Ιστορία - Πολιτισμός
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός (1771 – 1826) – Η ηγετική φυσιογνωμία του – Η συμβολή του στον απελευθερωτικό αγώνα

Λίγο πριν από το 1797 ο Γερμανός βρισκόταν στη Σμύρνη κοντά στο συμπατριώτη του Μητροπολίτη Γρηγόριο. Όταν ο τελευταίος εκλέχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης (1797), ο Γερμανός τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Τους δύο άνδρες συνέδεσε από τότε στενή φιλία. Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο, αν ο Γερμανός ακολούθησε τον εξόριστο Γρηγόριο Ε’ στο Άγιον Όρος. Βέβαιο είναι, ότι παρέμεινε στην Πόλη ως αρχιδιάκονος του Κυζίκου Ιωακείμ και Πρωτοσύγκελλός του κατόπιν. Όταν τον Ιωακείμ, που παραιτήθηκε, διαδέχθηκε ο Παλαιών Πατρών Μακάριος, ο Γερμανός εκλέχθηκε διάδοχος του τελευταίου, για να ποιμάνει σε δύσκολους καιρούς μία από τις σπουδαιότερες επισκοπές του ελλαδικού χώρου. Ήταν Μάρτιος του 1806. Στην έδρα του έφθασε το θέρος του έτους αυτού και έγινε με ενθουσιασμό δεκτός από το ποίμνιό του. Με τη σύνεση και ωριμότητά του κέρδισε γρήγορα το σεβασμό και την εκτίμηση του λαού και των προκρίτων της Πελοποννήσου, αλλά και των Νησιών και της Στερεάς, ασκώντας πάνω τους μεγάλη επιρροή. Ήταν άλλωστε και από τη φύση του «μεγαλοπρεπής», όπως μας πληροφορεί ο Ι. Φιλήμων, «βαρύτητος και νοημοσύνης πρόσωπον». Τα προσόντα του έγιναν περισσότερο αισθητά, όταν αργότερα ανέλαβε τη δική του αποστολή στον εθνικό αγώνα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι διατηρούσε στενό δεσμό και με την ιδιαίτερη πατρίδα του, που την επισκεπτόταν συχνά προσφέροντας πολλά στους συμπολίτες του, όπως και στην τροφό του σχολή, της οποίας το 1816, αφού είχε πιά ενωθεί με τη Μονή Φιλοσόφου, έγινε γενικός έφορος.
Κατά τα έτη 1815-17 βρισκόταν ως συνοδικός στην Πόλη και εκεί έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την κίνηση της Φιλικής Εταιρείας. Επέστρεψε όμως στην έδρα του χωρίς να μυηθεί, έγινε δε δεκτός με ενθουσιασμό από το λαό, που αισθανόταν ασφάλεια με την παρουσία του Ποιμένα του. Από ένα τυχαίο όμως περιστατικό το Νοέμβριο του 1818 ο φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας μύησε το Γερμανό στην Εταιρεία, κάτι που κατοχυρώνει την πατριωτική δράση του Γερμανού, ο οποίος συμμετέχει, έτσι, στην προετοιμασία του αγώνα, αναλαμβάνοντας μάλιστα πρωταγωνιστικό ρόλο. Στις κατοπινές εξελίξεις θα διακριθεί ως ικανότατος πολιτικός, ώστε να βρίσκουν πολλοί τον εθνικοπολιτικό του ρόλο σημαντικότερο από τον εκκλησιαστικό.
Η συμβολή του Γερμανού στο έργο της Φ. Εταιρείας σήμερα είναι γνωστή. Ξέρουμε ότι αυτός μύησε σ’ αυτήν τον Κερνίτζης Προκόπιο, το Χαριτουπόλεως Βησσαρίωνα και άλλους προκρίτους και κληρικούς. Εργάσθηκε για την καλύτερη οργάνωση της δράσης της Εταιρείας στην Πελοπόννησο, προσπαθώντας να διαβρώσει συνάμα τη στάση του Αλή Πασά απέναντι στον προετοιμαζόμενο Αγώνα. Ήταν άλλωστε γνωστό, ότι ο Αλή Πασάς θα επιδίωκε να εκμεταλλευθεί τα σχέδια των Ελλήνων για δικό του όφελος, είτε χρησιμοποιώντας τους εναντίον του Σουλτάνου, είτε και καταδίδοντάς τους, αν αυτό θα τον ωφελούσε. Με υπόδειξη μάλιστα του Γερμανού η υπέρτατη αρχή της Εταιρείας διόρισε Εφορεία στην Πελοπόννησο (1820), για να διατηρεί την πειθαρχία και να μεθοδεύσει συστηματικότερα την προσπάθεια. Έτσι μπόρεσαν οι μυημένοι στο Μωριά να επιτύχουν την αντιμετώπιση βασικών ζητημάτων, να συλλέγουν προσφορές και κυρίως να παραπλανούν τους Τούρκους, προλαμβάνοντας με διάφορα μέτρα και την αγγλική αντίδραση, που θα ήταν απόλυτα επικίνδυνη. Η Εφορεία της Φ.Ε. είχε φαινομενικά επικεφαλής τον πρόξενο της Ρωσίας στην Πάτρα Βλασόπουλο, αλλά ουσιαστικά πρόεδρός της ήταν ο Γερμανός, που πάντα υπογράψει πρώτος. Τα άλλα μέλη της Εφορείας ήταν ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Κερνίτζης Προκόπιος, ο Ασημάκης Ζαΐμης, ο Σ. Χαραλάμπης, ο Ανδρ. Λόντος, ο Ασημάκης Φωτήλας, ο Σωτ. Θεοχαρόπουλος, ο Γ. Παπαδόπουλος και ο Ι. Παπαδιαμαντόπουλος. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις, που τελικά δεν μπορούν να διακριβωθούν πάντα εύκολα, γεγονός είναι η συμμετοχή κληρικών και προκρίτων στην ετοιμασία του αγώνα, αλλά και η ενότητα, από την αρχή, των δυνάμεων του έθνους στον ιερό σκοπό.
Δεν είναι αδιάφορο, ότι ο φιλικός Π. Σέκερης στις 18 Ιανουαρίου προειδοποιούσε τον Παπαφλέσσα: «Γενού μετριώτερον ορμητικός και μην αποφασίσης ποτέ απροστοχάστως, διά να μην λάβης αιτίαν να μετανοήσης…». Ο Παπαφλέσσας παρουσίασε στη Βοστίτζα τα πάντα έτοιμα, με ένα ενθουσιασμό τόσο ανεδαφικό, που δίκαια κατατρόμαξε τους προκρίτους και αρχιερείς, ώστε ο Γερμανός να του πει με αγανάκτηση: «πού πολεμοφόδια; πού όπλα; πού χρήματα πολυάριθμα; πού στρατός πεπαιδευμένος; πού στόλος εφοδιασμένος; Όποιον αρχηγόν έχομεν, διά ν’ αντιπαλαίση το τρομερώτατον θηρίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας… ας φέρωμεν, αδελφοί, ενώπιόν μας μίαν στιγμήν την καταστροφήν της Πελοποννήσου (το 1769), μ’ όλον ότι τότε εφάνη και στόλος ρωσικός, όστις ήταν δείγμα τουλάχιστον ότι έλαβε ενοχήν η ρωσική αυτοκρατορία· αλλ’ εις την εποχήν ταύτην οποία δείγματα θετικότητος έχομεν, διά να πιστεύσωμεν όσα λέγει ο Δικαίος και όσα γράφει ο Υψηλάντης;»
Είναι πράγματι γεγονός, ότι η επιμονή του Δικαίου -καρπός μιας «παράλογης» ηρωικότητας, που κατευθυνόταν από την καρδιά και όχι το λογικό, έκαμε ως ένα σημείο και τους προκρίτους να κινηθούν. «Αναμφιβόλως, αν δεν ενεφανίζετο ο Παπαφλέσσας τας παραμονάς της ενάρξεως της επαναστάσεως και αν δεν μετεχειρίζετο παν μέσον, διά να εκραγή η θρυαλλίς, ήν έφερε κάτω από τα ηρωϊκά του ράσα, επανάστασις δεν θα εγίνετο και η ελευθερία δεν θα επανήρχετο εις την χώραν» (Τ. Γριτσόπουλος). Δικαιολογείται όμως απόλυτα και η στάση του Γερμανού, που τήρησε στάση γνήσιου ποιμένα και ηγέτη που έχει συνείδηση της ευθύνης του για την ασφάλεια του ποιμνίου του και τις συνέπειες κάθε αλόγιστης και βιαστικής ενέργειας. Αναζητεί – και δίκαια – τις ορθές προϋποθέσεις για την έναρξη του αγώνα. Κρίνοντας εμείς εκ των υστέρων τα πράγματα, είναι εύκολο να βρίσκουμε οποιεσδήποτε αφορμές για κριτική των προσώπων εκείνων. Αν όμως μεταφερθούμε στη θέση τους, θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε πιο αντικειμενικά τις ενέργειές τους και να αποφύγουμε κάθε ιδεολογική θεώρηση ή χρήση της ιστορίας. Είναι γνωστή, άλλωστε η απάντηση που έδωσε ο Γερμανός αργότερα στον Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο, που του χλεύαζε τα γράμματα σαν αμαθή και παράλογα, συνιστώντας του να αναπαυθεί, γιατί δεν θα φέρει αποτέλεσμα: «Εγώ, αδελφέ, είχον και ανάπαυσιν και δόξαν και πλούτον, αρχιερατεύων εις τας λαμπράς Πάτρας εν καιρώ της εξουσίας των Τούρκων, αλλά κατεφρόνησα πάντων τούτων και προέκρινα μετά των λοιπών ομογενών κακουχίαν επ’ ελπίδι κοινής ωφελείας της πατρίδος, χωρίς να έχω ποτέ ιδιαιτέρως σκοπούς ιδιωφελείας».
Δύο μήνες αργότερα ο Γερμανός πρωτοστάτησε στην ύψωση της σημαίας της επανάστασης στην Πελοπόννησο, ευλογώντας τον αγώνα των ραγιάδων. Βέβαια ότι ο Γερμανός μαζί με τους άλλους προκρίτους της Αχαΐας ύψωσε την επαναστατική σημαία (λάβαρο) στις 25 Μαρτίου στη Μονή της Αγίας Λαύρας, είναι λαϊκός θρύλος. Είναι γνωστό σήμερα, ότι η επανάσταση ξεκίνησε σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου σχεδόν ταυτόχρονα, βάσει σχεδίου, στις 23 όμως Μαρτίου, ενώ είχαν προηγηθεί μικροσυρράξεις αρκετά ενωρίτερα. Η λαϊκή όμως πίστη για την πανηγυρική ύψωση της σημαίας από το Γερμανό αποτελεί λαμπρή επιβεβαίωση της θέσης του στην εθνική συνείδηση, αλλά και στην ενότητα και συνεργασία όλων των ηγετών, και μάλιστα των εκκλησιαστικών στην επανάσταση, η οποία υπήρξε γεγονός πανεθνικό και πανελλήνιο. Ο Γερμανός έγινε σύμβολο του αγώνα και σαν τέτοιο λειτούργησε στην παλλαϊκή συνείδηση. Είναι πάντως αλήθεια, ότι η πορεία των γεγονότων διέλυσε κάθε δισταγμό και στους περισσότερο και όχι αδικαιολόγητα επιφυλακτικούς.
Από τις πρώτες ενέργειες του Γερμανού υπήρξε η συγκρότηση σώματος από 500 άνδρες, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην πολιορκία των Τούρκων στο κάστρο των Πατρών. Ο Γερμανός έδωσε το «παρών» σε όλες τις φάσεις της πολιορκίας, εξοπλίζοντας συνεχώς σώματα. Συνεργαζόταν με τους τοπικούς αρχηγούς Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο και τους Κουμανιώτες. Αντιμετωπίζοντας δε την αντίδραση του φιλότουρκου προξένου των Πατρών Γκρήν, έγραψε έντονη διαμαρτυρία (σώθηκε το ιδιόγραφό του), καταγγέλλοντας την πράξη του Γκρήν στη διεθνή κοινή γνώμη.
Σημαντικός ήταν ο ρόλος του, όταν άρχισαν οι διενέξεις και αντιθέσεις μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών κατά τη διάρκεια του αγώνα. Ο Γερμανός προσπάθησε, ως γνήσιος κληρικός, να μείνει έξω από τις διχοστασίες και να παίξει συμβιβαστικό και συμφιλιωτικό ρόλο. Σε πολλές όμως περιπτώσεις ήταν τόσο ισχυρά τα μίση, ώστε τούτο γινόταν όχι μόνο δύσκολο, αλλά σχεδόν αδύνατο. Εκείνος όμως επέμενε στην ενωτική προσπάθειά του. Ένας τέτοιος ρόλος δεν ήταν βέβαια άγνωστος στο Γερμανό. Γιατί πολύ ενωρίτερα, ήδη από την αρχή της επισκοπίας του, είχε αναλάβει ανάλογη προσπάθεια, μεσολαβώντας ανάμεσα στις παρατάξεις των προυχόντων όσο και μεταξύ προυχόντων και Τούρκων. Αν η στάση του τότε ερμηνεύεται από μερικούς ως «φιλοκοτζαμπασηδική», ο ενωτικός ρόλος του στη διάρκεια της επανάστασης είναι ολοφάνερα εθνικός και πατριωτικός, γιατί μοχθούσε για την επιτυχία του κοινού αγώνα.
Από τις ουσιαστικότερες συμβολές του στην επανάσταση είναι η κήρυξη απ’ αυτόν γενικής στρατολογίας, η συνετή διεύθυνση του επαναστατικού γραφείου, με τη χρήση της περίφημης Σφραγίδας της Ελευθερίας, η διάκριση των εξουσιών Βουλευτικού και Εκτελεστικού με τον Οργανισμό της 1ης Ιανουαρίου 1822 και άλλα ανάλογα μέτρα. Τη γενική εκτίμηση, που συγκέντρωνε ο Γερμανός δείχνει η αναγνώρισή του ως του μόνου καταλλήλου να εκπροσωπήσει το Έθνος στη διαφώτιση της παπικής Αυλής και του Πάπα για το διεξαγόμενο αγώνα. Στα τέλη Οκτωβρίου 1822 στάλθηκε στην Ιταλία μαζί με το Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, για να επιδώσουν στα μέλη του Συνεδρίου της Βερώνας εκκλήσεις για την αναγνώριση του Εθνικού Αγώνα. Το πατριωτικό φρόνημα και γενικά τις προθέσεις του δείχνει η μερικά δημοσιευμένη αλληλογραφία του αυτής της εποχής. Δεν έγινε δεκτός από τον Πάπα. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε στην ανάπτυξη μεγάλης δραστηριότητας. Φρόντισε να έλθει σ’ επαφή με περιφανείς Έλληνες της διασποράς (π.χ. Ι. Καποδίστρια, Δ. Ρώμα, Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο κ.ά.) και κατέβαλε προσπάθειες για τη σύναψη δανείου. Στην αλληλογραφία του με την Ελλάδα αγωνίζεται να διατηρήσει άσβεστη την επαναστατική φλόγα και την ομόνοια και συνεργασία των ηγετών του Αγώνα.
Δυο χρόνια έμεινε στη Δύση, προβάλλοντας τα δίκαια του επαναστατημένου έθνους, αλλά και δεχόμενος συνεχώς πίκρες και απογοητεύσεις, όπως από τον περίεργο Ιγνάτιο, όπως είδαμε. Ιδιαίτερα τον έθλιβαν οι συνεχιζόμενες αντιθέσεις των αρχηγών στην Ελλάδα και προσπαθούσε να διατηρήσει την αναγκαία ισορροπία στη στάση του απέναντι στους αντιμαχομένους. Στις 22 Φεβρουάριου 1824 έγραφε σχετικά στον Δ. Ρώμα: «Η ψυχή μου είναι κατώδυνος, βλέπων εντεύθεν τους πατριώτας να ωθώσι την πατρίδα εις το βάραθρον, αλλά τι ποιητέον; Δεν δύναμαι μήτε εντεύθεν να διορθώσω τι μήτε εκεί να υπάγω, όθεν διάγω ημέρας λυπηράς και δεν ελπίζω πάρεξ εις την θείαν Πρόνοιαν να μεταβάλη τας σκολιάς εις οδούς λείας…».
Στην Ελλάδα επέστρεψε τον Ιούλιο του 1824. Ήταν ακριβώς η περίοδος του σκληρού εμφυλίου πολέμου. Φρόντισε να αποσυρθεί στη μονή της Χρυσοποδαρίτισσας, αλλά η λαίλαπα των συγκρούσεων δεν τον άφησε ανέγγιχτο. Με διαταγή του στρατηγού Ι. Γκούρα τον συνέλαβαν οι στρατιώτες και τον μεταχειρίστηκαν σαν κατάδικο. Διαπομπεύθηκε και εξαντλήθηκε, μεταφερόμενος πεζός στα τέλη του 1825, στην καρδιά του χειμώνα, στη Γαστούνη. Ταυτόχρονα κατέκλεψαν τα υπάρχοντά του. Τελικά τον άφησαν ελεύθερο να πάει στο Ναύπλιο, αλλ’ ήταν πολύ εξαντλημένος από τις κακουχίες και βαρειά άρρωστος. Την κλονισμένη υγεία του επιδείνωσε η πίκρα και απογοήτευσή του για την απροσδόκητη τροπή του Αγώνα.
Παρ’ όλα αυτά πρόσφερε και τις τελευταίες του δυνάμεις στο Έθνος. Το 1826 εκλέχθηκε μέλος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης και μέλος της ’Επιτροπής «επί των Εξωτερικών». Αυτό του αναπτέρωσε τις ελπίδες και ανανέωσε το κύρος του. Τις απόψεις του για τα εκκλησιαστικά φρόντισε να τις καταχωρίσει σε υπόμνημά του, που εκδόθηκε κατόπιν από τα κατάλοιπά του. Λίγο αργότερα όμως προσβλήθηκε από εξανθηματικό τύφο και απεβίωσε στο Ναύπλιο, ίσως από την υπερβολική δόση φαρμάκου. Κηδεύθηκε με τιμές και γενική αναγνώριση, τα δε οστά του μεταφέρθηκαν αργότερα στη Δημητσάνα. Ανδριάντες του από χαλκό στήθηκαν στη γενέτειρά του και στην Πάτρα, δείγμα της εθνικής ευγνωμοσύνης.
Ο Π. Πατρών Γερμανός αναδείχθηκε και υπομνηματογράφος του αγώνα. Τα απομνημονεύματά του αναφέρονται στα πρώτα έτη του πολέμου. Αρχίζουν με εισαγωγικό μέρος για την τουρκοκρατία και τα προηγούμενα της επανάστασης και εκθέτουν τα γεγονότα του αγώνα μέχρι τον Απρίλιο του 1823. Παρ’ όλο που δεν πρόκειται για συστηματικό ιστορικό έργο, είναι χρησιμότατη πηγή τού αγώνα, αλλά και σπουδαία ψυχογραφική πηγή για τον ίδιο το συγγραφέα. Εκθέτουν – και φωτίζουν -τη δική του συμμετοχή στην επανάσταση και αποσαφηνίζουν την πολιτική του.
Βιβλιογραφία.: Δ. Αινιάτος, Γερμανός ο Παλαιών Πατρών, Αθήναι 1854. A. Ν. Γούδα, Βίοι παράλληλοι… τ.Α’΄, Αθήναι 1869. Δ. Καμπούρογλου, «Π.Π. Γερμανός», « Αθήνα» 27(1915) 209-72 και 28(1916) 205-51. Ιωάννας Γιανναροπούλου – Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή στα Απομνημ. του Γερμανού, Αθήναι 1975 (με πλούσια βιβλιογρ.). Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Μονή Φιλοσόφου, Αθήναι 1960, σ. 458-69 και άρθρο του ίδιου στη ΘΗΕ, τ. 4(1964), στ. 391-96. Απ, Ε. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Ν. Ελληνισμού, τόμ. Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980, σποραδ.
Πηγή: Τεύχος A’, σελ. 41-47, Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Λ. Μεταλληνού «Μικρά Ιστορικά», Πρώτη έκδοση, Λευκωσία 1988 Γ.Δ. Μεταλληνός, Πίνδου 11, 15451 Αθήνα και Πολιτιστικός Όμιλος «Οι ρίζες», Τ.Κ. 3215 — Λεμεσός
http://www.pemptousia.gr/2016/12/o-paleon-patron-germanos-1771-1826/
GEOPOLITICO
«Ρωμαίων Νόστος»: Ένα ταξίδι στις αλησμόνητες πατρίδες του Πόντου – Το νέο βιβλίο του Μιχάλη Αδαμίδη
Μια λογοτεχνική επιστροφή στις πατρογονικές εστίες, εκεί όπου οι μύθοι συναντούν την ιστορία και οι μνήμες των ξεριζωμένων Ελλήνων παραμένουν ζωντανές. Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ρωμαίων Νόστος» του Μιχάλη Αδαμίδη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων, αποτελεί έναν φόρο τιμής στον Ποντιακό Ελληνισμό και στις γενιές που κουβάλησαν τον πόνο της προσφυγιάς.
Ένα ταξίδι στην ιστορία, τη μνήμη και την ελληνική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο επιχειρεί ο συγγραφέας και ζωγράφος Μιχάλης Αδαμίδης, μέσα από το νέο του ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Ρωμαίων Νόστος», το οποίο κυκλοφόρησε στις 19 Σεπτεμβρίου 2026 από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων.
Πρόκειται για ένα έργο που αντλεί την έμπνευσή του από τις οικογενειακές μνήμες του δημιουργού και, κυρίως, από τις αφηγήσεις των γονιών του, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βίαια την πατρίδα τους, τον Πόντο.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδύεται ο κόσμος του Εύξεινου Πόντου, μιας περιοχής άρρηκτα συνδεδεμένης με την ελληνική ιστορία, τη μυθολογία, τον πολιτισμό και την περιπέτεια του Ποντιακού Ελληνισμού.
Από τα Δαρδανέλια στη Σινώπη – Ένα ταξίδι στη γη των μύθων
Η αφήγηση μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα θαλασσινό ταξίδι μέσα από τα Δαρδανέλια και την Προποντίδα, με προορισμό τον Εύξεινο Πόντο.
Η θάλασσα, που στην αρχαιότητα χαρακτηριζόταν «Άξεινος» λόγω των κινδύνων και της αφιλόξενης φύσης της, μετατρέπεται στο σκηνικό μιας διαδρομής γεμάτης εικόνες, ήχους και έντονους συμβολισμούς.
Οι ταξιδιώτες διασχίζουν τα παράλια, αντικρίζοντας τις απόκρημνες βουνοπλαγιές, τα πυκνά δάση και τους ορμητικούς ποταμούς που καταλήγουν στη Μαύρη Θάλασσα.
Η περιγραφή του συγγραφέα αποτυπώνει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο τη στιγμή της άφιξης:
«Η Σινώπη απλωνόταν μπροστά τους! Εδώ άρχιζε ο Πόντος— η γη των μύθων και των ηρώων».
Η Σινώπη, μία από τις ιστορικές ελληνικές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, αποτελεί στην αφήγηση την πύλη εισόδου σε έναν τόπο με βαθιές ρίζες στον ελληνικό πολιτισμό.
Ένα βιβλίο αφιερωμένο σε όσους δεν γύρισαν ποτέ
Πέρα από τη λογοτεχνική του διάσταση, ο «Ρωμαίων Νόστος» έχει για τον δημιουργό του ιδιαίτερη συναισθηματική και οικογενειακή σημασία.
Οι ιστορίες των γονιών του για τη ζωή στον Πόντο και τον βίαιο αποχωρισμό από την πατρογονική γη αποτέλεσαν την αφετηρία για τη συγγραφή του.
Ο Μιχάλης Αδαμίδης επιχειρεί έτσι να διατηρήσει ζωντανές τις μνήμες μιας γενιάς που γνώρισε τον ξεριζωμό και να αποδώσει έναν προσωπικό φόρο τιμής στους προγόνους του.
Η αφιέρωση του έργου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται σε εκείνους που κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα. Περιλαμβάνει και όσους δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι, αλλά και όσους δεν πρόλαβαν να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στην ελληνική γη.
Ο τίτλος «Ρωμαίων Νόστος» παραπέμπει στη διαχρονική σχέση των Ελλήνων του Πόντου με τη ρωμαίικη ταυτότητά τους και στην έννοια της επιστροφής, η οποία αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην ιστορική εμπειρία του προσφυγικού Ελληνισμού.
Ποιος είναι ο Μιχάλης Αδαμίδης
Ο Μιχάλης Αδαμίδης γεννήθηκε το 1953 στους Γεωργιανούς Βέροιας και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Από μικρή ηλικία εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις τέχνες και κυρίως για τη ζωγραφική. Σπούδασε σχέδιο και διακόσμηση στη Σχολή Δοξιάδη, ενώ παράλληλα μαθήτευσε δίπλα σε έμπειρους ζωγράφους, αποκτώντας γνώσεις γύρω από τα χρώματα, τα υλικά και τις τεχνικές της ζωγραφικής.
Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας συμμετείχε σε πολυάριθμες ομαδικές εκθέσεις. Τον Μάιο του 1997 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο Παλαιού Φαλήρου.
Παράλληλα εργάστηκε επί είκοσι χρόνια στην αμερικανική αεροπορική εταιρεία TWA.
Με τον «Ρωμαίων Νόστο» στρέφεται στη συγγραφή, έχοντας ως βασικό ερέθισμα τις οικογενειακές αφηγήσεις και την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης του Ποντιακού Ελληνισμού.
Τα στοιχεία της έκδοσης
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων και είναι διαθέσιμο στην ελληνική γλώσσα.
| Τίτλος | Ρωμαίων Νόστος |
| Συγγραφέας | Μιχάλης Αδαμίδης |
| Εκδόσεις | Ινφογνώμων |
| Κατηγορία | Ιστορικό μυθιστόρημα |
| Σελίδες | 130 |
| Ημερομηνία κυκλοφορίας | 19 Σεπτεμβρίου 2026 |
| ISBN | 978-618-5970-26-0 |
| Τιμή | 13,50 ευρώ |
Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα των εκδόσεων, www.infognomon.gr.
GEOPOLITICO
Παρουσίαση του βιβλίου «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου
Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Το βιβλίο του Κώστα Μπαλαχούτη «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» παρουσιάζεται στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, στις 20:00, σε εκδήλωση που διοργανώνουν ο Δήμος Βέροιας και οι Εκδόσεις Ινφογνώμων.
Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Στο επίκεντρο της βραδιάς βρίσκεται η έκδοση που είναι αφιερωμένη στον Στέλιο Καζαντζίδη, με τον τίτλο «Δεν με σβήνει κανένας» να δίνει το στίγμα της αναφοράς σε μια φωνή που παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Κωνσταντίνος Καρέλας, επιχειρηματίας και μουσικός, ο Σάββας Καλεντερίδης, συγγραφέας και εκδότης, καθώς και ο ίδιος ο συγγραφέας, Κώστας Μπαλαχούτης. Τον πρόλογο της έκδοσης υπογράφει η Χάρις Αλεξίου, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο του βιβλίου.
Οι διοργανωτές προσκαλούν το κοινό της Βέροιας να παρακολουθήσει την παρουσίαση και να γνωρίσει την έκδοση για τον μεγάλο λαϊκό ερμηνευτή.
Η εκδήλωση με μια ματιά:
- Ημερομηνία: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026.
- Ώρα: 20:00.
- Χώρος: Αντωνιάδειος Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», Βέροια.
- Διοργάνωση: Δήμος Βέροιας και Εκδόσεις Ινφογνώμων.
- Είσοδος: Ελεύθερη.
GEOPOLITICO
Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ
Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση επιστροφής, οι εκκρεμείς διεκδικήσεις και οι ενστάσεις των Μητροπόλεων.
Η επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία επαναφέρει ένα ιστορικό και πολιτικό ερώτημα: γιατί η απόδοση θησαυρών που αφαιρέθηκαν από ελληνικές μονές συνδέεται με την παράδοση ανταλλάγματος, όταν η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε ήδη την επιστροφή τους;
Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που αναδεικνύει ο δημοσιογράφος Γιώργος Καρανίκας, στο άρθρο του «Διαγράφουμε την συνθήκη του Νεϊγύ;», που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Χρόνος» στις 7 Οκτωβρίου. Η παρέμβασή του στρέφεται κατά της λογικής της ανταλλαγής και της πανηγυρικής παρουσίασης μιας συμφωνίας που αφορά μέρος των θησαυρών που διεκδικεί η ελληνική πλευρά.
Η υποχρέωση που διατυπώθηκε το 1919
Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919, μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρα από τις εδαφικές και οικονομικές ρυθμίσεις, περιλάμβανε συγκεκριμένη πρόβλεψη για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.
Το άρθρο 126 όριζε ότι η Βουλγαρία αναλαμβάνει να αναζητήσει και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και το Σερβοκροατοσλοβενικό Κράτος αρχεία, έγγραφα και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που είχαν απομακρυνθεί από τα εδάφη τους κατά τον πόλεμο.
Στη διάταξη αυτή στηρίζεται η κριτική του Καρανίκα: η επιστροφή των λεηλατημένων κειμηλίων αποτελούσε υποχρέωση της βουλγαρικής πλευράς, επομένως η αντιμετώπισή τους ως στοιχείων μιας αμοιβαίας συναλλαγής δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.
Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει και την παράδοση χειρογράφων το 1923. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του, η ελληνική αντιπροσωπεία παρέλαβε κιβώτια τα οποία παρουσιάστηκαν ως το σύνολο των αφαιρεθέντων, αλλά περιείχαν μόνο περιορισμένο αριθμό χειρογράφων. Κατά τον ίδιο, η εκκρεμότητα δεν έκλεισε ποτέ, παρά τους μεταγενέστερους βουλγαρικούς ισχυρισμούς.
Τι περιλαμβάνει η πρόσφατη συμφωνία
Στις 3 Οκτωβρίου 2026, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής, παρουσία των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Τα 48 κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η ελληνική πλευρά παραδίδει τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.
Η επίσημη ανακοίνωση προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων για ιστορικά αντικείμενα που δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα συμφωνία. Τα επιστραφέντα κειμήλια θα εκτίθενται στη Θεσσαλονίκη έως τις 5 Νοεμβρίου και κατόπιν θα αποδοθούν στους φορείς προέλευσής τους.
Οι θησαυροί που παραμένουν εκτός
Οι εκκρεμείς διεκδικήσεις δείχνουν ότι η επιστροφή των 48 αντικειμένων δεν ολοκληρώνει τον επαναπατρισμό.
Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού, αναφέρει ότι από την Εικοσιφοίνισσα είχαν αφαιρεθεί 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Εκφράζει επίσης την ανησυχία ότι η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Ελλάδας για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία.
Η Μητρόπολη Ξάνθης και Περιθεωρίου διεκδικεί ακόμη 50 αντικείμενα από τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας, ζητώντας την επιστροφή τους έξω από τη λογική ανταλλαγής. Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος χαιρέτισε τον επαναπατρισμό των 48 κειμηλίων, εκφράζοντας την προσδοκία να ακολουθήσουν νέες επιστροφές.
Το ερώτημα περί «διαγραφής» της Συνθήκης του Νεϊγύ αποτελεί την αιχμηρή πολιτική θέση του Καρανίκα· δεν τεκμηριώνει από μόνο του νομική κατάργησή της. Αναδεικνύει, όμως, ένα συγκεκριμένο ζήτημα που απαιτεί απάντηση: πώς διασφαλίζεται η διεκδίκηση του συνόλου των αφαιρεθέντων θησαυρών, μετά την ολοκλήρωση αυτής της ανταλλαγής;
Η επιστροφή των 48 κειμηλίων έχει αξία για τις μονές και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Η ιστορική εκκρεμότητα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή όσο χειρόγραφα και εκκλησιαστικοί θησαυροί εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τους τόπους στους οποίους ανήκουν.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας