Διεθνή
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, μια δολοφονία και τα διλήμματα των ΗΠΑ
Η δολοφονία ενός ανώτατου πυρηνικού επιστήμονα του Ιράν, πιθανώς από ισραηλινούς πράκτορες, επανέφερε στο προσκήνιο τα ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό πρόγραμμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας και τα ερωτήματα για τη στάση των ΗΠΑ
Όταν κανείς είναι για καιρό ψηλά στη λίστα στόχων της Μοσάντ και στη συνέχεια εκτελείται, εύλογο είναι να υποθέσει κανείς ότι αυτό μάλλον εξηγεί και τη δολοφονία του.
Ιδίως όταν οι υπηρεσίες του Ισραήλ όχι μόνο διατηρούν ένα αμείωτο ενδιαφέρον για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αλλά και στο παρελθόν είχαν αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες.
Για παράδειγμα πριν από 10 χρόνια, στις 29 Νοεμβρίου 2010, ήταν ο Μαζίντ Σαχριαρί που είχε δολοφονηθεί, πιθανότατα από τη Μοσάντ, με μια μαγνητική βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αμάξι τους την ώρα που βρισκόταν μπλεγμένο στην κίνηση. Τότε ήταν η κορύφωση των αμερικανικών και ισραηλινών προσπαθειών για την υπονόμευση του πυρηνικού προγράμματος, προσπάθειες που περιλάμβαναν και πρακτικές κυβερνοπολέμου (με το περίφημο “worm” Stuxnet) για την παρεμπόδιση της λειτουργίας των ιρανικών εγκαταστάσεων. Είχε προηγηθεί άλλη μια δολοφονία το Ιανουάριο του 2010 ενώ την ίδια μέσα με τον Σαχριαρί ο Φερεϊντούν Αμπάσι θα καταφέρει να επιβιώσει ανάλογης απόπειρας. Μέχρι το 2012 θα υπάρξουν άλλες δύο δολοφονίες.
Αυτή τη φορά ο στόχος ήταν ο Μοχσέν Φαχριζαντέχ, που θεωρείτο από τις ισραηλινές και αμερικανικές υπηρεσίες ως κάποιος που έπαιζε κεντρικό ρόλο στην τρέχουσα φάση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Τα ιρανικά κρατικά μέσα αμέσως έσπευσαν να καταγγείλουν τη δολοφονία ως «πράξη τρομοκρατίας» και να ορκιστούν εκδίκηση. 
Ο Φαχριζαντέχ ούτως ή άλλως βρισκόταν στο στόχαστρο από καιρό και μάλιστα το 2018, όταν οι Ισραηλινοί κατάφεραν να κλέψουν ένα μεγάλο όγκο αρχείων για την αρχική φάση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος (το λεγόμενο «Πρόγραμμα Αμάντ»), είχαν υποστηρίξει ότι είχαν βρει στοιχεία για το ρόλο του και μάλιστα ο Νετανιάχου τον είχε κατονομάσει μιλώντας στην τηλεόραση.
Η σημασία του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν
Η αντιπαράθεση γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν κρατάει αρκετά χρόνια. Επισήμως η χώρα έχει δηλώσει ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα αφορά την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Όμως, την ίδια στιγμή οι περισσότερες δυτικές χώρες είχαν την εκτίμηση ότι στην πραγματικότητα ο στόχος ήταν η προσπάθεια να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα.
Σε μια τέτοια βέβαια κατεύθυνση το Ιράν ακολουθούσε άλλες χώρες που κινήθηκαν σε αυτή την κατεύθυνση τις προηγούμενες δεκαετίες. Μάλιστα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής το Ισραήλ θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του ικανό αριθμό πυρηνικών όπλων.
Στην ιδιαίτερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα των επεμβάσεων όπως αυτή στο Ιράκ το 2003 το θέμα αυτό απέκτησε ξεχωριστή σημασία. Ας μην ξεχνάμε ότι το Ιράν έχει μια ξεχωριστή θέση στο κουβάρι των αντιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή. Η αίγλη της Ισλαμικής Επανάστασης θα εμπνεύσει κινήματα που δεν πείθονταν πια από τη ρητορική του «Αραβικού Εθνικισμού», θα έχει μεγάλη επιρροή – μέσω του σιιτικού στοιχέιου– στο Ιράκ στη εποχή μετά το 2003 και θα επενδύσει στον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης», δηλαδή ένα φάσμα κινημάτων που στηρίζει και όπου ξεχωρίζει η δράση της Χεζμπολάχ αλλά και των ανταρτών της Υεμένης (που στηρίζονται σε σημαντικό βαθμό στην ιρανική τεχνογνωσία για τις εντυπωσιακές επιθέσεις τους κατά σαουδαραβικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων). 
Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν θα αντιμετωπίζεται από το μεν Ισραήλ ως η μεγάλη απειλή (και κυρίως ως απειλή χωρίς δυνατότητα συνεννόησης όπως εδώ και χρόνια έγινε με την Αίγυπτο) και από τις συντηρητικές μοναρχίες του Κόλπου και ιδίως τη Σαουδική Αραβία (που δεν εξάγει μόνο πετρέλαιο αλλά και μια εκδοχή συντηρητικού σαλαφιστικού Ισλάμ) ως ο μεγάλος ανταγωνιστής.
Αντίστοιχα, για τις ΗΠΑ το Ιράν ήταν ένα μεγάλο δίλημμα. Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να βλέπουν ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις και δη με ατζέντα ανταγωνιστική προς τη δική τους. Όμως, τα σχέδια για ένοπλη αντιμετώπισή του, που κατά καιρούς επανέρχονται, προσκρούσουν στη διαπίστωση ότι απέναντι σε μια χώρα με τις ένοπλες δυνάμεις (και έναν ορισμένο πατριωτισμό) όπως το Ιράν δύσκολα μπορεί να υπάρξει λύση τύπου «πόλεμος στο Ιράκ, την ίδια ώρα που οι προσπάθειες για «αλλαγή καθεστώτος» ή κάποια παραλλαγή «επανάστασης της κοινωνίας των πολιτών», προσέκρουσαν πάνω στο γεγονός ότι το Ιράν έχει έστω και εντός ορίων μια πολιτική διαδικασία που περιλαμβάνει μορφές εκλογών και συμμετοχής).
Πάντως στην περίοδο Τραμπ, ιδίως μετά το 2018, έγινε σαφές ότι όχι μόνο χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ θα ήθελαν να δουν τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν και στρατιωτική πρωτοβουλία κατά του Ιράν αλλά και ότι υπήρχαν και ανάλογες φωνές και στην Ουάσιγκτον.
Η συμφωνία του 2015
Το αποτέλεσμα μιας ευρύτερης ανησυχίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θα αποτυπωθεί σε μια σειρά από αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για να την ανάγκη να σταματήσει η διαδικασία εμπλουτισμού πυρηνικού καυσίμου (βασική προϋπόθεση για την κατασκευή πυρηνικού όπλου), σε αποφάσεις κυρώσεων αλλά και σε μια σειρά επισκέψεων και ελέγχων της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας και ουσιαστικά σε μια διαρκή διαπραγμάτευση με τις ιρανικές αρχές. Η τελική εκτίμηση της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας το 2015 ήταν ότι το Ιράν είχε κάνει προσπάθειες για την κατασκευή πυρηνικού όπλου κυρίως μέχρι το 2003 και ότι αυτές μετά από εκείνο το χρονικό σημείο ήταν πιο περιορισμένες. 
Την ίδια στιγμή ήταν σε εξέλιξη και μια πολιτική διαδικασία διαπραγμάτευσης που περιλάμβανε το Ιράν, τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) και τη Γερμανία.
Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ή «Κοινό Συνολικό Σχέδιο Δράσης» (Joint Comprehensive Plan of Action) όπως ήταν η επίσημη ονομασία του.
Το Ιράν δεσμευόταν να απαλλαγεί από το απόθεμά του σε ουράνιο μέσου εμπλουτισμού και να περιορίσει ριζικά το απόθεμα σε ουράνιο χαμηλού εμπλουτισμού όπως και να περιορίσει ριζικά τους φυγοκεντρητές που χρησιμοποιούνται για τον εμπλουτισμό.
Η συμφωνία αυτή αποτελούσε έναν συμβιβασμό που επέτρεπε στις ΗΠΑ να λένε ότι περιορίζουν ριζικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (οι βασικές προβλέψεις ήταν να εξασφαλίσουν ότι το Ιράν ακόμη και εάν το αποφάσιζε θα χρειαζόταν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να φτιάξει ένα πυρηνικό όπλο) την ώρα που για το Ιράν σήμαινε την έξοδο από το καθεστώς των κυρώσεων, κάτι που ενδιέφερε και τις ευρωπαϊκές χώρες.
Ωστόσο, στις Ηνωμένες Πολιτείες παρέμεινε μια ισχυρή τάση υπέρ της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης με το Ιράν, κατεύθυνση προς την οποία πίεζαν και σύμμαχοι των ΗΠΑ όπως το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία. Αυτό κυρίως κλιμακώθηκε στην προεδρία Τραμπ και το αποτέλεσμα ήταν η ανακοίνωση στις 8 Μαΐου 2018 της μονομερούς αποχώρησης των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα και της μονομερούς επιβολής κυρώσεων στο Ιράν και σε χώρες που είχαν συναλλαγές μαζί του, παρά τις έντονες αντιδράσεις των υπολοίπων χωρών που συμμετείχαν στη συμφωνία. 
Μέχρι τον Ιανουάριο του 2020 το Ιράν φάνηκε να συνεχίζει να τηρεί τις βασικές πλευρές της συμφωνίας. Όμως, η δολοφονία στη Βαγδάτη από τις αμερικανικές δυνάμεις του στρατηγού των «Φρουρών της Επανάστασης» Κασέμ Σολεϊμανί, που θεωρήθηκε κατεξοχήν εχθρική ενέργεια από την Τεχεράνη, οδήγησε στην ανακοίνωση της ιρανικής κυβέρνησης ότι το Ιράν πλέον δεν δεσμεύεται ως προς του ποσοτικούς περιορισμούς που είχαν περιληφθεί στη συμφωνία αλλά θα συνεχίζεται να συνεργάζεται με την Διεθνή Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας.
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας το συνολικό απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν έφτανε τα 2442,9 kg πολύ πάνω από το όσιο που θέτει η συμφωνία και με εμπλουτισμό έως 4,5% πιο πάνω από το όριο 3,76% που έθετε η συμφωνία. Η αύξηση των αποθεμάτων σημαίνει ότι μειώνεται ο χρόνος που θα χρειαζόταν το Ιράν για να μπορέσει να φτιάξει ένα πυρηνικό όπλο. Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει και το πρόβλημα που έχει υπάρξει με τον εντοπισμό σωματιδίων επεξεργασμένου ουρανίου σε μια αποθήκη που το Ισραήλ είχε καταγγείλει το 2018 ότι εμπεριείχε αδήλωτο εξοπλισμό από προηγούμενες φάσεις του πυρηνικού προγράμματος.
Η δύσκολη διαπραγμάτευση
Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Τζο Μπάιντεν έχει δείξει ότι επιθυμεί την επιστροφή των ΗΠΑ στη συμφωνία, που άλλωστε ήταν ένα δημιούργημα της εποχής Ομπάμα.
Όμως, τα πράγματα δεν θα είναι τόσο εύκολα, καθώς η διαπραγμάτευση θα πρέπει να αντιμετωπίσει θέματα όπως ο περιορισμός των αποθεμάτων εμπλουτισμενου ουρανίου, το ζήτημα του περιορισμού και της μετατροπής των φυγοκεντρητών αλλά και το ζήτημα της πρόσβασης σε εγκαταστάσεις.
Κυρίως, όμως, θα πρέπει να έχει να αντιμετωπίσει μια ιρανική ηγεσία πολύ πιο δύσπιστη μετά από όσα προηγήθηκαν από το 2018 και επιλογές των ΗΠΑ όπως η δολοφονία Σολεϊμανί αλλά και την εμφανή διάθεση συμμάχων των ΗΠΑ όπως το Ισραήλ να εξωθήσουν τα πράγματα σε αντιπαράθεση ακόμη και ένοπλη με το Ιράν.
in.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

