Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

26/01/1699 – Συνθήκη Κάρλοβιτς [Karlowitz]: αρχή του τέλους της Οθωμανικής Επέκτασης

Δημοσιεύτηκε στις

Ιωάννης Βιδάκης (i) & Δημήτριος Γεωργαντάς (ii)


26/01/1699 – Συνθήκη Κάρλοβιτς [Karlowitz]:

αρχή του τέλους της Οθωμανικής Επέκτασης

Ιωάννης Βιδάκηςi & Δημήτριος Γεωργαντάςii

Kapela Mira (Παρεκκλήσι της Ειρήνης),

όπου έγινε η διαπραγμάτευση της Συνθήκης του Κάρλοβιτς

Αρχείο: Sremski Karlovci, Kapela Mira.jpg, 30 Μαρτίου 2011

Τοποθεσία: 45° 11′ 51,08″ N, 19° 56′ 25,63″ E

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Γνωρίζουμε το παλαιό αστείο για το πώς η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» δεν ήταν ούτε Ιερή, ούτε Ρωμαϊκή, ούτε Αυτοκρατορία; Θα μπορούσαμε να γράψουμε ένα ανάλογο αστείο για τον «Μεγάλο Τουρκικό Πόλεμο» της περιόδου 1683-1699. Δεν ήταν «μεγάλος», δεν ήταν «τουρκικός» (η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν περισσότερο από έναν αιώνα μακριά) και δεν ήταν πόλεμος – στην πραγματικότητα ήταν μια σειρά από συρράξεις.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1680, πολλές ευρωπαϊκές χώρες – συμπεριλαμβανομένης της προαναφερθείσας Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, (ΑΡΑ, Holy Roman Empire (HRE) – η οποία εκείνη την εποχή ελεγχόταν από τους Αυστριακούς Αψβούργους), η Ουγγαρία (ελεγχόμενη επίσης από τους Αψβούργους), η Κροατία (το ίδιο), η Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, η Ρωσσία, η Βενετία, και ένα σωρό μικρότεροι εταίροι — όλοι εντάχθηκαν σε μια Ιερή Ένωση κατόπιν εντολής του Πάπα Ιννοκεντίου XI (π. 1689). Οι Οθωμανοί, με τη σοφία τους στα τέλη του 17ου αιώνα, κατόρθωσαν να εμπλακούν σε συγκρούσεις με τον καθένα από αυτούς – τους Βενετούς στην Ελλάδα, τους Ρώσσους στην Κριμαία και στο Αζόφ, τους Πολωνούς στη Μολδαβία και τους Αψβούργους στην Αυστρία. Θα ήταν σχεδόν αδύνατο για τους Οθωμανούς να είχαν κερδίσει τόσες πολλές ταυτόχρονες συγκρούσεις στο αποκορύφωμά τους, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1680, δεν ήταν πλέον στο απόγειό τους, [βλ. https://fx.substack.com/p/today-in-european-history-the-treaty-020].

Στο παρόν κείμενο εξετάζεται η Διεθνής Συνθήκη του Κάρλοβιτς, (Karlowitz ή Carlowitz, 26 Ιανουαρίου 1699), η διευθέτηση ειρήνης που τερμάτισε τις εχθροπραξίες (1683–1699) μεταξύ των Οθωμανών και του Ιερού Συνδέσμου. Η συνθήκη μείωσε σημαντικά την τουρκική επιρροή σε ανατολική-κεντρική Ευρώπη και έκανε εκεί την Αυστρία κυρίαρχη δύναμη. Η συνθήκη συνομολογήθηκε κατόπιν μεσολάβησης Αγγλίας και Ολλανδίας – υπογράφηκε μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφενός και καθεμίας των συνασπισμένων δυνάμενων (Ευρωπαϊκών Δυνάμεων), με σημαντικές συνέπειες και για τους Έλληνες, υπόδουλους και μη.

Εισαγωγικά

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ακολουθώντας ένα μοτίβο ιδιαίτερου ιμπεριαλισμούiii, είχε προσαρτήσει μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης υπό τον έλεγχο του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’, μέσω πολλαπλών επιτυχημένων κατακτήσεων. Μετά την παράδοση από την Πολωνία του μεγαλύτερου μέρους της δεξιάς όχθης της Ουκρανίας το 1681, η αυτοκρατορία συνόρευε με την Πολωνία, την αυτοκρατορία των Αψβούργων και την Ρωσσία. Ανέλαβαν τον άμεσο έλεγχο σε όλη τη νοτιοανατολική Ευρώπη και πολλά ελεύθερα κράτη όπως η Βλαχία, η Τρανσυλβανία και η Μολδαβία είχαν γίνει υποτελείς των Οθωμανών. Κρήτη, Κύπρος, και άλλα μεσογειακά νησιά στρατηγικής σημασίας της Ενετικής Δημοκρατίας είχαν επίσης καταληφθεί.

Το αποκορύφωμα της οθωμανικής προέλασης ήταν η δημιουργία ενός στρατιωτικού διαδρόμου από την Κωνσταντινούπολη, μέσω της τουρκικής ελεγχόμενης Μοραβίας και του Βελιγραδίου, μέχρι το κάποτε φρούριο των Αψβούργων Érsekújvariv στην τότε “Βασιλική Ουγγαρία”. Στον απόηχο αυτού του διαδρόμου υπήρξε και μια εισροή οθωμανικής κουλτούρας, [σχολεία, λουτρά, τζαμιά]. Στο νησί της Χίου, οι Οθωμανοί απαγόρευσαν κάθε ρωμαιοκαθολική λατρεία, μετατρέποντας προηγούμενες καθολικές εκκλησίες σε τζαμιά. Εξέχουσες χριστιανικές προσωπικότητες εκείνη την εποχή, όπως ο Πάπας Ιννοκέντιος ΙΔ’ και ο μοναχός Μάρκο ντ’ Αβιάνο, είδαν αυτές τις εξελίξεις ως σημαντική απειλή για τον Χριστιανισμό.

Φοβούμενος περαιτέρω οθωμανικές επεκτάσεις στην Ευρώπη, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ’ Σομπιέσκι της Πολωνίας [Sobieski III, βασιλιάς της Πολωνίας και Μέγας Δούκας της Λιθουανίας από το 1674 μέχρι τον θάνατό του το 1696], προσπάθησε να σχηματίσει συμμαχία με τον Λεοπόλδο Α’ [Leopold I, εκλεγμένος το 1658 – κυβέρνησε την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέχρι τον θάνατό του το 1705, ο δεύτερος μακροβιότερος αυτοκράτορας των Αψβούργων (46 χρόνια και 9 μήνες)]. Ωστόσο βρήκε αντίθεση στην Πολωνική Δίαιτα, όπου το φιλο-οθωμανικό γαλλικό κόμμα κατείχε σημαντική μειοψηφία. Περαιτέρω διαπραγματεύσεις στην Δίαιτα οδήγησαν σε βία μεταξύ των γερουσιαστών, με το γαλλικό κόμμα να φοβάται ότι μια τέτοια συμμαχία θα περιόριζε την γαλλική επιρροή στην Πολωνία. Αυτοί οι φόβοι αμβλύνθηκαν ελάχιστα από τον όρο ότι η συμμαχία επρόκειτο να ενεργοποιηθεί μόνο εάν Βιέννη ή Κρακοβία απειλούνταν από τους Οθωμανούς. Τελικά μόνο με την υποστήριξη του Πάπα Ιννοκεντίου XI η Πολωνική Αυλή θα υπέγραφε τη Συνθήκη της Βαρσοβίας στις 31 Μαρτίου 1683. Αυτή η υποστήριξη περιελάμβανε παπική επιχορήγηση 200.000 αυτοκρατορικών τάλιρων στην Πολωνία, κινητοποίηση 60.000 στρατιωτών και διορισμό Καρδινάλιου Προστάτη για τον Πολωνό βασιλιά.

Η συμμαχία τέθηκε σε ισχύ μόλις έξι μήνες αργότερα, όταν οι Οθωμανοί πολιόρκησαν για δεύτερη φορά την Βιέννη. Μετά το τέλος της πολιορκίας και την απελευθέρωση της πόλης από τις πολωνικές δυνάμεις, ο Σομπιέσκι έγραψε στον Πάπα Ιννοκέντιο XI μεταφέροντας τον «ασβέστιο ζήλο του για την διάδοση της χριστιανικής πίστης». Παρόλα αυτά, ο Ιννοκέντιος είχε άγχος, φοβούμενος ότι η Βιέννη δεν θα μπορούσε να αντέξει άλλο. Πίστευε ότι χωρίς την βοήθεια της Βενετίας, δεν υπήρχε περίπτωση να αποκρούσει περαιτέρω τουρκικές επιθέσεις. Η Βενετία είχε ήδη εκφράσει την επιθυμία της να συμμετάσχει σε μια αντιτουρκική συμμαχία και επιθυμούσε να ανακτήσει τη μεσογειακή της επικράτεια από τους Οθωμανούς, ωστόσο, μια συμμαχία με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περιπλεκόταν από εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών σε διάφορα ζητήματα.

Μετά την επιδίωξη της Βενετίας να συμμετάσχει σε μια συμμαχία, η Ιερά Ένωση [Holy League, Λατινικά: Sacra Ligua] σχεδιάστηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο XI. Με πρότυπο τη Συνθήκη της Βαρσοβίας, υποχρέωσε τα μέλη να κινητοποιήσουν τις δυνάμεις τους ενάντια αποκλειστικά σε οθωμανική απειλή και να συνεχίσουν τις εκστρατείες τους έως ότου όλα τα μέλη συμφωνήσουν να κάνουν ειρήνη. Υπεγράφη στις 5 Μαρτίου 1684 στο Λιντς από εκπροσώπους της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπό την κυριαρχία της Μοναρχίας των Αψβούργων, της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας και της Βενετικής Δημοκρατίας, ενώ προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν όλα τα χριστιανικά έθνη. Στη συνέχεια στις 24 Μαΐου ο Πάπας έγινε προστάτης του Συνδέσμου: σύμφωνα με τη συμμαχία, «για να δώσουν μεγαλύτερη δύναμη στο ιερό εγχείρημα και να συνδυάσουν τη συμμαχία με άρρηκτους δεσμούς, οι συμμαχικές Δυνάμεις επιλέγουν τον Πάπα και τους διαδόχους του, ως κοινό πατέρα του Χριστιανικού κόσμου, ως προστάτη, εγγυητή και εκπρόσωπο της συμμαχίας». Το όνομα «The Holy League» αποτελούσε όρο προπαγάνδας, ο οποίος υπογραμμίζει τη σταυροφορική φύση του πολέμου που διεξήγαγαν τα μέλη της.

Χάρτης 1: Χάρτης των μελών του Ιερού Συνδέσμου, 1683-1684

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Holy_League_(1684)#/media/File:Map_of_Members_of_the_Holy_League_1684.png

Ο Σύνδεσμος όριζε ότι τα μέλη του θα ενεργούν ανεξάρτητα και ότι θα διατηρούσαν όλη την γη που θα κατακτούσαν. Αυτό αποδείχθηκε δύσκολο για την Βενετία, η οποία πίστευε ότι είχε ανεπαρκή στρατεύματα και έτσι ο Λεοπόλδος Α’ θα διεκδικούσε ενετική γη στην Δαλματία. Αυτό οδήγησε σε μια τροποποίηση έτσι ώστε η Βενετία να λάβει όλη την ανακτημένη γη στην Δαλματία. Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη και της Ρωσσίας στη συμμαχία ξεκίνησαν στις αρχές του 1684, όταν ο νούντσιος [διαπιστευμένος αντιπρόσωπος του Πάπα προς στις κυβερνήσεις ξένων χωρών] της Πολωνίας Τζιρόλαμο Μπουονβίζι [nuncio Girolamo Buonvisi] είχε αρχίσει να συμφιλιώνει τις σχέσεις της χώρας με την Ρωσσία. Οι προηγούμενοι εδαφικοί πόλεμοι είχαν καταλήξει σε εκεχειρία και οι δύο χώρες δεν είχαν ακόμη επισήμως συνάψει ειρήνη. Η Ρωσσία είχε επίσης επί του παρόντος τον έλεγχο του προηγουμένως πολωνικού Κιέβου, δημιουργώντας δύο εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν πριν η Ρωσσία προσχωρήσει σε οποιαδήποτε συμμαχία.

Ο Ιννοκέντιος XI είχε παρόμοιες προθέσεις, στέλνοντας έναν απεσταλμένο στη Μόσχα τον Απρίλιο και τον επόμενο μήνα κατέβαλε χρήματα στους Κοζάκους, με το πρόσχημα ότι θα τους προσέφερε περισσότερα εάν η Ρωσσία προσχωρούσε στη συμμαχία. Αυτές οι απόπειρες διπλωματίας κορυφώθηκαν με την προσωπική πρόσκληση του Πάπα τον Αύγουστο προς την Τσαρίνα Σοφία, καλώντας την Ρωσσία να ενταχθεί στον Ιερό Σύνδεσμο. Αυτό έγινε αποδεκτό στις 26 Απριλίου 1686 μετά από μια συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία. Η Ρωσσία προσχώρησε με τον όρο ότι μπορούσε να κρατήσει το Κίεβο από τους Πολωνούς με αντάλλαγμα 1,5 εκατ. φλορίνια, με την απαίτηση να ξεκινήσουν πόλεμο με τους Οθωμανούς πριν από το τέλος του 1686.

Αντίθετα η Γαλλία, [η μεγαλύτερη τότε δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης], έχοντας αναζωογονήσει τη μακροχρόνια συμμαχία της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε δηλώσει δημοσίως ότι δεν θα βοηθούσε στην άμυνα έναντι μιας τουρκικής εισβολήςv. Μια συνωμοσία για να εγκατασταθεί ένας Γάλλος πρίγκιπας ως Πολωνός βασιλιάς αποκαλύφθηκε το 1692, η οποία θα είχε αποτρέψει πλήρως την ενεργοποίηση της Ένωσης. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος XIV [μονάρχης Γαλλίας 1643 – 1715, γνωστός και ως Βασιλιάς Ήλιος], προσπάθησε να ασκήσει παρόμοιο έλεγχο στον ίδιο τον Λεοπόλδο Α’, διαχέοντας αμφιβολίες για την αναγκαιότητα της συμμαχίας. Όταν αυτό απέτυχε και η συμμαχία ενεργοποιήθηκε, οι Αψβούργοι είχαν μεγάλα εδαφικά κέρδη και επέκτειναν την επιρροή τους περαιτέρω στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε απάντηση, η Γαλλία επιτέθηκε στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων το 1688, προσπαθώντας να συνδράμει τους Οθωμανούς δημιουργώντας ένα δεύτερο μέτωπο, διευρύνοντας την επιρροή τους στην Ευρώπη. Αυτός ο εννεαετής πόλεμος θα παρατείνει την παράδοση των Οθωμανών και θα ακρωτηριάσει τις προσπάθειες των Αυστριακών στον «Μεγάλο Τουρκικό Πόλεμο»vi.

Από την άλλη πλευρά, πολλά γερμανικά πριγκιπάτα, στα οποία ο Λεοπόλδος Α’ δεν είχε τον πλήρη έλεγχο, είχαν δεσμευτεί να βοηθήσουν τον Ιερό Σύνδεσμο. Το Βρανδεμβούργο, το οποίο συνήθως συμμαχούσε με την Γαλλία και αντιστεκόταν στον αυτοκρατορικό έλεγχο, υποσχέθηκε 7.000 άντρες και 150.000 αυτοκρατορικά τάλιρα για την επιτυχία του Συνδέσμου το 1685 μετά από εκτενείς διαπραγματεύσεις του Πάπα και του εκλέκτορα του Βρανδεμβούργου. Ομοίως, η Βαυαρία υποσχέθηκε 8.000 άνδρες, η Κολωνία 2.900, η ​​Φραγκονία 3.000, η ​​Σουηβία 1.400, ο Άνω Ρήνος 1.500. Επιπλέον, και παρά το γεγονός ότι δεν ήταν χριστιανικό έθνος, ο Σύνδεσμος είχε αποταθεί στη μακρινή Περσία, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει την αντίθεση των σουνιτών Οθωμανών με τους σιίτες Πέρσες. Η πρώτη πρόσκληση ήταν κατά τον αρχικό σχηματισμό της Ένωσης το 1683, την οποία ο Σάχης Σουλεϊμάν της Περσίας απέρριψε με την αιτιολογία ότι τα στρατεύματά του χρειάζονταν για την υπεράσπιση των συνόρων της Περσίας από τις επιδρομές των Κοζάκων. Παρόμοιο αίτημα υπέβαλε ο (Ρωμαιοκαθολικός) Αρχιεπίσκοπος του Ναξιβάν [Archbishop of Naxivan/Nakhchivan] στα τέλη του 1684, το οποίο επίσης απορρίφθηκε. Η ανάγκη της Περσίας να υπερασπιστεί τα σύνορά της από τους Κοζάκους απαλείφθηκε όταν η Ρωσσία προσχώρησε στη συμμαχία και στις 20 Ιουλίου 1686 ο Ιννοκέντιος XI έγραψε για άλλη μια φορά στον Σάχη για να τον ενθαρρύνει να ενταχθεί στην Ένωση. Σε απάντηση, ο Σουλεϊμάν προετοίμασε 30.000 στρατιώτες να βαδίσουν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ισχυριζόμενος ότι «θα εκμεταλλευόταν μια τόσο ευνοϊκή ευκαιρία». Ωστόσο, δεν κατάφερε να ενταχθεί τελικά η Περσία στη συμμαχία.

Πριν την Συνθήκη του Κάρλοβιτς

Θεωρούμενα από πολλούς Ούγγρους ως τα αποφασιστικά σημεία καμπής στην ιστορία της χώρας τους, η νίκη του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς στη μάχη του Μοχάτς το 1526 και η τουρκική κατάκτηση της Βούδας το 1541, οδήγησαν στην διαίρεση του μεσαιωνικού Βασιλείου της Ουγγαρίας μεταξύ της μοναρχίας των Αψβούργων και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που κράτησε για περισσότερο από ενάμιση αιώνα. Ενώ οι δυτικές και βόρειες παρυφές του βασιλείου παρέμειναν υπό την κυριαρχία των Αψβούργων ως «Βασιλική Ουγγαρία», η κεντρική χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρώην πρωτεύουσας της Βούδας, ενσωματώθηκε στο διοικητικό σύστημα των Οθωμανών και το ανατολικό της μισό εξελίχθηκε στο ημιαυτόνομο Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας, που κυβερνήθηκε από την ουγγρική οικογένεια Báthory, επίσης υπό οθωμανική επικυριαρχία. Κατά την διάρκεια αυτής της λεγόμενης «εποχής της τριχοτόμησης», ο συνεχής πόλεμος μεταξύ των Οθωμανών και των Αψβούργων μετέτρεψε την Ουγγαρία σ΄ ένα διαρκές πεδίο μάχης που κατέστρεψε μεγάλο μέρος της γης και μετέβαλε τη νότια χώρα σε μια ερημιά που κατείχαν μόνο λίγοι Βλάχοι βοσκοί. Η αύξηση του πληθυσμού περιορίστηκε, οι οικισμοί χάθηκαν και η εθνοτική σύνθεση της επικράτειας άλλαξε ριζικά μέσω εκτοπίσεων και σφαγών. Την περίοδο αυτή, η πλειονότητα των Ούγγρων που ζούσαν υπό Οθωμανική κυριαρχία έγιναν Προτεστάντες, καθώς οι προσπάθειες της αντιμεταρρύθμισης των Αψβούργων δεν μπόρεσαν να διεισδύσουν στα οθωμανικά εδάφη και οι Τούρκοι ήταν αδιάφοροι για τα χριστιανικά δόγματα που ασκούσαν οι Ούγγροι υπήκοοί τους. Στην Τρανσυλβανία, εκτός ​από την εμβέλεια της καθολικής εξουσίας, επιτράπηκε να ανθίσει το λουθηρανικό και το καλβινιστικό κήρυγμα.

Στις αρχές του 17ου αιώνα, η ισορροπία δυνάμεων στην Κεντρική Ευρώπη άρχισε να μετατοπίζεται από τους Οθωμανούς προς τους Αψβούργους. Η ειρήνη του Zsitvatorok, που υπογράφηκε το 1606vii, μεταξύ του αυτοκράτορα και του σουλτάνου Αχμέτ Α΄ διατήρησε λίγο πολύ το εδαφικό status quo, αλλά απάλλαξε τον αυτοκράτορα από τον φόρο προς τον σουλτάνο και επιβεβαίωσε την αδυναμία των Οθωμανών να διεισδύσουν περαιτέρω στα εδάφη των Αψβούργων. Όταν ξέσπασε ο Τριακονταετής Πόλεμος το 1618, η «Βασιλική Ουγγαρία» τάχθηκε στο πλευρό των Καθολικών, ενώ ο Καλβινιστής πρίγκιπας της Τρανσυλβανίας, Γαβριήλ Μπέθλεν [Gabriel Bethlen], ενθαρρυμένος από τους Οθωμανούς, προσχώρησε στην προτεσταντική πλευρά και εισέβαλε στην επικράτεια των Αψβούργων. Αλλά η ήττα του Φερδινάνδου από τους Βοημούς στη Μάχη του Λευκού Όρους το 1620, σε συνδυασμό με την έλλειψη υποστήριξης του Μπέθλεν από τους Οθωμανούς, επέτρεψαν στον αυτοκράτορα να ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της Βασιλικής Ουγγαρίας έως το 1621. Τον Αύγουστο του 1664 ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α΄ υπέγραψε εικοσαετή συμφωνία ειρήνης με τον Μεγάλο Βεζίρη Αχμέτ Πασά. Το σύμφωνο αυτό δεν ανανεώθηκε το 1682.

H πανίσχυρη Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, παρά το γεγονός ότι δεν συμμετείχε άμεσα στον Τριακονταετή Πόλεμο, ήταν σύμμαχος της Μοναρχίας των Αψβούργων και παρενέβη στην Τρανσυλβανία κατά του Μπέθλεν. Ο νεαρός Οθωμανός σουλτάνος ​​Οσμάν Β’, ο οποίος δεν καλόβλεπε την επιρροή της Πολωνίας στην Ρωσσία και τις επιδρομές των Κοζάκων στους οθωμανικούς οικισμούς, συγκέντρωσε έναν μεγάλο στρατό με σκοπό να ηγηθεί μιας τιμωρητικής εισβολής στην Κοινοπολιτεία. Παρά την υπογραφή της ειρήνης και τις δύο πλευρές που διεκδίκησαν τη νίκη μετά τη Μάχη του Χοτύν [Khotyn, Chocim ή Hotin] το 1621, η συνοριακή περιοχή μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Κοινοπολιτείας παρέμεινε σε κατάσταση «ημιμόνιμου» πολέμου καθόλη την διάρκεια του 17ου αιώνα, με τους Οθωμανούς να απαντούν σε περαιτέρω επιδρομές των Κοζάκων κατευθύνοντας τις υποτελείς τους δυνάμεις των Τατάρων της Κριμαίας εναντίον πολωνικών εδαφών.

Αλλά όταν ο Ουκρανός Hetman Bohdan Khmelnytsky οδήγησε μια εξέγερση των Κοζάκων ενάντια στην πολωνική κυριαρχία το 1648, οι Τάταροι του Χανάτου της Κριμαίας, τότε υποτελές κράτος των Οθωμανών, συμμετείχαν στην εξέγερση, βλέποντάς την ως πηγή αιχμαλώτων προς πώληση. Μέχρι το 1666, το νεοσύστατο Κοζάκικο Χετμανάτο αναγνωρίστηκε ως υποτελές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όταν η Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, αποδυναμωμένη από πολέμους και εξεγέρσεις, προσπάθησε για άλλη μια φορά να καταλάβει το Κοζάκικο Χετμανάτο το 1670, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισέβαλε στην Ουκρανία σε μια προσπάθεια να αποκτήσει τον έλεγχο της περιοχής. Και παρά το γεγονός ότι ο νεοεκλεγείς Πολωνός βασιλιάς Τζον Σομπιέσκι [John Sobieski] σημείωσε αρκετές νίκες κατά των δυνάμεων του σουλτάνου, η Κοινοπολιτεία αναγκάστηκε να παραχωρήσει μεγάλες περιοχές της Ουκρανίας στους Οθωμανούς, όταν υπογράφηκε η ειρήνη το 1676.

Η συνθήκη με τους Οθωμανούς ξεκίνησε μια περίοδο ειρήνης που ήταν αναγκαία για την ανασύνταξη της Κοινοπολιτείας. Ο Σομπιέσκι κατάφερε να μεταρρυθμίσει πλήρως τον πολωνικό στρατό, το πολωνικό ιππικό υιοθέτησε σχηματισμούς ουσάρων και δραγόνων και αυξήθηκε πολύ ο αριθμός των κανονιών, με την εφαρμογή νέων τακτικών πυροβολικού. Στο μεταξύ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενισχυμένη από τις επιτυχίες της εναντίον της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας, έστρεψε για άλλη μια φορά το βλέμμα της στην Βιέννη. Ο σουλτάνος ​​ανέλαβε εκτεταμένες προετοιμασίες, συμπεριλαμβανομένης της επισκευής και της δημιουργίας δρόμων και γεφυρών που οδηγούσαν στην επικράτεια των Αψβούργων και την πρωτεύουσά της, καθώς και την αποστολή πυρομαχικών, κανονιών και άλλων πόρων απ΄ όλη την αυτοκρατορία στην Ουγγαρία και τα Βαλκάνια.

Μέχρι το 1682, οι συγκρούσεις κατά μήκος των συνόρων που χώριζαν την Αγία Ρωμαϊκή και Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάθηκαν και οι εισβολές των δυνάμεων των Αψβούργων στην κεντρική Ουγγαρία παρείχαν το κρίσιμο επιχείρημα στο Μεγάλο Βεζίρη Καρά Μουσταφά Πασά για να πείσει τον Σουλτάνο Μωάμεθ Δ’ να επιτρέψει την εισβολή των Οθωμανών. Αλλά η μακρά αναμονή μεταξύ της επιστράτευσης και της μετακίνησης των στρατευμάτων, παρείχε αρκετό χρόνο στην Βιέννη να προετοιμάσει την άμυνά της και στον αυτοκράτορα να σχηματίσει συμμαχία με τον Πάπα Ιννοκέντιο XI και την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία. Τον Απρίλιο του 1683, ο Οθωμανικός στρατός, μαζί με δυνάμεις της Τρανσυλβανίας και της Ουγγαρίας, εξαπέλυσαν την ευρεία επίθεσή τους στο έδαφος των Αψβούργων, φθάνοντας στο Βελιγράδι στις αρχές Μαΐου και τελικά πολιόρκησαν την Βιέννη στις 17 Ιουλίου. Στο μεταξύ, ο Σομπιέσκι άρχισε να προετοιμάζει έναν στρατό, ο οποίος παρά την πολυεθνική του σύνθεση, είχε μια αποτελεσματική ηγετική δομή, με επίκεντρο τον Πολωνό βασιλιά.

Ενεργώντας γρήγορα για να σώσουν την πόλη και να αποτρέψουν άλλη μια μακρά πολιορκία, τα συνομοσπονδιακά στρατεύματα πέρασαν στην αυτοκρατορική επικράτεια τον Σεπτέμβριο και έλαβαν θέση στο λόφο Kahlenberg πάνω από την Βιέννη. Μετά από μια ολόκληρη μέρα σκληρών μαχών κάτω από τα τείχη της πόλης, ο Σομπιέσκι ηγήθηκε μεγάλης επίθεσης ιππικού, επικεφαλής 3.000 «φτερωτών Ουσάρων» η οποία επέφερε το αποτελεσματικό κτύπημα και έσωσε την πρωτεύουσα των Αψβούργωνviii.

Σηματοδοτώντας το σημείο καμπής στα 150 έτη αγώνα μεταξύ της Αγίας Ρωμαϊκής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Μάχη της Βιέννης κλόνισε την οθωμανική ηγεμονία στην Κεντρική Ευρώπη και έθεσε το έδαφος για την ανάκτηση της Ουγγαρίας, της Τρανσυλβανίας και των Βαλκανίων. Πράγματι, ενώ ο Πάπας χαιρέτισε τον Σομπιέσκι ως «Σωτήρα της Βιέννης και του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού», ο πόλεμος με τους Οθωμανούς δεν είχε ακόμη τελειώσει.

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς [Karlowitz]: 26-01-1699

Μετά το σχηματισμό του Ιερού Συνδέσμου, οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις σημείωσαν αρχικά εδαφικά κέρδη και οι επιτυχίες αυτές ώθησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να ανοίξει διπλωματικές σχέσεις το 1688, όπου ένας απεσταλμένος στάλθηκε στην αυλή των Αψβούργων, ζητώντας ειρήνη. Με την πλεονεκτική τους θέση οι Αψβούργοι πρότειναν φιλόδοξους όρους ειρήνης, με επίκεντρο την διατήρηση εδαφικών κερδών και την παράδοση του Ούγγρου Emeric Thököly, ηγέτη αποσχιστικών κινημάτων. Παρά τις έξι ημέρες διαπραγματεύσεων, ο απεσταλμένος δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Σουλτάνου και των Αψβούργων και δεν επιτεύχθηκε ειρήνη. Μετά από αυτήν την αποτυχία και την άνοδο στον θρόνο ενός νέου Σουλτάνουix, οι Οθωμανοί αύξησαν τις στρατιωτικές τους προσπάθειες και δεν είχαν διπλωματική επικοινωνία με το Σύνδεσμο για σχεδόν μια δεκαετία. Τα εδαφικά κέρδη της Ένωσης συνεχίστηκαν και η ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Ζένταςx τον Σεπτέμβριο του 1697 οδήγησε σε άμεσες εκκλήσεις για ειρήνη. Το μέγεθος της ήττας ανάγκασε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να υπογράψει τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς το 1699, η οποία επιβεβαίωσε την τότε τρέχουσα εδαφική κατοχή κάθε δύναμης.

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς υπογράφηκε στην ομώνυμη τοποθεσία, στρατιωτικά σύνορα του Αρχιδουκάτου της Αυστρίας, [σημερινό Σρέμσκι Κάρλοβτσι/Sremski Karlovci, στη Σερβίαxi], στις 26 Ιανουαρίου 1699, τερματίζοντας τον ονομαζόμενο «Μεγάλο Τουρκικό Πόλεμο» της περιόδου 1683–1697. Σηματοδοτεί το τέλος του οθωμανικού ελέγχου σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης, με τις πρώτες μεγάλες εδαφικές απώλειες, ξεκινώντας την ανατροπή τεσσάρων αιώνων επέκτασης (1299–1683) και εξασφάλισε τη μοναρχία των Αψβούργων ως την κυρίαρχη δύναμη της περιοχήςxii.

Μετά από ένα δίμηνο συνέδριο μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη μία πλευρά και της Ιεράς Συμμαχίας του 1684, η Υψηλή Πύλη υπέγραψε συνθήκες ειρήνης με την Αυστρία, την Πολωνία και την Βενετία, [τρεις επιμέρους συμφωνίες]. Με βάση το uti possidetisxiii, η συνθήκη επιβεβαίωσε τις εδαφικές κατοχές κάθε δύναμης. Τα 30 άρθρα της αυστρο-τουρκικής συνθήκης όριζαν την παραχώρηση στην αυτοκρατορία της Ουγγαρίας, τερματίζοντας ουσιαστικά την τριχοτόμηση του βασιλείου, (εκτός από το Μπανάτ του Τέμεσβαρ, που οριοθετείται από τους ποταμούς Tisza, Mures και Δούναβη), της Τρανσυλβανίας, Κροατίας και Σλοβενίας. [Οι Αψβούργοι έλαβαν από τους Οθωμανούς το Eğri Eyaletxiv, το Varat Eyaletxv, ένα μεγάλο μέρος του Budin Eyaletxvi, το βόρειο τμήμα του Temeşvar Eyaletxvii και τμήματα του Eyalet της Βοσνίαςxviii. Αυτό αντιστοιχούσε σε μεγάλο μέρος της Ουγγαρίας, της Κροατίας και της Σλαβονίας. Το Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας παρέμεινε ονομαστικά ανεξάρτητο αλλά υπόκειτο στην άμεση κυριαρχία των Αυστριακών κυβερνητών]. Ο όρος «Βασιλική Ουγγαρία» έπεσε σε αχρηστία μετά τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, με τους ηγεμόνες των Αψβούργων να αναφέρονται στην πρόσφατα διευρυμένη κυριαρχία με τον πιο επίσημο όρο «Βασίλειο της Ουγγαρίας». Η αυστρο-τουρκική συνθήκη επρόκειτο να διαρκέσει 25 χρόνια. Στο εξής η Βιέννη θα προστατεύεται από το βασίλειο της Ουγγαρίας, που επανήλθε στον ρόλο που είχε στο Μεσαίωνα – πεδίο ανάσχεσης των Οθωμανών. Αυτή η νέα αίσθηση ασφάλειας έγινε εμφανής στη Βιέννη του 18ου αιώνα. Η πόλη επεκτάθηκε έξω από τα τείχη, ο πληθυσμός διπλασιάστηκε (175.000 από 80.000), καθώς η αυλή των Αψβούργων επεκτάθηκε και πολλοί αριστοκράτες μετακόμισαν στην πόλη, η οποία μεταμορφώθηκε αρχιτεκτονικά χάρη στα παλάτια, τις εκκλησίες και τα διοικητικά κτήρια. Από ένα ευάλωτο φρούριο η Βιέννη μεταμορφώθηκε σε μία μπαρόκ μητρόπολη, τη μεγαλύτερη πόλη στην κεντρική Ευρώπη με 200.000 κατοίκους στα τέλη του 18ου αιώνα.

Χάρτης 2: Κεντρική Ευρώπη κατά την βραχυπρόθεσμη ύπαρξη του

Πριγκιπάτου της Άνω Ουγγαρίας του Imre Thököly (1682-1685)

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Teme%C5%9Fvar_Eyalet#/media/File:Central_europe_1683.png

Η τουρκο-πολωνική συνθήκη με 11 άρθρα, αναγνώριζε την ενσωμάτωση στην Πολωνία της Ποντόλια/Ποδολίας, (μέρος Ουκρανίας δυτικά του ποταμού Δνείπερου, το οποίο είχαν κατακτήσει οι Τούρκοι το 1672) συμπεριλαμβανομένου του φρουρίου στο Kamaniçe και επέστρεψε τις κατακτήσεις της στη Μολδαβία. Η τουρκο-βενετική συνθήκη αναγνώριζε με 16 άρθρα την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στην Πελοπόννησο, ως τα παλαιά τείχη του Εξαμιλίου, στον Ισθμό, [ο Μορέας επιστράφηκε στους Οθωμανούς με τη Συνθήκη του Πασάροβιτςxix]. Η Βενετία ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας [και του λιμένα Cattaro], τη Λευκάδα, την Αίγινα μαζί με τον Μορέα/Πελοπόννησο, Η Βενετία αναγνώρισε την κυριαρχία των Οθωμανών επί της Στερεάς Ελλάδος και των νήσων του Αιγαίου και υποχρεώθηκε να εκκενώσει τα κατεχόμενα φρούρια της Ναυπάκτου, Αντιρρίου, Μπούκας της Πρέβεζας και Ξηρομερίου, με τον όρο να κατεδαφιστούν, παρά τις ατελέσφορες προσπάθειες του Ενετού πληρεξούσιου για την διατήρησή τους. Δόθηκαν αμοιβαίες εγγυήσεις για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Κορινθιακό κόλπο και στα παράλια του Ιουνίου. Πρόσθετα δόθηκε τέλος στον ετήσιο φόρο των 500 δουκάτων που κατέβαλε η Βενετία από το 1485 για την επικυριαρχία του «Φιόρε του Λεβάντε» (Ζάκυνθος). Δεν υπήρξε συμφωνία για τον Πανάγιο Τάφο, αν και συζητήθηκε στο Κάρλοβιτς.

Οι Τούρκοι και οι Ρώσσοιxx συνήψαν μόνο διετή ανακωχή στο Κάρλοβιτς, αλλά το 1700 υπέγραψαν τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, που έδωσε το Azov στη Μόσχα, (επιστράφηκε στους Τούρκους το 1711 μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του ποταμού Προύθου και την ομώνυμη συνθήκηxxi και αποκαταστάθηκε στην Ρωσσία το 1783) και επέτρεψε επίσης στον τσάρο να ιδρύσει μια μόνιμη διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Ενώ η Ρωσία δεν θα υπέγραφε τη συνθήκη και δεν θα συμφωνούσε σε ανακωχή για άλλον ένα χρόνο, αυτό σήμανε το τέλος της οθωμανικής απειλής για την Βιέννη και την Κρακοβία και επομένως το τέλος της Ιεράς Συμμαχίας. Οι Οθωμανοί διατήρησαν τελικά το Βελιγράδι, το Μπανάτ του Τέμεσβαρ (Τιμισοάρα), καθώς και την επικυριαρχία στην Βλαχία και τη Μολδαβία. Συνεπώς η συνθήκη για τον Τσάρο της Ρωσσίας τον Μέγα Πέτρο, δεν επέφερε συγκεκριμένο ουσιαστικό όφελος. Ωστόσο φέρεται να επωφελήθηκε από τον λεγόμενο πόλεμο της ισπανικής διαδοχής, ώστε να στραφεί σε προγενέστερη πολιτική – έξοδος στην θάλασσα του Αιγαίου, πολιτική την οποία είχε εγκαινιάσει ο Ιβάν ο τρομερός. Έτσι μια νέα γεωπολιτική ανάγκη εμπνέουν τα σχέδια του Μεγάλου Πέτρου που χαρακτηρίζουν την πολιτική του 18ου αιώνα, δηλαδή την πολιτική της ρωσσικής προόδου στον Εύξεινο Πόντο, την οποία και ακολούθησε στη συνέχεια η Μεγάλη Αικατερίνη με κατάληξη το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.

Εικόνα 1: Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς τερμάτισε την τριχοτόμηση της Ουγγαρίας

Πηγή: https://kafkadesk.org/2021/01/26/on-this-day-in-1699-the-treaty-of-karlowitz-ended-the-trisection-of-hungary/

Σταθμός των σχεδίων του Μεγάλου Πέτρου υπήρξε αναμφίβολα η στάση του διορατικότατου πληρεξούσιου στη συνομολόγηση της Συνθήκης του Κάρλοβιτς, Πρ. Βοσνίτσιν, ο οποίος την τελευταία στιγμή μετά τη συνομολόγηση και πριν την υπογραφή της κατάφερε και συμφώνησε με τους πληρεξούσιους της Πύλης για τη σύναψη εκεχειρίας, διάρκειας δύο ετών, εν ονόματι αφενός της «καλής πρόθεσης», (όρος που έγινε αποδεκτός) και αφετέρου επί της «προστασίας των ορθοδόξων λαών» της Βαλκανικής, (όρος που δεν έγινε τότε αποδεκτός, πλην όμως θα υιοθετήσει αργότερα ο Τσάρος). Το γεγονός αυτό είχε πολλά σημαντικά στοιχεία όπως: α. την επίσημη έναρξη διπλωματικών επαφών μεταξύ των δύο πλευρών, που μέχρι τότε δεν υπήρχε, β. την συνέχιση της παραμονής κάποιων ρωσσικών στρατευμάτων στην Βαλκανική και γ. την αμφιβολία περί οριστικής και διαρκούς ειρήνης μεταξύ των δύο αλλόθρησκων αυτοκρατοριών. Ειδικότερα οι Ρώσοι ανεπιτυχώς, κατά τις διαπραγματεύσεις επιχείρησαν να εισαγάγουν σε αυτήν ειδικό άρθρο, με το οποίο θα εξασφάλιζαν στους ορθοδόξους, “Έλληνες, Σέρβους, Βουλγάρους, Σκλαβούνους”, εγγυήσεις διά την ελευθέρα άσκηση της θρησκείας, όπως το είχαν επιτύχει οι Αυστριακοί για τους καθολικούς. Τούτο επιτυγχάνουν αργότερα διά της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774).

Η συνθήκη είχε αξιοσημείωτες συνέπειες για τους Έλληνες. Αν και δεν υπήρχε συναφής όρος, η ισχύς της έδωσε την δυνατότητα στους Έλληνες εμπόρους να ξαναρχίσουν το εμπόριο με την Βενετία και την Αυστριακή Αυτοκρατορία, γεγονός που είχε καθοριστικές συνέπειες στην οικονομική αναγέννηση του ελλαδικού χώρου, ύστερα από τις επιτυχείς επιχειρήσεις των Ενετών, (Ιόνιο, Πελοπόννησο και Αιγαίο). Η απόσπαση του Μοριά έστω και για 30 έτη από τους Οθωμανούς [1684-1715] ασφαλώς συνέδραμε στην αναγέννηση της περιοχής. Οι συρράξεις μεταξύ Οθωμανών – Ενετών στον Ελληνικό χώρο αναπτέρωσε κάποιες ελπίδες των υπόδουλων. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στην υπογραφή της συνθήκης ένας από τους δύο πληρεξουσίους της Υψηλής Πύλης ήταν ένας Φαναριώτης, ο ιατρός και διερμηνέας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1641-1709), γεγονός που σηματοδοτεί την άνοδο των Φαναριωτών στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό κατά τον 18ο αιώνα. Σημειώνεται ότι στο διάστημα όπου οι Βενετοί πολιόρκησαν την Ακρόπολη (23-29 Σεπτεμβρίου 1687) καταλαμβάνοντας την Αθήνα, προκάλεσαν ανεπανόρθωτες καταστροφές στα αρχαία μνημεία. Οι Οθωμανοί κατέστρεψαν το ναό της Αθηνάς Νίκης για να στήσουν κανόνια στην θέση του, όμως η μεγαλύτερη καταστροφή προκλήθηκε όταν μία βενετική οβίδα χτύπησε την πυριτιδαποθήκη των Οθωμανών που βρισκόταν μέσα στον Παρθενώνα προκαλώντας μεγάλη καταστροφή στο ναό, που ως τότε έστεκε σχεδόν ανέπαφος. Η καταστροφή αυτή συνέβη στις 27 Σεπτεμβρίου.

Εικόνα 2: Το επίσημο έγγραφο της συνθήκης

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Treaty_of_Karlowitz#/media/File:Treaty_of_Karlowitz.jpg

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς συντάχθηκε υπό τη μεσολάβηση του Ολλανδού Jacob Colyer [1657 – 6/3/1725]xxii και του Άγγλου πρεσβευτή Sir William Paget [10/2/1637 – 26/2/1713]xxiii. Οι Οθωμανοί υπέγραψαν για πρώτη φορά ειρήνη με μακροχρόνιες δυνατότητες. Η εγκαθίδρυση αυτής της ειρήνης εξαρτιόταν καθοριστικά από την προθυμία των Οθωμανών να αποδεχθούν τα θεμέλια της πρώιμης σύγχρονης Ευρωπαϊκής διπλωματίας: την αρχή της uti possidetis. Δεδομένου ότι ήταν ο Ολλανδός Colyer που έπεισε τους Οθωμανούς να αποδεχθούν αυτήν την αρχή, η επιρροή του στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις ήταν σημαντική. Όταν ο Colyer επέστρεψε στο Βελιγράδι, στον πρώτο του σταθμό στην οθωμανική επικράτεια, ήταν το επίκεντρο των εορτασμών, γεγονός που δείχνει ότι οι Οθωμανοί ήταν εξαιρετικά ικανοποιημένοι με τον ρόλο του στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στο Κάρλοβιτς.

Συστάθηκαν επιτροπές για να ρυθμίσουν τα νέα σύνορα μεταξύ των Αυστριακών και των Τούρκων, με ορισμένα μέρη να αμφισβητούνται μέχρι το 1703. Σε μεγάλο βαθμό μέσω των προσπαθειών του επιτρόπου των Αψβούργων, Luigi Ferdinando Marsili, τα σύνορα της Κροατίας και της Μπίχατς συμφωνήθηκαν μέχρι τα μέσα του 1700 και αυτό στο Temesvár στις αρχές του 1701, που οδήγησε σ΄ ένα σύνορο που οριοθετήθηκε από φυσικά ορόσημα για πρώτη φορά.

Χάρτης 3: Οθωμανικές ήττες 1683-1718

Πηγή: https://fx.substack.com/p/today-in-european-history-the-treaty-020

Η απόκτηση περίπου 60.000 τετραγωνικών μιλίων (160.000 km2) ουγγρικών εδαφών στο Κάρλοβιτς και του Banat του Temesvár 18 έτη αργότερα με τη Συνθήκη του Πασσάροβιτς [Passarowitz, 1718], διεύρυνε τη μοναρχία των Αψβούργων στη μεγαλύτερη έκτασή της σ΄ εκείνο το σημείο, εδραιώνοντας το Αρχιδουκάτο της Αυστρίας ως κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη. Αργότερα αυξήθηκε περαιτέρω σε μέγεθος με την απόκτηση πολωνικών εδαφών το 1772 και το 1795, με την προσάρτηση της Δαλματίας το 1815 και με την προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης το 1908.

Η Μάχη της Βιέννης το 1683 ξεκίνησε άλλη μια σύρραξη και οδήγησε σε μια αρκετά λανθασμένη αρχή από την Οθωμανική προοπτική και η δεύτερη μάχη του Μοχάκς το 1687xxiv κόστισε στους Οθωμανούς ένα τεράστιο κομμάτι εδάφους στην ανατολική Ευρώπη. Αυτές οι δύο μάχες, με τη Μάχη της Ζέντα το 1697 και την μετέπειτα απώλεια του Αζόφ από την Ρωσσία, ήταν τα κύρια αποτελέσματα διαρκών συγκρούσεων και όλα σε βάρος των Οθωμανών. Ήταν η πρώτη φορά που η Οθωμανική Αυτοκρατορία: α. υπέγραφε συνθήκη (και όχι απλή ανακωχή) με μη-μουσουλμανικό κράτος και β. εγκατέλειπε τόσο μεγάλες εδαφικές εκτάσεις. Για τους επόμενους δύο αιώνες οι Ευρωπαίοι δεν θα ασχολούνταν με την ισχύ της Υψηλής Πύλης, αλλά με την αδυναμία της, καθώς οι γείτονες του σουλτάνου ανταγωνίζονταν για εδαφικά οφέλη σε βάρος της αυτοκρατορίας του. Η φράση «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης» χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στα τέλη του φθινοπώρου του 1683, μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης. Ωστόσο η παρακμή των Οθωμανών κράτησε περισσότερο απ’ ότι αναμενόταν και διακόπηκε από σύντομα διαλείμματα ανάτασης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο εξής αμυνόταν, αλλά παρέμεινε ένας σημαντικός παράγοντας στην Ευρωπαϊκή ιστορία, αν και για διαφορετικούς πλέον λόγους.

Αυτό που παρατηρούμε σε αυτήν την περίοδο είναι περισσότερο η παρακμή μιας απολυταρχικής μοναρχίας, παρά μια μετατροπή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε κάτι που να μοιάζει περισσότερο μ΄ ένα σύγχρονο γραφειοκρατικό κράτος. Οι ήττες των Οθωμανών στον «Μεγάλο Τουρκικό Πόλεμο» δείχνουν μεταξύ άλλων, ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν σε θέση να συγκρουστούν σ΄ ένα πολλαπλό μέτωπο εναντίον πολλών Ευρωπαίων εχθρών. Όμως, η αυτοκρατορία κέρδισε ή τουλάχιστον έθεσε σε αδιέξοδο μια σειρά από στρατιωτικές συρράξεις με τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις αργότερα, στις αρχές του 18ου αιώνα. Πήρε το Αζόφ πίσω από την Ρωσσία το 1711, κέρδισε πάλι την Πελοπόννησο από την Βενετία το 1718 και πολέμησε τόσο την Ρωσσία όσο και τους Αψβούργους την δεκαετία του 1730. Ωστόσο αυτά ήταν μάλλον συγκυριακά και οι Οθωμανοί δεν είχαν πια την δύναμη που κατείχαν έναν ή δύο αιώνες νωρίτερα.

Αντί Επιλόγου

Στα τέλη του καλοκαιριού του 1697 ο Οθωμανός σουλτάνος Μουσταφά Β’ οδήγησε μια τελευταία μεγάλη εκστρατεία προς τα βόρεια, αλλά ηττήθηκε αποφασιστικά από τον πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας στη μάχη της Ζέντα (11 Σεπτεμβρίου). Έτσι νικημένος από τους Αυστριακούς και απειλούμενος από τους Ρώσσους, ο σουλτάνος συμφώνησε να διαπραγματευτεί. Το συνέδριο ειρήνης ξεκίνησε στα τέλη του 1698 στο χωριό Κάρλοβιτς, κοντά στο Βελιγράδι για 72 ημέρες. Για πρώτη φορά οι Τούρκοι συμφώνησαν να διαπραγματευτούν μ΄ έναν συνασπισμό ευρωπαϊκών κρατών, να αποδεχθούν τη μεσολάβηση ουδέτερων δυνάμεων και να παραδεχθούν την ήττα τους. Η Ζέντα ήταν μια από τις μεγαλύτερες ήττες των Οθωμανών και σηματοδότησε το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Αλλά ο συμβολισμός της συνθήκης του Κάρλοβιτς, η ξεκάθαρη παραδοχή ότι η δυναμική εξουσίας στη σχέση Οθωμανών και Ευρώπης είχε πλέον μετατοπιστεί προς την Ευρωπαϊκή πλευρά, ήταν αναμφισβήτητα πιο σημαντικός από οποιονδήποτε από τους όρους της. Επιπλέον το Κάρλοβιτς αποτελεί ορόσημο στην πορεία τόσο της Ευρωπαϊκής όσο και της Οθωμανικής ιστορίας, καθώς ήταν η πρώτη συνθήκη που οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να συνάψουν με Ευρωπαϊκούς όρους και τερματίστηκε η γεωγραφική τους επέκταση σχεδόν τεσσάρων αιώνων (1299-1683).

Εικόνα 3: Συνθήκη του Κάρλοβιτς [Αυστρία – Οθωμανοί]

Πηγή: https://archive.org/details/generalcollectio00lond/page/290/mode/2up?view=theater (σελ. 292 κ.ε.)

Treaty of Peace concluded between Leopold the most August Emperor of Germany, and Mustapha Han, Sultan of the Turks, by the Mediation of William III, King of Great Britain, and the Lords the States General of the United Netherlands, at the Congress of Carlowitz in the County of Szerem, the 16th of January,1699. In the Name of the most Holy and Undivided Trinityxxv.

Συνθήκη Ειρήνης που συνήφθη μεταξύ του Λεοπόλδου του Αυγούστου Αυτοκράτορα της Γερμανίας και του Μουσταφά Χαν, Σουλτάνου των Τούρκων, με τη μεσολάβηση του Γουλιέλμου Γ’, Βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας, και των Λόρδων των Γενικών Πολιτειών των Ηνωμένων Κάτω Χωρών, στο Συνέδριο του Κάρλοβιτς στην κομητεία Szerem, στις 16 Ιανουαρίου 1699. Στο όνομα της Αγίας και Αδιαίρετης Τριάδας …

Εικόνα 4: Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς [Πολωνία – Οθωμανοί]

Πηγή: https://archive.org/details/generalcollectio00lond/page/302/mode/2up?view=theater (σελ. 302 κ.ε.)

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς [στην πραγματικότητα ήταν τρείς], σήμανε το τέλος του Οθωμανικού ελέγχου στην Κεντρική Ευρώπη. Ήταν οι πρώτες μεγάλες εδαφικές απώλειες των Οθωμανών μετά από αιώνες επέκτασης, καθιερώνοντας τη Μοναρχία των Αψβούργων ως την κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή, τερματίζοντας ουσιαστικά την τριχοτόμηση της Ουγγαρίας. Η συνθήκη αποτέλεσε ένα ορόσημο στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία για πρώτη φορά απώλεσε σημαντικά εδάφη μετά από τρεισήμισι αιώνες επεκτατισμού στην Ευρώπη. Αν και τα οθωμανικά σύνορα στην περιοχή θα περιοριζόταν και θα εξασθενούσαν τα επόμενα 100 χρόνια, ποτέ ξανά δεν θα υπήρχε περαιτέρω απόκτηση εδάφους σε τέτοια κλίμακα που παρατηρήθηκε κατά την διάρκεια της βασιλείας του Μεχμέτ του Πορθητή, του Σελίμ, του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς τον 15ο -16ο αιώνα. Πράγματι, μετά τα μέσα του 1700 τα οθωμανικά σύνορα οριοθετήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στα νότια του ποταμού Σάβα και στα Βαλκάνια, και θα περιοριστούν περαιτέρω προς τα νότια καθώς άρχισε ο 19ος αιώνας. Αυτή η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μεταξύ 1699 και 1914 και η υπαγωγή των χριστιανών υπηκόων της, ιστορικά αναφέρεται ως το «Ανατολικό Ζήτημα».

Εικόνα 5: Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς [Βενετία – Οθωμανοί]

Πηγή: https://archive.org/details/generalcollectio00lond/page/308/mode/2up?view=theater (σελ. 309 κ.ε.)

Οι Οθωμανοί ξαναπροσπάθησαν, ενθαρρυμένοι από νίκες κατά Ρώσσων και Ενετών, αλλά οι Αψβούργοι τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν στα Βαλκάνια και μάλιστα πήραν τον έλεγχο του Βελιγραδίου το 1717. Όπως και το 1698, οι στρατοί των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ήταν πολύ καλύτερα οργανωμένοι από τον Οθωμανικό στρατό. Μετά την απώλεια του Βελιγραδίου, οι Οθωμανοί κατευθύνθηκαν προς μια νέα ειρηνευτική διάσκεψη στην οποία θα αναγνώριζαν τις απώλειές τους, αλλά επεδίωκαν να τις περιορίσουν. Ο Jacob Colyer, ο οποίος κατάφερε να ολοκληρώσει την διάσκεψη ειρήνης στο Κάρλοβιτς, κλήθηκε για άλλη μια φορά ως μεσολαβητής στις διαπραγματεύσεις. Όπως και στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, η οθωμανική αποδοχή του uti possidetis ήταν κρίσιμη για την επιτυχή κατάληξη. Ήταν πρόθυμοι να παραδώσουν όλη την επικράτεια στη Σερβία στους Αψβούργους, γεγονός που κατέστησε δυνατή την επανίδρυση του πρώην Βασιλείου της Σερβίας ως επαρχίας της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Τελικά, η ειρηνευτική διάσκεψη στο Πασσάροβιτς ολοκληρώθηκε με τους ίδιους όρους με τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις στις οποίες ο Colyer ενήργησε ως μεσολαβητής. Ήταν ο Colyer που έπεισε τους Οθωμανούς να αποδεχθούν την αρχή της uti possidetis και κατέστησε δυνατό να γίνει λόγος για ένα ημιαυτόνομο Βασίλειο της Σερβίας το 1718, μετά από μια μακρά περίοδο οθωμανικής κυριαρχίας. Επιπλέον, οι υπουργοί της Υψηλής Πύλης έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους γι΄ αυτήν την επιτυχή ολοκλήρωση, βοηθώντας στην επίλυση μιας Ολλανδικής εμπορικής σύγκρουσης με τους Αλγερινούς. Άλλη μια φορά, ο Colyer αποδείχθηκε κεντρικό πρόσωπο για την προστασία των συμφερόντων του Ολλανδικού εμπορίου στο Λεβάντε [Levant]. Μετά από 36 χρόνια διαμονής στην Κωνσταντινούπολη, ο Jacob Colyer, ο δούκας της Ουγγαρίας, είχε γίνει αναπόσπαστο πρόσωπο τόσο στην εκπροσώπηση του Ολλανδικού εμπορίου στο Λεβάντε όσο και στην διαδικασία διατήρησης της ειρήνης μεταξύ των Οθωμανών και των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.

Ένθετο 1: The Treaties of Carlowitz (1699)

Antecedents, Course and Consequences

Series: The Ottoman Empire and its Heritage, Volume: 69

Volume Editors: Colin Heywood and Ivan Parvev

Το βιβλίο με τίτλο: «Οι Συνθήκες του Κάρλοβιτς (1699)» περιλαμβάνει πρόσφατες μελέτες για τον πόλεμο της Ιεράς Ένωσης του 1683-1699 κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τις Συνθήκες Ειρήνης του Κάρλοβιτς (1699) και για τον γενικό αντίκτυπο της σύγκρουσης στη σύγχρονη Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Με τις συνεισφορές που γράφηκαν από γνωστούς διεθνείς ειδικούς στον τομέα, ο τόμος καταδεικνύει ότι μερικές φορές σημαντικές συγκρούσεις τείνουν να ξεχνιούνται με τον καιρό, επισκιασμένες από πιο θεαματικούς πολέμους, συνέδρια ειρήνης ή διπλωματικές συμμαχίες. Ο «Μακρύς Πόλεμος» του 1683-1699 είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με το να ξανασκεφθούμε και να ξαναγράφουμε την ιστορία του πολέμου και την επακόλουθη ειρήνη μεταξύ μιας χριστιανικής συμμαχίας και του οθωμανικού κράτους στα τέλη του 17ου αιώνα, νέες προοπτικές, που εκτείνονται στη σημερινή εποχή, για την ιστορία της Ευρώπης, των Βαλκανίων και η Εγγύς Ανατολή τίθενται σε συζήτηση.

Συνεισφέρουν οι: Tatjana Bazarova, Maurits van den Boogert, John Paul Ghobrial, Abdullah Güllüoğlu, Zoltan Györe, Colin Heywood, Lothar Höbelt, Erica Ianiro, Charles Ingrao, Dzheni Ivanova, Kirill Kochegarov, Dariusz Georgcyerkve, Handzij Strohmeier.

Copyright Year: 2020 E-Book (PDF)

Availability: Published ISBN: 978-90-04-41428-0

Publication date: 20 Jan 2020 Hardback

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

i Δρ. Τμήματος Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολής Επιστημών της Διοίκησης, Πανεπιστημίου Αιγαίου (Χίος), MA, MSc., Αρχιπλοίαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.

ii ΜΑ, Msc., Υποναύαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.

iii Ο ιμπεριαλισμός αποτελεί πολιτική επέκτασης του ελέγχου ή της εξουσίας που ασκείται σε ξένες οντότητες ως μέσο απόκτησης ή/και διατήρησης μιας αυτοκρατορίας. Αυτό επέρχεται μέσω άμεσης εδαφικής κατάκτησης ή εποικισμού, ή/και με έμμεσες μεθόδους άσκησης ελέγχου στα πολιτικά, τα οικονομικά δρόμενα άλλων κρατών. [Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει την πολιτική επικυριαρχίας ενός έθνους σε άλλες χώρες, ανεξάρτητα από το εάν το έθνος θεωρεί τον εαυτό του μέρος της αυτοκρατορίας].

Περιληπτικά ο Οθωμανικός ιμπεριαλισμός στηρίχθηκε στη στρατιωτική κατάκτηση εδαφών, στη λαφυραγώγηση του πλούτου τους και στην βαριά φορολογία κυρίως των μη-μουσουλμάνων υπηκόων. Όταν η επέκταση των Οθωμανών περιορίστηκε, οι διομολογήσεις, τα δάνεια και οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων ανέλαβαν τον ρόλο της προσωρινής στήριξης του καθεστώτος.

iv Nové Zámky (Ουγγρικά: Érsekújvár, Γερμανικά: Neuhäus[e], Λατινικά: Novum Castrum, Τουρκικά: Uyvar), πόλη στην περιφέρεια Nitra της ΝΔ Σλοβακίας. Η πόλη βρίσκεται στην παραδουνάβια πεδιάδα, στον ποταμό Νίτρα, σε υψόμετρο 119 μέτρων. Βρίσκεται περίπου 100 χλμ. από την Μπρατισλάβα και περίπου 25 χλμ. από τα ουγγρικά σύνορα. Είναι οδικός και σιδηροδρομικός κόμβος της νότιας Σλοβακίας.

v Ο Φραγκίσκος Α’ της Γαλλίας ηττήθηκε στη μάχη της Παβίας στις 24 Φεβρουαρίου 1525 από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα των Αψβούργων της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Καρόλου Ε’. Μετά από αρκετούς μήνες στην φυλακή, ο Φραγκίσκος Α’ αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συνθήκη της Μαδρίτης. Σε μια στιγμή καμπής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, ο Φραγκίσκος σχημάτισε μια επίσημη γαλλο-οθωμανική συμμαχία με το σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή εναντίον του Καρόλου Ε’. Η γαλλο-οθωμανική στρατηγική, και μερικές φορές τακτική, συμμαχία διήρκεσε για περίπου τρεις αιώνες. Για να ανακουφίσει την πίεση των Αψβούργων στην Γαλλία, το 1525 ο Φραγκίσκος ζήτησε από τον Σουλεϊμάν να κάνει πόλεμο στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ο δρόμος προς την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οδηγούσε στην Ουγγαρία. Το αίτημα του Γάλλου βασιλιά συνέπεσε με τις φιλοδοξίες του Σουλεϊμάν στην Ευρώπη και του έδωσε κίνητρο να επιτεθεί στην Ουγγαρία το 1526, οδηγώντας στη μάχη του Μοχάτς.

vi Εννεαετής Πόλεμος (1688-97): η εκστρατεία του Λουδοβίκου στον Ρήνο προκάλεσε τον Λεοπόλδο Α’ και ορισμένους Γερμανούς πρίγκιπες να συνασπιστούν εναντίον του παρασύροντας στη συνέχεια την Αγγλία και την Ολλανδία. Από μερικούς θεωρείται ως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος καθώς εξελίχθηκε πέραν των θαλασσών της Ευρώπης, στην Β. Αμερική και την Ινδία. Ο Λουδοβίκος κατάφερε να επιτύχει ορισμένες νίκες αλλά ο συγκεκριμένος πόλεμος εξουθένωσε την Γαλλία οικονομικά όπως και την Αγγλία και την Ολλανδία.

vii Στο Zsitvatorok, για πρώτη φορά, ο Οθωμανός σουλτάνος, ο οποίος έφερε τον τίτλο Kayser-i Rûm (Καίσαρας των Ρωμαίων) από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, αναγνώρισε την ισότητα του καθεστώτος του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δίνοντάς του τον τίτλο Padishah (Αυτοκράτορας ή κυριολεκτικά, «Master King»), που ήταν ο τίτλος του ίδιου του σουλτάνου. Αυτό θεωρήθηκε ως αποδοχή του divisio imperii στο οποίο η αυτοκρατορική ηγεμονία θα χωριζόταν σε Δυτική (Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) και Ανατολή (Οθωμανική Αυτοκρατορία). Πριν από τότε, ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας θεωρούνταν απλός Κραλ (βασιλιάς) της Βιέννης στην οθωμανική διπλωματία. Ο επόμενος Ευρωπαίος ηγεμόνας που του αποδόθηκε αυτό το επίπεδο σεβασμού ήταν η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας στη Συνθήκη του Küçük Kaynarca του 1774.

viii Η πολιορκία της Βιέννης ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου 1683 από τον κύριο όγκο του οθωμανικού στρατού. Ο κόμης Ερνστ Ρούντιγκερ φον Στάρεμπεργκ, επικεφαλής των διασωθέντων δυνάμεων (20.000 άνδρες), αρνήθηκε να παραδοθεί και κλείστηκε στα τείχη της πόλης. Η αποφασιστικής σημασίας μάχη άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου, όταν ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση των ενισχύσεων. Οι στρατιωτικοί ηγέτες της πόλης ανέθεσαν στον Σομπιέσκι την διοίκηση του στρατού, που αποτελούνταν πλέον από 30.000 Πολωνούς, 18.500 Αυστριακούς υπό τον Κάρολο Ε΄, δούκα της Λοραίνης, 19.000 Φράγκους, Σουηβούς και Βαυαρούς με διοικητή τον Γεώργιο Φρειδερίκο του Βάλντεκ, και 9.000 Σάξονες με αρχηγό τον Ιωάννη Γεώργιο Γ΄ της Σαξονίας. Συνολικά οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις αποτελούνταν από 75/80.000 άνδρες, έναντι 160.000 Οθωμανών. Στη μάχη οι Τούρκοι έχασαν 15.000 άνδρες και 4.000 οι χριστιανοί. Ο Καρά Μουσταφά πλήρωσε με την ζωή του τα λάθη του: στις 25 του επόμενου Δεκέμβρη, με διαταγή του σουλτάνου, στραγγαλίστηκε στο Βελιγράδι. Ειδικότερα βλ. https://historymania.gr/h-machi-tis-viennis-to-poloniko-ippiko-s/?fbclid=IwAR3l5OL6jKaOzit3z1WcvUAHtHupfz21jNcXV5bFUOtRHPb7Znyj_Y843rU

ix Σουλτάνοι: Αχμέτ Α΄ [21 Δεκεμβρίου 1603 – 22 Νοεμβρίου 1617], Μουσταφά Α΄ [22 Νοεμβρίου 1617 – 26 Φεβρουαρίου 1618], Οσμάν Β΄ [26 Φεβρουαρίου 1618 – 19 Μαΐου 1622], Μουσταφά Α΄ [20 Μαΐου 1622 – 10 Σεπτεμβρίου 1623], Μουράτ Δ΄ [10 Σεπτεμβρίου 1623 – 8 ή 9 Φεβρουαρίου 1640], Ιμπραήμ Α’ [9 Φεβρουαρίου 1640 – 8 Αυγούστου 1648], Μωάμεθ Δ΄ [8 Αυγούστου 1648 – 8 Νοεμβρίου 1687], Σουλεϊμάν Β΄ [8 Νοεμβρίου 1687 – 22 Ιουνίου 1691], Αχμέτ Β΄ [22 Ιουνίου 1691 – 6 Φεβρουαρίου 1695], Μουσταφά Β΄ [6 Φεβρουαρίου 1695 – 22 Αυγούστου 1703].

x Η Μάχη της Ζέντας (σημερινή Σέντα, Σερβία) ήταν η πιο αποφασιστική εμπλοκή του πολέμου και οι Οθωμανοί υπέστησαν συντριπτική ήττα από στράτευμα που είχε σταλεί από τον Λεοπόλδο Α’. Το 1697 έγινε μια τελευταία μεγάλη τουρκική προσπάθεια να κατακτηθεί η Ουγγαρία. Ο σουλτάνος ​​Μουσταφά Β’ ηγήθηκε προσωπικά της δύναμης εισβολής. Σε μια αιφνιδιαστική επίθεση, οι δυνάμεις των Αψβούργων με διοικητή τον πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας προσέβαλαν τον τουρκικό στρατό ενώ βρισκόταν στα μισά του δρόμου, διασχίζοντας τον ποταμό Τίσα στη Ζέντα, 80 μίλια βορειοδυτικά του Βελιγραδίου. Οι δυνάμεις των Αψβούργων προκάλεσαν χιλιάδες απώλειες, διέλυσαν το εχθρικό στρατόπεδο, κατέλαβαν το οθωμανικό θησαυροφυλάκιο και έλαβαν εμβλήματα υψηλής οθωμανικής εξουσίας όπως η Σφραγίδα της Αυτοκρατορίας. Οι απώλειες του Ευρωπαϊκού συνασπισμού ήταν εξαιρετικά περιορισμένες. Ο Ευγένιος ακολούθησε αυτήν τη μεγάλη νίκη με επιδρομή βαθιά στην Οθωμανική Βοσνία.

xi Το Sremski Karlovci είναι μια πόλη και δήμος που βρίσκεται στην περιφέρεια South Bačka της αυτόνομης επαρχίας Vojvodina της Σερβίας. Βρίσκεται στις όχθες του Δούναβη, 8 χλμ. από το Νόβι Σαντ.

xii Η συνθήκη του Κάρλοβιτς συνομολογήθηκε κατόπιν της μεσολάβησης της Αγγλίας και της Ολλανδίας και υπογράφηκε μετά από ένα συνέδριο, πληρεξούσιων αντιπροσώπων, διάρκειας δύο μηνών όπου συνήλθαν σε 36 συνεδριάσεις από 17 Νοεμβρίου 1698 μέχρι τον Ιανουάριο 1699 οι αντιμαχόμενοι [Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι συνασπισμένες δυνάμεις του Ιερού Συνασπισμού του 1684], μέσω πληρεξουσίων.

Τη συνομολόγηση της συνθήκης διενήργησαν 7 πρόσωπα, 5 πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι των Αυτοκρατόρων και Βασιλέων των Δυνάμεων που είχαν εμπλακεί ένας διερμηνέας και ένας στρατιωτικός σύμβουλος:

α. Πληρεξούσιος της Υψηλής Πύλης ο Ρεϊσούλ-κιουτάμπ, (Reis ül-Küttab, βασιλικός πληρεξούσιος διπλωμάτης), Ρεμί Μεχμέτ Πασάς [Rami Mehmed Pasha], με τον Μέγα Διερμηνέα (μπαστερκρουμάν) Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο,

β. Πληρεξούσιος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο Κόμης Φραντς Ούρλιχ Κίνσκι [Kinsky] και ο Κόμης Oettingen, Leopold Schlick [de],

γ. Πληρεξούσιος της Δημοκρατίας της Βενετίας: Κάρλο Ρουτζίνι [Carlo Ruzzini],

δ. Πληρεξούσιος της Πολωνίας-Λιθουανίας ο Μαλακόβσκι [Stanisław Małachowski, pl],

ε. Πληρεξούσιος της Ρωσσίας ο Προκόπιτζ Βοσνίτσιν [Prokopiy Wosnitzin.], καθώς και

στ. Ο ουδέτερος στρατιωτικός σύμβουλος, αποδεκτός απ΄ όλες τις πλευρές, Ιταλός στρατιωτικός τοπογράφος και ερευνητής Λουδοβίκος Φερδινάνδος Μαρσίγκλι.

Από τους παραπάνω οι δύο πρώτοι αν και εκπροσωπούσαν την ηττημένη πλευρά εντούτοις δεν ήταν τόσο ενδοτικοί, επιδεικνύοντας σθεναρή αντίσταση στις απαιτήσεις των συνομιλητών τους. Εξ ου και ο λόγος των επαναλαμβανόμενων συσκέψεων, 36 τον αριθμό.

Ο δε Κόμης Κίνσκι, από την πλευρά του μεγάλου νικητή υπήρξε εξ αρχής απόλυτος στις θέσεις του μη- δεχόμενος πολλούς συμβιβασμούς καλύπτοντας και τον πληρεξούσιο της Πολωνίας. Αντίθετα ο Κάρλο Ρούτσι παρά τις πιέσεις που άσκησε δεν κατόρθωσε να πείσει για τις απαιτήσεις του. Ο δε ευφυέστατος πληρεξούσιος της Ρωσσίας αποδείχθηκε ιστορικά ο περισσότερο διορατικός, διαφοροποιώντας την τελευταία στιγμή την ρωσσική θέση στη συνομολόγηση της συνθήκης, μη αφήνοντας έτσι περιθώρια για άλλες τροποποιήσεις. Τέλος ο στρατιωτικός σύμβουλος κατάφερε να περάσει χαρακτηριστικές γεωγραφικές θέσεις που όριζαν σαφέστατα τα νέα σύνορα.

Διαμεσολαβητές Ολλανδική Δημοκρατία, Βασίλειο της Αγγλίας

Γλώσσες: Λατινικά (Holy Roman Empire – HRE και Οθωμανοί)

Οθωμανικά Τουρκικά (Βενετία και Οθωμανοί)

xiii Το Uti possidetis είναι μια έκφραση που προέρχεται από το ρωμαϊκό ιδιωτικό δίκαιο, όπου ήταν το όνομα μιας διαδικασίας που χρησιμοποιήθηκε σε δικαστικές διαφορές σχετικά με την γη. Προήλθε από ένα πραιτορικό διάταγμα που θα μπορούσε να συντομευτεί “Όπως κατέχεις, έτσι θα κατέχεις”. Αργότερα, κατά μια παραπλανητική αναλογία, η φράση μεταφέρθηκε στο διεθνές δίκαιο, όπου είχε περισσότερες από μία σημασίες. Στην Ρώμη, αν δύο μέρη αμφισβητούσαν την κατοχή γης, ο πραίτορας προτιμούσε εκείνον που βρισκόταν στην πραγματική κατοχή, εκτός αν το είχε πάρει από το άλλο με βία, κρυφά ή ως προσωρινή χάρη (nec vi, nec clam, nec precario).

xiv Το Eğri Eyalet ή Pashaluk of Eğri ήταν διοικητική εδαφική οντότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που σχηματίστηκε το 1596 με πρωτεύουσα το Eğri. Περιλάμβανε τμήματα της σημερινής Ουγγαρίας και Σλοβακίας.

xv Το Varat Eyalet ήταν διοικητική εδαφική οντότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που σχηματίστηκε το 1660. Το Varat Eyalet συνόρευε με το Οθωμανικό Budin Eyalet στα δυτικά, το Temeşvar Eyalet στα νοτιοδυτικά, το Egir Eyalet στα βορειοδυτικά.

xvi Το Budin Eyalet ήταν διοικητική εδαφική οντότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Σχηματίστηκε στα εδάφη που κατέκτησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία από το μεσαιωνικό Βασίλειο της Ουγγαρίας και το Σερβικό Δεσποτάτο. Πρωτεύουσα της επαρχίας Budin.

xvii Η επαρχία Temeşvar , γνωστή ως επαρχία της Γιάνοβα μετά το 1658, ήταν μια διοικητική μονάδα πρώτου επιπέδου (γιαλέτ) των Οθωμανών, που βρισκόταν στην περιοχή Μπανάτ της Κεντρικής Ευρώπης.

xviii Το Eyalet της Βοσνίας, ήταν διοικητική εδαφική οντότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βασισμένο κυρίως στην επικράτεια του σημερινού κράτους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

xix Συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στο Ποζάρεβατς, μια πόλη που βρισκόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (σημερινή Σερβία), στις 21 Ιουλίου 1718 μεταξύ Οθωμανών και της Αυστρίας της μοναρχίας των Αψβούργων και της Δημοκρατίας της Βενετίας. Η συνθήκη είχε ως αποτέλεσμα την εκχώρηση αρκετών οθωμανικών εδαφών στους Αψβούργους και θεωρήθηκε στην εποχή της ως μια εξαιρετική επιτυχία και πηγή υπερηφάνειας στην Βιέννη. Μεταξύ 1714 και 1718, οι Οθωμανοί είχαν νικήσει στις μάχες εναντίον της Βενετίας στην Οθωμανική Ελλάδα και Κρήτη (Οθωμανικός-Βενετικός Πόλεμος ), αλλά είχαν ηττηθεί στο Petrovaradin (1716) από τα αυστριακά στρατεύματα του πρίγκιπα Ευγένιου της Σαβοΐας (Αυστρο-τουρκικός πόλεμος του 1786). Η ειρήνη διευθετήθηκε με την παρέμβαση της Βρετανίας και της Ολλανδικής Δημοκρατίας.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε το Μπανάτ του Τέμεσβαρ, την δυτική Βλαχία, την βόρεια Σερβία (συμπεριλαμβανομένης της πόλης-φρούριο του Βελιγραδίου ) και το βόρειο τμήμα της Βοσνίας, δηλαδή την περιοχή της Ποσαβίνα από τους Αψβούργους. Οι Αψβούργοι έλαβαν επίσης διαβεβαιώσεις ότι οι έμποροί τους θα μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν στην οθωμανική επικράτεια και ότι οι καθολικοί ιερείς θα ανακτούσαν τα ανακληθέντα προνόμια, τα οποία επέτρεπαν στον αυτοκράτορα των Αψβούργων να αναμειγνύεται στις οθωμανικές υποθέσεις μέσω διασυνδέσεων με την εκκλησιαστική κοινότητα και προασπίζοντας την καθολική πίστη. Η Βενετία παραχώρησε τον Μορέα, τα τελευταία φυλάκια που είχαν απομείνει στην Κρήτη και τα νησιά Αίγινα και Τήνος. Η Βενετία διατήρησε μόνο τα Επτάνησα (με τα οθωμανοκρατούμενα Κύθηρα να προστίθενται) και τις πόλεις Πρέβεζα και Άρτα στην ηπειρωτική χώρα. Στην Δαλματία, η Βενετία έκανε κάποιες μικρές προόδους καταλαμβάνοντας τις περιοχές Imotski και Vrgorac στην ενδοχώρα. Η συνθήκη έδωσε στους Αψβούργους τον έλεγχο του βόρειου τμήματος της σημερινής Σερβίας και οι Αψβούργοι καθιέρωσαν το Βασίλειο της Σερβίας ως γη του στέμματος. Ο αυστριακός έλεγχος διήρκεσε 21 χρόνια, όταν οι Τούρκοι κέρδισαν τον Αυστρορωσο-τουρκικό πόλεμο (1735–39). Στη Συνθήκη του Βελιγραδίου του 1739, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανέκτησε την βόρεια Βοσνία, τη Σερβία των Αψβούργων (συμπεριλαμβανομένου του Βελιγραδίου) και τα νότια τμήματα του Μπανάτου του Τέμεσβαρ και η Ολτενία επέστρεψε στην Βλαχία.

xx Το Πριγκιπάτο της Ρωσσίας ή Πριγκιπάτο της Μοσχοβίας, ήταν το ρωσσικό κράτος από την ανάληψη του τίτλου του Τσάρου από τον Ιβάν Δ’ το 1547 μέχρι την ίδρυση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

xxi Η Συνθήκη υπογράφηκε στις 13 Ιουλίου 1700 μεταξύ της Ρωσσίας και των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη, τερματίζοντας τον Ρωσσο-τουρκικό πόλεμο του 1686-1700. Ο τσάρος Πέτρος ο Μέγας εξασφάλισε την κατοχή της περιοχής του Αζόφ και απελευθέρωσε τις δυνάμεις του για να συμμετάσχουν στον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο. Οι διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει το 1698 και ο τσάρος συμμετείχε αυτοπροσώπως, αφού συνήψε διετή ανακωχή με τους Οθωμανούς στο Karlowitz στις 25 Δεκεμβρίου 1698. Το 1699, μια οριστική ρωσσο-οθωμανική διευθέτηση αποτράπηκε από την ασυμφωνία μεταξύ των απαιτήσεων του Πέτρου, που περιελάμβαναν την προστασία των χριστιανών στις οθωμανικές βαλκανικές επαρχίες, τη στρατιωτική θέση της Ρωσσίας, καθώς και την έλλειψη υποστήριξης από τα άλλα μέλη του Ιερού Συνδέσμου. Τελικά συμφώνησαν σε μια εκεχειρία διάρκειας τριάντα ετών, και ο σουλτάνος ​​αναγνώρισε την κατοχή της Ρωσσίας στην περιοχή του Αζόφ, η Ρωσσία απέσυρε τις αξιώσεις της στο στενό του Κερτς , αλλά απαλλάχθηκε από την πληρωμή του ετήσιου φόρου στο Χανάτο της Κριμαίας. Τα φρούρια κατά μήκος του ποταμού Δνείπερου, που κατεδαφίστηκαν από τις ρωσσικές δυνάμεις, επιστράφηκαν στους Οθωμανούς. Η περιοχή του κάτω Dniepr, νότια του Zaporozhian Sich, και η περιοχή μεταξύ Perekop και Miuskiy Gorodok κηρύχτηκε αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. [Ο σουλτάνος ​​υποστήριξε ότι οι υφιστάμενοί του, οι Τάταροι της Κριμαίας, δεν θα επιτεθούν στην Ρωσσία και ο τσάρος υποσχέθηκε ότι οι υφιστάμενοί του, οι Κοζάκοι του Δον και οι Κοζάκοι του Ζαπορόζ, δεν θα επιτεθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία]. Και τα δύο μέρη υποσχέθηκαν να μην κτίσουν οχυρώσεις κατά μήκος των συνόρων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποσχέθηκε επίσης να απελευθερώσει Ρώσσους αιχμαλώτους πολέμου. Ο σουλτάνος ​​επέτρεψε περαιτέρω την ελεύθερη διέλευση των Ρώσσων προσκυνητών στους Αγίους Τόπους και ρωσσική διπλωματική αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενεπλάκη στον πόλεμο εννέα χρόνια αργότερα, όταν ο Κάρολος XII της Σουηδίας ηττήθηκε από τον Μέγα Πέτρο στη Μάχη της Πολτάβα και στη συνέχεια στρατοπέδευσε τα υπολείμματα του στρατού του στο οθωμανικό Μπέντερ. Αυτό οδήγησε σε μια άλλη αντιπαράθεση μεταξύ του σουλτάνου και του τσάρου, με αποκορύφωμα την οθωμανική κήρυξη πολέμου και την ανεπιτυχή ρωσική εκστρατεία στον ποταμό Προύθο. Κατά συνέπεια, η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης αντικαταστάθηκε από τη Συνθήκη του Προύθου (1711), με την οποία το Αζόφ επιστράφηκε στον σουλτάνο και στη συνέχεια ισοπεδώθηκε και τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (1713), που αποκατέστησε την ειρήνη μεταξύ Ρωσσικής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας που είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει 25 έτη. Αν και ο σουλτάνος ​​κήρυξε τον πόλεμο στον Μεγάλο Πέτρο τρεις φορές στο διάστημα μεταξύ 1711-13, δεν έλαβε χώρα καμία πραγματική μάχη – έτσι η συνθήκη του Προύθου ουσιαστικά τερμάτισε την οθωμανική επέμβαση στον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο. Με τη συνθήκη αποδεσμεύτηκε ο ρωσσικός στρατός για το νέο μέτωπο που είχε ξεκινήσει στα βορειοδυτικά σύνορα της Ρωσσικής Αυτοκρατορίας (Σουηδία). Οι δε κτήσεις που έχασε ο Τσάρος επανήλθαν αργότερα από την Μεγάλη Αικατερίνη.

xxii Σε μια εποχή που οι διεθνείς επαφές δεν ήταν τόσο φυσικές όσο σήμερα, ο Jacob Colyer και σε μικρότερο βαθμό ο πατέρας του Justinus, έπαιξαν αναπόσπαστο ρόλο στην προστασία των συμφερόντων της Ολλανδικής Δημοκρατίας στο οθωμανικό έδαφος. Κατάφεραν να επεκτείνουν επιτυχώς τη συνθήκη φιλίας, εμπορίου και ναυτικού μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ολλανδικής Δημοκρατίας που καθιέρωσε ο Cornelis Haga το 1612, ένα επίτευγμα που ήταν προνομιακό μόνο στους Ολλανδούς και τους Άγγλους, και αργότερα επίσης στους Γάλλους. Συνολικά, ήταν και οι δύο ικανοί να εκπληρώσουν το πρωταρχικό καθήκον ενός πρώιμου σύγχρονου πρεσβευτή: την βελτίωση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της πατρίδας τους και της ξένης χώρας διαμονής. Ενώ η επιρροή του Justinus Colyer περιοριζόταν στα συμφέροντα της Ολλανδικής Δημοκρατίας, ο γιος του Jacob αναδείχθηκε σε σημαντικό πρόσωπο στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών και της Υψηλής Πύλης στην πρώιμη σύγχρονη εποχή. Όπως υποδηλώνει η επιρροή του στην Κωνσταντινούπολη και ο τίτλος του «Δούκας της Ουγγαρίας», ο Colyer έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους Οθωμανούς και από τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, [βλ. https://www.sultanstrail.net/en/peacekeeping-between-east-and-west-in-the-17th-century/]

xxiii Μεγαλύτερος γιος του William Paget, 5ου βαρώνου Paget και της Lady Isabella Rich, κόρης του Henry Rich, 1ου Earl of Holland, πρεσβευτής της Αγγλίας στην Βιέννη την περίοδο 1689 – 1692. Διορίστηκε πρεσβευτής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 1692. Αναχώρησε από την Αγγλία στα μέσα Σεπτεμβρίου, ταξίδεψε μέσω Βιέννης, από την οποία αναχώρησε στις 12 Δεκεμβρίου, φθάνοντας στην Αδριανούπολη στις 30 Ιανουαρίου 1693.

xxiv Η δεύτερη μάχη του Mohács, επίσης γνωστή ως Μάχη του όρους Harsány, διεξήχθη στις 12 Αυγούστου 1687 μεταξύ των δυνάμεων του Οθωμανού σουλτάνου Mehmed IV, με διοικητή τον Μεγάλο Βεζίρη Sari Süleyman Paşa, και τις δυνάμεις του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Λεοπόλδου Α΄, με διοικητή τον Κάρολο της Λωρραίνης. Το αποτέλεσμα ήταν μια καθοριστική νίκη για τους Αυστριακούς. Η μάχη αυτή επέτρεψε στους Αψβούργους να κατακτήσουν μεγάλες περιοχές, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους της σημερινής Τρανσυλβανίας. Η αποφασιστική Μάχη της Ζέντα, μια δεκαετία αργότερα, σφράγισε τη μοίρα των Οθωμανών στην Ευρώπη.

xxv IN perpetual Memory of the Thing, Be it known to all to whom it doth appertain, That after sixteen Years cruel and destructive War, between the most Serene and most Potent Prince and Lord Leopold [with his full Titles] on the one part, and the most Serene and most Potent Prince and Lord, Sultan Mustapha Han, Emperor of the Turks, and of Asia and Greece and his glorious Predecessors on the other part ; the said most Potent Emperors considering how much Blood has been spilt, and how many Provinces have been laid waste, taking Compassion at the assisted Condition of their Subjects, and being seriously inclined to put an end to such great Calamitys increasing every Day to the Danger of Mankind, God thro his Mercy has permitted, that by the Mediation of the most Serene and most Potent Prince and Lord William III, King of Great Britain, France and Ireland, and the High and Mighty Lords the States General of the United Provinces of the Netherlands, solemn Treatys should for this Cause be set on foot, and concluded at Carlowitz in Sirmium, near the Confines of both Empires ; where the Persons lawfully constituted Ambassadors Plenipotentiary, appearing together, viz, in the Name of his Sacred Imperial Majesty of the Romans, the most Illustrious and most excellent Lords, the Lord Wolfgang, Count of the Holy Roman Empire, by the Title of Count of Ottingen, Lord of the Bed- Chamber to his Sacred Imperial Majesty, Privy Counsellor and President of the Imperial Aulic Council ; and the Lord Leopold Soblick, Count of the Holy Roman Empire, with the Title of Count of Passaw and Weskirchen, a Lord of the Bedchamber also to his said Sacred Imperial Majesty, and Colonel of a Regiment of Dragoons, both deputed Ambassadors Extraordinary, and Plenipotentiary’s for a Treaty of Peace with the Ottoman Porte : And in the Name of his Imperial Ottoman Majesty, the most illustrious and excellent Lords, the Lord Mebeiner Effendi, High Chancellor of the Ottoman Empire, and the Lord Alexander Mauro Cordato, of the Noble House of the Scariati Privy Counsellor and Secretary of the said Empire, with the Intervention and good Offices of the most illustrious and excellent Lords, the Lord William Paget, Baron of Beaudefert, for the most Serene King of Great Britain, and Heer James Colyer for the High and Mighty States General of the United Netherlands, both Ambassadors at the sublime Ottoman Porte, and plenipotentiary’s for re-establishing a universal Peace ; who discharged the Mediatorial Office with Integrity, Diligence and Wisdom, and after invoking the Help of the everlasting God, and duly exchanging their Credentials, have to the Glory of the Divine Being, and to the Welfare of both Empires, agreed on the twenty following Articles of mutual Peace and Concord.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας

Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.

Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα

Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.

Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.

Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.

Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.

Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ

Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).

Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.

Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.

Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.

Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.

Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού

Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.

Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.

Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.

Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.

Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.

Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές

Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.

Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.

Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.

Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.

Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.

Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας

Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.

Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.

Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.

Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.

Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.

Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.

Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών

Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.

Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.

Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.

Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.

Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.

Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.

Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές

Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.

Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.

Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.

Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.

Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.

ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή