Ιστορία - Πολιτισμός
Οι έσχατοι κομιτατζήδες στη Θράκη
*Καταδιωκτικό απόσπασμα στις Σέρρες, με το πτώμα Βουλγαρόφωνου κομιτατζή το 1936
Τέτοια περιστατικά της έσχατης δράσης των κομιτατζήδων στη Θράκη αλλά και εν μέρει στην λοιπή Βόρεια Ελλάδα, θα θυμηθούμε σήμερα.
Ο όρος κομιτατζής χαρακτηρίζει τους αντάρτες- μέλη μυστικών επαναστατικών οργανώσεων που δρούσαν στα Βαλκάνια κατά την διάρκεια της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ειδικά στη Μακεδονία η λέξη κομιτατζής χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει Βούλγαρους που εντάσσονταν σε τέτοιες ομάδας και με το όπλο και το μαχαίρι τρομοκρατούσαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς με στόχο να τους στρέψουν στη σχισματική βουλγαρική εκκλησία και να τους καταστήσουν Βούλγαρους. Επρόκειτο δηλαδή για απροκάλυπτη παρακρατική δράση, που συνήθως την καθοδηγούσαν στρατιωτικοί.
Ωστόσο η δράση των ομάδων αυτών έχει δυσδιάκριτες πτυχές και ασαφείς επικαλύψεις ανάμεσα στην εθνικιστική- παρακρατική δράση και στην ληστοκρατία.
Η Θράκη, και από τις δύο πλευρές των συνόρων προς τη Βουλγαρία, δοκιμάσθηκε σκληρά κατά τα πρώτα σαράντα χρόνια του 20ου αιώνα, από τη δραστηριότητα βουλγαρικών ληστρικών ομάδων, αφού μάλιστα είχαν λήξει οι πολεμικές συρράξεις στα Βαλκάνια και είχαν αραιώσει οι δράσεις των εθνικιστικών βουλγαρικών ομάδων.
Μετά το 1922 και την παγίωση των συνόρων στα Βαλκάνια άρχισαν να επαναδραστηριοποιούνται ομάδες κομιτατζήδων με ενέργειες της Έσωτερικής Επαναστατικής Θρακικής Οργανώσεως. Ειδικά το Μάρτιο του 1923 ιδρύθηκε αυτή η νέα βουλγαροτουρκική οργάνωση κομιτατζήδων η λεγόμενη Εσωτερική Θρακική Επαναστατική Οργάνωση υπό τον Τάνεφ Νικολώφ και τον απόστρατο Τούρκο ταγματάρχη Φουάτ Μπέη.
Τα διάφορα κομιτάτα σε Βουλγαρία αλλά και Τουρκία, γιατί και εκεί υπήρχαν με στόχους πάντα ανθελληνικούς, έδρασαν έως το 1932 και αργότερα σποραδικά. Όμως το 1927 με τη Βουλγαρία και το 1932 με την Τουρκία άρχισαν οι διμερείς διαπραγματεύσεις της Ελλάδας, που κατέληξαν σε σημαντικές συμφωνίες, ώστε να αντιμετωπιστεί δραστικά το εγκληματικό αυτό φαινόμενο. Μάλιστα μεταξύ των ετών 1928-1929 εκτελέσθηκαν τέσσερις Βούλγαροι αρχηγοί συμμοριών και διάφοροι άλλοι συνεργοί τους φυλακίσθηκαν.
Πάντως, παρά την αρχική ύφεση στη δράση τους, σημειώθηκε δράση εθνικιστικών κομιτατζήδικων ομάδων όπως για παράδειγμα η πολύνεκρη επίθεση στα Πετρωτά Έβρου τον Μάιο του 1922 (Βλέπε σχετικά στο https://sitalkisking.blogspot.com/2018/02/1920.html). Επίθεση βουλγαροτουρκικής οργάνωσης κομιτατζήδων, σημειώθηκε και κατά του πομακικού χωριού Εχίνος Ξάνθης, τον Νοέμβριο του 1922. Μετά την αποτυχία της επίθεσης κατά του Εχίνου, διαλύθηκε η συγκεκριμένη οργάνωση. Γενικά οι ελληνικές μεθοριακές φρουρές δέχονταν συχνά ενοχλήσεις από εισβολές μικρών κυρίως βουλγαρικών ομάδων.
Από βουλγαρικής πλευράς, είχε γίνει γνωστό ότι από το 1924 έως το 1929 είχαν αρπάξει οι ληστοσυμμορίτες πλέον των 2 δισεκατομμυρίων λέβα στην περιφέρεια του Κίρτζαλι, που ήταν το επίκεντρο κάθε ληστρικής δράσης, σε 51 συνολικά ληστείες. Και μιλάμε για χρήματα και όχι για άλλα περιουσιακά στοιχεία, όπως τα ζώα των κτηνοτρόφων και άλλα βασικά προϊόντα των γεωργών, που άρπαζαν. Στην ευρύτερη περιοχή του Κίρτζαλι κατά την περίοδο 1918-1941 φαίνεται πως έδρασαν περισσότερες από 25 ληστρικές ομάδες, που αποτελούνταν από κακοποιούς διαφορετικών εθνοτικών ομάδων (Βούλγαροι, Έλληνες και Τούρκοι). Γιατί υπήρξε και αυτό το φαινόμενο της… διεθνούς συνεργασίας στις ληστείες (Βλέπε και στη θέση https://sitalkisking.blogspot.com/2019/02/1927.html).
Σε ό,τι αφορά πάντως τις ληστρικές ομάδες (και όχι τους εθνικιστικούς κομιτατζήδες) είναι γεγονός ότι το Βουλγαρικό κράτος βρέθηκε σε πραγματική αδυναμία. Ήταν αφοπλισμένο, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, γιατί είχε συμμαχήσει με την ηττημένη Γερμανία του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρχαν βασικά αστυνομικές δυνάμεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην περιοχή του Κίρτζαλι, υπήρχαν μόνο 250 χωροφύλακες, ενώ οι ληστές υπολογίζεται, ότι ήταν συνολικά διπλάσιοι (Για την μεγάλη παράδοση του Κίρτζαλι στο φαινόμενο της ληστείας βλέπετε στο https://sitalkisking.blogspot.com/2012/05/blog-post_17.html). Αυτό ήταν το κλίμα που επικρατούσε και από τις δύο πλευρές των ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Οι πληροφορίες μάλιστα που είχαν οι Βούλγαροι, έλεγαν ότι κέντρα στα οποία στρατολογούνταν ληστές και σχηματίζονταν ληστρικές ομάδες ήταν η Αδριανούπολη, η Κομοτηνή και το Διδυμότειχο!!!
Το 1925 στην Ελλάδα είχαμε τη δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου. Προσωρινός υπουργός Εξωτερικών διετέλεσε ο ναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, που κατείχε το χαρτοφυλάκιο του υπουργού Ναυτικών. Τον επισκέφθηκε ο Βούλγαρος πρεσβευτής Ιβανόφ και του ζήτησε συνεργασία για την εξόντωση των ληστών. Αλλά και η Ελλάδα διατύπωσε έγγραφες διαμαρτυρίες προς τη Βουλγαρία για τη δράση των ποικίλων βουλγαρικών συμμοριών, που έμπαιναν στο ελληνικό έδαφος. Η αμοιβαιότητα στη θέληση των δύο κυβερνήσεων, άρχισε να φέρνει αποτελέσματα, εξαιτίας των μέτρων που μπήκαν σε εφαρμογή. Ανάλογα μέτρα άρχισε να παίρνει και η Τουρκία στην Ανατολική Θράκη, όπου επίσης κατέφευγαν Βούλγαροι ληστές. Γρήγορα προέκυψαν κάποια θετικά αποτελέσματα, αλλά όχι οριστική εκρίζωση των κομιτατζήδων και των ληστών.
Το 1933, Δεκέμβριο μήνα, έφταναν στη Ελλάδα πληροφορίες για ζωηρή κινητοποίηση των οργανώσεων των κομιτατζήδων της Φιλιππούπολης και της Στενημάχου.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το 1934 η βουλγαρική κυβέρνηση είχε διαλύσει οργανώσεις κομιτατζήδων, αλλά το 1935 λόγω των πιέσεων επέτρεψε την ανασυγκρότηση των οργανώσεων “Ρόντνα” και “Ζαχτίτσα” καθώς και των λεγομένων εθνικών λεγεώνων.
Πυκνότερες εμφανίσεις κομιτατζήδων στη Θράκη, είχαμε στη δεκαετία του 1930. Τα στοιχεία που υπάρχουν δεν είναι πλήρη. Δείχνουν όμως μία δραστηριότητα, που δικαιολογημένα προκαλούσε ανησυχίες στον φιλήσυχο πληθυσμό.
Το Φεβρουάριο του 1933 οι “Τάιμς” του Λονδίνου έγραψαν ότι 15.000 κομιτατζήδες πραγματοποίησαν συνέδριο στην Άνω Τζουμαγιά της περιοχής Πετριτσίου και ενέκριναν ψήφισμα για την αυτονομία της Μακεδονίας και την ένταση του αγώνα εναντίον της Σερβίας “δια πυρός και σιδήρου”. Ο Τύπος της Σόφιας έγραψε ότι οι αντιδράσεις αυτές οφείλονταν στην επικείμενη ανασυγκρότηση της Γιουγκοσλαβίας σε ομόσπονδο κράτος, τμήμα του οποίου θα αποτελούσε και η λεγόμενη Μακεδονία.
Στις αρχές Απριλίου του ίδιου έτους μια περίπολος του ελληνικού φυλακίου της περιοχής Εχίνου Ξάνθης συνεπλάκη με δύο Βουλγάρους που είχαν εισέλθει παράνομα στο ελληνικό έδαφος. Μετά την ανταλλαγή πυροβολισμών οι Βούλγαροι κατέφυγαν τελικά στο Βουλγαρικο έδαφος. Αργότερα έγινε γνωστό, ότι τραυματίσθηκε ο ένας Βούλγαρος, ο οποίος αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του.
Τον Ιούλιο του 1933 η κυβέρνηση Μουσάνωφ επιχείρησε να εκκαθαρίσει τη Σόφια από τα επικίνδυνα στοιχεία των κομιτατζηδων, που είχαν κατακλύσει την πρωτεύουσα διχασμένοι σε οπαδούς του Πρωτογέρωφ και σε οπαδούς του Μιχαήλωφ, αρχικομιτατζήδες και οι δύο, που συμπλέκονταν με νεκρούς πολλές φορές. Η επιρροή τους μάλιστα στη πολιτική ζωή της Βουλγαρίας ήταν μεγάλη. Έγιναν συλλήψεις και βρέθηκαν πολλά κρυμένα όπλα. Οι κύριοι πυρήνες βέβαια των κομιτατζήδων παρέμεναν στην περιοχή Πετριτσίου.
Στις 30 Ιουλίου 1933 μια είδηση κατατάραξε τη Βόρεια Ελλάδα. Στο δρόμο μεταξύ Μπορόβου (σήμερα Ποταμοί) και Ζυρνόβου (σήμερα Κάτω Νευροκόπι) της Δράμας ληστεύθηκε από συμμορία ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Δράμας Δεσύλας, ο επιτελάρχης του Δ΄Σώματος Στρατού Καλλέργης και 3 μηχανικοί. Προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση. Τους έκλεψαν τα χρήματα και ό,τι πολύτιμο είχαν μαζί τους. Οι ληστές μιλούσαν σπασμένα ελληνικά με έντονη προφορά, όπως αυτή των Βουλγαρόφωνων της Μακεδονίας. Οι δράστες εξαφανίσθηκαν, μπαίνοντας μάλλον στο βουλγαρικό έδαφος, αφού το σημείο της ληστείας απείχε μόλις 5 χιλμ. και η περιοχή είναι δασώδης. Οι αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για Βούλγαρους ληστές, πρώην κατοίκους της περιοχής. Τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου συνεδρίασε η επιτροπή ασφαλείας του νομού Δράμας και επικήρυξε τους ληστές της ληστείας του Ζυρνόβου, αντί του ποσού των 50.000 δρχ. Στα μέσα Νοεμβρίου συνελήφθη στην Κομοτηνή ο κομιτατζής Παπαποστόλωφ, ο οποίος ανακρίθηκε ως ενεχόμενος στη ληστεία του Ζυρνόβου.
Στις 28 Αυγούστου σημειώθηκε μια ακόμα απόπειρα εισβολής κομιτατζήδων στο ελληνικό έδαφος από τη μεθόριο της περιοχής της Δράμας. Αποκρούσθηκε από τους άνδρες του 7ου συνοριακού τομέα, αλλά τελικά η συμμορία εκμεταλλεύθηκε το σκοτάδι και διέφυγε στο βουλγαρικό έδαφος. Την επομένη οι στρατιώτες βρήκαν κηλίδες αίματος, που σημαίνει ότι υπήρξε τραυματισμός κομιτατζή.
Δύο μέρες αργότερα μια βουλγαρική συμμορία αποπειράθηκε να εισέλθει στο ελληνικό έδαφος από την περιοχή του φυλακίου 64 στο νομό Ροδόπης. Και αυτή η συμμορία αποκρούσθηκε από τους στρατιώτες.
Προς τα τέλη του Σεπτεμβρίου πενταμελής ομάδα κομιτατζήδων ανατίναξαν τη σιδηροδρομική γραμμή 10 χιλμ. βορείως της Γευγελής. Από την ομάδα αυτή συνελήφθη ο αρχηγός της Ιβάνωφ 24 ετών φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και παρ’ όλα αυτά είχε στραφεί εναντίον των Σέρβων!!!
Τον Οκτώβριο σημειώθηκε πυκνή και έντονη δραστηριότητα κομιτατζήδων στις περιοχές Ειδομένης και Γευγελής.
Στις 10 του μηνός δημοσιεύθηκαν πληροφορίες ότι συγκεντρώνονται πολλοί κομιτατζήδες στην περιοχή Νευροκοπίου απειλώντας την βουλγαρική κυβέρνηση με ανατροπή αν υπογράψει σύμφωνο φιλίας με τις γειτονικές χώρες Ελλάδα και Σερβία. Δημοσιεύθηκαν επίσης πληροφορίες ότι κινήσεις κομιτατζήδων παρατηρήθηκαν και στη μεθόριο της Κομοτηνής. Οι ελληνικές στρατιωτικές αρχές πήραν μέτρα για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη εισβολή ληστοσυμμοριών.
Δεν μας έφταναν στον Έβρο οι Βούλγαροι, πλάκωσαν και οι Έλληνες!!! Στα τέλη Οκτωβρίου έκανε την εμφάνισή του ένας επικηρυγμένος από το παρελθόν ληστής ονόματι Ιωαννίδης. Εμφανίσθηκε τις απογευματινές ώρες έξω από το χωριό Μεταξάδες, όπου συνέλαβε τρείς χωρικούς και τους λήστεψε. Για την καταδίωξη του ληστή κινητοποιήθηκαν τα αποσπάσματα της Χωροφυλακής, Στους Μεταξάδες έσπευσε και ο διοικητής Χωροφυλακής Έβρου Τσουγκράκης.
Ο Οκτώβριος του 1933 ήταν γεμάτος από δράση κομιτατζήδων στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και εκείθεν των συνόρων προς τη Σερβία. Οι Βούλγαροι έκαναν μερικές ανεπιτυχείς απόπειρες να ανατινάξουν την αμαξοστοιχία Σεμπλόν Οριάν.
Η 1η Απριλίου στην Αλεξανδρούπολη, μπήκε με μια εντυπωσιακή είδηση, που αποδείχθηκε πρωταπριλιάτικη.
Απόρρητα τηλεγραφήματα που έφτασαν από τη Χωροφυλακή Νέας Ορεστιάδας και τον υπομοίραρχο Γ. Μαντζαβίνο, ανέφεραν ότι μέσα στην κοίτη του ποταμού Άρδα λίγα μέτρα από την σιδηροδρομική γέφυρα Μαρασίων ανακαλύφθηκε ένα κιβώτιο, που ανήκε στους Ρώσους του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1878. Η εφημερίδα “Πρόοδος” επεκαλείτο μαρτυρίες γερόντων ότι την εποχή εκείνου του πολέμου είχε σημειωθεί μεγάλη πλημμύρα, που παρέσυσε τη δυτική πλευρά της γέφυρας ενώ διήρχετο τρένο προερχόμενο από τη Σόφια. Σ’ αυτό το τρένο υπήρχε το ρωσικό κιβώτιο με χιλιάδες χρυσών ναπολεονείων που προορίζονταν για πληρωμή μισθών αξιωματικών. Το κιβώτιο δεν βρέθηκε τότε παρά τις προσπάθειες των Ρώσων. Βρέθηκε όμως κατά τύχη το 1934 από ψαράδες των Καστανεών!!!… Ήταν όμως Πρωταπριλιά!
Μερικές μέρες αργότερα, επιβάτες του σιδηροδρόμου που έφταναν από τη Βουλγαρία ανέφεραν ότι στη Σόφια οι βουλγαρομακεδονικές αυτονομιστικές οργανώσεις ανέπτυσσαν κινητικότητα προς τα βουλγαροσερβικά σύνορα αλλά και στην περιοχή του Πετριτσίου.
Στις 18 Απριλίου 1934 μια είδηση που κυκλοφόρησε στο νομό Έβρου, ξύπνησε παλαιούς ξεχασμένους μύθους για κρυμμένους θησαυρούς. Στο χωριό Σαράκιοϊ (σημερινό Ρήγιο) κοντά στο Πύθιο εμφανίσθηκε ο έφεδρος Βούλγαρος λοχαγός Χρήστο Μπόϊντεφ και έχοντας άδεια από το αρμόδιο ελληνικό υπουργείο, παρουσία και των αρχών άρχισε ανασκαφές για ανεύρεση κρυμένου θησαυρού. Υποστήριζε ότι στους Βαλκανικούς Πολέμους, κατά την προέλαση του Βουλγαρικού Στρατού προς την Τσατάλτζα, αυτός με άλλους δύο συναδέλφους του είχαν κρύψει 70.000 χρυσές λίρες. Τελικά τίποτα δεν βρέθηκε…
Την νύχτα της 1ης Ιουνίου 1934 μια τουρκική τετραμελής ληστοσυμμορία έγινε αντιληπτή έξω από τις Καστανιές της Νέας Ορεστιάδας προερχόμενη από το βουλγαρικό έδαφος, όπου διέπραξε σειρά ληστειών. Οι κάτοικοι των Καστανεών ειδοποίησαν τη Χωροφυλακή και αμέσως απεστάλη καταδιωκτικό απόσπασμα, το οποίο συνεπλάκη με τους ληστές μέσα στη νύχτα. Τραυματίσθηκαν δύο ληστές, οι οποίοι όμως κατώρθωσαν να διαφύγουν. Συνελήφθη ο αρχηγός της σπείρας Χουσεΐνογλου Αλή επικηρυγμένος για άλλες ληστείες και κυκλώθηκε ο τέταρτος Χασάνογλου Μουσταφά. Επάνω στον Χουσεΐνογλου βρέθηκαν τέσσερις φυσιγγιοθήκες και 1275 λέβα.
Στις 30 Ιουνίου 1934 επταμελής συμμορία κομιτατζήδων εισήλθε στο ελληνικό έδαφος στο νομό Σερρών και κατευθύνθηκε προς τα χωριά Βροντού, Μετόχι και Λάκκος. Αμέσως έγινε κινητοποίηση της Χωροφυλακής για την εξουδετέρωσή τους.
Τη νύχτα της 9ης προς τη 10 Ιουλίου 1934, μια επταταμελής συμμορία Βουλγάρων οπλισμένων με όπλα Μάνλιχερ και χειροβομβίδες εμφανίσθηκε στις περιοχές Κίρκης και Συκορράχης στη θέση μεταξύ των μεταλλείων Φιλίππου και Ντουρουσανλάρ. Οι κομιτατζήδες συνέλαβαν αρχικά τέσσερις εργάτες των μεταλλείων της Κίρκης, διαρέθηκαν σε δύο ομάδες και οδήγησαν τους δύο εργάτες έξω από την Συκορράχη, όπου διημέρευσαν και το απόγευμα πήγαν στη θέση Ίντερε, με το πρόσχημα ότι αναζητούν κρυμμένο θησαυρό. Μετά από δύο ώρες παραιτήθηκαν από τις έρευνές τους, επέστρεψαν στο σημείο της αφετηρίας τους και άφησαν ελεύθερους τους δύο εργάτες. Οι ίδιοι ετράπησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Η άλλη ομάδα με τους άλλους δύο εργάτες πήγε στη θέση Κελεμπέκ, όπου διημέρευσε χωρίς να κάνει κάτι και το απόγευμα άφησε ελεύθερους τους δύο έργάτες. Οι κομιτατζήδες εξαφανίσθηκαν μέσα στο πυκνό δάσος.
Από την Αλεξανδρούπολη ξεκίνησε για την καταδίωξή της απόσπασμα επικεφαλής του οποίου είχε τεθεί ο διοικητής Χωροφυλακής Έβρου ταγματάρχης Τσουγκράκης. Άλλα αποσπάσματα αναπτύχθηκαν σε άλλες θέσεις με στόχο να αποτρέψουν τη διαφυγή της συμμορίας προς τη Βουλγαρία ή την Τουρκία, χωρίς όμως να τους εντοπίσουν πουθενά.
Οι εργάτες που αφέθηκαν ελεύθεροι αφηγήθηκαν ότι οι Βούλγαροι ήταν πάνοπλοι ο δε νεώτερος από αυτούς ήταν περίπου 20 ετών και φορούσε πηλίκιο γυμνασιόπαιδος!!! Οι κομιτατζήδες τους βασάνισαν ζητώντας πληροφορίες για προύχοντες της Κίρκης και των Σαππών. Τους οδήγησαν μάλιστα σε κάποιο σημείο του δάσους, όπου τους υποχρέωσαν να σκάψουν για να βρουν θησαυρούς, χωρίς αποτέλεσμα.
Στις 23 Ιουλίου 1934 κυκλοφόρησαν φήμες ότι στην περιφέρεια του Άβαντα Αλεξανδρούπολης εμφανίσθηκε βουλγαρική συμμορία. Η διοίκηση Χωροφυλακής έστειλε έφιππο καταδιωκτικό απόσπασμα. Τη νύχτα κυκλοφόρησαν φήμες ότι η ληστοσυμμορία συνεπλάκη με χωρικούς που επιχείρησαν να καταδιώξουν τους κομιτατζήδες.
Στις αρχές Δεκεμβρίου 1934, κυκλοφόρησαν στο Σβίλεγκραντ προκηρύξεις κομιτατζήδων οι οποίοι αποδοκίμαζαν τη συνθήκη του Νεϊγύ με την οποία οι νικητές σύμμαχοι του Α΄Παγκοσμίου Πολέμλου είχαν επιβάλει την απομάκρυνση των Βουλγάρων από τη Θράκη, που την κατείχαν βάσει της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1913. Παράλληλα διακήρυσσαν τις βλέψεις που είχαν πάντα επί της Θράκης.
Κατά τη διάρκεια του 1935 υπήρξεμια σχετική ύφεση της δράσης των κομιτατζήδων, εξαιτίας των προσπαθειών της βουλγαρικής κυβέρνησης να περιορίσει τη δράση τους.
Ωστόσο στα μέσα του έτους η κυκλοφορία στην Ανατολική Θράκη δύο κατασκόπων, αναστάτωσε την Τουρκία, αλλά και την Ελλάδα. Συγκεκριμένα έγινε γνωστό ότι δύο Βούλγαροι αξιωματικοί εφοδιασμένοι με πλαστά διαβατήρια πέρασαν στην Τουρκία ως Γάλλοι δημοσιογράφοι. Πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί έφτασαν έως τα σύνορα με τη Βουλγαρία κατασκοπεύοντας τη συνοριακή αμυντική οργάνωση των Τούρκων. Εκείνη την εποχή η Τουρκία είχε κατασκευάσει σημαντικά οχυρωματικά έργα στην Ανατολική Θράκη αντιμωτωπίζοντας κρίση στις σχέσεις με τη Βουλγαρία. Διαδόθηκε μάλιστα ότι οι δύο Βούλγαροι κατάσκοποι εισήλθαν και στο ελληνικό έδαφος, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί αυτό. Η πληροφορία αυτή ξεκίνησε από τη σύλληψη στην Αλεξανδρούπολη δύο Βουλγάρων φυγάδων, που είχαν καταδικαστεί για κίνημα εναντίον του βασιλιά Μπόρις της γειτονικής χώρας.
Στα τέλη Μαΐου στην περιοχή Ζυρνόβου της Δράμας εμφανίσθηκε πενταμελής συμμορία, ατόμων που μιλούσαν βουλγαρικά και ελληνικά. Συνέλαβαν τον ιδιώτη Ζήκα, που τον απελευθέρωσαν αργότερα κοντά στο χωριό Βώλακας στα σύνορα. Αυτοί όπως έγινε γνωστό, σκόπευσαν να ληστέψουν ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν πλούσιοι Σαρακατσαναίοι. Το αυτοκίνητο όμως- για καλή τους τύχη- πέρασε λίγο πριν εμφανισθεί η συμμορία. Οι Βούλγαροι ληστές κατόρθωσαν να διαφύγουν ανενόχλητοι.
Επίσης στα τέλη Μαΐου 1935, μια άλλη εξαμελής συμμορία ενόπλων επί μέρες τρομοκρατούσε στην περιφέρεια Ξάνθης, τις περιοχές Πολυφύτου, Αμαξάδων και Σελέρου. Κινητοποιήθηκαν αποσπάσματα της Χωροφυλακής, που ενισχύθηκαν με δυνάμεις και από την Κομοτηνή. Επειδή ήταν πρόσφατη η απόπειρα κινήματος των βενιζελικών, οι λαϊκοί διέδωσαν ότι αυτοί ήταν βενιζελικοί που πήραν τα βουνά για να μην συλληφθούν ώς μετέχοντες στο κίνημα. Μύλος, η κατάσταση…
Οι επιδρομές βουλγαρικών συμμοριών συνεχίζονταν. Στις 8 Αυγούστου στο δάσος της Μικρόπολης Δράμας έμφανίσθηκε μια συμμορία αγνώστων, που συνέλαβε ένα χωρικό, τον Παύλο Χαραλαμπίδη, που είχε πάει στο δάσος να κόψει ξύλα. Ήταν τρείς, που τον περικύκλωσαν και με χειρονομίες του υπέδειξαν να σηκώσει ψηλά τα χέρια του. Ένας από τους τρεις που είχε γενιάδα, τον πλησίασε και τον ρώτησε αν γνωρίζει τουρκικά. Αυτός δεν μιλούσε τουρκικά. Τότε ένας από τους τρεις τον χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου του, τον τραυμάτισε άσχημα και δοκίμασε να τον σκοτώσει, αλλά τον αναχαίτισε ο γενειοφόρος. Οι άγνωστοι του πήραν 200 δρχ. που είχε στις τσέπες του και τον εγκατέλειψαν τραυματισμένο. Ο Χαραλαμπίδης ανέφερε στην αστυνομία ότι οι τρείς ληστές μιλούσαν βουλγαρικά και τουρκικά μεταξύ τους, είχαν πολεμικά όπλα και χειροβομβίδες και φορούσαν βουλγάρικα καλπάκια.
Την ίδια μέρα, από την Αλεξανδρούπολη τηλεγραφούσαν ότι πριν από δέκα ημέρες κομιτατζήδες απήγαγαν το Γιάννη γιο του προύχοντα της Αισύμης Χατζηκωνταντίνου. Αυτός μετά από επταήμερη αιχμαλωσία του εμφανίσθηκε στην Αισύμη και ανέφερε ότι τον απήγαγαν Βούλγαροι κομιτατζήδες, οι οποίοι μάλιστα είχαν καταγωγή από το ίδιο χωριό (σ.σ.Η Αισύμη πρώην Ντογάν Ασάρ, ήταν βουλγαροχώρι και εκεί γεννήθηκε ο γνωστός λησταντάρτης του 1878 βοεβόδας Πέτκο Καλογιάννωφ, ενώ αργότερα το χωριό εποικίσθηκε με πρόσφυγες Έλληνες) που είχαν μεταναστεύσει προ ετών στη Βουλγαρία. Ο Γιάννης Χατζηκωνσταντίνου ανέφερε σε πρόχειρη ανάκριση ότι διέλαθε της προσοχής του κομιτατζή που τον φύλαγε και απέδρασε.
Στην Αλεξανδρούπολη όμως κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο νεαρός αφέθηκε ελεύθερος, αφού καταβλήθηκαν από τους οικείους του λύτρα ύψους 100.000 δρχ. Η χωροφυλακή πάντως διέψευδε αυτές τις πληροφορίες.
Αποθρασυμένοι οι κομιτατζήδες μπήκαν και μέσα στην Αισύμη όπου λήστεψαν δυο παντοπώλες, παίρνοντας χρήματα και τρόφιμα. Πάντως διαψεύσθηκαν αρμοδίως οι πληροφορίες, ότι λήστεψαν και ένα παντοπωλείο στη Νίψα. Οι χωρικοί τρομαγμένοι άρχισαν να εγκαταλείπουν το χωριό και να καταφεύγουν στην Αλεξανδρούπολη.
Τα αποσπάσματα της Χωροφυλακής με επικεφαλής το διοικητή Τσούκα τους κατεδίωκαν σε όλη την περιοχή και σε κάποια φάση τους ανακάλυψαν. Συνεπλάκησαν μαζί τους, αντάλλαξαν πυροβολισμούς, αλλά οι κομιτατζήδες διέφυγαν αφού ως γηγενείς γνώριζαν καλά τη διαμόρφωση του εδάφους και τα κρυφά περάσματα.
Τον Δεκαπενταύγουστο του 1935 μια είδηση που ήρθε μέσω εφημερίδων της Βιέννης γνωτοποιούσε ότι η βουλγαρική κυβέρνηση συνέλαβε στη Φιλιππούπολη 46 κομιτατζήδες που ανήκαν στην αριστερή πτέρυγα της Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης. Οι συλληφθέντες έκαναν έντονο αγώνα μεταξύ των τέως μελών της διαλυθείσας οργάνωσης, επιδιώκοντας την ανασυγκρότησή της σε κομμουνιστικές βάσεις πλέον.
Στα μέσα Απριλίου 1936 τα όργανα ασφαλείας της Ξάνθης και τα καταδιωκτικά αποσπάσματα συνέλαβαν πενταμελή ληστοσυμμορία η οποία λυμαίνονταν επί ένα και πλέον έτος την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Τους βάρυναν ληστείες, φόνοι, διαρρήξεις, απάτες και διάφορα άλλα αδικήματα.
Λίγες μέρες αργότερα συνέβη και ένα απροσδόκητο γεγονός στο Ορμένιο. Οι φρουροί πυροβόλησαν και σκότωσαν τον Έλληνα ιεροψάλτη του χωριού, που τον εξέλαβαν κατά λάθος ως… κομιτατζή!!! Συνέβαινα και αυτά, δυστυχώς.
Μια περιοχή που υπέστη τα πάνδεινα από τους κομιτατζήδες, ήταν το Τρίγωνο του Βορείου Έβρου.Η περιοχή είχε πολλούς νεκρούς αλλά και πολλά κλεμμένα ζώα. Είδικά τα Πετρωτά, είχαν υποστεί επίθεση με αρκετούς νεκρούς (Βλέπε στο https://sitalkisking.blogspot.com/2018/02/1920.html). Οι κομιτατζήδες περνώντας με άνεση τα βατά σημεία του ποταμού Έβρου έκλεβαν συνήθως μεγάλα και μικρά ζώα, τα οποία περνούσαν στο βουλγαρικό έδαφος. Οι διαμαρτυρίες των κατοίκων στις μεθοριακές αρχές δεν ωφέλησαν σε τίποτα. Έτσι οι προύχοντες αποφάσισαν να σωφρονίσουν οι ίδιοι τους Βουλγάρους. Διάλεξαν μερικά δυναμικά παλληκάρια, τα πέρασαν στο Βουλγαρικό έδαφος και αυτά πήραν τα ζώα και τα έφεραν στο ελληνικό έδαφος. Με αποτέλεσμα να συνετισθούν οι κομιτατζήδες εκείνης της περιοχή (“Μακεδονία” 19 Απριλίου 1936).
Στις 23 Μαΐου 1936 στις εφημερίδες της Αλεξανδρούπολης δημοσιεύθηκε η απόφαση υπ’ αριθμ. 11 της Επιτροπής Ασφαλείας του νομού Έβρου με την οποία επικηρύχθηκε ο Βούλγαρος ληστής Πέτκο Σέγκο με 50.000 δρχ. σε όποιον θα έδινε πληροφορίες για την ανακάλυψη και τη σύλληψή του, καθώς και των άλλων τριών μελών της συμμορίας του και 100.000 δρχ. για τη φόνο ή την παράδοση του στις αρχές.
Οι κάτοικοι της Θράκης, ζούσαν αδιάλειπτα με τις απειλές που προέρχονταν από τα εθνικιστικά και εγκληματικά στοιχεία των γειτονικών χωρών.
ΠΗΓΕΣ
*Αρχείο εφημερίδων “Μακεδονία”, Μακεδονικά Νέα”, “Νέα Αλήθεια”, “Φως” Θεσσαλονίκης, “Ακρόπολις”, “Πρωΐα”, “Πατρίς” Αθηνών, “Θάρρος” Δράμας, “Πρόοδος” Αλεξανδρούπολης.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας





