Οικονομία
3 + 3 σενάρια για την ευρωπαϊκή και ελληνική (ελλαδική και κυπριακή) κρίση
Είπαμε, τελειώνοντας το 2013 και ανατέλλοντος του 2014, να επιχειρήσουμε ολίγη «μελλοντολογία». Τρία ζητήματα έχουν σήμερα ζωτικότατη σημασία για τον κόσμο μας: οι ανθρωπογενείς κλιματικές αλλαγές, που απειλούν τους όρους ύπαρξης της ανθρωπότητας, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, όπου παίζεται εμμέσως το ζήτημα της παγκόσμιας κυριαρχίας (και σημειώνεται μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκρουση μεταξύ, αφενός μιας συμμαχίας ΗΠΑ-Ρωσίας, αφετέρου του Ισραήλ των γερακιών) και, τέλος, η ευρωπαϊκή κρίση, αποφασιστικής σημασίας και για την παγκόσμια οικονομία και για την πορεία του πλανήτη.
Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να οριοθετήσουμε, σε γενικές γραμμές, τρία σενάρια που μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να ακολουθήσουν τα ευρωπαϊκά πράγματα και τρία σενάρια που, αντιστοίχως προς τα γενικότερα, μπορούν να ακολουθήσουν τα ελληνικά, μαζί και να προσδιορίσουμε τις πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν επικρατούντος ενός εκάστου σεναρίου.
Σε μια σειρά από άρθρα μας, εύκολα προσβάσιμα στην ιστοσελίδα μας (konstantakopoulos.blogspot.com) έχουμε υποστηρίξει από το 2010 γιατί, κατά την εκτίμησή μας, η ελληνική κρίση είναι “τύπου Βαϊμάρης plus”, α) θέτοντας σε αμφισβήτηση την αναπαραγωγή του κοινωνικού σχηματισμού, της δημοκρατίας και του ελληνικού κράτους-έθνους, β) επάγοντας συστημική κρίση της ΕΕ, γ) γιατί περιέχει και ισχυρή γεωπολιτική συνιστώσα εξ ου και το “plus”. Δεν θα επαναλάβουμε εδώ αυτές τις αναλύσεις, που είναι η προϋπόθεση όσων ακολουθούν.
Η «χαοτική», «μη γραμμική» φύση της ευρωπαϊκής κρίσης δεν επιτρέπει εύκολους ντετερμινισμούς. Μας αναγκάζει σε μια κατ’ ανάγκη γενική σκιαγράφηση, μέσω «σεναρίων», των περιοχών στις οποίες μπορούν να κινηθούν και να καταλήξουν οι «εξισώσεις» της ελληνικής/ευρωπαϊκής κρίσης.
1ο σενάριο: Δικτατορία του Χρήματος υπό γερμανική διεύθυνση
Το πρώτο σενάριο είναι αυτό που επιδιώκεται να επιβληθεί από τις κυρίαρχες σήμερα δυνάμεις στην Ευρώπη, με τα μέτρα που παίρνονται από το 2010, για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους από μια συμμαχία του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου και των ανώτερων τάξεων της «Ευρωγερμανίας».
Το σενάριο αυτό προβλέπει τη σταδιακή πλήρη επιβολή αυτής της συμμαχίας σε όλη την ήπειρο, τουλάχιστο στην ευρωζώνη και την μετατροπή των φτωχότερων περιοχών όπως η Ελλάδα σε είδος ευρωπαϊκού Τρίτου Κόσμου, ενώ η Κύπρος θα απειληθεί με επίσημη διάλυση του κράτους της, κατά το πρότυπο του σχεδίου Ανάν. Τα ευρωπαϊκά κράτη παύουν σταδιακά να είναι ανεξάρτητα και κυρίαρχα, στο βαθμό και με την έννοια που ήταν έως τώρα, μετατρεπόμενα, λιγότερο ή περισσότερο, σε αποικίες χρέους. Σταδιακά καταργείται η δημοκρατία, με τα εθνικά κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις να μπορούν να αποφασίσουν μόνο για θέματα όπως το χρώμα των ταξί (ήδη στην Ελλάδα προσεγγίσαμε στο σημείο αυτό). Η οικονομική πολιτική ασκείται από τα όργανα της ΕΕ με τις «Αγορές» δρώσες ως γενικοί προσδιοριστικοί παράγοντες.
Μιλάμε για μετατροπή της Ευρώπης σε «δικτατορία του Χρήματος», για «Ευρώπη του χρήματος» μάλλον παρά για «γερμανική Ευρώπη». Η Γερμανία παίζει αξιοσημείωτο ρόλο στο σχήμα αυτό, ως «διαχειριστής» του, από κοινού με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και αποσπά μια υπεραξία από αυτή τη διαχείριση, δεν είναι όμως ο «ιδιοκτήτης» του. Τέτοιος «ιδιοκτήτης» παραμένει το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, συχνότερα ελεγχόμενο από κέντρα εκτός Ευρώπης (Σίτυ, Νέα Υόρκη κ.α.). Ο τρόπος επιβολής του «νόμου» επί των εθνών δεν είναι οι στρατιωτικές-αστυνομικές επιχειρήσεις, όπως στο Γ’ Ράιχ, είναι η άσκηση της εξουσίας επί του χρήματος, ο σταδιακός, όλο και μεγαλύτερος μονοπωλιακός έλεγχος του Χρήματος, η οικονομική, όχι η αστυνομική και στρατιωτική βία. Οι κανόνες της αυτοκρατορίας επιβάλλονται ως χρηματικοί κανόνες (π.χ. επιβολή οικονομικής πολιτικής μέσω δημοσιονομικών περιορισμών, κοινωνικής μέσω οικονομικής πολιτικής κ.ο.κ.)
Η διάκριση γερμανικού και χρηματικού Ράιχ είναι τελείως κρίσιμη και για την αποκρυστάλλωση μιας εθνικής στρατηγικής και γιατί επιτρέπει να αποφεύγουμε χονδροειδείς παγίδες και προβοκάτσιες, όπως να θεωρήσουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, το ΔΝΤ, η Βρετανία, το Ισραήλ είναι π.χ. σύμμαχοι της Ελλάδας. Το ελληνικό πολιτικό προσωπικό μπορεί να πέσει πολύ εύκολα σε αυτές τις παγίδες, για δύο λόγους. Πρώτον, έχει τρομερή ενστικτώδη διάθεση να βρει «νταβατζή», «προστάτη», δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στη χώρα και στον εαυτό του (το τελευταίο ορθότατα). Δεύτερο, η κατάσταση της χώρας είναι τόσο απελπιστική, που ο «πνιγμένος» τείνει «να πιάνεται από τα μαλλιά του».
Φαινομενικά, το σενάριο αυτό μοιάζει το πιθανότερο, αν στηριχθούμε στην εμπειρία των τελευταίων τεσσάρων ετών, στον τρόπο με τον οποίο, η μία μετά την άλλη, οι χώρες της περιφέρειας, με επικεφαλής την πρωτοπορούσα στο σπορ της υποτέλειας ελληνική ηγεσία. Η Αθήνα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το σπορ, νομιμοποιώντας έτσι αδιανόητα για την Ευρώπη πράγματα, περιλαμβανομένης της εισόδου του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη. Αν οι σημαντικότεροι θεσμοί του δυτικού κόσμου, όπως το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, φτάνουν να αυτογελοιοποιούνται με τις προσκλήσεις στον Γιώργο Παπανδρέου, προφανώς το κάνουν γιατί η παγκοσμιοποίηση, η παγκόσμια δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου και των εθνών που κυριαρχούν επ’ αυτού, του οφείλει πάρα πολλά.
Παρά όμως τις έως τώρα σημαντικές επιτυχίες του σχεδίου, η ολιγαρχική και (γερμανική) εθνικιστική φύση του το καθιστά εξαιρετικά δυσάρεστο για την πλειοψηφία των ευρωπαϊκών λαών-εθνών που δύσκολα θα δεχθούν να βαδίσουν αυτό τον δρόμο μέχρι τέλους. Ακόμα και η ίδια η Γερμανία δεν αποκλείεται να «τσινίσει», γιατί θέλει να εφαρμόζει τη δικτατορία των αγορών σε όλη την Ευρώπη, αλλά να μπορεί να εξαιρείται η ίδια (βλ. τραπεζική ένωση).
Η προσπάθεια κατασκευής ενός «δεύτερου ιμπεριαλισμού», δίπλα στον αμερικανικό, κινδυνεύει να αποτύχει, και λόγω της αντίδρασης των λαϊκών τάξεων και των υπόλοιπων εθνών της Ευρώπης, και γιατί δρα στο περιβάλλον μιας αγγλοσαξωνικής παγκοσμιοποίησης και ενός καπιταλισμού-καζίνου, ενώ αγνοεί τα κύρια πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ευρώπης. Στη σημερινή πολιτική του Βερολίνου, διακρίνει κανείς καθαρά την κληρονομιά ενός σαδιστικού «μεταναζισμού» (που εκδικείται Σέρβους, ‘Ελληνες, Γάλλους και μπορεί να εκδικηθεί αύριο και τους Ρώσους αν του δοθεί η δυνατότητα). Διακρίνει κανείς επίσης, στην περίπτωση Μέρκελ, τόσο την άγνοια της σημασίας και κληρονομιάς της Ευρώπης, όσο και την κληρονομιά του ανατολικογερμανικού σταλινισμού και της υφέρπουσας αμερικανολατρείας των πρώην σοβιετικών δορυφόρων. Η επανένωση της Γερμανίας οδήγησε παραδόξως (;) στην αναβίωση, υπό μεταμοντέρνο ένδυμα, της πιο επαρχιακής και καθυστερημένης μορφής γερμανικού εθνικισμού.
Μια τέτοια («πρωτο-ολοκληρωτική») Ευρώπη θα δυσκολευτεί πολύ να γίνει μακροχρόνια ανεξάρτητη απέναντι στις ΗΠΑ και στο Χρήμα, ή να κάνει μια «πολιτική Ραππάλο» απέναντι στη Ρωσία. Τα έθνη της, οι παραδοσιακοί φορείς της ισχύος της, κινδυνεύουν να μεταβληθούν σε σκιές του εαυτού τους αλλά και η ίδια η Γερμανία, λόγω της βεβαρυμένης ιστορίας της και της ιστορικο-συναισθηματικής «αναπηρίας» της πολύ δύσκολα θα μπορέσει να παίξει τον παγκόσμιο ρόλο που χρειάζεται και με τον οποίο μεγαλούργησε η Ευρώπη. Ας θυμηθούμε τον ρόλο που έπαιξε ο ντε Γκωλ, οι εξεγερμένοι του Μαίου 1968, η σοσιαλδημοκρατία του Πάλμε, η συμμαχία Σρέντερ-Σιράκ κατά του πολέμου στο Ιράκ, για να αναφέρουμε μερικά σκόρπια ιστορικά παραδείγματα κι ας συγκρίνουμε με τις απίστευτες σημερινές ευρωπαϊκές ηγεσίες-υπαλλήλους του χρήματος, τους ΓΑΠ, Μέρκελ, Ολάντ κλπ.
Το σχέδιο μιας ευρωπαϊκής «δικτατορίας του Χρήματος» κινδυνεύει επίσης να δημιουργήσει μια οργανικά φιλοαμερικανική «νέα Ευρώπη» εντός της Ευρώπης, κάτι αντίστοιχο προς το σχέδιο που εφήρμοσε η Ουάσιγκτον το 2003, όταν κινητοποίησε Ανατολικευρωπαίους, Βρετανούς και την Ιβηρική κατά της αντίθετη; στον πόλεμο στο Ιράκ Γαλλο-Γερμανίας. Αυτή όμως η νέα Ευρώπη θα είναι πολύ πιο στέρεα από αυτή που επιχειρήθηκε να φτιαχτεί το 2003, γιατί θα στηρίζεται στις οικονομικές ανάγκες της Ευρώπης, όχι απλώς στις πελατειακές σχέσεις φιλοαμερικανικών πολιτικών ελίτ. Για όλους αυτούς τους λόγους, το σενάριο αυτό έχει αυξημένες πιθανότητες να οδηγήσει σε «αντιγερμανική εξέγερση» την ευρωπαϊκή περιφέρεια, που ενδέχεται να υπονομεύσει τελικά τη γερμανική ηγεμονία στην ΕΕ, αναζητώντας συμμάχους στις ΗΠΑ, το Ισραήλ, ίσως, αν και λιγότερο πιθανό, και τη Ρωσία.
Συνοψίζοντας, αν το σχέδιο πετύχει θα συνιστά κολοσσιαία παγκόσμια πρόοδο του ολοκληρωτισμού. Αντί μιας ανεξάρτητης Ευρώπης, είναι πιθανότερο να φτιάξει μια Ευρώπη προσκολλημένη στο άρμα του Χρήματος και των ΗΠΑ, στα πλαίσια μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας «του χρήματος και των αμερικανικών όπλων», της οποίας η Ευρώπη θα είναι μια σημαντική υποδομή. Αν το πρώτο σενάριο δεν πετύχει, τότε θα ενεργοποιήσει ένα από τα δύο σενάρια που παρουσιάζουμε στη συνέχεια.
Δεύτερο σενάριο: ευρωπαϊκή καταστροφή
Η κατάρρευση της ευρωζώνης ή/και της ΕΕ μπορεί να ακολουθήσει την ίδια τροχιά με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. ‘Όπως και η τελευταία, έτσι και η ΕΕ είναι μια μεγάλη, αλλά εξαιρετικά τρωτή δομή, αν μη τι άλλο λόγω του πολυεθνικού χαρακτήρα της. ‘Ηδη, η αποδόμηση κρατών-μελών, όπως η Ελλάδα, οδηγεί σε οριακές καταστάσεις. Μια οποιαδήποτε χώρα μπορεί να προκαλέσει σοβαρή κρίση στο όλο οικοδόμημα αν αμφισβητήσει τις «μνημονιακές» πολιτικές. Η Ελλάδα είναι υποψήφια λόγω της τεράστιας καταστροφής της, αλλά η κρίση θα μπορούσε να προέλθει και από σχετικά ισχυρότερες χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία. ‘Ηδη μια μειοψηφική προς το παρόν, αλλά σημαντική μερίδα του γαλλικού κεφαλαίου προσανατολίζεται στην αποχώρηση από το ευρώ.
Η ισορροπία επί τη βάσει της οποίας λειτουργούσε επί δεκαετίες η ΕΕ, έχει σχεδόν καταστραφεί, ή, πάντως, απαιτεί κινητοποίηση πολύ μεγαλύτερων μέσων για να διατηρηθεί. Η εξέγερση μιας οποιασδήποτε χώρας μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη συνήθη γερμανική έλλειψη ευελιξίας, με αποτέλεσμα η όλη δομή να μπει σε χαοτική περιδίνηση. ‘Ετσι όπως χειρίστηκε τα πράγματα, το Βερολίνο έχει προσφέρει εξάλλου και στο παγκόσμιο Χρήμα και στις ΗΠΑ, προφανείς μοχλούς αποσταθεροποίησης της ευρωζώνης και της ΕΕ, αν το επιθυμήσουν.
Μια χαοτική κατάρρευση θα προκαλέσει (δικαιολογήσει) δεύτερο, ισχυρότερο και βαθύτερο κύμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008. Θα πιέσει επίσης έντονα το «πλανητικό καθεστώς» της «παγκοσμιοποίησης», κατά τρόπο πολύ συγκρίσιμο με όσα συνέβησαν πριν από τον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον τα ευρωπαϊκά κράτη θα αρχίσουν οικονομικούς και χρηματιστικούς πολέμους μεταξύ τους, υποτιμώντας υπό καταστροφικές διεθνείς συνθήκες τα νέα νομίσματά τους, ώστε να προσελκύσουν τμήμα της μειούμενης ζήτησης. Θα εμφανισθούν ενδεχομένως αυταρχικά καθεστώτα σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, θα ενισχυθεί η άκρα δεξιά, θα μειωθεί σημαντικά η διεθνής απήχηση των δημοκρατικών, αριστερών και κοινωνικών ιδεών, των οποίων, τρόπον τινά, η Ευρώπη είναι η «πατρίδα». Κάθε ευρωπαϊκό έθνος θα ενδιαφέρεται πια για τα δικά του στενά προβλήματα και εύκολα θα γίνεται υποχείριο εξωευρωπαϊκών δυνάμεων και του χρήματος.
Μια τέτοια, χαοτική κατάσταση, θα μειώσει αποφασιστικά τη διεθνή επιρροή της Ευρώπης, των ευρωπαϊκών λαών και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και θα δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για μεγάλους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς, όπως στη Μέση Ανατολή.
Το σενάριο αυτό, μοιάζει το πιο απίθανο από τα τρία, λόγω των καταστρεπτικών συνεπειών του, αλλά δεν είναι στην πραγματικότητα. ‘Όπως απέδειξε το παράδειγμα της ταχείας και τόσο απρόσμενης σοβιετικής κατάρρευσης, μια φαινομενικά μεγάλη και πανίσχυρη δομή, μπορεί εύκολα να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, αν τεθεί ενώπιον προβλημάτων που αδυνατεί να λύσει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μέθοδο ανάλογη με αυτή που χρησιμοποιείται από τη θεωρία καταστροφών, για την ανατίναξη, μέσω ταλαντώσεων στην ιδιοσυχνότητά τους, των βασικών αρμών μιας οικοδομής (ομοιάζει επίσης με τη μέθοδο της «αλλαγής προσήμου» στην κυβερνητική).
Υπάρχουν λόγοι για τους οποίους μπορεί να συγκλίνουν σε τέτοιο σενάριο η συστημική ακροδεξιά της Γερμανίας, που θέλει να πετάξει εκτός ΕΕ τη «σαβούρα» (με τον ίδιο τρόπο που ο ρωσικός εθνικισμός υπό τόσο τη γελτσινική όσο και την αντίπαλη μορφή συνέκλιναν το 1990 στη διάλυση της ΕΣΣΔ), και κύκλοι του βαθέος χρήματος και της βαθιάς Αμερικής, που δεν επιθυμούν ύπαρξη ενωμένης Ευρώπης υπό γερμανική ηγεσία, δεν θέλουν ανταγωνιστικό νόμισμα προς το δολάριο, θέλουν χαοτικές συνθήκες για να κατεδαφίσουν συθέμελα το δυτικό κοινωνικό κράτος και δεν χρειάζονται την ΕΕ όπως την εποχή που υπήρχε ο «σοβιετικός κομμουνισμός». Το βασικότερο αντικίνητρο είναι ο κίνδυνος μιας μεγάλης κρίσης της όλης δυτικής ηγεμονίας, ως αποτέλεσμα ενός ευρωπαϊκού χάους. Πολλά θα εξαρτηθούν και από το βάθος της μεγάλης παγκόσμιας κρίσης που πιθανότατα έρχεται.
Τρίτο σενάριο: μια ευρωπαϊκή «επανάσταση» κατά του χρηματοπιστωτικού ολοκληρωτισμού
Το τρίτο σενάριο προϋποθέτει την ανάδυση «νοήμονος» αντιπαγκοσμιοποιητικού υποκειμένου υψηλού επιπέδου, που θα συνδυάσει τις καλύτερες πνευματικές και πολιτικές (σοσιαλιστικές και γκωλικές) παραδόσεις της ηπείρου, επιχειρώντας να την ενώσει εναντίον των «αγορών» και της Αυτοκρατορίας, εισάγοντας νέο μοντέλο για την ΕΕ, χτυπώντας τις αγορές με απαγόρευση παραγώγων, διαχωρισμό παραγωγικών/αποταμιευτικών τραπεζών και άλλα μέτρα ελέγχου του χρηματοπιστωτικού τομέα, επιστροφή στη σταδιακή επαναφορολόγηση του κεφαλαίου, επανάκτηση του νομισματικού-χρηματικού εργαλείου, επιστροφή σε λελογισμένο προστατευτισμό (οικονομικό «πολυπολισμό»), νέο μοντέλο που θα συνδυάσει ίσως κάποια μορφή κεϋνσιανισμού, οικολογία και νέο υπόδειγμα πολιτισμού και κατανάλωσης, «πολυπολικό» στη γεωπολιτική του διάσταση.
Τέτοιο σενάριο απαιτεί, για να πραγματοποιηθεί, μια σειρά εξεγέρσεων στην Ευρώπη, αναγκαίων για να θα φωτίσουν το δρόμο για τη σωτηρία του πολιτισμού μας.
Το σενάριο αυτό μοιάζει πολύ δύσκολο με τα παρόντα δεδομένα, αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την αλλαγή των δεδομένων, λόγω του βάθους της κρίσης, βάθους ίσως μεγαλύτερου και αυτής που γνώρισε, η Ευρώπη και ο κόσμος, μεταξύ 1914 και 1945, αφού τώρα δεν παίζεται μόνο το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς, αλλά η ίδια η επιβίωση της ανθρωπότητας. Η Ευρώπη διαθέτει διανοητικές δυνάμεις για να πραγματοποιήσει μια τέτοια υπέρβαση, όπως απέδειξε π.χ. η εκπληκτική πνευματική ατμόσφαιρα που προηγήθηκε του δημοψηφίσματος του 2005 στη Γαλλία, ελπίζει κανείς μια εικόνα από ένα μέλλον πολύ πιο συνειδητής ανθρωπότητας.
Είναι αλήθεια ότι ο έλεγχος και η προδοσία των ελίτ μοιάζει να έχει αποκεφαλίσει τώρα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ταυτόχρονα όμως, η παρούσα οικονομική και κοινωνική κρίση δημιουργεί τεράστιο κίνητρο αντίστασης. Εάν παρήγετο το αναγκαίο ηγετικό υποκείμενο, θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει την υποστήριξη ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων σε όλη την Ευρώπη. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών, περιλαμβανομένων των Γερμανών και των Γάλλων, αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς τι πάει να γίνει. Δεν θα επέλεγαν σε καμία περίπτωση Μέρκελ ή Λεπέν, αν είχαν αξιόπιστες αντι-ολοκληρωτικές εναλλακτικές, αν δηλαδή δεν είχαν ελεγχθεί μέσω της εξαγοράς και των μυστικών επιχειρήσεων ελέγχου ο πάσης φύσεως ελίτ από το Χρήμα.
Εν πάσει περιπτώσει, είτε σας φαίνεται πιθανό, είτε απίθανο, το τρίτο αυτό σενάριο είναι η μόνη δυνατότητα για την αποφυγή μιας τρομακτικής ιστορικής οπισθοδρόμησης, δυνητικά ικανής να θέσει σε αμφισβήτηση όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα της νεώτερης εποχής, αν όχι την επιβίωσή μας ως Γένους.
Η Ελλάδα ως fractal της παγκόσμιας κρίσης
Η Ελλάδα υπήρξε ο αρχικός καταλύτης της ευρωπαϊκής κρίσης και παραμένει (πλέον από κοινού με την Κύπρο) από τους πιθανότερους καταλύτες των επόμενων φάσεών της, αφενός λόγω συγκέντρωσης εδώ σειράς κρισιακών παραγόντων, αφετέρου λόγω μετατροπής της σε «μαύρη τρύπα» του ευρωπαϊκού συστήματος. Το ευρωπαϊκό σύστημα δεν προέβλεψε την ύπαρξη κρατών των οποίων οι ελίτ δεν τις υπερασπίζονται καθόλου, αποδέχονται πράγματα που είναι απολύτως αδιανόητα για άλλα ευρωπαϊκά κράτη, στερούνται οποιασδήποτε κουλτούρας κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους. Γι’ αυτό η εμφάνιση ενός πολιτικού που δεν υπερασπίζεται, αλλά επιτίθεται στη χώρα του, όπως ο ΓΑΠ, επέτρεψε την κατάλυση μιας διαδικασίας δυνητικής αυτοκαταστροφής όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της ίδιας της Ευρώπης, ομοιάζουσας με εκείνη που έβαλε σε κίνηση ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ στην ΕΣΣΔ και η οποία προκάλεσε την ταχεία κατάρρευση της σοβιετικής υπερδύναμης.
Επιπλέον η Ελλάδα μοιάζει και μικρογραφία, fractal, για να χρησιμοποιήσουμε την τοπολογία του χάους, της ευρωπαϊκής κατάστασης. Προπορευόμενη κατά μία φάση, η ελληνική κρίση μας πληροφορεί για το δυνατό μέλλον της ευρωπαϊκής.
Για την Ελλάδα μπορούμε να αντιστοιχίσουμε τρία σενάρια στα τρία ευρωπαϊκά που περιγράψαμε παραπάνω:
Α) Η Ελλάδα (και η Κύπρος) συνεχίζουν να πραγματοποιούν συλλογική αυτοκτονία ως κράτη δια της συνέχισης των προγραμμάτων που συνομολογήθηκαν τον Μάιο 2010 (Μάρτιο 2013 αντίστοιχα), παρά τα καταστροφικά αποτελέσματά τους. Αυτό το σενάριο μετατρέπει (έχει ήδη μετατρέψει) Ελλάδα και Κύπρο σε αποικίες χρέους. Γεωπολιτικά οι δύο χώρες τίθενται υπό τον όλο και ασφυκτικότερο έλεγχο ΗΠΑ- Ισραήλ, υπό όρους καθαρά προτεκτοράτων. ΗΠΑ και Ισραήλ θα αποφασίσουν τελικά και το αν και πόση επιρροή θα έχει η ‘Αγκυρα σε Ελλάδα και Κύπρο ή και ποιο κομμάτι τους της επιτραπεί ενδεχομένως να πάρει. Η Κυπριακή Δημοκρατία θα παύσει και τυπικά, το πιθανότερο, να υπάρχει ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, με μορφή σχεδίου Ανάν, εκτός αν ΗΠΑ και Ισραήλ αποφασίσουν διαφορετικά. Ο ελληνικός πληθυσμός θα μεταναστεύσει σταδιακά εκτός Κύπρου, όπως ήδη συμβαίνει με πολύ μεγάλη μερίδα του νέου, μορφωμένου και πιο δυναμικού και ικανού πληθυσμού της μητροπολιτικής Ελλάδας. Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει πιθανώς έντονες, διαλυτικές γεωπολιτικές πιέσεις σε Θράκη, Αιγαίο, Κρήτη. Η όποια στρατηγική επιρροή της Ευρώπης στα Βαλκάνια και την Αν. Μεσόγειο θα μειωθεί δραματικά, προς όφελος των ΗΠΑ, του Ισραήλ, ενδεχομένως και της Τουρκίας. Μακροχρόνια η μετανάστευση του ελληνικού πληθυσμού θα δημιουργήσει τις συνθήκες για μια Ελλάδα και μια Κύπρο «χωρίς ‘Ελληνες».
Β) Το δεύτερο σενάριο είναι μια κακά προετοιμασμένη σύγκρουση της Ελλάδας ή και της Κύπρου με τις ευρωπαϊκές δομές, ή μια κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών του ενός ή και των δύο κρατών, ή μια εμφύλια ή εξωτερική σύρραξη. Τέτοιες εξελίξεις είτε θα οδηγήσουν σε επιστροφή, υπό δυσμενέστερους όρους στο πρώτο σενάριο, της πειθηνίως καταστρεφόμενης και υποδουλούμενης αποικίας χρέους, είτε στην αποχώρηση/αποβολή κακήν κακώς Ελλάδας και Κύπρου από ευρωζώνη ή και ΕΕ. Η αποχώρηση αυτή, με τις πολιτικές, νομικές και οικονομικές της παρενέργειες, παρά τους περί του αντιθέτου ευσεβείς πόθους, ενεργοποιεί το πιθανότερο μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση που μπορεί να φτάσει μέχρι τη χαοτική διάλυση της ευρωζώνης/ΕΕ.
Τα γεωπολιτικά αποτελέσματα του δεύτερου σεναρίου πηγαίνουν στην ίδια κατεύθυνση, αλλά με πολύ μεγαλύτερη ένταση απότι του πρώτου.
Γ) Το τρίτο σενάριο είναι μια «ορθολογική εξέγερση» της Ελλάδας (και της Κύπρου) που βρίσκει συμμάχους μέσα στην Ευρώπη για να σταματήσει το ελληνικό πρόγραμμα καταστροφής, αλλά και έξω από την Ευρώπη να τη βοηθήσουν να επιβιώσει χρηματοπιστωτικά (κυρίως Ρωσία ή άλλες χώρες των BRIICS). Υπό την πίεση τέτοιας ελληνικής εξέγερσης η ΕΕ αναγκάζεται να τροποποιήσει την προσέγγισή της στην κρίση χρέους και να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης της κρίσης αλλά και της δικής της λειτουργίας. Με δύο λόγια η Ελλάδα καταλύει το τρίτο γενικό σενάριο και επιχειρεί να εντάξει σε αυτό το δικό της γενικό πρόβλημα.
Το πρώτο σενάριο είναι αυτό που εφαρμόζουν στην Ευρώπη οι δύο μεγάλες πολιτικές οικογένειες, απολύτως παραδομένες πλέον στο χρήμα και στη χώρα μας η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ. Το δεύτερο σενάριο ταιριάζει στον ακροδεξιό εθνικισμό, ενδεχομένως μετά από μια πανωλεθρία μιας αριστεράς που έρχεται στην εξουσία χωρίς σοβαρή προετοιμασία και στρατηγική. Για το τρίτο σενάριο απαιτείται η εμφάνιση του αναγκαίου υποκειμένου, που στην Ελλάδα θα μπορούσαν να είναι ενδεχομένως και υπό προϋποθέσεις ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ και, μαζί τους, ένα πολύ ευρύτερο, «ΕΑΜικού τύπου» (τηρουμένων των αναλογιών και αντίστοιχο προς τα σημερινά προβλήματα) μέτωπο εθνικής και κοινωνικής σωτηρίας.
Ο Στρατός και η Εκκλησία είναι πιθανό να κληθούν σε μια ορισμένη φάση να αναπληρώσουν το κύρος που έχουν χάσει τα πολιτικά κόμματα, ιδίως αν τα πράγματα ακολουθήσουν τη δεύτερη χαοτική καμπύλη.
Konstantakopoulos.blogspot.com
Επίκαιρα, 31.12.2013
GEOPOLITICO
Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;
Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.
Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.
Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
