Διεθνή
Ιδανικοί αυτόχειρες; O Μιλτιάδης, ο Ερντογάν και το παράδειγμα του Πούτιν
Η εκτίμηση προ ολίγων ημερών, από πλευράς του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, ότι ο Ερντογάν «δεν θα τολμήσει» να κάνει την Αγιά Σοφιά τζαμί, δυστυχώς, δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζει μόνο αδυναμία κατανόησης του «Σουλτάνου», από ένα σημαντικό και «αρμόδιο» κυβερνητικό στέλεχος, αλλά συνολικότερα από την ελληνική πολιτική σκηνή.
Η οποία, στη συντριπτική της πλειονότητα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον «ερντογανισμό» με όρους που μπορεί να ίσχυαν προ δεκαετίας, αλλά σίγουρα δεν φαίνεται να ισχύουν σήμερα. Κι αυτό δεν αναιρείται από τις «σκληρές» δηλώσεις που ενίοτε εκτοξεύονται κατά της γείτονος, ωσάν τα λόγια -από μόνα τους- να αποτελούν ισχυρό παράγοντα αποτροπής.
Αυτό που φαίνεται να διαφεύγει της ελληνικής προσοχής είναι ότι ο Τούρκος ηγέτης ακολουθεί πλέον το παράδειγμα του Πούτιν, στην προσπάθειά του να καθιερώσει τη χώρα του ως κραταιά περιφερειακή δύναμη στη Μεσόγειο και να εδραιώσει τα συμφέροντά της, εις βάρος άλλων.
Επί χρόνια, μια σταθερή επωδός για τον Πούτιν στα αγγλοσαξονικά Μέσα Ενημέρωσης είναι ότι «χτυπά πιο γερά από το βάρος του» (punching above his weight), όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ήδη από το 2014 αλλά και τελευταία.
Ο χαρακτηρισμός δεν είναι καθόλου αδικαιολόγητος. Η σημερινή Ρωσία αποτελεί «σκιά» της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική της ισχύ, ενώ σε οικονομικούς όρους, το ΑΕΠ της βρισκόταν το 2019 στην 11η θέση στον κόσμο, πίσω ακόμη και από την Ιταλία. Ωστόσο, όπως λένε δυτικοί σχολιαστές, παρότι ο Πούτιν «σπάνια έχει το πιο δυνατό χαρτί στο τραπέζι, δεν διστάζει να το παίξει, ακαριαία και αποφασιστικά», συχνά τινάζοντας στον αέρα την παρτίδα. Δεν διστάζει επίσης «να βρωμίσει τα χέρια του» κι αυτό τον καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνο και υπολογίσιμο.
Πρακτικά, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ανταγωνιστεί ευθέως ούτε τις ΗΠΑ ούτε την Κίνα, με εθνικό πλούτο σημαντικά μικρότερο από αυτόν της Γερμανίας ή της Ινδίας, ο Πούτιν έχει καταφέρει να εδραιώσει την επιρροή της Μόσχας και να έχει «μια ισχυρή θέση στο τραπέζι» όχι μόνο στην Ευρασία, όπου εκτείνεται γεωγραφικά η Ρωσία, αλλά και στη Μέση Ανατολή, την Αφρική, ακόμη και στη μακρινή Λατινική Αμερική.
Χωρίς να έχει πραγματικούς ισχυρούς συμμάχους, έχει καταφέρει, ενεργώντας συχνά προκλητικά, ως «ταραξίας», κι αδιαφορώντας όπου δεν τον συμφέρει για το διεθνές δίκαιο, να καθιερωθεί ως ο τρίτος παγκόσμιος παίκτης, ρυθμιστής καταστάσεων όχι μόνο στην καρδιά της Ευρώπης (όπου συχνά χρησιμοποιεί και την ενέργεια ως ένα είδος όπλου) αλλά και στη Συρία, στην πλούσια σε πετρέλαιο Λιβύη, να παίξει ρόλο ως υποστηρικτής του καθεστώτος Μαδούρο, στη Βενεζουέλα που διαθέτει τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στον κόσμο και πλούσια αποθέματα μεταλλευμάτων και ουρανίου.
Ερντογάν και Πούτιν έχουν έντονα σημεία «επαφής». Αμφότεροι ηγούνται απολυταρχικά, καταπιέζοντας βασικές ελευθερίες και ελέγχοντας τα Μέσα Ενημέρωσης, είναι πρακτικά σχεδόν «απόλυτοι άρχοντες», με ένα ισχνό πλέον πέπλο δημοκρατικής νομιμοποίησης, ενώ και για τους δύο το «εθνικό φρόνημα», η υπερηφάνεια των υπηκόων τους, αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της επιβολής αλλά και της δημοφιλίας τους.
Ο «πουτινισμός» του Ερντογάν
Μετά το διπλό παιχνίδι που έπαιξε με τo ISIS και το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ο Ερντογάν ξέφυγε από την τροχιά της Δύσης και σταδιακά αναδείχθηκε σε γνήσιο «μιμητή» του Πούτιν, αξιοποιώντας το ίδιο στυλ στα δικά του μέτρα και σταθμά, αναγνωρίζοντας ότι, έτσι κι αλλιώς, η «ενταξιακή διαδικασία» στην Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν στην πραγματικότητα όνειρο απατηλό, κι απομακρυνόμενος από την παραδοσιακά στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως ένα βαθμό κι από το ίδιο το ΝΑΤΟ, μέσω και της επιμονής του να αποκτήσει τους ρωσικούς πυραύλους S-400.
Οι παραλληλισμοί δεν τελειώνουν εδώ. Παρά τον μεγάλο πληθυσμό (πάνω από 80 εκατ.) και την έκτασή της, το ΑΕΠ της Τουρκίας, αν και 3,5 φορές μεγαλύτερο από το ελληνικό, δεν μπορεί να συγκριθεί με της Γαλλίας ή της Ιταλίας, που είναι επίσης μεσογειακές δυνάμεις. Το γεγονός όμως ότι διαθέτει εξαιρετικά πολυάριθμες Ενοπλες Δυνάμεις, με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, κι ότι δεν διστάζει να τις χρησιμοποιήσει, όταν κρίνει πως τον συμφέρει, αυξάνει δραματικά την παρεμβατικότητα και τα περιθώρια της παραβατικότητάς του.
Kι αν η τουρκική επέμβαση στη Συρία (στην οποία βρέθηκε αντιμέτωπη ακόμη και με ρωσικές δυνάμεις, ενώ δεν δίστασε να στοχοποιήσει και αμερικανικές στο Kobani) και η εμπλοκή της στο Ιράκ «δικαιολογούνται» λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας και του κουρδικού ζητήματος, η ανάμειξή της -με μισθοφόρους και στρατιωτικά μέσα- στη Λιβύη αποτελεί ξεκάθαρη ένδειξη του ρόλου που επιχειρεί να παίξει στην ευρύτερη πλέον περιοχή.
Ενδεικτικό του θράσους Ερντογάν αλλά και της καθαρά περιφρονητικής άποψής του απέναντι στις γεωπολιτικές και αμυντικές δυνατότητες της Ευρώπης είναι και άρθρο του τον περασμένο Γενάρη στο politico.eu, στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ δικαιολογεί την ανάμειξή του στη Λιβύη, σερβίροντάς την ως εξυπηρέτηση προς την Ευρώπη, που… όπως τόνισε στο κείμενο, πρέπει να… μιλάει λιγότερο και να κάνει περισσότερα!
Στην τελευταία, απαξιωτική παρατήρησή του, ο Τούρκος ηγέτης δεν έχει βέβαια άδικο. Η «κοινή αμυντική πολιτική» της Ευρώπης είναι περίπου ανύπαρκτη. Ομοίως και οι αντιδράσεις των «μεγάλων» ακόμη και σε θέματα όπως αυτό της Αγίας Σοφίας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι απελπιστικά χλιαρές. Αυτό συνέβη με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γερμανία, ενώ όπως φαίνεται ο Ερντογάν μπορεί να συμπλέκεται με τον Πούτιν στη Συρία, να είναι αντίπαλοι στη Λιβύη, αυτό όμως δεν εμπόδισε τον ηγέτη του μεγαλύτερου ορθόδοξου κράτους στον κόσμο να χαρακτηρίσει «εσωτερικό θέμα» τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί!
Αλλά και οι εκκλήσεις του Προέδρου της Γαλλίας Μακρόν να πάρει η Ευρώπη στα χέρια της την υπόθεση της Λιβύης φαντάζουν, με τις σημερινές συνθήκες, περίπου ως… ευχολόγιο. Και προκαλούν το ερώτημα, αν τελικά φτάσει «ο κόμπος στο χτένι» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τι μπορεί να περιμένει η χώρα μας, εκτός από ανέξοδες δηλώσεις… συμπαράστασης.
Υβριδικές και μη γραμμικές επιχειρήσεις χωρίς τον «χωροφύλακα»
Ένα άλλο κοινό σημείο μεταξύ Πούτιν και Ερντογάν είναι η αδίστακτη χρήση κάθε μέσου που έχουν στη διάθεσή τους, προκειμένου να προωθήσουν τα σχέδιά τους. Η συχνή «οπλοποίηση» της ενέργειας από τον Πούτιν αντιστοιχεί με τη χρήση των μεταναστών από τον Ερντογάν, που «οπλοποιήθηκε» πλήρως προ μηνών στον Εβρο, στο πλαίσιο υβριδικών επιχειρήσεων.
Οι δυνατότητες κυβερνοπολέμου της Ρωσίας έχουν συζητηθεί εκτενώς στον διεθνή Τύπο (όπως και η διασπορά παραπληροφόρησης και ψευδών ειδήσεων μέσω social media), ενώ το πρώτο γνωστό κρούσμα, από πλευράς Τουρκίας, εκδηλώθηκε προ μηνών με την επίθεση σε ελληνικές κυβερνητικές και κρατικές ιστοσελίδες. Eχει ιδιαίτερη σημασία ότι η τουρκική οργάνωση ισλαμιστών χάκερ που ανέλαβε την ευθύνη, η Anka Neferler, διαθέτει δικό της δικτυακό τόπο στον οποίο αυτοαποκαλείται «κυβερνοστρατός της Τουρκίας», με διάφορες «μονάδες», εκ των οποίων τρεις ξεχωριστές, για τα social media, το χακάρισμα και το DDOS, δηλαδή την άρνηση προσπέλασης! Με καθυστέρηση μηνών, σύμφωνα με δημοσιεύματα, γίνεται τώρα προσπάθεια από την ΕΥΠ και το ΥΕΘΑ για τη «θωράκιση» απο αντίστοιχες και χειρότερες επιθέσεις στο μέλλον… Κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Με βάση τα σύγχρονα δόγματα, ο πόλεμος διεξάγεται πλέον με κάθε μέσο, οικονομικό, διπλωματικό, πολιτικό, κοινωνικό, ηλεκτρονικό και βέβαια στρατιωτικό, με κύρια επιδίωξη όχι την κατάληψη και κατοχή εδαφών αλλά την επιβολή ενός συγκεκριμένου πλαισίου ενεργειών στην αντίπαλη πλευρά όπως και την ταχεία κατοχύρωση ενός «τετελεσμένου».
Σε ό,τι μας αφορά, είναι ατυχές ότι όλα αυτά συμβαίνουν όταν ο παραδοσιακός «χωροφύλακας» της περιοχής, οι ΗΠΑ, βρίσκονται ταυτόχρονα: υπό την προεδρία Τραμπ (ενός προέδρου με ανησυχητική συμπάθεια προς τους «απόλυτους άρχοντες» της εποχής μας), αλλά και με μείζονα εσωτερικά προβλήματα, την ώρα που και ο ίδιος ο Τραμπ εισέρχεται στην παραδοσιακά πιο ανίσχυρη περίοδο της προεδρίας του, ενόψει προεδρικών εκλογών το Νοέμβριο, στις οποίες έχει πάψει να είναι το «φαβορί». Για όσους ίσως δεν το γνωρίζουν ή δεν το θυμούνται, η κυπριακή κρίση και η εισβολή των Τούρκων συνέβη σε δύο φάσεις, παράλληλα με την κορύφωση του σκανδάλου Watergate στις ΗΠΑ τον Ιούλιο του 1974 και στην περίοδο ανάμεσα στην παραπομπή (impeachment) του προέδρου Νίξον και στην ανάληψη της προεδρίας απο τον Τζέραλντ Φορντ, τον Αύγουστο του 1974. Η ιστορία βεβαίως συνηθίζει να επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά και το «φάντασμα» του 1974 είναι δύσκολο να αγνοηθεί ως σενάριο, καθώς οι ομοιότητες είναι μεγάλες.
Η ανυπαρξία ελληνικού σχεδίου και… ενότητας!
Με αυτά τα δεδομένα, τα οποία βεβαίως συνδυάζονται με την πανδημία του κορωνοϊού, με τις τεράστιες συνέπειες για την οικονομία και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, το ελληνικό πολιτικό σύστημα εμφανίζεται ξανά διαιρεμένο, βυθισμένο στη δίνη μιας συνεχούς σκανδαλολογίας, απασχολημένο αυτάρεσκα με τις δικές του δήθεν προτεραιότητες.
Πολωτικό όσο δεν παίρνει, παρότι έχει περάσει μόλις ένας χρόνος από τις εκλογές, φαίνεται ότι αδυνατεί να αντιληφθεί τους πραγματικούς κινδύνους που ελλοχεύουν, μετά και την πολύχρονη κρίση που προηγήθηκε, αφήνοντας το αποτύπωμά της στις Ένοπλες Δυνάμεις. Οπως αδυνατεί να δει και τις επιπτώσεις που έχει σε μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης, η διαρκής ανάδευση του βούρκου ένθεν κακείθεν.
Ακόμη όμως και μέσα στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος, διαπιστώνονται βαθιά «χάσματα» απόψεων για τα ελληνοτουρκικά, καθώς ένα τμήμα του ασκείται στον υπερπατριωτισμό, ακόμη και με εντελώς ανόητο τρόπο, ενώ το άλλο επιμένει σε μια πολιτική «διπλωματικού κατευνασμού» στα πρότυπα του παρελθόντος, που δείχνει πια εκτός τόπου και χρόνου.
Δυστυχώς, σχέδιο προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις και τις ισορροπίες της σημερινής συγκυρίας δεν φαίνεται να υπάρχει, ούτε καν να καταστρώνεται καθώς η χώρα συνεχώς «αντιδρά» σε δυσάρεστες πρωτοβουλίες της άλλης πλευράς. Iδανικοί αυτόχειρες!
Κι όλα αυτά βεβαίως αντανακλούν στην κοινή γνώμη, μέρος της οποίας έχει μετατραπεί σε «τουρκομάχους» του πληκτρολογίου, έτοιμους να ανακαταλάβουν την Πόλη, με τον φραπέ από δίπλα (βρίζοντας τους «προδότες» πολιτικούς), ενώ άλλοι απλώς παραγνωρίζουν τις διαφορές της σημερινής κατάστασης, συνηθισμένοι από τις εντάσεις άλλων περιόδων, που αποδείχτηκαν πρακτικά ανούσιες.
«Δεν συμβαίνουν αυτά στην εποχή μας», σπεύδουν κάποιοι να σημειώσουν, θέλοντας να επικεντρωθούν αποκλειστικά στα οικονομικά και λοιπά προβλήματα, στα οποία άλλωστε έχουν συνηθίσει. Σε αυτούς μάλλον κάποιος πρέπει να θυμίσει ότι η Ρωσία του Πούτιν προσάρτησε την Κριμαία το 2014, αφήνοντας άφωνους όλους τους «ειδικούς» της Δύσης. Κι ότι έκτοτε, έξι χρόνια μετά, είναι στην κατοχή της, ενώ η Ουκρανία παραμένει διαιρεμένη. Πρόκειται άλλωστε για τρανταχτό παράδειγμα «υβριδικού πολέμου», που διδάσκεται και στις συναφείς σχολές.
YΓ: Πριν από πέντε χρόνια (!) ο υπογράφων είχε τονίσει την επιτακτική ανάγκη αναδιάρθρωσης της Εθνικής Άμυνας, προκειμένου να εκσυγχρονιστούν οι Ενοπλες Δυνάμεις και να ισχυροποιηθεί η δυνατότητα αποτροπής της χώρας, παρά τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, σημειώνοντας ότι τον μεγαλύτερο κίνδυνο συνιστούσαν τυχόν ασύμμετρες απειλές, αλλά και το ενδεχόμενο ενός γρήγορου «τετελεσμένου», κι όχι ένας παραδοσιακός πόλεμος. Τότε σημειώνονταν επίσης οι σημαντικές περικοπές των δαπανών άμυνας της χώρας, χρόνο με χρόνο (σε όλο το διάστημα 2010-2015), που επέφεραν μείωσή τους κατά πάνω από 50% το 2015, σε σχέση με το 2009. Εκτοτε υπήρξε σταθεροποίηση και ελαφρά αύξηση, ωστόσο ενδεικτικά θα αναφέρουμε ότι ο αμυντικός προϋπολογισμός της Τουρκίας ήταν περίπου 60% υψηλότερος από αυτόν της Ελλάδας το 2009, ενώ το 2019 είναι σχεδόν 4 φορές μεγαλύτερος!
ΥΓ2: Ιλαροτραγική, το λιγότερο, η χρονική «σύμπτωση» της όχι και τόσο μυστικής (αφού έσπευσε να την αποκαλύψει χθες ο ίδιος ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου!) συνάντησης εκπροσώπων της ελληνικής, της γερμανικής και της τουρκικής κυβέρνησης στο Βερολίνο, για «διάλογο», αμέσως μετά την απόφαση Ερντογάν να κάνει την Αγία Σοφία τζαμί!
Ενδεικτική, επίσης, η όλη μεθόδευση της ευκολίας με την οποία η Τουρκία σπεύδει να εκθέσει την ελληνική κυβέρνηση και στο εσωτερικό της χώρας μας, ευκαιρίας δοθείσης, γράφοντας τους άγραφους διπλωματικούς κανόνες -και τις όποιες συνομιλίες- στα παλαιότερα των υποδημάτων της.
Ας πρόσεχαν…
www.euro2day.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
