιάννη συγκλόνισε τα Σφακιά.
Οι καπετάνιοι, που έμειναν με το τουφέκι στα χέρια πάνω στα ερείπια, ορκίστηκαν εκδίκηση. Συνέχισαν τις επιδρομές κατά των «γενιτσαραγάδων» και τρία χρόνια αργότερα εξόντωσαν και τον πανίσχυρο Αληδάκη και τις εκατοντάδες των ανθρώπων του, πυρπολώντας τον πύργο του και καταστρέφοντας τα υποστατικά του.

Κρητικοί και «γενιτσαραγάδες»
Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη δεν μαρτυρά μόνο την απαρχή των υπερτοπικών πανελλαδικών επαναστατικών κινήσεων, αλλά σηματοδοτεί μία ιστορική τομή για την Κρήτη. Πράγματι, επί εκατό περίπου χρόνια, μετά την τουρκική κατάκτηση, οι Κρητικοί είχαν σιγήσει, μετά τα κύματα των εκτεταμένων εξισλαμισμών. Το γεγονός ότι ένα σημαντικό ποσοστό Κρητικών, –κάποτε εξ αιτίας της αντίθεσης προς τους καθολικούς Ενετούς και της βαρύτατης εκμετάλλευσης την οποία υφίσταντο από αυτούς– είχε στραφεί στο Ισλάμ, είχε δημιουργήσει συνθήκες υποταγής των χριστιανών Κρητικών στην Οθωμανική εξουσία.
Οι Τουρκοκρητικοί, οι οποίοι μιλούσαν και τραγουδούσαν στα ελληνικά – ο Ερωτόκριτος ήταν από τα αγαπημένα τους ποιήματα ενώ πολλοί το απήγγειλαν από στήθους. Ο V. Bernard έγραφε το 1897 : «Ο Τούρκος κύριος, από την πρώτη γενιά αποκτούσε κρητικόπουλα που ήταν από ράτσα και γλώσσα Έλληνες. Οι γενίτσαροι της δεύτερης γενιάς δεν ήξεραν πια ούτε λέξη τούρκικη και εδώ και ενάμιση αιώνα το νησί ολόκληρο δε μιλάει παρά ελληνικά». «Οι πραγματικοί τούρκοι, αυτοί που συγκρότησαν το στρατό, ο οποίος κατάλαβε το νησί, έφυγαν και όσοι απόμειναν και αυτοαποκαλούνται Τούρκοι είναι κρητικοί στην εμφάνιση και εκτός αυτού μιλούν την κρητική γλώσσα. Ελάχιστοι από τους τουρκοκρητικούς που συνάντησα ήξεραν αρκετά τουρκικά, ενώ πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, δεν ακολουθούσαν το Κοράνι καθώς έπιναν ελεύθερα κρασί».
Ωστόσο οι Τουρκοκρητικοί, παρότι «Κρήτες» και παρά την κοινότητα της γλώσσας και των ηθών, εντάσσονται στο στρατόπεδο των κυριάρχων, εξ αιτίας της μουσουλμανικής θρησκείας α. Εξ αιτίας της απουσίας «αληθινών» Τούρκων στο νησί, η αντιπαράθεση της χριστιανικής πλειοψηφίας γίνεται ακόμα πιο βίαιη με τους «γενιτσάρους» πράγματι, οι Τουρκοκρητικοί, όντας ενταγμένοι στην κρητική κοινωνία, καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τους χριστιανούς αγριότερα. Έτσι η επανάσταση του 1770 αποτελεί την πρώτη από μία σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων που αντιπαραθέτουν όχι απλώς τους Κρητικούς με την Οθωμανική εξουσία, αλλά και με τους εγχώριους εκφραστές της, τους Τουρκοκρητικούς.
Στον φανταστικό διάλογο μεταξύ του πασά και του αιχμαλώτου Δασκαλογιάννη που παραθέτει ο Μπάρμπα Μπατζελιός, ο πασάς απαριθμεί τα προνόμια των Σφακιανών από την Οθωμανική εξουσία, κατηγορώντας τον «Δάσκαλο» για αναίτια εξέγερση και αιματοχυσία:
Σὰ θέλεις, Δάσκαλε Γιαννιό, νὰ μὴν κακαποδώσεις,
πές μου, εἴντα ’το ἡ γὶ-ἀφορμὴ πόλεμο νὰ σηκώσεις;
Οἱ Σφακιανοὶ δωσίματα, χαράτσια δὲν ἐδίδα,
πές μου ποιὸς εἶναι ἀφορμὴ ποὺ ’πέσαν στὴν παΐδα
καὶ Σφακιανὸς δωσίματα δὲν ἔδιδε ποτές του
κι ὁ βασιλιὰς τὰ ’χάριζε χατήρι τσὴ νενές του.
…. Μόνο ’σηκώθης, Δάσκαλε, μὲ τὸ Μωργιᾶν ἀντάμι
γιὰ νὰ χαθεῖ τόσος λαὸς κι ἐσὺ νὰ βγάλεις νάμι
τ’ ἀσκέργια τὰ βασιλικὰ ν’ ἀδικοσκοτωθούσι
κι ἀποὺ τσὴ Κρήτης τὴν Τουρκιὰ χιλιάδες νὰ χαθούσι
πάνω στὰ ὅρη, στὰ βουνά, εἰς τσ’ ἔρημες μαδάρες,
χιλιάδες ἀπομείνασι γιανίτσαροι κι ἀγάδες.
Ο Δασκαλογιάννης, παρότι δέχεται πως οι Σφακιανοί απολαμβάνουν όντως προνομιακό καθεστώς, αναφέρεται στην αβάσταχτη πραγματικότητα του συνόλου των Κρητικών που υφίστανται τα πάνδεινα από τους «γιαννιτσαραγάδες» που τους αφήνουν «ἀχαλίνωτους» «οἱ γὶ-ἄνομοι Πασάδες». Οι Τούρκοι αξιωματούχοι είναι υπεύθυνοι διότι αφήνουν τους Τουρκοκρητικούς γενιτσάρους ασύδοτους να βασανίζουν τους «Κρητικούς».
Ὁ Δάσκαλο τονὲ γροικά, γυρίζει καὶ τοῦ κάνει
(καπνὸν ἀποὺ τὸ στόμα ντοὺ κι ἀποὺ τ’ ἀρθούνια βγάνει):
«Καλὲ Πασά, εἴντα ’ν’ αὐτὰ ποὺ κάθεσαι καὶ λέεις
καὶ τὸ λαὸ ποῦ ’χάθηκε περίσσια τόνε κλαίεις;
Ποῦ ’πέρασαν οἱ γ-ἑκατὸ ἀποὺ ’ρθετε στὴν Κρήτη
κι ἐκάμετε τσὶ Κρητικοὺς καὶ δὲν ὁρίζου σπίτι
μουϊδὲ καὶ τσ’ ἀπατοὺς τωνε μουϊδὲ καὶ τὰ παιδιὰ ντων
μουϊδὲ καὶ τὴ ζωὴ ντωνε μουϊδὲ τὰ πράματα ντων.
Οὐλημερὶς εἰς τσ’ ἐγγαργειές, στὰ βάσανα καὶ κόπους
καὶ σὰν τὰ ’ζά τσὶ διαχνετε, δὲ τζὶ θωρείτ’ ἀθρώπους.
Πάντα γυρεύγετ’ ἀφορμὴ τὸ γ-αἷμα ντῶ νὰ πχεῖτε
καὶ νὰ σκοτώσετε Ρωμιὸ πολλά το πεθυμεῖτε
κι ἔναι κι ἡ μόνη σας χαρὰ νὰ ἰδεῖτε σκοτωμένους,
ξεκοιλιασμένους στὰ στενὰ κι αἱματοκυλισμένους
ἀποὺ δὲ τζὶ στιμάρετε μουϊδὲ σὰν κλωσσοπούλια,
γιὰ νὰ τσὶ θάψουν ὕστερα τσὶ βάνου στὰ σακούλια.
Καὶ ἡ γ-αἰτία εἶστε σεῖς, οἱ γὶ-ἄνομοι Πασάδες,
π’ ἀφῆνετ’ ἀχαλίνωτους τσὶ γιαννιτσαραγάδες
…. Ἀλήθεια λές, οἱ Σφακιανοὶ δωσίματα δὲ δίδου
καὶ τ’ ἅρματα ντωνε κιανιοὺς ποτὲς δὲν παραδίδου.
Τσὴ Κρήτης τσ’ ἄλλους χρισθιανοὺς ἀποὺ ’νιαι στοῦ Σουλτάνου
δὲ τζ’ ἔχετε γιὰ τίβοτσι στὸν κόσμο τὸν ἀπάνω,
γι’ αὐτὰ κι ἐγὼ ’ποφάσισα τὴν Κρήτη νὰ σηκώσω
κι ἀποὺ τ’ ἀνύχια τῶν Τουρκῶ νὰ τῆνε λευτερώσω
πρῶτο γιὰ τὴν πατρίδα μου, δεύτερο γιὰ τὴν πίστη,
τρίτο γιὰ τσ’ ἄλλους χρισθιανοὺς ποὺ κάθουνται στὴν Κρήτη
γιατί, κι ἂν εἶμαι Σφακιανός, παιδὶ τσὴ Κρήτης εἶμαι
καὶ νὰ θωρῶ τσὶ Κρητικοὺς στὰ βάσανα πονεῖ με.»
*Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
